Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

από την καταγωγή των λαών

ελληνικότητα[1]

Την ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου από την αυγή της Ιστορίας με βόρειο σύνορο τον Γενούσο[2] ποταμό αποδεικνύουν οι αρχαιολογικές πηγές και παραδέχονται οι ονομαστότεροι επιστήμονες, Vl. Georgiev, P. Leveque, E. Leppore, NGL Hammond, Φ. Παπάζογλου, καθώς και οι έξοχοι Ηπειρώτες αρχαιολόγοι Δημ. Ευαγγελίδης, Φ. Πέτσας, Σωτ. Δάκαρης.

Μετά τον 11ο αιώνα διεισδύει στη Βόρειο Ήπειρο από βορειοανατολικά προς νότο ένα νέο γλωσσικό ιδίωμα, που οφείλεται στην άφιξη από τα ενδότερα της χερσονήσου του Αίμου πληθυσμών, τους οποίους οι συγγραφείς αποκαλούν Αλβανούς, αν και το εθνωνύμιο τούτο δεν μαρτυρείται στην γλώσσα τους, οι ίδιοι δε αυτοαποκαλούνται σκιπετέρ, όρος – κατά τον Petar Skok – παράγωγος από το τοπωνύμιο Σκόπια (Scupi) με προσθήκη επιθήματος και επίταξη άρθρου. Εξάλλου σχετικά με την καταγωγή τους άλλοτε είχε γίνει πολύς λόγος για ιλλυρική. Όμως μεταπολεμικά οι εγκριτότεροι βαλκανιολόγοι I.I. Russu, M.D. Savic, V.I. Georgiev υποστηρίζουν ότι πρόκειται για Θράκες. Συνακόλουθα δεν γίνεται δεκτή και η αυτοχθονία των Αλβανών, την οποία παλαιότερα είχαν αποκλείσει επίσης διάσημοι βαλκανιολόγοι, όπως οι G. Weigand, Th. Capidan, Al. Rosetti.

Αφελλήνιση τμημάτων της Βορείου Ηπείρου επισυμβαίνει μετά την εξάπλωση των Οθωμανών, εξαιτίας του εξισλαμισμού. Η μεταβολή δεν είναι απότομη ούτε και ριζική. Κατά τον καθηγητή Σπυρίδωνα Λάμπρο «πολλοί αυτών συνδιαλλάσσουσι τας δύο θρησκείας, δίδοντες εις τα τέκνα δύο ονόματα, εν μεν τουρκικόν, επιβαλλόμενον υπό του ιμάμη κατά τα θρησκευτικά έθιμα του ισλαμισμού, εν δε χριστιανικόν, διδόμενον υπό ιερέως Χριστιανού, όπερ μένει και ως όνομα εν τη οικιακή εστία. Το αυτό δε δυνάμεθα να είπωμεν και περί της γλώσσης, ιδίως εν τη Βορείω Ηπείρω … Η αλβανική δεν ηδυνήθη ν’ αντικαταστήση την ελληνικήν, αλλ’ απλώς ετ΄χθη εις το πλευρόν αυτής»[3].
…
Ο Άγγλος Stanford[4] διατείνεται ότι από τη μελέτη της γλώσσας, των ηθών και εθίμων και του χαρακτήρα των Αλβανών συνάγεται ότι κατά την αρχική καταγωγή τους αυτοί είναι γνήσιοι Έλληνες. Αυτό ισχύει και … για τους Τσάμηδες, για τους οποίους μάλιστα κατά τον παρελθόντα αιώνα ο Δ.Α. Παναγιωτίδης έγραφε: «Ποίησις δε παρ’ αυτοίς μόνον η Ελληνική δημοτική εστιν· … Οι Τσιάμιδες αρχηγοί, οίτινες ωδήγησαν τους ομοφύλους των εις μάχας, ή άλλως εγένοντο ακουστοί, εξυμνούνται πάντοτε Ελληνιστί· … Άπαντες … φορούσι την φουστανέλλαν πολύπτυχον και υπό ταύτην έχουσι την ιδίαν αυτών ερυθράν περισκελίδα (ποτούρι)»[5].
…
Σε παρόμοια γενική διαπίστωση με τα ίδια περίπου κριτήρια προβαίνει πολύ ενωρίτερα ο Δημήτριος Αινιάν (1800-1881), γραμματέας του Γεωργίου Καραϊσκάκη, γράφοντας στα απομνημονεύματά του τα εξής: «Η δύναμις του Ομέρ Βρυώνη εσύγκειτο από Αλβανούς έχοντας την αυτήν ενδυμασίαν, τον αυτόν οπλισμόν και τα αυτά σχεδόν ήθη και έθιμα με τους Έλληνας»[6].

