Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Φιλοσοφία


Ο Νεοπλατωνισμος τής Δύσης[1]

Κάποτε ο Πλωτίνος είχε φέρει το Νεοπλατωνισμό από την Αλεξάνδρεια στη Ρώμη κ’ εδώ τον είχε μεταφυτέψει στο μαθητή του Πορφύριο. Τέτοια αδιάσπαστη σχολική παράδοση και τέτοια πιο πέρα ανάπτυξη τής θεωρίας σα στην Ανατολή δεν έγινε στήν Ιταλία. Εδώ κρατήθηκαν μακριά από ίαμβλιχικές θολούρες. Ό Chalcidius (Χαλκίδιος, γύρω στο 350) είναι αξιομνημόνευτος σαν υπομνηματιστής του πλατωνικού Τίμαιου, ο Macrobius (Μακρόβιος) του κικερωνικού Ενυπνίου του Σκιπίωνα (γύρω στο 400), ο Marius Victorinus (Βικτωρίνος), ένας γραμματικός καί ρήτορας του 4ου αιώνα, που έγραψε σχόλια σε αριστοτελικά και κικερωνικά συγγράμματα, είταν δάσκαλος του Αυγουστίνου και τον κατήχησε στη νεοπλατωνική φιλοσοφία. Μα ο πολύ πιο σημαντικότερος αντιπρόσωπος του λατινικού Νεοπλατω-νισμού είταν ο Anicius Manlius Severinus Boèthius (Βοήθιος) από τη Ρώμη (γύρω στο 480-525). "Όσο κι αν είταν χριστιανός, επειδή άνηκε στη ρωμαϊκή αριστοκρατία κ’ επειδή παντρεύθηκε μια κόρη του νεότερου Σύμμαχου, είχε σχέσεις με τους κύκλους που έμειναν περισσότερο καιρό κ’ επιμονότερα δεμένοι με την παλιά θρησκεία.

Ό Θεοδώριχος τον διόρισε το 510 ύπατο, τον υποψιάστηκε αργότερα πώς είχε πάρει μέρος σε συνωμοσία που σχεδίαζε την ανατροπή του, τον φυλάκισε και τον σκότωσε. Αφού είχε συγγράψει ήδη πρωτύτερα μεταφράσεις κ’ υπομνήματα σε συγγράμματα του Αριστοτέλη καθώς κ’ ένα σύγγραμμα για την Τριάδα, έγραψε τώρα στη φυλακή τα τελευταίο του έργο «Παρηγοριά τής φιλοσοφίας» (De conso-latione Philosophiae, 5 Β.), το τελευταίο στη σειρά των αρχαίων παρηγορητικών συγγραμμάτων. Καινούργιες ιδέες δεν πρέπει να περιμένομε απ’ αυτόν, γιατί δεν είναι επαγγελματίας φιλόσοφος, παρά ερασιτέχνης με φιλοσοφικά διαφέροντα όπως ο Κικέρων κι ο Πλούταρχος. Έτσι συμπαθεί έναν εκλεκτικισμό του τύπου του προπλωτινικού μέσου πλατωνισμού. Ενώ το έργο δεν παρουσιάζει ούτε μιαν ειδικά χριστιανική ιδέα, φαίνεται επηρεασμένο άπα τον Προτρεπτικό του Αριστοτέλη, πιθανό με τη μεσολάβηση του Ορτένσιου του Κικέρωνα (σ.203). Ή μορφή είναι του διηγηματικού διάλογου, κατά το υπόδειγμα τής Μενίππειας Σάτιρας, πεζός και στίχος που εναλλάζουνε. Το έργο παρουσιάζει μιαν αυστηρά μονοθεϊστική πίστη σε θεό και πρόνοια, που με θερμόν ενθουσιασμό την υποστηρίζει ενάντια σε κάθε αντιλογία. Είναι ή τελευταία όμορφη απόδειξη τί λογής στήριγμα μπορούσε να προσφέρει ενός φωτισμένου άνθρωπου, ή αρχαία φιλοσοφία σε ζωή και θάνατο.


Βιβλιογραφία:
Boëthius, De consolatone philosophiae ed. R. PEIPER 1871.— F. KLINGNER, De Boethii consolatione philosophiae (Philol. Unters. Heft 27). 1921.— W. NESTLE, Die Nachso-kratiker (1923) I 160 κκ. II 353 κκ. — R. REITZENSTEIN, Augustin als antiker und mittelalterlicher Mensch (Ό Α. σαν αρχαίος και μεσαιωνικός άνθρωπος). (Vorträge der Bibl. Warburg 1922/23 I). 1924.


[1] Τσέλλερ[Eduard Zeller] – Νεστλέ [Wilhelm Nestle], «Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, 4η περίοδος, σ. 400-401, Εστία, Αθήνα 1980.

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Πολιτεύματα


Το πολιτειακό πλαίσιο στα ελληνιστικά βασίλεια της Ανατολής[i]

Το πολίτευμα των ελληνιστικών βασιλείων είναι η απόλυτη μοναρχία. Η μακεδονική παράδοση που επέβαλλε τη σύμπραξη της στρατιωτικής συνέλευσης στη διαδικασία επιλογής του διαδόχου εγκαταλείπεται στις ελληνιστικές μοναρχίες και ο τίτλος του βασιλέως είναι πλέον κληρονομητός. Αποβάλλοντας τον στρατιωτικό χαρακτήρα τον μακεδονικών χρόνων, η ελληνιστική μοναρχία αναγνωρίζει τη σύζυγο του μονάρχη ως ισότιμο μέλος στη διακυβέρνηση του κράτους. Το κράτος ταυτίζεται με το πρόσωπο του βασιλέως, ο οποίος αποτελεί "νόμο έμψυχο", έκφραση που θα υιοθετήσουν οι ρωμαίοι αυτοκράτορες και, πολύ αργότερα, οι θεωρητικοί της γαλλικής μοναρχίας. Ο βασιλεύς θεωρείται κύριος του βασιλείου, κύριος της γης, την οποία δικαιούται να απαλλοτριώνει και να εκμεταλλεύεται σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Το δημόσιο ταμείο ονομάζεται βασιλικόν ταμείον, η δημόσια γη βασιλική γη, οι κρατικές τράπεζες βασιλικού τράπεζαι και οι καλλιεργητές των κρατικών γαιών, βασιλικοί γεωργοί. Ο μονάρχης είναι η ανώτατη νομοθετική, δικαστική και διοικητική αρχή.

Στην πιο απολυταρχική της μορφή, η ελληνιστική μοναρχία εμφανίζεται στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο. Η πτολεμαϊκή μοναρχία αποτελεί συγκερασμό μακεδονικών αντιλήψεων και αιγυπτιακών κυρίως επιδράσεων. Ο βασιλεύς είναι αρχηγός του στρατού, ανώτατος δικαστής, επί κεφαλής της διοίκησης, και συγχρόνως αντικείμενο λατρείας, όπως οι αιγύπτιοι Φαραώ. Τα ανώτατα κυβερνητικά αξιώματα καλύπτονται από πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος των μοναρχών (φίλοι).

Η μοναρχική ιδεολογία

Οι ιδεολογικές βάσεις της ελληνιστικής μοναρχίας, τις οποίες θα επικαλεσθούν αργότερα και οι ρωμαίοι αυτοκράτορες, βρίσκονται στις πραγματείες περί βασιλείας τον 4ου αιώνα π..Χ. Ο βασιλεύς χαρακτηρίζεται ως φιλάνθρωπος, ευεργέτης και σωτήρ, αρετές που τον καθιστούν σωτήρα του λαού. Οι πρώιμοι θεωρητικοί της μοναρχίας απορρίπτουν τα πρότυπα των βασιλέων της Ανατολής (των Περσών) και δέχονται μια μορφή μοναρχίας εμπνευσμένης από τους μακεδόνες βασιλείς.

Χαρακτηριστικό του μονάρχη είναι η αρετή, από την οποία απορρέουν όλα τα ηθικά, πνευματικά και φυσικά χαρίσματα που πρέπει να συγκεντρώνει ένας μονάρχης. Ο
ηγεμών οφείλει να μεριμνά και να εξασφαλίζει την ευτυχία των υπηκόων του, σεβόμενος το νόμο και τις επιταγές της ηθικής. Τις απόψεις αυτές επαναλαμβάνουν οι ρήτορες των χρόνων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Αίλιος Αριστείδης, Δίων ο Χρυσόστομος), θεωρώντας τον αυτοκράτορα "πατέρα" των υπηκόων του, και όχι "δεσπότη".

Οι απόψεις αυτές των θεωρητικών της μοναρχίας εκφράζονται στους τίτλους των ελληνιστικών βασιλέων (αλλά και των ρωμαίων αυτοκρατόρων), οι οποίοι αρέσκονται να χαρακτηρίζονται ως σωτήρες, φιλάνθρωποι, ευεργέτες. Στην πράξη όμως, οι ελληνιστικοί μονάρχες, και το παράδειγμα δόθηκε από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, δεν απέρριψαν όλα τα στοιχεία που άφησαν οι προηγούμενοι τους Πέρσες βασιλείς ή Αιγύπτιοι Φαραώ.

[i] Τρωϊάνου, Βελισσαροπούλου-Καράκωστα, «Ιστορία Δικαίου», μέρος πρώτο, σ. 94-95, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 1997.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Δίκαιο


Η δικαιική τάξη κατά τους μεταβυζαντινούς αιώνες[i]

Μπορεί η Άλωση του 1453 να σήμανε το τέλος του βυζαντινού κράτους δεν σήμανε όμως και το τέλος του βυ­ζαντινού δικαίου. Μέσω σουλτανικών προνομίων, πολλά από τα οποία διατηρήθηκαν μέχρι την Επανάσταση, η Ορ­θόδοξη Εκκλησία, κατά πρώτο λόγο, και ορισμένες ελλη­νικές κοινότητες, συνέβαλαν στο να διαφυλαχτεί, κατά τους τέσσερις αιώνες της τουρκικής κυριαρχίας, σημαντι­κό μέρος της βυζαντινής νομικής παράδοσης.

Τα προνόμια - Τα προνόμια που χορηγήθηκαν στους Έλληνες κατοίκους της οθωμανικής αυτοκρατορίας διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: α) στα εκκλησιαστικά, β) τα διοικητικά και γ) τα δικαστικά προνόμια.
α) Η ανεξαρτησία και αυτονομία της Ορθόδοξης Εκ­κλησίας αναγνωρίστηκε από το Σουλτάνο, ο οποίος εξέ­δωσε σχετική πράξη (βεράτιο). Με την πράξη αυτή καθο­ρίζονται οι σχέσεις μεταξύ του Σουλτάνου και του Πα­τριάρχη, καθώς και ή έκταση των εξουσιών του τελευ­ταίου, β) Με ειδικά προνόμια που τους απονεμήθηκαν, κυρίως από τον 17ο αιώνα και πέρα, ορισμένες ελληνικές κοινότητες δικαιούνται να εκλέγουν τους διοικητικούς και δικαστικούς τους άρχοντες. Το σώμα των εκλεκτόρων συντίθεται αποκλειστικά από Έλληνες κατοίκους της συγ­κεκριμένης κοινότητας, οι οποίοι καλούνται σε δημόσια συνάθροιση για το σκοπό αυτό. Το καθεστώς και το πε­ριεχόμενο των διοικητικών προνομίων δεν είναι ενιαίο, αλλά ποικίλλει κατά κοινότητα. Επιπλέον δε, ανά πάσα στιγμή ήταν δυνατή η ανατροπή του από τους τοπικούς τούρκους αξιωματούχους. Τέλος, γ) μέσω των δικαστικών προνομίων, διατηρήθηκε η δικαιοδοτική εξουσία του κλήρου και αναγνωρίστηκε δικαστική αρμοδιότητα στις κοινοτικές αρχές (τους προεστώτες και τους κοτζαμπάσηδες). Κατά τους τελευταίους αιώνες της τουρκικής κυ­ριαρχίας, τα τελευταία αυτά δικαιοδοτικά όργανα κερδί­ζουν έδαφος σε σχέση με τα εκκλησιαστικά δικαστήρια, τα οποία φαίνεται πως έχουν γίνει "ασυμπαθή" στο λαό.

Το τεκμήριο αρμοδιότητας
Η αρμοδιότητα της Εκκλησίας για την επίλυση δια­φορών οικογενειακού δικαίου που, όπα>ς είδαμε πιο πάνω, είχε αναγνωριστεί κατά τους τελευταίους βυζαντι­νούς αιώνες, διατηρείται και μετά την τουρκική κατά­κτηση. Η δικαιοδοσία της Εκκλησίας εξακολουθεί να ισχύει, κυρία)ς σε θέματα σχετικά με το γάμο και το διαζύ­γιο, μέσω προνομίου που παραχώρησε ο Σουλτάνος Μωά­μεθ Β' ο Κατακτητής, για όλους τους Ορθοδόξους κατοί­κους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας (και της βενετοκρατίας), η Ορθόδοξη Εκκλησία κατόρθωσε να επεκτεί­νει το πεδίο δικαιοδοσίας της και πέρα από τις διαφορές του οικογενειακού δικαίου. Επικαλούμενη το τεκμήριο (Αρμοδιότητας κατέληξε να κρίνει το μεγαλύτερο μέρος των αστικών διαφορών μεταξύ Ορθόδοξων κατοίκων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Αρμόδια να κρίνουν τις διαφορές σε πρώτο βαθμό ήσαν τα κατά τόπους εκκλησιαστικά δικαστήρια, αποτε­λούμενα από επισκόπους που ενεργούσαν ως εκπρόσωποι του Πατριάρχη. Κατά την εκδίκαση των διαφορών, οι επί­σκοποι επικουρούνταν από Συμβούλιο, μέλη του οποίου μπορούσαν να είναι και άλλοι κληρικοί. Σε δεύτερο βαθμό αναγνωριζόταν αρμοδιότητα του Πατριάρχη και της Ιεράς Συνόδου της Κωνσταντινούπολης (ή των δικαστηρίων της Βενετίας για τις βενετοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας). Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια απέκτησαν μεγάλο κύρος μεταξύ του πληθυσμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας, έτσι ώστε, τουλάχιστον κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας, να προσφεύγουν σε αυτά όχι μόνο Έλλη­νες, αλλά και Ιουδαίοι ή και Τούρκοι, που δυσπιστούσαν απέναντι στην αμεροληψία των τουρκικών δικαστηρίων.

