Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Λογοτεχνία

Ο Σοφός Θυρωρός[1]

Μέσα στην κουζίνα ο Φίλιππος ο θυρωρός έβγαζε λόγο. Γύρω τον άκουαν ο αμαξάς, ο λακές, δυο καμαριέρες, ο μάγερας, η μαγέρισσα και τα δυο παιδιά του που δούλευαν κι αυτά στην κουζίνα. Κάθε πρωί έκανε κήρυγμα. Εκείνο το πρωί μιλούσε για τα γράμματα.

- Και ζείτε όλοι σας σαν ένας γουρουνόλαος, έλεγε, κρατώντας στο χέρι το καλπάκι του. Κάθεστ’ εδώ χάμου σα γομάρια κ’ έξω απ’ την αμάθεια δε νιώθετε κανένα πολιτισμό. Ο Μίσκας παίζει τα στραγάλια, η Ματρένα με τα καρύδια, ο Νικήφορ ξύνει τα δόντια του. Μυαλό είναι’ αυτό; Αυτό δεν είναι από το μυαλό, παρά απ’ την αμυαλοσύνη. Δεν έχετε μέσα σας καθόλου ικανότητα μυαλού! Και γιατί;
- Έτσι είναι, όπως το λες, Φίλιππε Νικάντριτς,
επιδοκιμάζει ο μάγερας. Το ξαίρουμε πόσο αξίζει το μυαλό μας το μουζίκικο. Μπας και νιώθουμε κ’ εμείς τίποτα;
- Και γιατί δεν έχετε ικανότητα μυαλού;
συνεχίζει ο θυρωρός. Γιατί δεν έχει το σόι σας πραγματική αντίληψη. Και βιβλία δεν διαβάζετε και για τας Γραφάς δεν έχετε καμιάν έννοια. Δεν πιάνετε κανένα βιβλίο να κάθεστε να διαβάσετε. Γράμματα τόσο – τόσο ξαίρετε, τα τυπωμένα τα ξεχωρίζετε. Να, εσύ, Μίσκα, να ‘παιρνες κανένα βιβλίο να διαβάζεις μέσα δω. Και για σένα όφελος και για τους άλλους ευχαρίστηση. Στα βιβλία μέσα για όλα τα πράματα έχει συζήτηση. Εκεί και για το φυσικό και για το θεϊκό, για τις χώρες που είν’ στον κόσμο. Πώς κ’ από τί γίνεται το κάθε πράμα, πώς κάθε λαός μιλεί λογής γλώσσες. Και για την ειδολωλατρεία γράφει. Για όλα θα βρεις στα βιβλία, μόνο να ‘χεις όρεξη. Κάθεσαι στη γωνιά και μασάς και πίνεις. Ίδια τα ζώα, τα άλογα. Φτου!
- Νικάντριτς, είναι καρός να πάτε, η ώρα σας είναι,
είπ’ η μαγέρισσα.
- Ξαίρω εγώ! Δεν είναι δουλειά δική σου να μου το πεις. Να παραδείγματος χάρη – να πούμε, πάρτε εμένα. Τί είν’ η δουλειά μου τώρα στα γεράματα; Πώς να την ικανοποιήσω την ψυχή μου; Δεν υπάρχει καλύτερο επ’ το βιβλίο, για, την εφημερίδα. Τώρα θα πάω, είν’ η ώρα μου. Θα κάτσω στην αυλόπορτα τρεις ώρες. Θαρρείτε πως θα χάσκω για να φλυαρώ ανοησίες με τις γυναίκες; Όχι, δεν είμ’ από κείνους! Θα πάρω μαζί μου ένα βιβλίο, θα κάτσω και θα διαβάσω και θα ευχαριστηθώ. Έτσι.

Ο Φιλίππ, πήρε απ’ την ντουλάπα ένα παλιό πολυτριμμένο βιβλίο και το ‘χωσε στον κόρφο του.

- Να εμένα η απασχόληση. Από παιδάκι συνήθισα. Η παίδεψη είναι φως κ’ η απαιδευτοσύνη το σκοτάδι, έτυχε να τ’ ακούσετε; Έτσι είναι, έτσι …

* Η συνέχεια του διηγήματος στην σελίδα του ΔημοΔιδάσκαλου
[1]
Άντον Τσέχωφ, «Οι αναποδιές της ζωής», εκδόσεις Ηριδανός.