Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Ιστορία

Στον δρόμο για την Ευρώπη – η εποχή των Αράβων[1]
[η σύγκρουση των δύο κόσμων]
Μωαβία

Με την προσέγγισιν εις τας μεσογειακάς ακτάς ανέκυψε διά τον Άραβα της ερήμου νέον πρόβλημα: η χρησιμοποίησις του υγρού στοιχείου διά την κάρπωσιν οικονομικών ωφελημάτων και την διεκδίκησιν της ναυτικής κυριαρχίας εις την Μεσόγειον. Όθεν ετίθετο θέμα συγκροτήσεως ισχυράς ναυτικής δυνάμεως. Εις τον Μωαβιά ανήκει η τιμή ότι πρώτος αντελήφθη την σημασίαν του ναυτικού διά την πολεμικήν αναμέτρησιν με το Βυζάντιον. Αι αραβικαί βλέψεις επί της παγκοσμίου κυριαρχίας δεν ήτο δυνατόν να πραγματοποιηθούν, εφ’ όσον η αυτοκρατορία εδέσποζε των θαλασσών και παρέμενεν απροσπέλαστον το μικρασιατικόν της προπύργιον. Όθεν προείχε η κατασκευή πολεμικού στόλου. Η παλαιοτάτη ναυτική παράδοσις της περιοχής, ης διοικητής εγένετο ο Μωαβιά, απετέλεσε το υπόβαθρον της αραβικής ναυτικής δυνάμεως τόσον διά την ναυπήγησιν, όσον και την επάνδρωσιν των πλοίων. Η ξυλεία του Λιβάνου ήτο ονομαστή και οι κάτοικοι των συρικών παραλίων από της εποχής των Φοινίκων ήσαν περιώνυμοι ναυτικοί.

Το δεσπόζον της νοτίου Μικράς Ασίας ορεινόν συγκρότημα του Ταύρου – Αντιταύρου έφραζε την δίοδον από της Συρίας εις τα μικρασιατικά υψίπεδα εις τρόπον, ώστε διά των στενών Κιλικίων πυλών οι Άραβες μόνον ως επιδρομείς ήτο δυνατόν να κινηθούν και ουχί ως στρατός διά μεγάλας επιχειρήσεις. Βεβαίως η νοτίως του Ταύρου χώρα και μάλιστα η Κιλικία εγένετο συνεχής πολεμικός στόχος, η δε σειρά των οχυρών θέσεων από της εγγύς της θάλασσας Ταρσού μέχρι της παρά τον Άνω Ευφράτην Μελιτηνής προωρίζετο να καλύψη την συνοριακήν άμυναν.

Ο Μωαβιά, ευρισκόμενος ακριβώς εις το ευαίσθητον βυζαντινοσυρικόν σύνορον, αντελήφθη λίαν ενωρίς ότι αι δυνατότητες στρατιωτικής προελάσεως διά με΄σου του ορεινού τούτου όγκου ήταν πενιχραί και έστρεψε τας προσπαθείας του εις την από θαλάσσης προσπέλασιν εις την καρδίαν της αυτοκρατορίας. Η ταχεία συγκρότησις αξιόμαχου πολεμικού στόλου και η μεθοδική επιλογή των ναυτικών βάσεων (πλησιόχωροι των μικρασιατικών παραλίων νήσοι) δεικνύουν τον προικισμένον με οργανωτικάς ικανότητας στρατιωτικόν ηγέτην.

Πρώτος στόχος του υπήρξεν η μεγαλόνησος Κύπρος με την μοναδικήν γεωγραφικήν θέσιν έναντι των υπό των Αράβων κατεχομένων συρικών ακτών και των βυζαντινών μικρασιατικών παραλίων. Τω 649, ηγούμενος ισχυρού στόλου, ο Μωαβιά κατέλαβεν την πρωτεύουσαν Κωνσταντίαν, ελεηλάτησε την νήσον και επολιόρκησεν ανεπιτυχώς τον Κάστελλον, οχυράν πολίχνην της εγγύς της συρικής ακτής νησίδος Αράδου, απέυφυγεν όμως να ναυμαχήση με τον εναντίον του σταλέντα βυζαντινόν στόλον. Εμεσολάβησε διετής ανακωχή, της οποίας επωφελήθη ο άραψ αρχηγός, όπως ανανεώση τας δυνάμεις του και καταλάβη την Ρόδον (654). Με το γεγονός τούτο συνδέεται η καταστροφή του Κολοσσού της Ρόδου, χαλκού αγάλματος του Ηλίου, μεταξύ των επτά θαυμάτων του κόσμου καταλεγομένου, το οποίον ηγόρασε και διέλυσεν Εδεσσηνός Εβραίος έμπορος, χρησιμοποιήσας διά την μεταφοράν του μετάλλου εννεακοσίας καμήλους.

Ο Μωαβιά εχρησιμοποίησε τον διοικητικόν μηχανισμόν των υπ’ αυτού εξουσιαζομένων, πρώην βυζαντινών, επαρχιών και διετήρησεν εις τας θέσεις των του βυζαντινούς υπαλλήλους, δεδομένου ότι οι μουσουλμάνοι υπήκοοί του δεν είχον εισέτι την κατάλληλον παίδευσιν, όπως ανταποκριθούν εις τας ανάγκας της διοικήσεως. Η ελληνική εξηκολούθει να είναι η επίσημος γλώσσα του κράτους εις τρόπν, ώστε νεώτερος ερευνητής ομιλεί περί της νεοβυζαντινής αυτοκρατορίας των Ομεϋαδών[2].

Πολιτικόν κέντρον της νέας δυναστείας εγένετο η Δαμασκός, κύριον στήριγμα οι μεσογειακοί πληθυσμοί με την ανεπτυγμένην οικονομίαν και πολιτισμικόν υπόβαθρον το διαμορφωθέν εις την παλαιοτάτην κοιτίδα πολιτισμών Συρία – Παλαιστίνην.

Με την σταθεροποίησιν του Μωαβιά εις την εξουσίαν, οι Άραβες επανέλαβον τας καταστρεπτικάς επιδρομάς των εις τα μικρασιατικά εδάφη και δεν ήργησαν να αποδυθούν εις την κατάκτησιν της βορείου Αφρικής.

Η ιστορική Καρχηδών περιήλθεν εις τους Άραβας των 695, ανεκ΄τηθη υπό των Βυζαντινών και απωλέσθη οριστικώς τω 698, ενώ η αντίστασις των ιθαγενών φυλών εξεδηλούτο εντονωτέρα. Αλλ’ η πορεία προς τον Ωκεανόν θα συνεχισθή με νέαν ορμήν, την οποίαν ούτε το θαλάσσιον Στενόν των Ηρακλείων στηλών θα αναχαιτίση. Το τελευταίον βυζαντινόν οχυρόν επί του ακραίου σημείου της αφρικανικής ηπείρου το Σέπτον, σημερινή Θέουτα (Ceuta), περιήλθε εις τους Άραβας το 709. Ο δρόμος της Ευρώπης ήτο πλέον ανοικτός εις τα μουσουλμανικά στρατεύματα.


[1] Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, μέρος 2ον, κ.4ον, σ. 50 επ., εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993.
[2] G. Wiet: L’ empire neo-byzantin des Ommeyades et l’ empire neo-sassanide des Abbassides, Cahiers d’ histoire mondiale, τ. 1 (1953), σ. 63 επ.