Τα εφαρμοζόμενα δίκαια
Από τον 17ο αιώνα και μέχρι την Επανάσταση, στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο ισχύουν παράλληλα: το τουρκικό δίκαιο, που εφαρμόζεται από τα τουρκικά δικαστήρια και το βυζαντινό δίκαιο, κυρίως η Εξάβιβλος του Αρμενοπού­λου, την οποία χρησιμοποιούν, παράλληλα με ορισμένους νομοκάνονες των 16ου και 17ου αιώνα (κυρίως του Μανουήλ Μαλαξού και του ιερομόναχου Ιακώβου, τη λεγόμε­νη Βακτηρία αρχιερέων) τα εκκλησιαστικά δικαστήρια. Παράλληλα όμως, κατά τον τελευταίο αιώνα της τουρκι­κής κυριαρχίας γνώρισε μεγάλη άνθηση το εθιμικό δίκαιο. Στο πλαίσιο των δικαιοδοτικών προνομίων που τους απονεμήθηκαν, οι ελληνικές κοινότητες (καθώς και οι συ­ντεχνίες) εφαρμόζουν τοπικά έθιμα, τα οποία άλλοτε μεν προσεγγίζουν αντίστοιχες διατάξεις του βυζαντινού δι­καίου, άλλοτε όμως όχι. Ορισμένα από τα τοπικά αυτά έθιμα καταγράφηκαν (π.χ. Νάξου, Μυκόνου, Θήρας).

Αντίθετα από την κυρίως Ελλάδα που κατά τους αι­ώνες της τουρκοκρατίας γνώρισε πλήρη νομοθετικό μαρα­σμό, ο ελληνισμός των παραδουνάβιων Ηγεμονιών επέ­δειξε έντονη νομοθετική δραστηριότητα. Κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα, οι Φαναριώτες ηγεμόνες της Μολδαυΐας και της Βλαχίας συνέβαλαν στην διαφύλαξη της βυζαντινής νομικής παράδοσης, μέσω της έκδοσης κωδικοποιητικών έργων όπως: Το Νομικόν Πρόχειρον του Μιχαήλ Φωτεινοπούλου, το Συνταγμάτων Νομικόν τον Α­λεξάνδρου Υψηλάντη, ο Πολιτικός Κώδικας της Μολ­δαυΐας του Καλλιμάχη και ο Βλάχικος Κώδικας του Ιω­άννη Καρατζά.

Η γένεση του νεώτερου ελληνικού (αστικού) δι­καίου
Ένα από τα πρώτα μελήματα των επαναστατημένων Ελλήνων ήταν η δημιουργία μιας έννομης τάξης στις απε­λευθερωμένες από τον τουρκικό ζυγό περιοχές. Σχετικές διατάξεις απαντούν στα συνταγματικά κείμενα που καταρ­τίστηκαν από τις διαδοχικές τοπικές ή Εθνικές Συνελεύ­σεις, τόσο κατά τη διάρκεια του μακρόχρονου απελευθε­ρωτικού αγώνα όσο και μετά τον τερματισμό του.

[i] Σπ. Τρωϊάνου, Ι. Βελισσαροπούλου-Καράκωστα, «Ιστορία Δικαίου», μέρος 4ο, σ. 342-345, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 1997.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Πόλεμος


2ος παγκόσμιος πόλεμος
Η κατά της Ελλάδας επίθεση των δυναμέων του Άξονα*
Η γερμανική εκδοχή

Στο αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο του ο κορυφαίος Γερμανός στρατηγός προσπαθεί να φωτίσει το ζήτημα του αιματοκυλίσματος της ανθρωπότητας, στη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, υπό το πρίσμα του ηττημένου. Για τους ειδήμονες Γερμανούς της εποχής, σύμφωνα με τον Χάιντς Γκουντέριαν, ο πόλεμος ήταν ένα εκ προοιμίου λάθος. Από την στιγμή, όμως που η προσφυγή στα όπλα γίνεται πράξη, καθοριστική σημασία έπαιξαν επιμέρους επιλογές - λανθασμένες, κατά τον Γκουντέριαν - που υπονόμευσαν την όποια πιθανότητα νίκης των Γερμανών σε αυτόν τον πρωτόγνωρο πόλεμο. Το κύριότερο από τα λάθη αυτά προήλθε από την πλευρά του στενού συμμάχου των Γερμανών, την Ιταλία και αυτό το λάθος ο Γκουντέριαν το ονομάζει "Ελλάδα".

Στις 3 Μαίου 1939 ό Μολότωφ αντικατέστησε τον μέχρι τότε υπουργό των Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενώσεως Λιτβίνωφ. Ό Μολότωφ είχε παίξει σπουδαίον ρόλον εις την σύναψιν του συμφώνου μή επιθέσεως μέ την Γερμανίαν, της 23 Αυγούστου 1939, τό όποιον και είχε δώσει εις τον Χί­τλερ την δυνατότητα επιθέσεως κατά της Πολωνίας. Οί Ρώσοι συμμετέσχον εις την καταστροφήν της Πολωνίας εισβάλλοντες στις 18 Σεπτεμβρίου 1939 εις την χώραν αυτήν έξ Ανατολών. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1939 υπέγραψαν μέ τη Γερμανίαν σύμφωνον φιλίας και οίκονομικήν συμφωνίαν άποβλέπουσαν είς τήν διευκόλυνσιν τής γερμανικής πολεμικής προσπάθειας. Έξεμεταλλεύθησαν όμως τήν ευκαιρίαν αυτήν για νά προσαρτήσουν τις χώρες τής Βαλτικής καί νά επιτεθούν, τήν 30η Νοεμβρίου 1939, κατά τής Φινλαν­δίας. Καθ' ον χρόνον τά γερμανικά στρατεύματα ήσαν άπησχολημένα εις τό δυτικόν μέτωπον, υπεχρέωσαν τήν Ρουμανίαν νά τους παραχώρηση τήν Βεσσαραβίαν, πράγμα τό όποιον ηνάγκασε τόν Χίτλερ, νά εγγυηθή,τήν 30 Αυγούστου 1940, τήν άνεξαρτησίαν τής χώρας αυτής.
Τόν Οκτώβριον τού 1940 ό Χίτλερ ήταν άπησχολημένος είς συνομι­λίας μέ τούς Γάλλους καί μέ τόν Φράνκο, αφορώσας τήν συνέχισιν τού πο­λέμου. Έν συνεχεία συνηντήθη μέ τόν φίλο του Μουσολίνι στην Φλωρεντία. Κατευθυνόμενος πρός τήν Φλωρεντίαν, έπληροφορήθη κατάπληκτος είς τόν σιδηροδρομικόν σταθμόν τής Βολωνίας, ότι ο σύμμαχος του είχεν αρχίσει, χωρίς νά τόν πληροφόρηση και μάλιστα χωρίς κάν νά ζητήση τήν σύμφω­νον γνώμην του, ένα ιδιωτικό πόλεμον κατά τής Ελλάδος. Ή έπίθεσις αυτή εφερεν είς τό προσκήνιον τό πρόβλημα τών Βαλκανίων καί δι' αυτού τόν πόλεμον είς μίαν κατεύθυνσιν την οποίαν ή Γερμανία ουδόλως επεθύμει.
Πρώτη συνέπεια τής αυθαιρέτου αυτής ενεργείας τού Μουσολίνι ήταν, όπως μού είπεν ό ίδιος ό Χίτλερ, ότι ό Φράνκο ήρνήθη κάθε είδους συνεργασία μέ τόν Άξονα. Όπως φαίνεται δέν ήθελε νά άκολουθήση κοινήν πολιτικήν μέ τόσον ανεμπίστους συντρόφους.
Δευτέρα συνέπεια υπήρξεν ή δημιουργία εντάσεως μεταξύ τής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ενώσεως. Ή εντασις αύτη υπήρξεν αποτέλεσμα σειράς επεισοδίων τών τελευταίων μηνών, ιδίως δέ, τής γερμανικής πολι­τικής τής άφορώσης τήν Ρουμανίαν και τήν όλην παραδουνάβιον περιοχήν. Ή πρόσκλησις του Μολότωφ εις τό Βερολίνον απέβλεπεν είς τήν εκτόνωσιν τής εντάσεως αυτής.
Είς τό Βερολΐνον ό Μολότωφ έζήτησεν όπως :
1. Ή Φινλανδία περιέλθη είς τήν σοβιετικήν ζώνην επιρροής.
2. Ύπαρξη συνεννόησις διά τό μέλλον τής Πολωνίας.
3. Αναγνωρισθούν τα σοβιετικά συμφέροντα εις τήν Ρουμανίαν και τήν Βουλγαρίαν και τέλος, όπως αναγνωρισθούν τά σοβιετικά συμφέροντα είς τά στενά τών Δαρδανελλίων.
Μετά τήν εις Μόσχαν επάνοδον του Μολότωφ οι απαιτήσεις αυτές τών
Ρώσων υπεβλήθησαν και γραπτώς.
Ό Χίτλερ είχεν αγανακτήσει τότε έξ αιτίας των και κατά τήν διάρ-
κειαν τών είς Βερολίνον συνομιλιών απέφυγε νά λάβη σαφή έπ' αυτών Θέσιν. Αργότερα δέ, ουδέ κάν άπήντησεν εις σχετικόν έγγραφον.
Τό συμπέρασμα τής επισκέψεως του Μολότωφ είς τό Βερολίνον ήταν ή βεβαιότης, ότι ό πόλεμος κατά της Σοβιετικής Ενώσεως θά καθίστατο μίαν ημέραν αναπόφευκτος. Πολλές φορές ό Χίτλερ μου περιέγραψε τήν εξέλιξιν τών συνομιλιών αυτών του Βερολίνου, όπως και εγώ τις περιγράφω ανωτέρω. Βεβαίως, πρώτη φορά, μόλις τό 1943 μου μίλησε γιά τό θέμα αυτό, αλλά έκτοτε, πολλάκις και πάντοτε κατά τόν αυτόν τρόπον. Δέν αμφιβάλλω καθόλου, ότι απέδιδε τότε ορθώς τάς απόψεις του.
Περισσότερον όμως, κι' από τάς σοβιετικάς απαιτήσεις ό Χίτλερ είχε αγανακτήσει μέ τήν ιταλική πολιτική του 'Οκτωβρίου 1940, και νομίζω, δικαίως. Ή ιταλική έπίθεσις κατά τής Ελλάδος ήταν επιπόλαια, όσον καί περιττή. Ήδη στις 30/10 ή έπίθεσις τών Ιταλών ανεκόπη και είς τάς 6/11 οι Έλληνες ανέλαβον πλέον την πρωτοβουλίαν. Ως συνήθως, όταν εσφαλ­μένη πολιτική οδηγεί είς στρατιωτικάς καταστροφάς, ή μήνις του Μουσο­λίνι εστράφη κατά τών στρατηγών, ιδίως κατά του Μπαντόλιο, ό όποιος είχε ματαίως προσπαθήσει νά τόν άποτρέψη από πολεμικές περιπέτειες. Περί τά μέσα Νοεμβρίου οί Ιταλοί υπέστησαν σοβαράν ήτταν. Ό Μπαν­τόλιο έθεωρήθη εχθρός του καθεστώτος και προδότης. Στις 26 Νοεμβρίου υπέβαλε τήν παραίτησίν του. Διάδοχος του έγένετο την 6 Δεκεμβρίου ό Καμπαλλέρο.
Στις 10 Δεκεμβρίου οί Ιταλοί υπέστησαν νέαν σοβαράν ήτταν στην Άφρικήν πλησίον του Σίντι Μπαρανί. Θά ήταν προς τό κοινόν συμφέρον τόσον τής Γερμανίας όσον και τής Ιταλίας, εάν δέν είχε μεσολαβήσει ή κατά τής Ελλάδος περιπέτεια και αντ' αυτής είχε σταθεροποιηθή ή είς Άφρικήν κατάστασις. Ό στρατάρχης Γκρατσιάνι έζήτησε τήν άποστολήν είς τό
βορειοαφρικανικό μέτωπο γερμανικών αεροπλάνων. Ό Μουσολίνι σκέ­φθηκε νά ζήτηση την αποστολή και δύο γερμανικών τεθωρακισμένων με­ραρχιών είς Λιβύην. Κατά τον χειμώνα ή Μπάρντια, ή Ντέρνα και το Τομπρούκ έπεσαν στά χέρια τών "Αγγλων. Γερμανικά στρατεύματα υπό τήν διοίκησιν του Ρόμμελ αποκατέστησαν τά πράγματα.
Τό αποτέλεσμα τής ιταλικής αυθαιρεσίας και τών ιταλικών σφαλμάτων είς τά Βαλκάνια υπήρξεν ή δέσμευσις ισχυρών γερμανικών δυνάμεων, εις τήν Άφρικήν κατ' αρχάς, έν συνεχεία δέ εις τήν Βουλγαρίαν, τήν Ελλάδα και τήν Γιουγκοσλαβίαν. Τό γεγονός αυτό είχε δυσμενή αποτελέσματα διά τήν ίσχύν μας είς τό άποφασιστικόν μέτωπον του πολέμου. Απεδείχθη, ότι ό γενναιόδωρος καθορισμός τής περιοχής τών Άλπεων ώς οροθετικής γραμμής τών συμφερόντων τών δύο δυνάμεων τού Άξονος, ήταν τελείως ακατάλληλος διά τήν κοινήν πολεμικήν προσπάθειαν. Ή συνεργασία μεταξύ τών συμμάχων ήταν τόσον ελλιπής, όσον δέν θά έπρεπε νά είναι.

*Γκουντέριαν, "οι αναμνήσεις ενός στρατιώτη", σ. 134-136, εκδόσεις Χιωτέλλη, Αθήνα 2006

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Ηθική

Η ηθική των τεχνοκρατικών κοινωνιών[1]

Στο πλαίσιο της φιλελεύθερης κοι­νωνίας τα δρώντα υποκείμενα δεν μοιράζονται κάποια κοινή ιδέα του αγαθού, αφού δεν υπάρχει κανένα κοινό τέλος του οποίου την πραγματοποίηση να επιδιώκουν, η εποχή μας χα­ρακτηρίζεται από συνεχείς και ασύμμετρες διαφωνίες. Εκείνο δε που είναι ενδιαφέρον είναι ότι οι διαφωνίες αυτές δεν έχουν τέλος, συνεχίζονται επ’ άπειρον, αφού δεν υπάρχει μια ορθολογική μέθοδος σε αναφορά με την οποία να επιλύεται η διαφορά και να εξασφαλίζεται η συμφωνία. Έτσι οι διαφω­νούντες είναι υποχρεωμένοι να εξευρίσκουν γενικές ηθικές αρ­χές για την επίλυση των συγκρούσεων. Παραδείγματα τέτοι­ων ηθικών αρχών είναι οι ωφελιμιστικές θεωρίες, οι θεωρίες των δικαιωμάτων, οι δεοντοκρατικές θεωρίες κ.ά. Από μια άποψη, οι γενικές αυτές αρχές είναι πολύτιμες διότι συμβάλ­λουν στην κατανόηση και την εξομάλυνση των διαφωνιών που έχουν προκύψει από την έκφραση διαφορετικών ηθικών πε­ποιθήσεων. Όμως δεν μπορούν να εξευρεθούν κοινές κανονι­στικές αρχές διότι αυτές δεν μπορούν να θεμελιωθούν παρά μόνο σε αναφορά με μιαν αντίληψη του αγαθού για τον άν­θρωπο. Καταλήγουμε, επομένως, σε ένα σύνολο γενικών ηθι­κών αρχών πέρα από τις οποίες κάθε επιχειρηματολογία καθί­σταται αδύνατη. Σε μια τέτοια κατάσταση δύο τρόποι κοινω­νικής ζωής μας απομένουν. Σύμφωνα με τον ένα, κυριαρχούν οι ελεύθερες και αυθαίρετες επιλογές των ατόμων. Σύμφωνα με τον άλλο, εγκαθιδρύεται ένα πρωτίστως γραφειοκρατικό και νομικό κράτος, το οποίο προσπαθεί να ελέγξει τις αυθαί­ρετες επιλογές.