Ομοιότητα στην ενδυμασία επισημαίνει και ο Κοσμάς Θεσπρωτός γράφοντας στα 1830: «Τα φορέματα των ανδρών σχεδόν είναι τα αυτά παντού, και ομοιάζουν τα παλαιά Ελληνικά και Ρωμαϊκά στρατιωτικά. Τα όμοια φορούν και οι νυν Έλληνες …»[7]. … Ο Κοσμάς Θεσπρωτός παρατηρεί και άλλες σπουδαιότερες ομοιότητες: «Τους χορούς τους έχουν ως οι νυν Έλληνες …».

Η λαογραφική έρευνα αποκαλύπτει την ελληνικότητα των μουσουλμάνων της Βορείου Ηπείρου. Ο Νικόλαος Τωμαδάκης γράφει: «Αυτοί οι αλβανόφωνοι μωαμεθανοί κατά τους γάμους και τας πανηγύρεις των άδουν ελληνικά άσματα, τα οποία οι εξισλαμισθέντες Έλληνες πρόγονοί των ετραγουδούσαν προ διακοσίων ακόμη ετών. Η ενδυμασία των, η κουρά των, αι κατασκευαί των οικιών των, τα κεντήματα, η βιοτεχνιά των, είναι ηπειρωτικά, η μουσική των, ολόκληρος ο λαϊκός των πολιτισμός τους συνάπτει προς την Νότιον Ήπειρον, η κοινωνική των διάρθρωσις, ξένη προς τας «φάρας» των Αλβανών. … Μέχρι των μέσων του ΙΗ΄αι. ο πληθυσμός της Β. Ηπείρου υπήρξεν ορθόδοξος. Τότε αι καταπιέσεις ηνάγκασαν πολλούς να εξισλαμισθούν, αλλ’ οι πλείστοι απέμειναν πιστοί εις την θρησκείαν των πατέρων των».

Την ελληνική καταγωγή τους δεν διστάζουν να ομολογήσουν οι ίδιοι οι εξισλαμισμένοι, όπως οι Σπαθιώτες: «Είμεθα μία φάρα με τους Έλληνας»[8]. Στην ομολογία της ελληνικότητάς τους προβαίνουν και μεγαλόσχημοι αξιωματούχοι επώνυμοι «Τούρκοι». Ο Λ. Μπέλλος διασώζει αποκαλυπρικό περιστατικό: «Ο Φράσαρης, αρχηγός του Τουρκικού στρατού κατά το 1854, ερίσας προς τους συνάρχοντας Τούρκους έρριψεν αυτοίς την ύβριν, ότι αυτός δεν είναι Κονιάρης, αλλ’ έχει προγόνους τους αρχαίους Έλληνας»[9].

