Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Ήθη και Έθιμα

Με το μυαλό στις γιορτές του χειμώνα…[i]

Θυμάται ακόμα τα πρώτα Χριστούγεννα που πέρασε στα Γιάννενα – τόσο αλλιώτικα απ’ ό,τι ήξερε στο Συρράκο, όπου τα χιόνια στοιβάζονταν ως απάνω κι οι πέντε καμπάνες του χωριού έκρουαν ασταμάτητες. Εδώ ο ουρανός ήταν θολός και τα βουνά γύρω τυλιγμένα κι αυτά στην μπόρα. Έβρεχε δίχως τελειωμό κι οι τοίχοι είχαν μουσκέψει κι οι δρόμοι πελάγωσαν. Ωστόσο ήταν γεμα΄τοι από κόσμο. Ο Πλάτανος, οι Καμάρες, το Κουρμανιό, όλα ξέχειλα. Σκεπασμένοι με κοντοκάπια και με μαντίλες και κάμποσοι με ομπρέλες έτρεχαν από μαγαζί σε μαγαζί για τα παραμονιάτικα ψώνια τους. Στα παραπόρτια των «Ελεών» μαζεύονταν τα γυναικόπαιδα της φτωχολογιάς και βρέχονταν καρτερώντας να πάρουν το μικρό χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Τα σπίτια μέσα, φτωχά και πλούσια, έλαμπαν απ’ την πάστρα και στην σπιτομάνα έκαιε η κρεμασμένη καντήλα.

Όμως, με τον όρθρο, μάταια περίμενε να τον ξεκουφάνουν οι καμπάνες. Μόνο σαν σε όνειρο άκουσε αχνούς μακρινούς ήχους, που κι αυτούς δεν ήταν σίγουρος αν τους άκουσε. Κι ύστερα, ξαφνικά, δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα τους που τον έκαναν να πεταχτεί τρομαγμένος.

- Μπάμ, μπαμ, μπαμ… Σηκωθείτε, χριστιανοί… Ώρα για εκκλησία… Σηκωθείτε…

Σηκώθηκαν, ντύθηκαν. Τα χτυπήματα κι οι φωνές ακούγονταν παρακάτω, από πόρτα σε πόρτα. Σε λίγο οι δρόμοι άρχισαν να ξυπνούν, οι πόρτες ν’ ανοίγουν κι από μέσα να ξεπετάγονται συνοδειές, συνοδειές που έτρεχαν τουρτουρίζοντας στην ενορία τους.

Όλα τούτα του ξενοφάνηκαν. Δεν τα περίμενε. Κι ούτε ήξερε γιατί γίνονταν έτσι. Αλλά ήταν απ’ τον καιρό του Σκυλόσοφου. Με τον ξεσηκωμό που έκανε, στα 1612, οι τούρκοι ξαναπήραν πίσω τα προνόμοια που είχαν δώσει στα Γιάννενα, να σημαίνουν οι εκκλησιές τους καθώς έχουν συνήθεια και να γιορτάζουν τις απόκριες με προσωπιδοφορία. Κατέβασαν τις καμπάνες απ’ όλες τις εκκλησιές και μόνο σαν πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια τους άφησαν κι έβαλαν δυο μικρά σήμαντρα, στο Αρχιμανδρειό και στον Αι-Νικόλα. Μικρά, που μήτε ακούγονταν. Γι’ αυτό κι οι εκκλησιές όριζαν «κράχτες», που γυρνούσαν με ένα ξύλινο τσουκάνι από πόρτα σε πόρτα και φώναζαν «σηλωθείτε χριστιανοί… Ώρα για την εκκλησία…».

Με τον καιρό τους άφησαν σιγά, σιγά να γιορτάζουν πάλι και τις απόκριες. Μόλις έμπαινε το τριώδιο, έπαιρναν την άδεια του πασά και του μητροπολίτη κι άρχιζαν το ξεφάντωμα, που δυνάμωνε την τελευταία Κυριακή. Τα σκολιαροπαίδια «ντύνονταν» κι αυτά πότε «γιατροί» και πότε πριγκίπισσες, κι άλλα βγαίναν στους δρόμους κι έπαιζαν τον «Πανάρατο», μαζεύοντας ύστερα λεφτά από τους περίεργους που έβλεπαν την ¨παράσταση». Γρήγορα όμως διαλύονταν κι άλλαζαν και ξανάβγαιναν στους δρόμους να ιδούν την παρέλαση που άρχιζε απομεσήμερα. Και τί δεν έβλεπαν! Κλέφτες κι αρματωλοί με ψεύτικα μαχαίρια που σταματούσαν στον δρόμο τους διαβάτες κι αγρίευαν:

- Παρά! Παρά!

Το χρυσό αμάξι που έφερνε τον βασιλιά και την βασίλισσα, την γριά που έγνεθε την ρόκα της, το γαϊτανάκι… Κι ύστερα «τ’ άργανο», που ήταν ψίκι σωστό, γάμος ακέριος. Με νύφη και με γαμπρό και με βλάμη και με συμπεθεριό ατέλειωτο, φορεμένους σεγκούνια και ταφτάδες, να παίζουν νταούλια και καραμούζες και να σέρνουν φλασκιά γιομάτα κρασί και να πίνουν… Σαν βασίλευε ο ήλιος, μαζεύονταν όλοι στα Μνήματα και χόρευαν, κι άλλοι χόρευαν έξω απ’ τα προξενεία κι άναβαν φωτιές τετράψηλες στα σταυροδρόμια και τις πηδούσαν…


[i] Μιχάλη Περάνθη, «Ο Τσέλιγκας», Εστία, 1982