Στο είδος αυτό της κοινωνίας ο τύπος του αν­θρώπου που επικρατεί είναι ο δεξιοτέχνης ή ο εμπειρογνώ­μων, ο άνθρωπος δηλαδή ο οποίος ανεξάρτητα από οτιδήπο­τε άλλο είναι ένας τεχνοκράτης ή μηχανικός. Δεν ενδιαφέρε­ται ή, μάλλον, δεν τον απασχολεί διόλου η προαγωγή του κοι­νού αγαθού της κοινωνίας του, αφού κάτι τέτοιο παραβιάζει την αρχή της ουδετερότητας που αποδέχεται, αλλά μόνον η ανάπτυξη της εμπειρογνωμοσύνης στο συγκεκριμένο πεδίο με το οποίο ασχολείται. Ως ικανός τεχνοκράτης εργάζεται για την περαιτέρω ανάπτυξη της δεξιότητας του, ενώ παράλληλα αφήνει στο σύγχρονο, φιλελεύθερο, γραφειοκρατικό κράτος να καθορίσει το πλαίσιο εντός του οποίου θα τύχουν εφαρμο­γής στην κοινωνία τα αποτελέσματα της επιστήμης του.

[1] Ελένη Καλοκαιρινού, «Η επίδραση της αρχαίας ελληνικής σκέψης στην σύγχρονη Βιοηθική», από το συλλογικό έργο των Κουζνέφσκι και Πολάνσκυ «Βιοηθική», σελ.548-549, εκδόσεις Τραυλός 2007.

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

Διπλωματία

Ο εχθρός του φίλου μου κι ο φίλος του εχθρού μου[1]

Μετά τον τερματισμό του πολέμου του 1897 και την αποκατάσταση της ειρήνης, οι προσπάθειες για διμερή ελληνοτουρκική συνεννόηση προσέκρουαν εξακολουθητικά σε δυσεπίλυτες επιμέρους διαφορές αλλά και στην μονιμότερη δυσπιστία ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις. Οπωσδήποτε, η Πύλη, κάτω από την πολύπλευρη πίεση των Σέρβων, των Βουλγάρων, των Αλβανών, ακόμη και αυτών των Νεοτούρκων, επιχειρούσε τολμηρό «άνοιγμα» προς την κατεύθυνση της Αθήνας. Την άνοιξη του 1899, οι εκπρόσωποι του σουλτάνου δεν δίσταζαν να υπαινιχθούν τη σύναψη διμερούς συμμαχίας ή και στρατιωτικής συμβάσεως. Η ελληνική πλευρά, χωρίς να αποποιηθεί την αρχή των τουρκικών προτάσεων, πρότασσε τη διευθέτηση των εκκρεμών διαφορών, σε εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης του 1897. Αλλ’ η διαπραγμάτευση των όρων της προξενικής συμβάσεως και της συνθήκης εμπορίου ανάμεσα στις δύο χώρες δεν έμελλε να απολήξει σε θετικό αποτέλεσμα πριν από την πάροδο τριών χρόνων. Η προσέγγιση των αντίθετων απόψεων και η συνακόλουθη συνομολόγηση των διμερών αυτών πράξεων εξασφαλιζόταν τελικά με διαιτητική απόφαση των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη. Ο διακανονισμός όμως των εκκρεμών ελληνοτουρκικών διαφορών, άμεσα συνυφασμένος με την ένταση της βουλγαρικής πίεσης στη νότια βαλκανική, μολονότι επαύξησε την ανταλλαγή φιλοφρονήσεων, δεν άρκεσε και πάλι για να εξασφαλίσει την πολιτική προσέγγιση. Ασταθής στις διαβεβαιώσεις της η τουρκική πλευρά, διστακτική η ελληνική στην ανάληψη δεσμεύσεων, ικανών να περιορίσουν την ελευθερία για δράση στη Μακεδονία, δεν κατέληγαν να προσδώσουν συγκεκριμένο περιεχόμενο στην έωλη επιθυμία για στενότερη πολιτική συνεργασία.

Σταθερά αποφασισμένη, μετά το 1903, να προασπίσει ενεργά τα εθνικά συμφέροντα στην Μακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση όχι μόνο δεν κατόρθωνε να βελτιώσει τις σχέσεις της με τις γειτονικές βαλκανικές δυνάμεις, αλλά και συνέβαλλε αθέλητα στην επιδείνωσή τους. Οι προστριβές με τη Σόφια επιτείνονταν σε συνδυασμό με την βαθμιαία ένταση του μακεδονικού αγώνα. Από την άλλη πλευρά, ο κοινός αντιβουλγαρικός προσανατολισμός δεν αρκούσε για να οδηγήσει τις κυβερνήσεις της Αθήνας και του Βελιγραδίου στην προσέγγιση και τη συνεργασία. Η ανάληψη κάθε θετικής πρωτοβουλίας προς την κατεύθυνση αυτή προσέκρουσε στην αδυναμία της Ελλάδας να αποδεχτεί τον προκαθορισμό ζωνών επιρροής στα επίμαχα εδάφη της ευρωπαϊκής Τουρκίας που να ανταποκρίνεται στις αυξημένες αξιώσεις της Σερβίας. Η τροπή, εξάλλου, των Νοτιοσλάβων γειτόνων, μετά την δολοφονία του τελευταίου Οβρένοβιτς, το 1903, προς τη στενότερη συνεργασία με τη Ρωσία, θα δυσχεράνει ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες για τον καθορισμό ενός κοινού ελληνοσερβικού προσανατολισμού. Αρνητικά εξελίσσονταν, κάτω από την επίδραση των γεγονότων στην Μακεδονία, οι σχέσεις και με την Ρουμανία, παρά τις ενθαρρυντικές προοπτικές που είχαν διαφανεί στα πρώτα χρόνια του αιώνα. Μετά, πράγματι, την υπογραφή της εμπορικής συμβάσεων του 1900, οι ηγεμόνες των δύο χωρών είχαν συναντηθεί στην λουτρόπολη Αμπάτζια, τον Μάιο του 1901, προκειμένου να διερευνήσουν τις δυνατότητες για την αποκατάσταση στενής διμερούς συνεργασίας. Ούτε όμως η κοινή ευαισθησία απέναντι στον σλαβικό κίνδυνο, ούτε η ενεργή μεσολαβητική παρέμβαση της Αυστρίας, θα αποδεικνύονταν ικανές να αναστείλουν τις δυσμενείς επιπτώσεις από τη διαμάχη στην Μακεδονία. Η ένταση της ρουμανικής προπαγάνδας μεταξύ των Κουτσοβλάχων και η συνακόλουθη ελληνική αντίδραση επέφερε, το 1906, τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στο Βουκουρέστι και την Αθήνα.

[1] Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, «Ελληνική εξωτερική πολιτική, 1900 – 1945», κεφ. Α΄ «Διεθνής απομόνωση», σελ. 19-20. Εστία 1994.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Φιλοσοφικός υλισμός

Μαρξισμός και υλισμός[1]

Ο Μαρξ είναι υλιστής, με την κλασική έννοια που έχει πάρει αυτός ο όρος στην Ιστορία της Φιλοσοφίας. Μόνο μεθοδολογικά διαφοροποιείται ο δικός του υλισμός από τον κλασικό φιλοσοφικό υλισμό: είναι διαλεκτικός και όχι στατικός και μηχανιστικός. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η διαλεκτική του μαρξιστικού υλισμού προχωράει πιο πέρα από την προβληματική του κλασικού υλισμού: Η ύλη και για τον Μαρξ είναι αυτονόητα δεδομένη και οντολογικά ανερμήνευτη – μια φιλοσοφικά απολυτοποιημένη a priori «αρχή» (μεταφυσικού καθαρά χαρακτήρα). Η επιστήμη μας δίνει προοδευτικά όλο και περισσότερες πληροφορίες για τη σύσταση και τις ιδιότητες των ποικίλων μορφών της ύλης, αλλά για την φιλοσοφία η ύλη παραμένει, απλά και μόνο, μια δεδομένη πραγματικότητα καθεαυτή, η πραγματικότητα για την οποία μας πληροφορούν οι αισθήσεις. Οι πληροφορίες των αισθήσεων «καθρεφτίζουν» στο νου και τη συνείδηση του ανθρώπου την υλική πραγματικότητα και μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε τους νόμους σύμφωνα με τους οποίους αυτή η πραγματικότητα συγκροτείται. Αλλά είναι η πραγματικότητα που προηγείται, ενώ οι έννοιες, οι ιδέες, οι κατηγορίες, η λογική εξάρτηση δεν είναι παρά το καθρέφτισμα της πραγματικότητας στο νου. Ο κόσμος είναι αποκλειστικά υλικός στο σύνολό του, ό,τι υπάρχει και ό,τι γίνεται στον κόσμο είναι διάφορες μορφές μετασχηματισμών της ύλης, γιατί ουσία της ύλης είναι η κίνηση.

Αλλά και η κίνηση της ύλης είναι επίσης δεδομένη, αυτονόητη και οντολογικά ανερμήνευτη – ο μαρξιστικός υλισμός είναι διαλεκτικός όχι επειδή αναφέρει τη διαλεκτική στο συστατικό γίγνεσθαι ή στη δομή της ύλης, αλλά επειδή ερμηνεύει με βάση τον υλικό και μόνο παράγοντα τη διαλεκτική δυναμική των ανθρωπίνων σχέσεων, δέχεται δηλαδή την ύλη και τα υλικά πράγματα ως αποκλειστική αιτία και καθοριστική προϋπόθεση του κοινωνικού και ιστορικού γίγνεσθαι. Αυτό που ενδιαφέρεται τον Μαρξ δεν είναι μια φιλοσοφία που μπορεί να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά μια φιλοσοφία που μπορεί να μεταμορφώσει την ανθρώπινη κοινωνία και την Ιστορία.

[1] Χρήστου Γιανναρά, «σχεδίασμα εισαγωγής στη φιλοσοφία», κεφ. 4, σελ. 209-210, εκδόσεις Δόμος 1980.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Μακεδονικό

Εις το όνομα της Μακεδονίας[1]
Η προέλευση των ονομάτων Αξιός και Βαρδάρης

Κατά το επόμενο έτος, της δεκάτης πέμπτης ινδικτιώνος (1002), ο βασιλιάς εκστράτευσε ενάντια στη Βιδίνη[2] κι αφού την πολιόρκησε συνέχεια οκτώ μήνες, την πόλη κατά κράτος εκυρίευσε. Τότε αποδείχθηκε και των αρχόντων των Βουλγάρων η πλούσια πείρα. Γιατί μαχόμενοι κατά του μηδικού πυρός το έσβηναν με ένα αγγείο[3] μεγάλης χωρητικότητας.

Ενόσω αυτός επέμενε εις την πολιορκία, ο Σαμουήλ με οδοιπορία γρήγορη και έφοδο επιτίθεται στην Αδριανούπολη, την ίδια την ημέρα της κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, και πέφτει αιφνίδια επάνω στην πανήγυρι, που ήταν συνήθεια να τελείται κάθε χρόνο με έξοδα της πόλης, κι’ αφού επήρε λεία άφθονη, επέστρεψε στα μέρη του. Κι’ ο βασιλιάς, αφού πολύ καλά οχύρωσε τη Βιδίνη, επέστρεψε στη Βασιλεύουσα αβλαβής, ενώ στο πέρασμά του λεηλατούσε και κατέστρεφε όλα τα φρούρια των Βουλγάρων που εύρισκε μπροστά του.

Πλησιάζοντας στην πόλη των Σκοπίων ευρήκε πέρα απ’ το ποτάμι του Αξιού, αυτό που τώρα λέγεται Βαρδάριος, τον Σαμουήλ αμέριμνα να έχει κατασκηνώσει. Λεγόταν Νάξιος το ποτάμι αυτό που τώρα λέγεται Βαρδάριος, από τον Βάρδα τον Σκληρό που άλλαξε την παλαιά του κοίτη και τρέχει σ’ αυτήν που τώρα φαίνεται. Γιατί πιστεύοντας πως λόγω της πλημμύρας δεν θα μπορεί προς το παρόν τουλάχιστον να περαστεί ο ποταμός, είχε στρατοπεδεύσει απρόσεκτα. Όταν όμως ένας στρατιώτης βρήκε πέρασμα και πέρασε από ‘κει τον βασιλιά, ο Σαμουήλ αμέσως αιφνιδιάστηκε και έγινε καπνός, ενώ η σκηνή του και όλο το στρατόπεδο επέρασε στα χέρια των Ρωμαίων[4]. Ο Ρωμανός, ο γυιός του Πέτρου, του βασιλέως των Βουλγάρων, και του Βορίση αδελφός, που ονομαζόταν Συμεών με αλλαγή του ονόματος όπως και ο παππούς του, παρέδωσε στον βασιλιά την πόλη των Σκοπίων, εις την οποία είχε ταχθελί από τον Σαμουήλ ως κυβερνήτης. Κι’ ο βασιλιάς τον δέχθηκε για την καλή του την προαίρεση κι’ αφού τον έκαμε πατρίκιο και πραιπόσιτο, τον έστειλε ως στρατηγό στην Άβυδο.