[1] Από την εισαγωγή του Αχ. Γ. Λαζάρου στο βιβλίο του Rene Puaux, δυστυχισμένη βόρειος Ήπειρος, σ. 15 κ. επ., εκδόσεις Τροχαλία
[2] Σκούμπι
[3] Σπύρου Λάμπρου, «Ηπειρωτικά», Νέος Ελληνομνήμων 10 (1913) 376.
[4] An ethnological map of the European Turkey and Greece with introductory remarks on the distribution of Races, London 1877, 8.
[5] Δωδώνη, Εικονογραφημένον Ηπειρωτικόν Ημερολόγιον 1 (1985) 76.
[6] Δ. Αινιανός, Απομνημονεύματα, Αθήναι, έκδοσις Γ. Τσουκαλά, 169.
[7] Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλίδα, Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου, Εξ ανεκδότου χειρογράφου του Κοσμά Θεσπρωτού με τοπογραφικά σχεδιογραφήματα και γεωγραφικούς χάρτας του ιδίου. Προλεγόμενα και σημειώσεις Αθ. Ι. Παπαχαρίση, εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964, 35.
[8] Κ. Σκενδέρη, Ιστορία της αρχαίας και συγχρόνου Μοσχοπόλεως, έκδ. Β΄, εν Αθήναις 1928, 80.
[9] Λ. Μπέλλου, Αλβανικά ή αι τρεις ζώσαι διάλεκτοι της Ελληνικής Γλώσσης, εν Αθήναις 1903, 5.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ελληνοτουρκική προσέγγιση ...

Μικρά Ασία
Η πτώση[1]

Όταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, διά του Αλεξίου Στρατηγοπούλου ηλευθέρωσε το 1261 την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους και κατάστησεν αυτή πάλιν πρωτεύουσαν του Βυζαντινού Κράτους, έπρεπε μοιραίως να στρέψη την προσοχήν του εις την Ευρώπην. … Η απειλή επανόδου των Φράγκων απασχολεί διηνεκώς τον Μιχαήλ. … Συνήψε το 1261 εις το Νυμφαίον της Μ. Ασίας συμμαχίαν προς τους Γενοάτας κατά των Βενετών και του φυγόντος Λατίνου αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως Βαλδουΐνου Β΄. Η συμμαχία αύτη εστοίχισε πολύ , διότι έπρεπε να δοθούν ως αντάλλαγμα εμπορικά προνόμια, τα οποία εξήντλουν το Βυζάντιον. … Από του 1267 ισχυρός ηγεμών του βασιλείου Σικελίας – Ιταλίας, ο Κάρολος ο Ανδηγαυϊκός ανέλαβε αγώνα υπέρ των δικαιωμάτων του Βαλδουΐνου Β΄ και τούτο επροκάλεσε μεγάλας ανησυχίας εις τον Μιχαήλ. … Ο Μιχαήλ, δεξιός διπλωμάτης, κατώρθωσε να συνεννοηθή με τον βασιλέα Πέτρον τρίτον της Αραγωνίας, έχοντα και αυτόν κληρονομικά δικαιώματα, και έτσι ωργάνωσαν μαζί τον περίφημον Σικελικόν Εσπερινόν κατά της Γαλλικής κατοχής (1282). Ο Κάρολος Ανδηγαυϊκός αντί να εκστρατεύση κατά της Κωνσταντινουπόλεως έπρεπε να σώση την Σικελίαν. … Όλαι αυταί αι διπλωματικαί προσπάθειαι και επιτυχίαι έπρεπε να αξασφαλίσουν τον Μιχαήλ από επίθεσιν της Δύσεως … Υπερετίμησε δηλαδή … τους δυτικούς, όπως άλλοτε ο Αλέξιος Κομνηνός (1082) τους Βενετούς. Έτσι όμως παρημέλησε τα Μικρασιατικά σύνορα και τους ακρίτας και ηυκόλυνε τους Τούρκους επιδρομείς. … Εγκαταλείφθη η ορθή πολιτική της οχυρώσεως των συνόρων, η οποία ήρχισεν από του Μανουήλ Κομνηνού και εσυνεχίσθη μετ’ επιτυχίας υπό του Κράτους της Νικαίας[2]ντιθέτως οι Τούρκοι παρέλαβαν το ακριτικόν συνοριακόν σύστημα του Βυζαντίου και εις τούτου ώφειλαν μεγάλας επιτυχίας.

Ολίγας προσπαθείας κατέβαλεν ο Μ. Παλαιολόγος υπέρ της μ. Ασίας. Το 1269 ο Ιωάννης Παλαιολόγος, αδελφός του αυτοκράτορος, εστάλη κατά των Τούρκων εις τον Μαίανδρον και εις την Καρίαν, αλλά δεν ηδυνήθη να τα σώση. Δεν ηδυνήθη να καταλάβη τα αντικρύ της Ρόδου παράλια, τα οποία χρησιμοποιούν τώρα οι Τούρκοι ως ορμητήρια πειρατικά[3].

Το 1278 ο υιός του Μιχαήλ Παλαιολόγου, Ανδρόνικος, ανέκτησε και ωχύρωσε τας Τράλλεις, όπως συνεκεντρώθη πληθυσμός εκ των ανοχυρώτων πόλεων και κωμοπόλεων του Μαιάνδρου. Αλλά μετά τέσσαρα έτη Τουρκομάνοι επολιόρκησαν την πόλιν, η οποία δεν είχεν αρκετά τρόφιμα και ύδωρ, την εκυρίευσαν, την ελεηλάτησαν και ηχμαλώτισαν είκοσι χιλιάδας κατοίκων[4]. Έκτοτε η πόλις επήρε τουρκικόν όνομα και έγινε πρωτεύουσα του εμιράτου του Αϊδινίου.

Ο υιός και διάδοχος του Μιχαήλ Παλαιολόγου, Ανδρόνικος Β΄, … μετά τον θάνατον του … Καρόλου του Ανδηγαυϊκού ενόμισεν ότι ηδύνατο να παραμελήση το ναυτικόν, το οποίον εν τούτοις είχεν ικανόν ναύαρχον, τον Αλέξιον Φιλανθρωπινόν. Αντιθέτως, οι Τούρκοι ωργάνωσαν πειρατικόν στόλον τη βοηθεία των Χριστιανών ναυτικών και ανελάμβαναν επιδρομάς εις τας νήσους του Αιγαίου Πελάγους.

Ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός, «δεινός τα πολέμια», κατά τον Νικηφόρον Γρηγοράν (τ.1, σ.195), μετά Κρητών εθελοντών υπ’ αρχηγόν τον Χορτάτζην, επολέμησε γεννάιως, εκαθάρισε την περιφέρεια του Μαιάνδρου από τους Τούρκους και συνέλαβε πλήθιος αιχμαλώτων, των οποίων η αξία κατήντησε ίση με την του προβάτου[5]. Ο … Φιλανθρωπηνός απέβη ο ήρως, το ίνδαλαμα των Μικρασιατών, οι οποίοι ηγανάκτουν, διότι οι εν κωνσταντινουπόλει παρημέλουν την Μ. Ασίαν. Δι’ αυτό εύκολον ήτο να δημιουργηθή κίονησις υπέρ της ανακηρύξεως του Φιλανθρωπηνού ως αυτοκράτορος (1296). Η απόπειρα αύτη απέτυχε και ο Φιλανθρωπηνός ετυφλώθη … Και αργότερα όμως εχρειάσθησαν τον γενναίον Φιλανθρωπηνόν, όστις και τυφλός δεν ηρνήθη να υπηρετήση την πατρίδα του. Το 1324 απήλλαξε την Φιλαδέλφειαν από τους πολιορκούντας Τούρκους, το 1334 ηλευθέρωσε την Μυτιλήνην από επιδρομείς.

