Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008

Πελοποννησιακός πόλεμος

Αντίσταση στις «φωνές»…
Θουκυδίδου, Ιστορίας Δ΄[1]

Όταν ο Βρασίδας έφτασε στην Θράκη και οι Αθηναίοι το πληροφορήθηκαν, αποφάσισαν ότι ήσαν σε εμπόλεμη κατάσταση με τον Περδίκκα γιατί θεώρησαν ότι αυτός είχε προκαλέσει την εκστρατεία αυτή και άρχισαν ν’ ασκούν αυστηρότερη επιτήρηση επάνω στους συμμάχους τους της περιοχής.

Ο Περδίκκας, παίρνοντας και τον Βρασίδα με τον δικό του στρατό, ξεκίνησε εναντίον του Αρραβαίου του Βρομερού, βασιλιά των Λυγκηστών Μακεδόνων, οι οποίοι ήσαν γείτονές του. Είχε διαφορές μαζί του και ήθελε να τον υποχρεώση σε υποταγή. Όταν, όμως, έφτασε με το στρατό του και με τον Βρασίδα στα σύνορα της Λύγκου, ο Βρασίδας του είπε ότι, προτού αρχίσουν οι εχθροπραξίες, επιθυμούσε να διαπραγματευτή με τον Αρραβαίο για να τον κάνη – αν μπορούσε – σύμμαχο των Λακεδαιμονίων. Και ο Αρραβαίος είχε στειλει κήρυκα, έτοιμος ν’ αναθέση στον Βρασίδα την διαιτησία της διαφοράς του με τον Περδίκκα. Αλλά και οι αντιπρόσωποι των Χαλκιδέων, που βρίσκονταν εκεί, συμβούλευαν τον Βράσιδα να μην απαλλάξη τον περδίκκα απ’ όλες του τις δυσκολίες και τούτο για να έχη μεγαλύτερο ζήλο να τους βοηθή στα ζητήματά τους. Άλλωστε, οι πρέσβεις του Περδίκκα που είχαν πάει στην Σπάρτη, αυτό ακριβώς είχαν αφήσει να υπονοηθή, ότι, δηλαδή, θα έπαιρνε πολλές γειτονικές του χώρες με το μέρος των Λακεδαιμονίων. Γι’ αυτό και ο Βρασίδας ήθελε, έχοντας σύμφωνο τον Περδίκκα, να έρθη σε συνεννόηση με τον Αρραβαίο. Ο Περδίκκας, όμως, αποκρίθηκε ότι δεν είχε φέρει τον Βρασίδα για να γίνη δικαστής στις διαφορές του με τους γείτονές του, αλλά για να καταστρέψη τους εχθρούς του που αυτός θα υποδείκνυε, και ότι ο Βρασίδας θα παράβαινε τις συμφωνίες αν συναντούσε τον Αρραβαίο, ενώ ο ίδιος ο Περδίκκας συντηρούσε τον μισό πελοποννησιακό στρατό. Ο Βρασίδας, όμως, μετά από φιλονεικία και παρά την θέληση του Περδίκκα, συναντήθηκε με τον Αρραβαίο, που τον έπεισε ότι είχε δίκιο και, αντί να κάνει εισβολή, πήρε τον στρατό του κι έφυγε. Ο Περδίκκας θεώρησε ότι είχε αδικηθή. Δεν προμήθευε πια στον Βρασίδα εφόδια παρά μόνο για το ένα τρίτο του στρατού του.


Ενώ γίνονταν αυτά, ο Βρασίδας και ο Περδίκκας εξεστράτευσαν για δεύτερη φορά στην Λύγκο, εναντίον του Αρραβαίου. Ο Περδίκκας είχε μαζί του στρατό από τους Μακεδόνες που εξουσίαζε και από Έλληνες που κατοικούν στη χώρα του. Ο Βρασίδας είχε τους Πελοποννησίους που του απομέναν, είχε Ακανθίους, Χαλκιδείς και οπλίτες από άλλες πολιτείες, όσους μπόρεσε να δώση η καθεμιά. Οι Έλληνες οπλίτες ήσαν, συνολικά, τρεις χιλιάδες. Το ιππικό – Μακεδόνες και Χαλκιδείς – είχε χίλιους ιππείς. Πλήθος βάρβαροι ακολουθούσαν. Μπήκαν στην Λύγκο και βρήκαν τους Λυγκιστές παρατεταγμένους κ’ έτοιμους να τους αποκρούσουν. Αντιπαρατάχτηκαν κι αυτοί. Το πεζικό των δύο αντιπάλων κρατούσε δύο λόφους αντικριστούς. Στη μέση ήταν ένα πλάτωμα όπου κατέβηκε πρώτα το ιππικό τους κ’ έγινε ιππομαχία. Μετά, κατέβηκαν οι Λυγκιστές οπλίτες κ’ ενώθηκαν με το ιππικό, έτοιμοι για μάχη. Ο Περδίκκας και ο Βρασίδας κατέβηκαν κι αυτοί, έκαναν επίθεση και νίκησαν τους Λυγκιστές. Σκότωσαν πολλούς και οι υπόλοιποι έτρεξαν να καταφύγουν στα ψηλώματα όπου έμειναν χωρίς να επιχειρούν τίποτε. Ο Περδίκκας και ο Βρασίδας έστησαν τρόπαιο κ’ έμειναν εκεί δύο τρεις μέρες περιμένοντας τους Ιλλυριούς που έπρεπε να έρθουν εκεί, μισθοφόροι του Περδίκκα, ο οποίος όμως ήθελε να προχωρήση αμέσως και να κυριέψη τα χωριά του Αρραβαίου για να μην μένη άπρακτος.