[1] Ιωάννου Σκυλίτση, χρονογραφία,νεοελληνική μετάφραση του κώδικα της Μαδρίτης, σελ.391-392, εκδόσεις Μίλητος.
[2] Έδρα επισκοπής στον Δούναβη, στα βόρεια της Βουλγαρίας.
[3] Δυσεξήγητο το χωρίο: εις εν γαρ αγγείον παμπληθές ομιλούντες το Μηδικόν πυρ δια τούτου εσβένυον. Ο Θ. Κορρές διορθώνει το ομιλούντες στο σπανιώτατο ομιχούντες = ουρούντες και στηρίζει τη διόρθωση αυτή στην ιδίοτητα της αμμωνίας, και του διοξειδίου του άνθρακος που περιέχουν τα ούρα να απομονώνουν το οξυγόνο και να σβήνουν έτσι τη φωτιά.
[4] Η μάχη αυτή έγινε μεταξύ 1003 και 1004.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

μαθήματα πολιτικής ιστορίας


Φοβού τους … "παρακοιμώμενους" και ειδικά τους κόλακες[1]

Τον μήνα Αύγουστο, της τρίτης ινδικτιώνος (975), εφάνηκε κομήτης που τον είπαν Πωγωνία. Και ήταν ορατός μέχρι τον μήνα Οκτώβριο της τέταρτης ινδικτιώνος. Ήταν αυτός προμήνυμα στου βασιλιά[2] τον θάνατο και στα αβάσταχτα κακά των εμφυλίων πολέμων που επρόκειτο τη χώρα των Ρωμαίων να βασανίσουν.

Και επειδή οι πόλεις που είχε ο Νικηφόρος[3] κατακτήσει και ήσαν φόρου υποτελείς εις τους Ρωμαίους, όπως πιο πάνω είπαμε, επαναστάτησαν κι’ απέσεισαν τη ρωμαϊκή εξουσία, ο βασιλιάς εκστράτευσε εναντίον τους κι’ έφθασε μέχρι Δαμασκού[4].

Κι’ αφού ανέκτησε τις πόλεις, άλλες με την πειθώ και με τον λόγο κι’ άλλες με πόλεμο και βία, πήρε τον δρόμο που οδηγεί στη Βασιλεύουσα. Φθάνοντας όμως στην Ανάβαρζα και στον Ποδανδό και δίπλα σ’ άλλους τόπους προσπερνώντας και βλέποντας μπροστά του επαύλεις όλο πολυτέλεια και εύφορα χωράφια με πλήθος τους καρπούς, ρωτούσε όσους εύρισκε σε ποιόν ανήκουν όλα αυτά. Και όταν του απαντούσαν πως ακριβώς είναι όλα αυτά του παρακοιμωμένου Βασιλείου και πως αυτό κι’ αυτό το κτήμα ήλθαν στα χέρια των Ρωμαίων πρόσφατα από τον βασιλιά τον Νικηφόρο, κι’ αυτό με αγώνα του δομεστίκου των Σχολών, ενώ εκείνο από άλλον, κι’ αυτό όπως κι’ αυτό από σένα, βασιλιά, και έχουν όλα στον Βασίλειο[5] δωρηθεί, ενώ δεν είδε να έχει μείνει στο Δημόσιο κανένα αξιόλογο απ’ τα κτήματα, λυπήθηκε κατάκαρδα και είπε αναστενάζοντας: «είναι στ’ αλήθεια φοβερό, όσοι μ’ ακούτε, που τα δημόσια χρήματα ξοδεύονται και τα ρωμαϊκά στρατεύματα υποφέρουν και οι βασιλείς αναλαμβάνουν τόσους κόπους σε μέρη μακρυνά, για να ‘χει ένας ευνούχος κτήμα του, αυτά που αποκτήθηκαν με μόχθους και θυσίες».

Αυτά είπε τότε ο βασιλιάς. Κάποιος όμως από αυτούς που ήσαν παρόντες και τα άκουσαν, μετέφερε του βασιλιά τα λόγια στον Βασίλειο και προς οργή τον εξερέθιζε. Ζητούσε έκτοτε ευκαιρία τον βασιλιά να βγάλει από τη μέση. Με κολακείες λοιπόν παρέσυρε και εξαπάτησε με δώρα αυτόν που είχε ο βασιλιάς συνήθως να του γεμίζει το ποτήρι με κρασί, και δηλητήριο του έδωσε, κι’ αυτός κερνάει τον βασιλιά. Ήταν φαρμάκι όχι από εκείνα που είναι δραστικώτατα και επιφέρουν γρήγορα τον θάνατο, αλλά απ’ αυτά που είναι αργά και λίγο-λίγο δαπανούν τη δύναμη εκείνου που τα πίνει[6]. Αφού το ήπιε, σιγά-σιγά αρρώσταινε και έχανε δυνάμεις. Στο τέλος εμελάνιασε στους ώμους κι’ από τα μάτια του άφθονο αίμα έτρεξε. Μπήκε λοιπόν στη Βασιλεύουσα και πέθανε, αφού βασίλευσε έξι χρόνια και έξι μήνες[7]. Διαδόχους άφησε τον Βασίλειο και τον Κωνσταντίνο, του Ρωμανού τα τέκνα.



[1] Ιωάννου Σκυλίτση, χρονογραφία [811-1057], νεοελληνική μετάφραση του κώδικα της Μαδρίτης, εκδόσεις Μίλητος
[2] Ιωάννη Τζιμισκή
[3] Νικηφόρος Φωκάς
[4] Ο Σκυλίτζης παραλείπει γενικώς να μας δώσει λεπτομέρειες από τις εκστρατείες του Τζιμισκή στην Ανατολή (972-975).
[5] Μετά την δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά, ο Ιωάννης Τζιμισκής [αυτουργός της δολοφονίας] ανέλαβε την έγνοια να κυβερνήσει τους Ρωμαίους. Είχε συμβασιλείς τους γυιούς του Ρωμανού, Βασίλειο και Κωνσταντίνο, εκ των οποίων ο πρώτος ήταν στο έβδομο της ηλικίας του έτος κι’ ο δεύτερος στο πέμπτο. Ευθύς λοιπόν μέσα στη νύκτα εκάλεσε τον παρακοιμώμενο Βασίλειο, για να τον έχει βοηθό στη διακυβέρνηση. Ο βασιλιάς Νικηφόρος [Φωκάς], επειδή πολύ τον είχε βοηθήσει στην κατοχή της εξουσίας, τον είχε αναδείξει πρόεδρο, αξίωμα δηλαδή που δεν υπήρχε μέχρι τότε, αλλά αυτός το είχε πρώτος απονείμει. Για χρόνια αρκετά είχε ασκήσει αξιώματα πολιτικά, στη βασιλεία του πατρός του, Ρωμανού του παλαιού, και Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, του γαμπρού του, κι’ είχε πολλάκις εκστρατεύσει ενάντια στους Αγαρηνούς και γνώριζε να προσαρμόζεται έξυπνα σε υποθέσεις δύσκολες. Ο παρακοιμώμενος μόλις ανέλαβε καθήκοντα, έβγαλε από τη μέση όλους εκείνους που είχαν διάθεση ευνοϊκή στον Νικηφόρο [Φωκά].
[6] Άλλη εκδοχή για τον θάνατο του Τζιμισκή είναι ότι αρρώστησε από τύφο.
[7] Ο ακριβής υπολογισμός του διαστήματος της βασιλείας του Τζιμισκή είναι 6 χρόνια και ένας μήνας.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Λογοτεχνία

Μιχάλη Καραγάτση
Το 10

Οι γυναίκες, τα ναυτάκια και η τεχνολογική πρόοδος

Η τεχνική πρόοδο έφερε επανάσταση στη ζωή των θαλασσινών. Δεν στριμώγνεται πια το πλήρωμα στο βρωμερό κι αναέριστο καμπούνι της πλώρης. Δεν τρώει γαλέτα και κρέας σαλάδο. Δεν κατασιγάζει την δίψα της Ερυθράς Θάλασσας με ζεστό νερό. Δεν ξεπαγιάζει το χειμώνα, ούτε χύνει την μπέμπελη το καλοκαίρι. Τώρα ο κάθε ναύτης έχει την κάμαρά του με λαβομάνο, ντους και ρυθμιζόμενο αερισμό – ζεστό ή παγωμένο, ανάλογα με τη θερμοκρασία. Τραπεζαρίες, σαλόνια, μπαρ, λες κι είσαι πασατζέρης σε πολυτελές ποστάλι, κι όχι κατραμόκωλος σε φορτηγό. Ψυγεία που διατηρούν ολόφρεσκα τα κρέατα, τα ψάρια, τα λαχανικά και τα φρούτα. Ζωή και μεγαλείο !

Κατά πως έλεγαν όμως οι παλιοί, τον περασμένο καιρό, με τους σκυλοπνίχτες, το φόρτωμα ή το ξεφόρτωμα στα λιμάνια βαστούσε 20 μέρες τουλάχιστον. Το βράδυ οι ναυτικοί βγαίναν εξώ, έκαναν τσάρκα, τα κοπανούσαν στα μπαρ και στα μπορντέλα, χόρταιναν γυναίκα, έπαιρναν όλα τα γνωστά κι άγνωστα αφροδίσια κι έμεναν πανί με πανί. Τώρα – και μάλιστα με τα γκαζάδικα – τί γίνεται; Φτάνεις άδειος στο Μπαχρέιν ή το Κουβέιτ. Μέσα σε δέκα ώρες, οι σωλήνες σού ρίχνουν 20.000 τόννους πετρέλαιο στα ντεπόζιτα. Σαλπάρεις αμέσως, φτάνεις στα Διϋλιστήρια – δέκα μίλια απ’ τη Μασσαλία, τη Τζένοβα, τη Βαρκελώνα. Μόλις ακοστάρεις, οι σωλήνες ρουφούν το πετρέλαιο ολοταχώς. Μόλα κάβο, βίρα άγκυρα και δρόμο για τον Περσικό Κόλπο κ.ο.κ. Μήνες κάνει ο ναυτικός να πατήσει χώμα. Μόνο λαμαρίνα, μήνες και μήνες. Η γυναίκα γίνεται όραμα ανέφιχτο, το πολυτελές ποστάλι φυλακή …

Το προσόν του να είσαι «γυναίκα»

Η κυρία Πόπη ήταν τύπος. Ζωντοχήρα, κοντά στα σαράντα, με απονιφάδια ομορφιάς, έξυπνη, ζωντανή, σβέλτη, μπίρμπα, με το τσιγάρο στα χείλη, ήξερε να ικανοποιή την πελατεία με την τέχνη της ραφτικής τους εγκάρδιους τρόπους, τη σπιρτόζα κουβέντα και τη χαριτωμένη κυνική φιλοσοφία της.
…
Όταν προσλάβαινε καινούρια κοπέλα στο μοδιστράδικο, αφού εξαντλούσε το κλασικό ερωτηματολόγιο, αμολούσε άξαφνα την ατομική μπόμπα.
- Ανύπαντρη είπες πως είσαι, ε;
- Ναι, κυρία Πόπη …
- Μήπως είσαι και παρθένα;
Η κοπέλα σάστιζε, δεν ήξερε τί ν’ αποκριθή. Μα η κυρία Πόπη προλάβαινε και την έβγαζε απ’ την αμηχανία.
- Σε ρωτώ, γιατί κατ’ αρχή, παρθένες δεν παίρνω στο μαγαζί μου. Θέλω κοπέλες που να τά ‘χουν τετρακόσια, κι όχι αποχαυνωμένες από άχρηστα ζουμιά. Τελοσπάντων, δεν επιμένω να μου απαντήσης. Αν όμως είσαι κορίτσι, φρόντισε το ταχύτερο να ξεφορτωθής αυτόν τον μπελά. Μόνο όποια κάνει τη δουλειά, μού κάνει για τη δουλειά μου.
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η επαγγελματική ανεπάρκεια της Σίας, χρωστιόταν στην έλλειψη σεξουαλικής ζωής. Κάθε φορά που η μικρή δεν τα ‘βγαζε πέρα η κυρία Πόπη γκρίνιαζε:
- Δεν θα βρεθή ένας χριστιανός που να την τετοιώση, να ιδή εκέινη την υγεία της να βρω κι εγώ τον λογαριασμό μου;
Κατόπι κούναγε το κεφάλι με λύπηση και πρόσθετε,
- Με τέτοια μούτρα και το σουλούπι που έχει, όχι χριστιανός μα ούτε και μωαμεθανός δεν θα πάρη την απόφαση …

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008

πολιτική ιστορία

Πόλις και έθνος

Το κράτος-έθνος αντιπροσωπεύει μια φάση πολύ πιο καθυστερημένη σε σχέση με την πόλη. Κατά πάσα πιθανότητα, το έθνος, που βρίσκεται πλησιέστερα στις φυλετικές κοινωνίες, προηγείται χρονικά της πόλης η οποία εμφανίζεται ως αυτόνομη πολιτική και οικονομική μονάδα όχι πριν από τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., κυρίως στην Ιωνία, στα νησιά του Αιγαίου και στις ανατολικές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Έθνη συναντάμε σε περιοχές όπου ο θεσμός της πόλης είτε δεν αναπτύχθηκε καθόλου είτε αναπτύχθηκε περιορισμένα, δηλαδή στη δυτική και βόρεια Ελλάδα, περιοχές στις οποίες είτε δεν διείσδυσε καθόλου είτε αναπτύχθηκε περιορισμένα, δηλαδή στη δυτική και βόρεια Ελλάδα, περιοχές στις οποίες είτε δεν διείσδυσε καθόλου είτε διείσδυσε σε περιορισμένο βαθμό ο μυκηναϊκός πολιτισμός, ενώ η πόλις εμφανίζεται στις ζώνες ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, τα έθνη της Ασίας – Μήδοι, Σύριοι, Ασσύριοι, Άραβες κ.λπ. – υπέκυψαν στην περσική κατάκτηση. Έθνος στην Κύρου Παιδεία (Ι, 1 4-5) είναι ένας λαός με εμβρυακή πολιτική οργάνωση. Έθνος σημαίνει επίσης μια κατηγορία πληθυσμού όπως οι δημιουργοί, γεωργοί και ευπατρίδες στην αρχαϊκή Αθήνα[1] ή οι πενεστές στη Θεσσαλία[2] ή ακόμα ένα λαό στο σύνολό του, όπως έθνος ελληνικόν, έθνος αττικόν ή πελασγικόν (Ηρόδοτος).

Αντίθετα από τις πόλεις που χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη ενός αστικού πυρήνα, τα έθνη δεν περιλαμβάνουν, κατά κανόνα, αστικό κέντρο[3]. Στο σημείο αυτό η Αθήνα αποτελεί τυπικό παράδειγμα: η επικράτειά της (η χώρα) περιλαμβάνει όλη την Αττική (μόνο μερικές ακραίες περιοχές, όπως η Ορωπία δεν περιλαμβάνονται πάντοτε στον «πολιτικό χώρο»0. Το κέντρο όμως κάθε πολιτικής δραστηριότητας είναι το αθηναϊκό άστυ.