Μετά την κίνησιν υπέρ του Φιλανθρωπηνού ο Ανδρόνικος είναι δύσπιστος προς τους Έλληνας στρατηγούς … εδέχθη προθύμως τας υπηρεσίας Καταλανών μισθοφόρων … υπό την αρχηγίαν Γερμανού κουρσάρου … του Ρογήρου Ντε Φλορ, του «Ροντζερίου» των Βυζαντινών συγγραφέων. … Ο Παχυμέρης αναβιβάζει εις οκτώ χιλιάδας τον αριθμόν των μισθοφόρων τούτων Καταλανών και Αμογαβάρων[6]. … Οι Καταλανοί εστάλησαν κατά των Τούρκων της δυτικής Μικράς Ασίας, ήτοι κατά των εμιράτων Καρασή και Σαρουχάν. Προς τους Οθωμανούς Τούρκους δεν συνεκρούσθησαν καθόλου, ουδ’ επροχώρησαν ανατολικώτερα του Λοπαδίου. Κατ’ αρχάς επολέμησαν οι Καταλανοί κατά των Τούρκων του Αϊδινίου (1303), εβοήθησαν δε και εις απελευθέρωσιν της πολιορκημένης πόλεως Φιλαδελφείας[7]. Η Φιλαδέλφεια ήτο οχυρά πόλις με εμπιεροπολέμους κατοίκους και ηδύνατο να ανθίσταται επί πολύ εις τας επιθέσεις των Τούρκων. … επιέζετο από μακράν πολιορκίαν και υπέφερεν ένεκα ταύτης από μεγάλην πείναν. Και είχε μεν το ευτύχημα να κυβερνάται από αρχιερέα ονομαστόν, τον εκ Νικαίας Θεόληπτον, του οποίου «το της αρετής μέγεθος» τονίζει ο Γρηγοράς[8], αλλ’ η παράτασις της αγωνίας θα ωδήγει εις καταστροφήν, αν δεν επλησίαζαν οι Καταλανοί (1304). … Δυστυχώς οι Καταλανοί δεν εσυνέχισαν επωφελώς τας υπηρεσίας των εις το Βυζάντιον. Συνηθισμένοι εις τον βίον του αντάρτου και του πειρατού δεν ήτο δυνατόν να τηρήσουν τώρα πίστιν. … ήρχισαν να συνεννοούνται με τους Τούρκους και να λεηλατούν τους χριστιανικούς συνοικισμούς. … Ο γράψας την ιστορίαν της Καταλανικής επιδρομής Muntaner παρατηρεί[9]: «ωδηγήσαμε εις μαρασμόν όλην την Ρωμανίαν, διότι, πλην Κωνσταντινουπόλεως, Ανδριανουπόλεως, Χριστουπόλεως, Καβάλλας και Θεσσαλονίκης, δεν έμεινε πόλις που να μην παραδοθή εις το πυρ και εις την σφαγήν».


[1] Κωνσταντίνου Αμάντου, «Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων», σελ. 55 κ. επ., Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, Αθήναι 1955.
[2] Ν. Γρηγορ., τ. 1, σ. 138: «συνέβη προ βραχέος τους τας άκρας οικούντας φύλακας μετανάστας εκείθεν γενέσθαι δι’ ένδειαν των ετησίων λημμάτων, ά παρά των βασιλικών πρυτανείων ελάμβανον. Όπερ ως ουδενός άξιον παροραθέν εν αρχαίς μέγιστον ύστερον έδοξε Ρωμαίων ατύχημα και των μάλα μεγίστων αίτιον συμφορών» (πβ. Παχυμ. Τ. 1, σ. 19).
[3] Ο Παχυμέρης ομιλεί (τ.1, σ.311) περί ερημώσεως Μαιάνδρου, Καΐστρου και Καρίας και προσθέτει: «εώ λέγειν Τραχείαν, Στάδια, Στρόβιλον τε και τα αντιπέρα Ρόδου, ά χθες και πρώην υπό Ρωμαίοις τελούντα εχθρών εν ολίγω χρόνω εγένοντο ορμητήρια». Πολύ συγκινητική είναι η παρά Παχυμέρη (τ.2, σ.335) περιγραφη της καταστροφής του Ελληνισμού της Βιθυνίας επί Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου: «είδες … δε τότε … και τους περαιουμένους εις Πόλιν, απογνόντας ήδη την των ιδίων σωτηρίαν· και ο πορθμός ούτος εκάστης (ημέρας ;) μυρμηκιάν ανθρώπων και ζώων εδέχετο ουκ άνευ συμφορών των μεγίστων απαλλαγέντων. Ουδέ γαρ ην όστις ου των ιδίων απεθρήνει την στέρησιν, της μεν ανακαλουμένης τον άνδρα, της δε τον υιόν ή μην την θυγατέρα, άλλης αδελφόν ή αδελφήν και άλλης άλλο συγγενείας όνομα, πάντων δε ελεεινώς προκειμένων, των μεν εντός Πόλεως, των δε και εκτός παρ’ αιγιαλόν, … λείψανον φερόντων και ζωής και βίου. Νήπια δε και γυναίκες και οικτροί πρεσβύται προκείμενοι ταις οδοίς αλγείν εποίουν και τον μόνον ακούοντα».
[4] Ν. Γρηγορ., τ.1, σ.142: «ούπω μετά την κτίσιν τέσσαρες όλοι παρήθον ενιαυτοί και κυκλωσάντων των Τούρκων και περιστρατοπεδευσάντων εφ’ ικανόν, ηναγκάσθησαν ένδοθεν όσοι μη τη δίψη και τω λιμώ ετεθνήκεσαν εαυτούς τοις πολεμίοις προδούναι είκοσι χιλιάδων το πλήθος ου μείους υπάρχοντες, οι δη και απαγόμενοι δέσμιοι τους τελευτήσαντας εμακάριζον».
[5] Μαξίμου Πλανούδη, Επιστολαί, σ. 178 και 164: «κτείνει (ο Φιλανθρωπηνός) τους πολεμίους και τρέπει και ζωγρεία λαμβάνει και εξελαύνει και τα αυτών αφαιρείται και χώρους αναλαμβάνει τοις Ρωμαίοις προσήκοντας».
[6] Παχυμ. Τ.2, σ.333. – Ν. Γρηγορ. Τ.1, σ.220. Το όνομα Αμογάβαροι ή Αλμογάβαροι είναι αραβικόν (όπως το παλαιότερον Μαδραΐται) και σημαίνει στρατιώτας ικανούς διά τον κλεφτοπόλεμον. Ίσως ούτοι δεν ήσαν όλοι Ισπανοί.
[7] Παχυμ. Τ.2, σ.421. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης έγραψε περί αυτής (τ.1, σ.105): «μεγίθστη (η Φιλαδέλφεια) πόλις και πολυάνθρωπος και οπλίζεσθαι δυναμένους οικήτορας έχουσα και μάλιστα τοξείαν ασκούντας· αγχιτερμονούσα δε τοις περσικοίς ορίοις αεί διαμάχεσθαι τοις υπεναντίοις τούτους ποιεί και εθάδας πολέμου εργεται».
[8] Επιτάφιος λόγος του Νικηφόρου Χούμνου «εις τον μακάριον και αγιώτατον μητροπολίτην Φιλαδελφείας Θεόληπτον» εδημοσιεύθη υπό του J. Boissonade, Anecdota Graeca, τ.5, 1833, σ. 182. Αύτοθι σ.189 λέγεται ότι ο Θεόληπτος «εφρόνει ανδρικά και γενναία». Και ο Καντακουζηνός επαίνει τον Θεόληπτον (1, 67) και λέγει περί αυτού ότι «εις άκρον αρετής ήκει … και φρονήσεως ευ έχει και παιδείας της έξωθεν ουκ ολίγον μετέβαλε».
[9] Κατά L. