Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

ιστορίες των τσελιγγάδων

Το τσοπανόσκυλο[1]

Κάποτε ένας λύκος, πήδησε μέσα σ’ ένα γιδομαντρί κι έφαγε ίσαμε δεκατρία γίδια. Θα ‘κοβε κι άλλα, αλλά δεν πρόλαβε. Τον κατάλαβε και πήδησε μέσα και το τσοπανόσκυλο. Για να ξαναπηδήσει ο λύκος όξω, δεν μπόρεσε, γιατί τούτοι δω οι γιδαραίοι κάνουν τα μαντριά τους ψηλά, τα πλέκουν γερά με κλαριά και τους δίνουν λίγη κλίση προς τα μέσα, ώστε να είναι αδύνατο το πήδημα προς τα όξω.

Εκεί μέσα, πάλεψαν γι’ αρκετή ώρα, τσοπανόσκυλο κι αγρίμι, ώσπου το γιδόσκυλο έπνιξε το λύκο. Επειδή όμως τον έβλεπε κι ανάσαινε λίγο ο λύκος, τί λες πως έκανε το τσοπανόσκυλο αυτό ; Τράβηξε με τα δόντια του τα πνιγμένα γίδια και τά ‘ριξε πάνω του να τον σκάσει.

Κατάκοπο ύστερα και καταδαγκωμένο, όπως ήταν απ’ το λύκο, κοιμήθηκε κοντά στην πόρτα του μαντριού.

Το πρωί όταν ήρθε ο γιδάρης, το τσοπανόσκυλο τον δέχτηκε κουνώντας την ουρά του. Φαινόταν πολύ κουρασμένο κι έδειχνε κάπως αδιάφορο μπροστά στην εικόνα αυτή. Ο τσοπάνης μπροστά σ’ αυτό το κακό που βρήκε στο γιδομάντρι στενοχωρέθηκε τόσο που τά ‘χασε, κι απάνου στο χαμό του, έβγαλε την κουμπούρα του, απ’ το σελάχι και την άδειασε πάνω στο κατακουρασμένο κορμί του σκυλιού του. Ύστερα, άρχισε να τραβάει τα φαγωμένα γίδια ένα – ένα και να τα βγάζει όξω απ’ το μαντρί.

Όταν πήρε μερικά και χαμήλωσε ο σωρός, τί να ειδεί : Ο λύκος πνιγμένος κάτω απ’ τα φαγωμένα γίδια … Μόλις αντίκρυσε το λύκο άρχισε να φωνάζει : «Πιστό μου σκυλί. Νταβέλη μου». Τότε κατάλαβε τί κακό έκαμε στο ρωμαλέο τσοπανόσκυλο. Άρχισε να κλαίει απαρηγόρητος. Και τώρα δεν έκλαιγε πια όπως πριν για τα δεκατρία φαγωμένα ζωντανά του, μούγγριζε σαν αληθινό θεριό κι έκλαιγε για τον αδικοσκοτωμένο φύλακά του. Φώναζε, έβγαζε τα μαλλιά του, χτύπαγε το βαρύ του κεφάλι στις φούρκες της γιδοκαλύβας, δερνόταν μόνος του κι έκανε άσκοπες κινήσεις. Σάλεψε, τέλος, το μυαλό του κι άρχισε να χτυπάει τα φοβισμένα γίδια του με την γκλίτσα. Του κάκου ! Το αγαπημένο του τσοπανόσκυλο τον είχε εγκαταλείψει για πάντα κι άφησε στη θέση του μια τύψη περίτρανη που κάθε τόσο σκάλιζε τη σκέψη του τσοπάνη κι έμπηχνε στην καρδιά του αλύπητα φαρμακερά μαχαίρια. Πώς να λησμονήσει τέοια κακιά ώρα ; Πώς να ξεχάσει το ηρωικό του σκυλί ; Πώς ; Να, λοιπόν, τί θα ειπεί τσοπανόσκυλο. Θα πει κάτι πιο πάνω κι από αληθινό πραματολόο[2]. Θα ειπεί πίστη και θυσία μαζί.

[1] Βασίλη Λαμνάτου, Έθιμα των τσελιγγάδων, σελ. 83-84, Εστία 1979.
[2] πραματολόος = τσοπάνης