Αντίθετα, στο κράτος – έθνος είναι δυνατόν να μην υπάρχει καθόλου αστικό κέντρο. Ο πληθυσμός ζει διασκορπισμένος σε πολυάριθμα χωριά, εκτεταμένα σε μια αρκετά μεγάλη έκταση. Οι πολιτικοί δεσμοί που συνδέουν τους κατοίκους μπορεί να είναι ιδιάιτερα χαλαροί, η δε παρουσία του κράτους αχνή. Ένας παράγων συνήθως αποφασιστικός για την απουσία κεντρικής διοίκησης, είναι η γεωγραφική εξάπλωση των εθνών που καθιστά δύσκολη, αν όχι ανέφικτη, την μεταμόρφωση των κωμών αυτών σε πραγματικές πόλεις, με μοναδικό αστικό κέντρο.

Ανάμεσα σ’ αυτά τα κράτη – έθνη περιλαμβάνονται οι Μακεδόνες, οι Θεσσαλοί, οι Φωκείς, οι Λοκροί, Οι Αιτωλοί, οι Ακαρνάνες, οι Αχαιοί και οι Αρκάδες. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένα έθνη ο αρχαίκός χαρακτήρας άρχισε να αμβλύνεται λόγω της αναπτύξεως, στο εσωτερικό του έθνους, πόλεων οι οποίες ανεξαρτητοποιούνται και ακολουθούν ανεξάρτητη πολιτική ζώη. Είναι η περίπτωση λ.χ. της Τεγέας και της Μαντινείας στην Αρκαδία ή των μικροσκοπικών πόλεων Οιάνθεια και Χάλειον στη Λοκρίδα. Είναι ακόμα δυνατόν να υπάρξει μια ένταση στις σχέσεις ανάμεσα στο ενωτικό έθνος και στις αυτονομιστικές πόλεις, όπως συνέβη στην Θεσσαλία κατά την κλασική περίοδο. Μια ιδιαίτερη περίπτωση όπου βλέπουμε να εξαλείφεται η αρχική ενότητα του έθνους από την ανάπτυξη, μέσα σ’ αυτό, ανεξάρτητων πόλεων, είναι η Βοιωτία. Κατά τους κλασικούς χρόνους, οι Βοιωτοί διαιρούνται σε πολλές αυτόνομες πόλεις. Υπάρχει μεν ένα Βοιωτικό ομοσπονδιακό κράτος[4], αλλά αν κοιτάξει κανείς από κοντά αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για μια κατά κάποιο τρόπο καλυμμένη Θηβαϊκή κυριαρχία. Η ενότητα των Βοιωτών δεν είναι παρά πλασματική και έχει επιβληθεί από την ισχυρότερη των πόλεων. Στην Βοιωτία, το έθνος παραχώρησε την θέση του στις πόλεις, ενώ σε άλλα μέρη η διάσπαση έχει πιο περιορισμένη έκταση.

Παρόλο που τα κράτη – έθνη καταλάμβαναν ένα σημαντικό τμήμα της Ελλάδας, μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ., ο ρόλος που διαδραμάτισαν στην ελληνική ιστορία υπήρξε περιορισμένος. Με εξαίρεση τους Λοκρούς και τους Αχαιούς, τα κράτη αυτά δεν μετέχουν στην αποικιακή κίνηση της αρχαϊκής περιόδου (8ος-7ος π.Χ. αι.) και η προσφορά τους στην ιστορία και στον πολιτισμό της κλασικής περιόδου είναι ισχνή. Για έναν Έλληνα του 5ου αιώνα, πρόκειται για καθυστερημένες περιοχές του ελληνικού κόσμου, όπου διατηρούνται ακόμα οι αρχαϊκοί τρόποι διαβίωσης και όπου η κοινωνική και οικονομική ζωή βρίσκονται ακόμα σε ένα στάδιο πρωτόγονο. Οι θεωρητικοί της πολιτικής δεν θα λάβουν τα κράτη – έθνη, κατά κανόνα, καθόλου υπόψη τους στην αναζήτηση του ιδανικού κράτους, το οποίο κατ’ αυτούς πρέπει να έχει την πολιτειακή μορφή μιας πόλης.

Όμως τον 4ο αιώνα, ορισμένα από τα κράτη – έθνη, τα οποία μέχρι εκείνη την στιγμή δεν έπαιξαν παρά ένα ρόλο ιδιαίτερα περιορισμένο στην ιστορία του ελλαδικού χώρου, θα πάρουν την πολιτική σκυτάλη από τις σημαντικότερες πόλεις που πνέουν τα λοίσθια. Το επόμενο αιώνα (3ο αιώνα π.Χ.), έθνη όπως οι Αιτωλοί και οι Αχαιοί οι οποίοι θα σχηματίσουν ομοσπονδιακά κράτη[5] και κυρίως οι Μακεδόνες, οι οποίοι διατήρησαν από παρωχημένες εποχές τον θεσμό της κληρονομικής μοναρχίας[6], θα αναλάβουν τον πρώτο ρόλο στο πολιτικό προσκήνιο.

Πίσω από τις δύο αυτές εκ διαμέτρου αντίθετες μορφές κράτους (έθνος – πόλις) βρίσκεται μια ποικιλία πολιτειακών σχημάτων τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους σε λεπτομέρειες. Παρόλα αυτά όμως είναι προτιμότερο να υιοθετήσουμε τη γενίκευση δεδομένου ότι στις δύο αυτές μορφές, έθνος – πόλις, περιλαμβάνονται τα ουσιώδη στοιχεία όλων των ελληνικών κρατών.


[1] Πλάτων, Κριτίας, 110b. Πολυδεύκης, VIII, 3.
[2] Πλάτων, Νόμοι, VII, 446 d.
[3] M. Austin – P. Vidal-Naquet, Economies et societes, σελ. 92 επ.
[4] Για τις αρχαίες συμπολιτείες και τα κοινά, βλ. J.A.O. Larsen, Greek Federal States, their Institutions and History, 1968, σελ. 16 επ. J. Triantaplyllopoulos, Rechtsdenken, σελ. 38, 141.
[5] Larsen, οπ. Παρ., σελ. 78 επ. A. Aymard, Les Assemblees de la confederation achaienne, 1938. Του ίδιου, Les premiers rapports de Rome et la confederation achaienne, 1938. R. Flaceliere, Les Aitoliens a Delphes, 1937.
[6] N.G.L. Hammond – G. T. Griffith, A History of Macedonia II, 550-336 B.C., 1979.

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Ιστορία

Αλέξανδρος ο Μέγας και Ρώμη[1]

Στη Βαβυλώνα σκόπευε (ο Αλέξανδρος) να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του για νέες επιχειρήσεις, και θα την έκαν’ έδρα του και κέντρο της επικράτειας, γιατ’ η πελώρια πανάρχαια πόλη ήταν σε θέση κατεξοχήν κατάλληλη: ανάμεσα σ’ ανατολικούς και δυτικούς λαούς, και κοντύτερα προς τη Δύση, όπου κατ’ ανάγκην πια θα κατεύθυνε την κατακτητική του δραστηριότητα, αφού τελείωσε με την Ανατολή.

Στη Δύση βρισκόταν η Ιταλία – όπου πριν από λίγο δολοφονήθηκε ο άντρας της αδερφής του της Κλεοπάτρας, ο συνώνυμός του βασιλιάς των Ηπειρωτών – η Ιβηρία, με τα πλούσια ορυχεία αργύρου, η χώρα των φοινικικών αποικιών (που οι μητροπόλεις τους είχαν ενταχθή στην επικράτειά του), κ’ η Καρχηδόνα, που από τους πρώτους περσικούς πολέμους, και τη συμμαχία της τότε με τους Πέρσες, δεν είχε πάψει να πολεμάει τους Έλληνες στη Λιβύη και στη Σικελία.

Οι μεγάλες μεταβολές στον κόσμο της Ανατολής δώσανε φτερά στη δόξα του Μεγαλέξανδρου κ’ έφτασ’ ως τους πιο απόμακρους λαούς, όπου άλλοι θάβλεπαν μ’ ελπίδα την πελώρια τούτη δύναμη κι άλλοι με τρόμο, αλλ’ όλοι πάντως θάνιωθαν πως έπρεπε νάρθουν σε σχέσεις με τον ισχυρόν αυτό παράγοντα, μια και κράταγε στα χέρια του τις τύχες της οικουμένης, και με τη φιλία του από δω κ’ εμπρός να ρυθμίσουν την πορεία τους. Γι’ αυτό και καταφτάναν στο στρατόπεδό του τώρα πρεσβειες κι από μακρυνούς λαούς, άλλες φέροντας δώρα κι άλλες γυρεύοντας μιαν έγκυρη διαιτησία του για διαφορές με γείτονές τους. Και τότε, λέει ο Αρριανός, ένιωσ’ ο Αλέξανδρος κ’ οι γύρα του πως ήταν αλήθια κυριάρχος της γης όλης και της θάλασσας.

…

Πως ήρθαν πρέσβεις Βρέττιων, Λευκανών, Τυρρηνών, γράφει, χωρίς καμμιάν επιφύλαξη, ο Αρριανός. Για Ρωμαίων όμως πρεσβεία επίσης, που γράφουν άλλοι, αμφιβάλλει. Και μόνο ίσως από την όλη πια κατάσταση στην ιταλία θα μπορούσε να συναχθή έμμεσα πως γεννιόταν τέτοιο θέμα.

Από τον πόλεμο του μολοσσού Αλέξανδρου αρκετούς λόγους είχαν οι Βρέττιοι κ’ οι Λευκανοί να φοβούνται τη δύναμη του αδερφού της γυναικάς του, κατακτητή της Ασίας και προστάτη του ελληνικού κόσμου. Η πλούσια εμπορική πόλη, ο Τάρας, είχε καλέσει εναντίον τους τον Ηπειρώτη, που σε μεγάλη μάχη στην Ποσειδωνία (Paestum) τους νίκησε, κι αυτούς και τους συμμάχους τους Σαμνίτες, αναγκάζοντας και τους Μεσσάπιους, και τους Δαύνιους, στην ανατολική ακτή της χερσονήσου, να ενωθούν μαζί του, κ’ έτσι άπλωσε από θάλασσα σε θάλασσα τη δύναμή του. Τότε συμμάχησαν μ’ αυτόν κ’ οι Ρωμαίοι, για να χτυπήσουν κ’ οι δυο τους Σαμνίτες, που καθώς πολεμούσαν στο νοτιά είχε βρει ευκαιρία η Ρώμη να επεκτείνει την επικράτειά της ως την Καμπανία, σιγουρεύοντάς την και μ’ αποικίες της. Η δύναμη όμως του Ηπειρώτη που μεγάλωνε, κι ο φόβος μπας και κυριαρχήσει μ’ αυτά και μ’ αυτά στη Μεγάλη Ελλάδα, έκανε τους Ταραντίνους να πάνε με κείνους τώρα κατά των οποίων έιχανε φέρει τον Μολοσσό, κ’ ένας Λευκανός φυγάς τον δολοφόνησε. Έτσι κ’ οι Σαμνίτες μπόρεσαν να χτυπήσουν τους Ρωμαίους, πούχανε κιόλας πάρει και την παλιότερη σ’ εκείνα τα παράλια ελληνική πόλη, την Κύμη, μαζί με την Καπύη. Κι όταν προσπάθησαν να εγκατασταθούν και στη Νεάπολη και στην Παλαιόπολη, άρχισε, το 328, ο μεγάλος Σαμνιτικός πόλεμος που, ύστερα από πολλές νίκες και των δύο πλευρών, τελέιωσε πρώτη φορά στα καυδιανά δίκρανα, με τη συνθήκη υποταγής των Ρωμαίων. Τ’ ότι οι ελληνικές πόλεις της Ιταλίας, αντί να επωφεληθούν τις ευκαιρίες του καιρού τούτου, να ενωθούν και να δράσουν, αναθέσανε τις ελπίδες τους στον κατακτητή της Ασίας, ήταν όσο φυσικός κι ο φόβος των Ιταλών μπας και πλακώσει ξαφνικά ο Μεγαλέξαντρος και τους αρπάξει μες από τα χέρια τις πλούσιες παραθαλάσσιες πόλεις, που τις λογαριάζανε κιόλας για δικές τους, αφού βέβαιο μια φορά πως έστειλε στους Κροτωνιάτες ήδη λάφυρα από τη νίκη του στα Γαυγάμηλα, γιατί κάποιος παλιός συμπολίτης τους είχε πολεμήσει κι αυτός τον Ξέρξη στη Σαλαμίνα ! Είτε, λοιπόν, τυχαία δεν μνημονεύεται και Σαμνιτών πρεσβεία μεταξύ των άλλων, είτε πράγματι δεν είχαν στείλει τούτοι, πάντως η συνετή και προνοητική κυβέρνηση των πατρικίων της Ρώμης (που, κατά τον φοβερό πόλεμο με τους Σαμνίτες, βρήκε τρόπο να προσελκύσει τους πίσω απ’ αυτούς Λευκανούς, Άπουλους κ.ά., κ’ είχε συμμαχήσει και με τον μολοσσό Αλέξανδρο) θάκρινε φρόνιμο καθώς φαίνεται, αφού μελετούσε την κατάκτηση των ελληνικών πόλεων της Καμπανίας, να εξασφαλίσει την εύνοια ίσα-ίσα εκείνου που έπρεπε κατεξοχήν να φοβάται την αντίρρησή του.[2]


[1] Ιωάννη Γουστάβου Ντόϋζεν, «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», σε μετάφραση Ρένου Αποστολίδη, τομ. Β΄, σελ. 672-674, Ελευθεροτυπία, Αθήναι 1993.
[2] Είναι πιθανό η πρεσβεία των Ρωμαίων προς τον Αλέξανδρο να στολίστηκε απ’ τους μεταγενέστερους ιστορικούς του Μαγαλέξαντρου Άριστο και Ασκληπιάδη (Αρριανός, Ζ΄15, 5). Αλλα τ’ ότι ο Κλείταρχος [Jacoby, FGrH, απόσπ. 31] (κατά τον Πλίνιο, ΙΙΙ, 57) την αναφέρει, είν’ εν προκειμένω αρκετά αξιόπιστη μαρτυρία, μια κ’ έγραψε την ιστορία του την εποχή που τ’ όνομα των Ρωμαίων δεν ήτανε τόσο ξακουστό. Ο Αριστοτέλης, μ’ εξαίρεση κάποια σύντομη παρατήρηση για τα καλοκαιρινά φυτά (περί φυτών, Α΄821b), αναφέρει τη Ρώμη μόνο σ’ έν’ απόσπασμα, που διασώζει ο Πλούταρχος (κάμιλλος, ΚΒ΄4 [Rose, Fragmenta, αρ. 610]) διορθώνοντάς τον: Αριστοτέλης δ’ ο φιλόσοφος το μεν αλώναι την πόλιν υπό Κελτών ακριβώς σήλός εστιν ακηλοώς, τον δε σώσαντα Λεύκιον είναί φησιν. Ην δε Μάρκος, ου Λεύκιος, ο Κάμιλλος. Που σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης έδωσε λάθος μικρό όνομα στο σωτήρα της Ρώμης. Κι ο Πλίνιος, ό.π., λέει: Theophrastus [ ] primus externorum aliqua de Romanis diligentius scripsit, nam Theopompus, ante quem nemo mentionem habuit, urbem dumtaxat a Gallis captam dixit, Clitarchus ab eo proximus legationem tantum ad Alexandrum missam. Και τον αναφερόμενο εμπρησμό της Ρώμης αγνοούν οι αρχαίες πηγές. Το λεγόμενο απ’ τον Τίτο Λίβιο, ΙΧ, 18, πως ο Αλέξανδρος ne fama quidem illis notum arbitror fuisse, έχει σαν μαρτυρία για την αποστολή αυτή τόσο βάρος όσο κ’ η σιωπή των ρωμαίων χρονογράφων (ούτε τις Ρωμαιων υπέρ πρεσβείας ταύτης ως παρά Αλέξανδρον σταλέισης μνήμην τινά εποιήσατο. Αρριανός, Ζ΄15, 6.) [Υπέρ της ιστορικότητας της ρωμαϊκής πρεσβείας οι: Berve, I, 325-6, Kaerst, I, 508-10 (πιο σκεπτικός, Schachermeyr, 553, Brunt, II, 495-9, Appendix ΧΧΙΙ, Wirth-Hinuber, 979-83. Βλ. όμως και Jacoby, II B, 497, σχόλια στο σχετικό απόσπασμα του Κλειτάρχου. Τις διιστάμενες θέσεις των ερευνητών βλ. στο Seibert, 172-3, όπου και βιβλιογραφία.]

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Πολιτική, Θρησκεία και Ιστορία

Βοσνιακό

Στο απόσπασμα[1] που ακολουθεί ο βουλευτής Θεσσαλονίκης, εκείνη την εποχή και σημερινός πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, αναλύει τους λόγους που οδήγησαν έναν λαό, τον Σερβικό, στην διάσπαση, με μοχλό την θρησκευτική διαφοροποίηση, το απύθμενο μίσος και τελικά το αιματοκύλισμα στα εδάφη της πολύπαθης Βοσνίας, το μήλον της έριδος μεταξύ Σέρβων ορθόδοξων, Βόσνιων μουσουλμάνων και Κροατών. Η σύλληψη στο Βελιγράδι του πρώην ηγέτη των Σερβοβόσνιων, Ράντοβαν Κάρτζιτς, εθνικού ήρωα στην συνείδηση πολλών Σέρβων, αλλά και διαβολικής φυσιογνωμίας για την πλειοψηφία των Βόσνιων μουσουλμάνων, επαναφέρει στις μνήμες την ταραγμένη και τόσο κοντινή εκείνη περίοδο του βοσνιακού εμφύλιου, τα λάθη και τις παραλήψεις των εγχώριων παραγόντων, αλλά και των αυτόκλητων διεθνών κριτών ενός πολέμου που δεν στηρίχθηκε στις ανύπαρκτες φυλετικές αντιπαλότητες, αλλά στο θανατηφόρο μικρόβιο της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, ενός πολέμου που ξεκίνησε με την διάσπαση των δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και του οποίου τις συνέπειες εμείς, ως Έλληνες, εξακολουθούμε να βιώνουμε.

Ι.Λ.

Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη μεταβιβάστηκε από την Οθωμανική στην Αυστροουγγρική αυτοκρατορία βαθμιαία, μέσω πολυσύνθετων ρυθμίσεων που κατά περίπτωση συνεπάγονταν οξείες διεθνείς εντάσεις, στο διάστημα μεταξύ 1878 και 1909. Ταυτόχρονα αποτελούσε και ζωτικό χώρο της εδαφικής επέκτασης που οραματίζονταν Σέρβοι και Κροάτες, έκαστος προς ίδιον όφελος.

Η πληθυσμιακή σύνθεση της Βοσνίας περιέπλεκε τα πράγματα ακόμα περισσότερο. 20% οι Κροάτες, 43% οι Σέρβοι ορθόδοξοι και οι λοιποί μουσουλμάνοι. Αυτή ήταν η σύνθεση του πληθυσμού την πρώτη δεκαετία του αιώνα. Σήμερα[2], έχει διαφοροποιηθεί προς ενίσχυση του μουσουλμανικού στοιχείου που φθάνει το 44%, με τους Κροάτες στο 18% και τους Σέρβους ορθοδόξους στο 37% περίπου.

Οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι δεν είναι ούτε τουρκικής, ούτε αλβανικής καταγωγής. Είναι Σλάβοι με επικρατούντα τα σερβικά στοιχεία. Εξισλαμίσθηκαν στην διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή, ευκολότερα από άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς, καθότι ευρεία στρώματα του πληθυσμού είχαν ασπασθεί την αίρεση των Βογομίλων[3]. Ήταν όμως τέτοια η κοινωνική διάρθρωση, με το μουσουλμανικό στοιχείο να περιλαμβάνει την άρχουσα τάξη των γαιοκτημόνων μπέηδων και τους ελεύθερους γεωργούς, ενώ αντίθετα οι χριστιανοί να έχουν υποβιβασθεί στην πλειοψηφία τους σε δουλοπάροικους ώστε οι ανύπαρκτες φυλετικές διαφορές υποκαταστάθηκαν από τις θρησκευτικές που επαυξάνονταν λόγω ταξικής αντιπαράθεσης.

Στη διάρκεια της αυστροουγγρικής διοίκησης οι αντιθέσεις επεκτάθησαν. Φοβούμενη κυρίως τον αναπτυσσόμενο σερβικό εθνικισμό και μάλιστα με το ανεξάρτητο, πλέον, Σερβικό κράτος να συνορεύει με την εξαιρετικά ευαίσθητη Βοσνία, η αυτοκρατορική πολιτική αφενός μεν ευνόησε την ανάπτυξη ενός ιδιότυπου μουσουλμανικού εθνικισμού, αφετέρου παρότρυνε την προσέγγιση Κροατών και μουσουλμάνων εις βάρος των Βόσνιων Σέρβων. Τελικώς, ήταν ο αλυτρωτισμός προς τους Βόσνιους Σέρβους αδελφούς που έδωσε την αφορμή για την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με την δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάρδου στο Σεράγιεβο την 28η Ιουνίου του 1914.

Δεν είναι λοιπόν άξιο απορίας γιατί υφίστανται και σήμερα οι αδιάλλακτες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των ετερογενών στοιχείων του πληθυσμού της Βοσνίας. Η βαθιά ριζωμένη αμοιβαία κακοπιστία έσπρωξε τον Αλία Ιζεμπέκοβιτς στην εσπευσμένη ανακήρυξη της ανεξάρτητης Βοσνίας, ενώ γνώριζε την απόλυτη απόρριψη της ιδέας από τους Βόσνιους Σέρβους, αλλά και τον Ράντοβαν Κάρτζιτς να εξωθήσει την κατάσταση στην ανάφλεξη. Είναι όμως απορίας άξιο γιατί, αντί της επίπονης αναζήτησης συμβιβαστικού πλαισίου σε ένα τόσο δυσεπίλυτο και ιστορικά βεβαρυμένο πρόβλημα, η διεθνής κοινότητα προτίμησε την αβασάνιστη λύση της γρήγορης αναγνώρισης, που οδήγησε στο παρατεινόμενο αιματοκύλισμα.

[1] Κώστα Καραμανλή, «Η μετακομμουνιστική αναστάτωση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη», κείμενο που εμπεριέχεται στο ομαδικό έργο «Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και Βαλκανική Πολυδιάσπαση», σελ. 52-54, εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα 1994.
[2] 1994
[3] The Balkans since 1453, L.S. Stavrianos (Rinehart and Co, Inc., New York 1958) σελ. 235

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνία

Πόλεμος[1]

Πώς είναι δυνατόν ο Θεός να στέρησε την μνήμη από τους ανθρώπους ; Πώς είναι δυνατόν να ξέχασαν πως είναι αδέρφια μεταξύ τους ; Πώς είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνονται πως είναι το ένα και το αυτό, αυτοί κι όλα συνάμα τα πλάσματα του κόσμου ; Του κόσμου τούτου του όμορφου κι όμως τόσο φριχτού ! Είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοιος Θεός ; … βάζει ο Χεμινγουαίη τον ήρωά του, τον Άνσελμο ν’ αναρωτιέται και να καταλήγει με φιλοσοφική διάθεση στο συμπέρασμα: «Με Θεό όμως είτε δίχως Θεό, πιστεύω πως είναι αμαρτία να σκοτώνεις».

Ι.Λ.

… τ’ ανθρώπινο χέρι μοιάζει με την πατούσα της αρκούδας.

Και τ’ ανθρώπινο στήθος μοιάζει με το στήθος της αρκούδας … Άμα βγάλεις το τομάρι της αρκούδας, θα δεις πως οι μυώνες μοιάζουν πολύ.

… οι γύφτοι πιστεύουν πως η αρκούδα είναι αδέρφι του ανθρώπου.

Το ίδιο κι οι Ινδιάνοι της Αμερικής … Κι όταν σκοτώνουν μιαν αρκούδα της ζητάνε συγνώμη. Στήνουν το κρανίο της πάνω σ’ ένα δέντρο και της ζητάνε να τους συχωρέσει πριν φύγουνε.

Οι γύφτοι πιστεύουν πως η αρκούδα είναι αδέρφι του ανθρώπου γιατί έχει το ίδιο σώμα κάτω απ’ το τομάρι της, γιατί πίνει μπύρα, γιατί χαίρεται τη μουσική και γιατί της αρέσει ο χορός.

Το ίδιο πιστεύουν κι οι Ινδιάνοι.

Μην είναι κι οι Ινδιάνοι γύφτοι ;

Όχι. Πιστεύουν όμως τα ίδια για την αρκούδα.

Κατάλαβα. Οι γύφτοι ακόμα πιστεύουν πως είναι αδέρφι μας, επειδή κλέβει για ευχαρίστησή της.

Έχεις τσιγγάνικο αίμα ;

Όχι. Έχω δει όμως πολλούς γύφτους … Αυτοί δεν τόχουν σε κακό να σκοτώνουν όσους δεν ανήκουν στη φυλή τους. Δεν το παραδέχονται αυτό, είναι όμως αλήθεια.

Σαν τους Μαυριτανούς

Ναι. Οι γύφτοι όμως έχουν πολλούς νόμους που αρνιούνται πως τους έχουν. …

Δεν καταλαβαίνουν γιατί γίνεται ο πόλεμος. Δεν ξέρουν γιατί πολεμάμε.

Ναι … Το μόνο που ξέρουν είναι πως τώρα έχουμε πόλεμο και πως ο καθένας μπορεί πάλι να σκοτώνει, σαν τον παλιό καιρό, χωρίς να περιμένει αναπόφευκτα πως θα τον τιμωρήσουν.

Εσύ έχει σκοτώσει ; …

Ναι, πολλές φορές. Μα χωρίς καμιά ευχαρίστηση. Τόχω αμαρτία να σκοτώνω άνθρωπο. Ακόμα και τους φασίστες, που πρέπει να τους σκοτώνουμε. Για μένα υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στην αρκούδα, και δεν πιστεύω στις μαγείες των γύφτων, που μας λένε αδέρφια με τα ζώα. Όχι. Κατηγορώ κάθε φόνο ανθρώπου.

Κι όμως σκότωσες !

Ναι. Και θα το ξανακάνω ! Αν όμως ζήσω αργότερα, θα προσπαθήσω να ζήσω με τέτοιον τρόπο, χωρίς να κάνω κακό σε κανένα, έτσι που να συχωρεθώ.

Από ποιόν ;

Ξέρω κι εγώ ; Αφού δεν έχουμε πια Θεό εδώ πέρα, ούτε Χριστό ούτε Άγιο Πνεύμα, ποιος συχωρνάει ; Δεν ξέρω.

Δεν έχετε πια Θεό ;

Όχι, φίλε. Όχι ! Αν υπήρχε Θεός, ποτέ δε θ’ άφηνε να γίνουν όσα είδα με τα μάτια μου. Ας έχουν Θεό οι άλλοι.


[1] Έρνεστ Χεμινγουαίη, «Για ποιόν χτυπά η καμπάνα», εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, 1988

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008

Ποίηση

Αλεξανδρινοί Βασιλείς[1]

Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα και τα μικρά του αδέρφια,
Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.

Ο Αλέξανδρος – τον είπαν βασιλέα
της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος – τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κ’ εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών).
Κ’ οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν
ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα –
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τί άξιζαν αυτά,
τί κόυφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείς.


[1] Καβάφη Άπαντα, εκδόσεις Ωρόρα

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Τριακόσιοι

300[1]

Αι Θερμοπύλαι είναι ένας στενός τόπος, 25 ποδών το πλάτος, μεταξύ Θεσσαλίας και Φωκίδος, διαυθεντευόμενος από τα ερείπια ενός τείχους, έχοντος πύλας, το οποίον εκτίσθη προ χρόνων από τους Φωκείς, διά να τους φυλάττη από τας εισδρομάς των γειτνιαζόντων εθνών. Εξ αιτίας τούτων των πυλών, καίτινων θερμών λουτρών, ευρισκομένων εν τη εισόδω του στενού, ωνομάσθη ο χώρος εκέινος Θερμοπύλαι. Εν τούτω λοιπόν τω στενώ, εστάθη το Ελληνικόν στράτευμα, τόσον διά την στενότητα του τόπου, όσον και διά την εγγύτητα της θαλάσσης, όθεν αι διά ξηράς δυνάμεις εδύναντο εν καιρώ να λάβωσι βοήθειαν από τον στόλον. Η διαφύλαξις τούτου του στενού παρεδόθη εις τον Λεωνίδαν, ένα των δύο βασιλέων της Σπάρτης, όστις είχεν υπό την εξουσίαν του εξ χιλιάδας ανθρώπων, ων οι μεν τριακόσιοι ήσαν Σπαρτιάται, οι δε λοιποί Βοιωτοί, Κορίνθιοι, Φωκείς, και Αρκάδες, όλοι π΄ροθυμοι εις μάχην εν τη παρούση ανάγκη, και μη φοβούμενοι ολοτελώς τους πολυαρίθμους βαρβάρους. Και έκαστος μεν αυτών είχεν ομοεθνή στρατηγόν, αλλ’ ο Λεωνίδης ην ο αρχιστράτηγος. Πλην μ’ όλον οπού η στερεά απόφασις τούτων των στρατιωτών ην ακράδαντος, ως τόσον ο διορισμός αυτών ολίγην ελπίδα έδιδεν, επειδή αυτοί όλοι εθεώρουν εαυτούς ως ανθρώπους απολωλότας, οι οποίοι εστάλησαν ώδε διά να εμποδίσωσιν επ’ ολίγον την πρόοδον του εχθρού, δίδοντες απόπειραν της απελπισμένης ανδρίας των Ελλήνων. Αλλά και αυτοί οι χρησμοί δεν έπαυον εκφοβίζοντες αυτούς. Χρησμός τις είπεν, ότι προς ασφάλειαν της Ελλάδος, ανάγκη ην ίνα αποθάνη εις βασιλεύς από τους Ηρακλείδας. Ταύτην την προφητείαν απεδέχθη ο Λεωνίδης ασμένως, όστις, μ’ όλον οπού εξερχόμενος εκ της Λακεδαιμονίας, εθεώρει εαυτόν ως εκούσιον θύμα υπέρ της πατρίδος, έλαβε μετά χαράς την διοικήσιν του ολίγου στρατεύματος, και κυριεύσας τας Θερμοπύλας, ανέμενεν αφόβως τον ερχομόν του Περσικού στρατεύματος.

Εν τούτοις, επλησίασε και ο Ξέρξης με το πολυάριθμον στράτευμα, επαιρόμενος επί τη ευτυχία του, και βεβαιότατος της νίκης, και παριστών εις το στρατόπεδόν του όλα τα σημεία της Ασιατικής μεγαλοπρεπείας, και τρυφής. Αυτός ελπίζων να μη απαντήση καμμίαν ανθίστασιν εις τον δρόμον του εις την Ελλάδα, και ερχόμενος με τας δυνάμεις του περισσότερον διά να εκφοβίσειτους Έλληνας, παρά να πολεμήση, μεγάλως εξεπλάγη, και εθαύμασεν, όταν εύρεν ολίγους απελπισμένους άνδρας, προθύμους ίνα εμποδίσωσι την πάροδόν του. Αυτός ενόμιζε πάντοτε, ότι οι Έλληνες, ευθύς οπού ήκουόν που τον ερχομόν του, έφευγον, και μόλις εδυνήθη να πιστεύση τους λόγους του Δημάρατου, όστις προείπεν, ότι εις τον πρώτον πόρον οπού ήθελε φθάση, όλον το στράτευμα ήθελεν εμποδισθή εις τα πρόσω. Και αυτός ο Ξέρξης, επιθεωρήσας τα χαρακώματα, και το στρατόπεδον, όπου τινές μεν των Λακεδαιμονίων διήγον ησύχως εις στρατιωτικάς γυμνάσεις, άλλοι δε εκτένιζον τας κόμας, ηρώτησε την αιτίαν του ποιουμένου, προς ον είπαν, ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ητοιμάζοντο οι Σπαρτιάτες εις μάχην. Αλλ’ ο Ξέρξης, ελπίζων πάντοτε να φύγωσιν, επρόσμεινε τέσσαρας ημέρας, διά να τοις δώση τάχα καιρόν να στοχασθώσι τον επικείμενον κίνδυνον. Αλλ’ αυτοί ήσαν πάντοτε εύθυμοι, και αφρόντιδες, και εθεώρουν τον θάνατον ως το τέλος των πόνων. Τέλος, έστειλεν ο Ξέρξης προσαγήν εις τους Σπαρτιάτας να παραδώσωσι τα όπλα των. Αλλ’ ο Λεωνίδης απεκρίθη με Σπαρτιατικήν τω όντι σοβαρότητα, ελθέ και λάβε. Έπειτα υπεσχέθη, εάν παραδώσωσι τα άρματα, να τους δεχθή ως φίλους, και να τοις δώση μίαν χώραν πολύ πλατυτέραν, και καλλιτέραν απ’ εκείνην, υπέρ ης εμάχοντο. «Καμμία χώρα, απεκρίθησαν, δεν είναι άξια αποδοχής εάν δεν αποκτηθή με ανδρία». Τα δε όπλα, είπαν, τα εχρειάζοντο πάντοτε, είτε ως φίλοι του, είτε ως εχθροί. Ακούσας ταύτα ο Μονάρχης, ηρώτησε τον Δημάρατον, αν αυτοί οι απελπισμένοι άνθρωποι εδύναντο να τρέξωσι ταχύτερον από τους ίππους των. Όχι, απεκρίθη ο Δημάρατος, αλλ’ αυτοί θέλουσι πολεμήσει έως της τελευταίας ρανίδος του αίματος, και ουδέ εις αυτών επιζήσει την ελευθερίαν της πατρίδος. Τινές έλεγον, ότι οι Πέρσαι ήσαν τόσον πολυάριθμοι, οπού τα βέλη των ήθελον σκοτίση τον ήλιον. Τόσον καλλίτερον, απεκρίθη ο Σπαρτιάτης Διηνεκής, επειδή τότε θέλομεν πολεμεί υπό την σκιάν.


[1] Βιβλιοθήκη του Ιωάννου Β. Παραγυιού, «Ιστορία της Ελλάδος», Όλιβερ Γκολντσμίθ, σελ. 153-156, Βιέννη, Οκτώβριος 1805.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Πολιτική

Μετά τον Σόλωνα
Η άνοδος του Πεισίστρατου στην εξουσία[1].

Αποφασίσας λοιπόν ο Σόλων να περιηγηθή, και να επισκεφθή την Αίγυπτον, Λυδίαν, και άλλας διαφόρους επαρχίας, αφήκε τας Αθήνας, νομίζων επί τούτω τω χρόνω να συνεθίσωσι και αύται εις τους νέους νόμους, και αυτός να δοκιμάση εμπράκτως την ορθότητα αυτών. Πλην μία πόλις προ πολλού διεσπαραγμένη, ην αδύνατον να υποταχθή απλώς και ως έτυχε και εις αυτούς τους σοφωτάτους νόμους. Όθεν αι πρότεραι διχόνιαι άρχησαν να αναζωπυρώνται, ευθύς οπού έλιπε το αξίωμα του ανδρός, οπού μόνον ημπόρει να τους κρατή εις ευπείθειαν. Όλη η Αττική ην διηρημένη εις τρία μέρη, έχοντα τρεις αρχηγούς, οι οποίοι παρώργιζαν τον λαόν κατ’ αλλήλων, ελπίζοντες διά της ανατροπής πάσης τάξεως, να ευχαριστήσωσι την φιλαρχίαν των. Λυκούργος τις ονομαζόμενος περιειστήκει εκείνων, οπού ήσαν εις τα όρη, και ο Μεγακλής ην αρχηγός των κατοικούντων τα παραθαλάσσια.

Από όλους τούτους τους Αρχηγούς, ο δυνατώτερος ην ο Πεισίστρατος, ανήρ καλής ανατροφής, ευπτόσιτος, υποχρεωτικός, και βοηθητικός τοις πτωχοίς, υπέρ ων και έλεγεν ότι ηγωνίζετο[2]. Αυτός ην επιεικής και μέτριος προς τους εχθρούς, πονηρότατος και εντελέστατος υποκριτής, και κατά πάντα ενάρετος, έξω μόνον εις την άμετρόν του φιλαρχίαν. Η φιλοτιμία του εδείκνυεν αυτόν κατέχοντα προτερήματα, τα οποία φύσει υστερείτο. Αυτός εφαίνετο ο ένθερμος ζηλωτής της ισοτιμίας μεταξύ των πολιτών, εν ω τω όντι ετεχνάζετο την παντελή καταστροφήν της ελευθερίας. Και δημοσία μεν ωμολόγει εαυτόν εχθρότατον παντός νεωτερισμού, ιδία δ’ εμελέτα τω όντι μίαν μεταβολήν. Ο χυδαίος λαός, εξαπατώμενος απ’ αυτά τα εξωτερικά προτερήματα, προθύμως συνεβοήθει εις τους σκοπούς του, και ούτω μη ερευνών επ’ ακριβές τα παρακινούντα αυτόν αίτια, έσπευδε τυφλώς εις την εαυτού τυραννίαν, και απώλειαν.

Εν ω δε ο Πεισίστρατος ην εις την ακμήν να τελειώση τον σκοπόν του, και να ευχαριστήση της άμετρόν του φιλαρχίαν, επέστρεψε προς άκραν αυτού λύπην και ο Σόλων μετά απουσίαν δέκα χρόνων[3], όστις μαθών τους σκοπούς του, εζήτει να τους ματαιώση. Όθεν ο Πεισίστρατος ειδώς τον εαυτού κίνδυνον, και την οξύνοιαν του Νομοθέτου, μετεχειρίζετο όλην του την πανουργίαν, ίνα κρύψη τους καθ’ αυτό σκοπούς. Και εν ω εις το φανερόν εκολάκευε τον Σόλωνα, έπασχε κρυφίως να ελκύση τον λαόν προς εαυτόν. Ο Σόλων εν πρώτοις ηγωνίζετο να αντιφέρη τέχνην κατά της πανουργίας, και να τον νικά με τα ίδια του τα άρματα. Αυτός επήνει αυτόν ομοίως εκ μέρους του, και ηκούσθη ποτέ να λέγη, το οποίον ενδέχεται να είναι και αληθές, ότι ανίσωςεξαιρέση τις το φιλόπρωτον της ψυχής του Πεισιστράτου, δεν εγνώριζεν άλλον ευφυέστερον προς αρετήν, ουδέ καλλίτερον πολίτην. Ως τόσον έπασχεν έτι να περιστείλη, και να ανατρέψη τους σκοπούς του, πριν έλθωσιν εις ακμήν εκπληρώσεως.

Αλλ’ εις μίαν διεφθαρμένην πολιτείαν, καμμία ιατρεία δεν ημπορεί να βοηθήση, μήτε η σοφία να διαυθεντεύση. Ο Πεισίστρατος εζήτει να εκτελέση τον σκοπόν του με ακατάπαυστον ζήλον, και καθ’ ημέραν έκαμνε νέους προσηλύτους με υποσχέσεις, και φιλοδωρίας. Τέλος, ότε είδε τους σκοπούς του ωρίμους, επληγώθη μόνος του εις διάφορα μέρη του σώματος, και ούτω κατηματωμένον επροσταξε να τον φέρωσιν εφ’ αμάξης κατά την αγοράν, όπου με τα παράπονα, και με την ευγλωττίαν παρώξυνε τόσον τον λαόν, ώστε ούτος ενόμιζε, ότι ο Πεισίστρατος εθυσιάσθη μόνον εξ αιτίας των, και ότι έπασχεν όλα τα κακά υπέρ αυτών. Όθεν αμέσως έγινεν εκκλησία, εν η εζήτησεν ο πεισίστρατος μίαν φρουράν πεντήκοντα ανδρών προς μέλλουσαν ασφάλειαν. Εις μάτην ο Σόλων μετεχειρίζετο όλον το αξίωμα και την ευγλωττίαν του, να ματαιώση ένα τόσον επικίνδυνον ζήτημα. Αυτός εθεώρει τας πληγάς εκείνου ως πλαστάς, και ψευδείς, παρομοιάζων αυτόν με τον ομηρικόν Οδυσσέα, όστις και αυτός επληγώθη αφ’ εαυτού διά παρομοίους σκοπούς. Πλην έλεγεν, ότι ο Πεισίστρατος δεν υποκρίνεται καλώς τον Οδυσσέα, ωσάν οπού εκείνος μεν είχε σκοπόν να απατήση τους εχθρούς, αυτός δε τους ιδίους φίλους, και υπερασπιστάς. Προς τούτοις ήλεγχε, και ωνείδιζε τον λαόν διά την άνοιαν αυτών, λέγων, ότι όσον μεν εκ μέρους του ενενόει τον σκοπόν εκείνου, πλην αυτοί μόνον είχον ικανήν δύναμιν να τον ματαιώσωσιν. Ως τόσον αι νουθεσίαι του ήσαν εις μάτην, επειδή οι φίλοι του Πεισιστράτου υπερίσχυσαν, και διωρίσθησαν πεντήκοντα άνδρες ως σωματοφύλακες. Τούτο, όπερ ανέκαθεν εζήτει και ο Πεισίστρατος, απήλαυσε. Και δεν έμενεν άλλο, ειμή να αυξήση ανεπαισθήτως τον αριθμόν των Στρατιωτών, οι οποίοι και ηύξανον οσημέραι αναλόγως με τους σιωπηλούς φόβους των πολιτών. Πλην ήδη ην πολλά αργά, επειδή εκείνος αποκτήσας τόσους στρατιώτας, ώστε να μη φοβήται καμμίαν ανθίστασιν, ώρμησε τέλος, και εκυρίευσε την ακρόπολιν, χωρίς να ευρεθ΄ξ τις φρόνιμος, και γενναίος να τον αντισταθή.