Ενώ δεν μπορούσαν να ομονοήσουν, έφτασε η είδηση ότι οι Ιλλυριοί πρόδωσαν τον Περδίκκα και πήγαν με το μέρος του Αρραβαίου. Μετά απ’ αυτό συμφώνησαν και οι δύο ότι έπρεπε να φύγουν, από φόβο των Ιλλυριών, οι οποίοι είναι λαός πολεμικός.


Όταν ξημέρωσε ο Βρασίδας είδε ότι οι Μακεδόνες είχαν κιόλας φύγει και ότι οι Ιλλυριοί με τον Αρραβαίο ήσαν έτοιμοι να επιτεθούν, παράταξε τους οπλίτες του σε τετράγωνο με τους ψιλούς στη μέση, με σκοπό να επιχειρήση υποχώρηση.


Προτού πλησιάσει ο εχθρός, είπε, βιαστικά, τα ακόλουθα ενθαρρυντικά στους στρατιώτες του :
«Πελοποννήσιοι. Αν δεν υποπτευόμουν ότι έχετε τρομάξει επειδή απομονωθήκατε κ’ επειδή οι εχθροί μας είναι βάρβαροι και πολλοί, θα σας έλεγα μερικά προτρεπτικά μόνο λόγια χωρίς να σας κάνω διδαχή. Αλλά τώρα που μας εγκατέλειψαν οι σύμμαχοί μας και αντικρύζομε πολυάριθμο εχθρό, θα προσπαθήσω, θυμίζοντάς σας με λίγα λόγια μερικά πράγματα, να σας δώσω τις βασικές μου οδηγίες. Στον πόλεμο είστε γενναίοι από την αρετή που έχετε σεις οι ίδιοι και όχι επειδή σας βοηθούν σύμμαχοι. Δεν πρέπει να φοβάστε το πλήθος των εχθρών, αφού δεν κατάγεστε από πολιτεία όπου οι πολλοί εξουσιάζουν τους λίγους, αλλά, αντίθετα, στην πολιτεία σας τους πολλούς εξουσιάζουν οι λίγοι, οι οποίοι δεν έχουν αποκτήσει την εξουσία τους με άλλον τρόπο παρά με την αγωνιστική τους υπεροχή. Όσο για τους βαρβάρους, τους οποίους τώρα φοβάστε επειδή δεν τους γνωρίζετε, πρέπει να είστε πεπεισμένοι, και από τις επιχειρήσεις όπου συγκρουστήκατε εναντίον τους μαζί με τους Μακεδόνες, και από τα όσα συμπεραίνω εγώ και πληροφορήθηκα από άλλους, ότι δεν είναι τρομερός αντίπαλος. Όταν ένας εχθρός, ενώ είναι αδύνατος, παρουσιάζεται σαν να είναι ισχυρός, τότε, αν πληροφορηθή κανείς την πραγματική του αξία, τον αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη τόλμη, ενώ αν δεν ξέρη από πριν την αξία ενός πραγματικά δυνατού εχθρού, τότε τον αντιμετωπίζει με υπερβολική τόλμη. Οι εχθροί μας αυτοί, όταν κάνουν επίθεση εναντίον όσων δεν τους ξέρουν, είναι βέβαια τρομεροί. Το πλήθος τους είναι φοβερό, οι αλαλαγμοί τους αφόρητοι και σείοντας τα όπλα τους στο κενό, προκαλούν τον τρόμο. Αλλ’ αν κανείς δεν τρομάξη μ’ αυτά και προβάλη αντίσταση και γίνη συμπλοκή, αλλάζουν όψη τα πράγματα. … τέτοιοι συρφετοί, αν αντισταθή κανείς στην πρώτη κρούση τους, δείχνουν από μακριά μόνο θάρρος, με απειλητικές φωνές. Ενώ αν υποχωρήση κανείς στις φωνές αυτές, τότε μόνο δείχνουν γενναιότητα χωρίς να διατρέχουν κίνδυνο».
__________________

[1] Μετάφραση Αγγελος Σ. Βλάχος, βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2004.