[1] Από την βιβλιοθήκη του Ιωάννη Β. Παραγυιού, «Ιστορία της Ελλάδος», Όλιβερ Γκολντσμίθ, Βιέννη, Οκτώβριος 1805.
[2] Ηρόδ. Α΄. 59. Σχολ. Αριστ. Εν Σφηξ.
[3] Πλούτ. Και Διογ. Λαέρτ. Εν Σόλ.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Παιδεία

Πολιτισμός και κουλτούρα[1]

Εις την Ρώμην … εσχηματίσθη[2] γύρω από τον Σκιπίωνα τον Αφρικανόν τον νεώτερον, τον πορθητήν της Καρχηδόνος, εις πνευματικός κύκλος, όστις επεδίωξε να μεταλαμπαδεύση τον ελληνικόν πολιτισμόν εις τον λατινικόν κόσμον. Αι σημαντικώτεραι πνευματικαί φυσιογνωμίαι, αίτινες έδιδον την κατεύθυνση εις τας προσπαθείας της γύρω από τον Σκιπίωνα ομάδοςε, ήσαν δύο διάσημοι Έλληνες. Ο εκ ‘Ρόδου Στωϊκός φιλόσοφος Παναίτιος και ο εκ Μεγαλοπόλεως ιστορικός Πολύβιος. Υπό την καθοδήγησιν δε των δύο τούτων Ελλήνων σοφών ήρχισε πλέον μεταδιδόμενος ο ελληνικός πολιτισμός εις τον Λατινικόν κόσμον. Όπως ήτο φυσικόν το πνευματικόν αυτό κίνημα εχρειάσθη να δημιουργήση μίαν ορολογίαν, συνθηματικήν ένδειξιν δηλωτικήν των πολιτιστιξκών του προσπαθειών. Διά τον σκοπόν αυτόν εχρησιμοποιήθησαν αι λατινικαί εκφράσεις humanitas και civilitas. Η λέξις humanitas ισοδυναμεί με τον σημερινόν παγκοσμίως γνωστόν όρον ανθρωπισμόν παράγεται από την λατινικήν λέξιν homo, δι’ ης δηλούται λατινιστί ο άνθρωπος. Η λέξις civilitas από την οποίαν όπως είπομεν εσχηματίσθη η γαλλική λέξις civilization παράγεται από την λατινικήν λέξιν civis ήτις αντιστοιχεί προς την ελληνικήν λέξιν πολίτης. Civilitas εσήμαινε διά τους ‘Ρωμαίους την ανάπτυξιν και καλλιέργειαν που αποκτά ο άνθρωπος επερχόμενος εις την ζωήν της πόλεως. Την έννοιαν την οποίαν εδήλωναν οι Έλληνες με τας λέξεις παιδεία και ημέρωσις εξέφρρασαν οι ‘Ρωμάιοι από του πρώτου π.Χ. αιώνος με τας λατινικάς λέξεις humanitas και civilitas. Οι Γάλλοι παρέλαβον από τους λατίνους τον όρον civilitas και μετέπλασον αυτόν κατά την στροφολογίαν της γλώσσης των εις τον τύπον civilization. Από δε του 18ου αιώνος η χρήσις του όρου τούτου διεδίοθη εις όλην την Ευρώπην προς δήλωσιν της πολιτιστικής αναπτύξεως. Ώστε ο εις την νέαν μας γλώσσαν χρησιμοποιούμενος όρος πολιτισμός εισήχθη εις αυτήν ως ελέχθη, κατά μετάφρασιν εκ του γαλλικού όρου civilization.

Εκτός του διεθνούς χρησιμοποιουμένου όρου civilization υπάρχει εις τας συγχρόνους ευρωπαϊκάς γλώσσας εν χρήσει και εις δεύτερος όρος προερχόμενος και αυτός από την Λατινικήν γλώσσαν. Οι ‘Ρωμαίοι εχρησιμοποίησαν εκτός των δύο όρων humanitas και civilitas προς δήλωσιντης αυτής έννοίας και τον όρον cultura animi όστις κατά λέξιν δηλοί καλλιέργειαν της ψυχής. Είναι έκφρασις ληφθείσα από την αγροτικήν καλλιεργητικήν ζωήν. Όπως δια της καλλιεργείας κατορθούται η ανάπτυξις και ο εξαυγενισμός ενός φυτού, κατ’ ανάλογον τρόπον, κατά την αντίληψιν των ‘Ρωμαίων, ο άνθρωπος εισερχόμενος εις την πολιτικήν κοινότητα και καλλιεργούμενος διά της παιδείας καθίσταται πραγματικώςάνθρωπος. Παραλλήλως λοιπόν προς τον όρον civilitas εχρησιμοποιείτο και ο όρος cultura όστις συν τω χρόνω έλαβεν ειδικωτέραν σημασίαν περιορισθείς να σημαίνη την πνευματικήν δια της παιδείας του ανθρώπου βελτίωσιν. Η ειδικωτέρα αύτη σημασία επεκράτησε κατά τους νεωτέρους χρόνους εις τα γερμανοφώνους χώραςΚατ’ αυτόν τον τρόπον ήδη από του 18ου αιώνος ευρίσκονται εν χρήσει εις την Ευρώπην και οι δύο όροι. Ο πολιτισμός χαρακτηρίζεται και ως civilization και ως cultura. Συν τω χρόνω επεκράτησεν η λέξις civilization να σημαίνη τα επιτεύγματα του υλικού αντικειμενικού πολιτισμού. Αντιθέτως, ο όρος cultura εξειδικεύθη προς δήλωσιν του ηθικού και πνευματικού πολιτισμού. Εις την νέαν ελληνικήν γλώσσαν έχομεν εν χρήσει ένα κοινόν όρον. Λέγοντες πολιτισμόν εννοούμεν και τον αντικειμενικόν υλικόν και τον πνευματικόν ηθικόν. Εσχάτως εσημειώθη η προσπάθεια να τεθή εν χρήσει προς δήλωσιν του πνευματικού πολιτισμού ο όρος εσωτερική πνευματική καλλιέργεια. Πάντως σήμερον η διεθνής χρησιμοποίησις των δύο όρων τείνει να προσδώσην εις τον όρον culture την έννοιαν της εσωτερικότητος και πνευματικότητος, εις δε τον όρον civilization την έννοιαν της εξωτερικότητοςκαι της υλικότητος.


[1] Κωνσταντίνου Δ. Γεωργούλη, «Φιλοσοφία του Πολιτισμού», σελ. 17-18, Εθνικόν Ίδρυμα «ο Βασιλεύς Παύλος», Αθήναι 1979.
[2] Τούτο συνέβη κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας του δευτέρου π.Χ. αιώνος.

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

Ιστορία

Στη δίνη του Πολέμου
οι λεπτές στρατιωτικές και πολιτικές ισορροπίες και οι φιλοδοξίες των εμπλεκομένων
[1]

Μετά την ήττα της Γαλλίας, η Ιταλία, η σύμμαχος της Γερμανίας, είχε αρχίσει μια μεγάλης κλίμακας «αρπαχτική κίνηση» (Pincer), ασκώντας πίεση στη δεσπόζουσα θέση της Αγγλίας στην Εγγύς Ανατολή, σκοπεύοντας στην αντικατάστασή της και στην δημιουργία μιας ιταλικής αυτοκρατορίας στην περιοχή. Η βρεττανική Σομαλία και οι γαλλικές κτήσεις στη Β. Αφρική αποσπάστηκαν από την επιρροή των δυτικών Συμμάχων, η διώρυγα του Σουέζ αποκλείστηκε και οι δυνάμεις του Άξονα απειλούσαν το Αγγλικό Προτεκτοράτο της Αιγύπτου, την γαλλική Εντολή στην Συρία, το Ιράκ και την Βαλκανική. Η Αγγλία είχε διαθέσει το 50% των τεθωρακισμένων της στο μέτωπο της Β. Αφρικής στην προσπάθειά της να προασπίσει την Αίγυπτο, αλλά χρειάστηκε να αντλήσει από το μέτωπο αυτό δυνάμεις προκειμένου να προασπίσει την Ελλάδα, έναντι των Ιταλών εισβολέων. Η βρεττανική κάλυψη ήταν παντού ανεπαρκής.

Το 1940 έγινε ολοφάνερο ότι τα σχέδια του Μουσολίνι ήταν εξαιρετικά φιλόδοξα, ότι τα στρατεύματά του δεν θα έφταναν στον στόχο τους και ότι ο Ιταλός σύμμαχος είχε καταστεί παθητικό μάλλον για τον Χίτλερ, παρά κεφάλαιο. Ήδη, από τα τέλη του 1940 και στις αρχές του 1941 οι Άγγλοι εξαπέλυσαν μιαν αντεπίθεση στην Κυρηναϊκή και ο Χίτλερ αναγκάστηκε να σχηματίσει το Σώμα της Αφρικής υπό τον στρατηγό Έρβιν Ρόμμελ για να βγάλει τους Ιταλούς από τον κυκεώνα που βρίσκονταν. Στα Βαλκάνια το ίδιο, οι επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να προχωρήσουν χωρίς την γερμανική σύμπραξη. Τέσσερις μόλις εβδομάδες μετά την έναρξη της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα η όλη επιχείρηση είχε σκοντάψει. Ο Χίτλερ αναγκαζόταν να επέμβει εκεί και στην Γιουγκοσλαβία, διαθέτοντας στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου να σταθεροποιηθεί[2] το βαλκανικό μέτωπο.

Για τους Άγγλους η εκδίωξή τους από την Ελλάδα, της οποίας της ανεξαρτησία είχαν επανειλημμένα εγγυηθεί, ήταν μια οδυνηρή εμπειρία. Μετά την αποτυχία του Τσώρτσιλ στην Νορβηγία και την παρά λίγο πανωλεθρία στην Δουνκέρκη, αυτή ήταν η Τρίτη φορά που Άγγλοι στρατιώτες αναγκάζονταν να αποσυρθούν ηττημένοι, γεγονός που καταρράκωνε βαθύτατα το ηθικό του έθνους. Επιπλέον, η λωρίδα της ερήμου δυτικά της Αιγύπτου είχε και πάλι χαθεί, την άνοιξη του 1941. Το Τομπρούκ και η Κρήτη κινδύνευαν σοβαρά. Κι όμως η γενική κατάσταση για την Αγγλία, στα μέτωπα ξηράς, δεν ήταν και τόσο σοβαρή. Ο Χίτλερ είχε αναγκαστεί να δεσμεύσει μέρος των δυνάμεών του στην Αφρική και στα Βαλκάνια, ο Ιταλός σύμμαχός του είχε στρατιωτικά ταπεινωθεί και ο πόλεμος κατά της Αγγλίας φαινόταν να συνεχίζεται δίχως εμφανή προοπτική νίκης.


[1] Υπό το βλέμμα ενός Γερμανού, Wolf Rudiger Hess, «Ο πατέρας μου Ρούντολφ Ες», εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννενα 2002.
[2] εκκαθαριστεί

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008

στο "περιθώριο" της "Πόλεως"

Τα τέκνα της Αθηνάς[1]

Να γεννηθεί κανείς Αθηναίος : η απαίτηση αυτή – όπου θεμελιώνεται η ιδιότητα του πολίτη – , παίρνει μια νομική κατοχύρωση με το νόμο του Περικλή, που θεσπίζει ότι η συγγένεια είναι αμφίπλευρη και σχολιάζεται από ένα μύθο ο οποίος με όλους τους δυνατούς τρόπους παρακάμπτει το γεγονός της διαίρεσης των φύλων. Το να είσαι πολίτης σημαίνει – όπως βεβαιώνει ο επιτάφιος λόγος – να έχεις ανδρεία. Σημαίνει ακόμη όπως πιστοποιεί η ζωή των μύθων στην πόλιν – να έχει ιδέες σχετικά με την ανδρείαν. Παραμένει ωστόσο το γεγονός πως όταν μιλάμε για αποκλεισμό των γυναικών δεν χαρακτηρίζουμε παρά την «πραγματική» πολιτική πρακτική της πόλεως. Έτσι, το θηλυκό, έστω και αν ενσαρκώνεται από μια ένοπλη παρθένα, στοιχειώνει το πολιτικό φαντασιακό των Αθηναίων που ποτέ δεν καταφέρνει να διαχωρίσει αμετάκλητα τη θεά από τις γυναίκες της Αθήνας.

Το πιστοποιούν δύο έργα – μια τραγωδία και μια κωμωδία – των οποίων, η ανάγνωση ήταν επιβεβλημένη στο τέλος αυτής της διαδρομής, γιατί στο θέατρο του Διονύσου (στους πρόποδες της Ακροπόλεως, αλλά στο έδαφος του θεού της Ετερότητας) οι μύθοι της Ακροπόλεως καλούνται με πολιτική σχεδόν επισημότητα να παίξουν με τον ίδιο τον εαυτό τους. Πράγματι, στα δύο αυτά αθηναϊκά έργα που τιτλοφορούνται Ίων και Λυσιστράτη γίνεται λόγος για την Ακρόπολη και για την πανοπλία της αυτοχθονίας, για τις γυναίκες της Αθήνας και για το φύλον των γυναικών: για το φύλον των γυναικών και για το αυτόχθονον γένος, για τις γυναίκες των Αθηνών και για τη θεά.

Ο Ίων και η Λυσιστράτη : μια τραγική πλοκή και ένα κωμικό τέχνασμα για την ύπαρξη των γυναικών στην Ακρόπολη. Ο Αριστοφάνης ανοίγει το τέμενος της Αθηνάς στις παντρεμένες γυναίκες οι οποίες, απαρνούμενες τον έρωτα, παλινδρομούν στο χρόνο, προς το παρθενικό παρελθόν τους. Μοιραζόμενη με την Αθηνά το παλάτι του Ερεχθέως, η Κρέουσα μας παρουσιάζεται από τον Ευριπίδη σαν μια παντρεμένη γυναίκα που έμεινε παρθένος. Οι γυναίκες της Αθήνας θα αφήσουν την Ακρόπολη για να ξαναβρούν τον οίκον και το κρεβάτι του άντρα, η Κρέουσα αφήνει τους Δελφούς για να ξαναγυρίσει στον οίκον της πάνω στην Ακρόπολη, όπου επιτέλους θα ολοκληρώσει το γάμο της με τη μητρότητα. Για να περιοριστούμε όμως στο χρόνο της θεατρικής παράστασης, οι γυναίκες των πολιτών και η κόρη του βασιλιά είναι αυτές που θα αναλάβουν, υπό την προστασία της Αθηνάς, τις τύχες της πόλεως.

Ο Ίων και η Λυσιστράτη : δύο έργα των οποίων η θεματική, πέρα από την αναπόφευκτη διαφθορά ανάμεσα σε μια τραγική πλοκή και μια κωμική μυθοπλασία, παρουσιάζει παράξενες ομοιότητες. Και, αν υπάρχει μια σκηνή της Λυσιστράτης που υπαινίσσεται ότι ο Αριστοφάνης παρωδούσε τον Ευριπίδη, μπορούμε να στοιχηματίσουμε ότι ο κωμικός δεν δανείστηκε από την τραγωδία μόνο το σπήλαιο του Πανός : για να περιοριστούμε σε ένα μόνο παράδειγμα, από την τραγωδία μέχρι την κωμωδία, η ύφανση κρατά την ίδια θέση ανάμεσα στην υπηρεσία της θεάς και την υποταγή στον νόμο της ένωσης των φύλων, συμβολίζοντας έτσι τη διάσταση η οποία αντιπαραθέτει την παρθενία στο γάμο σαν μια πάντοτε δυνατή και πάντοτε επίφοβη για την οικιακή πραγματικότητα παλινδρόμηση της γυναίκας. Τέλος, δεν είναι ίσως αδιάφορο το ότι η τραγωδία Ίων, όπου δηλώνονται οι δυσκολίες της αμφίπλευρης συγγένειας, είναι ήδη σαν μια ηχώ των Ευμενίδων, αυτής της άλλης τραγωδίας της Αθήνας και της συγγένειας.


[1] Nicole Loraux, «Τα τέκνα της Αθηνάς», σελ. 28-29, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Λιβάνης, 1992.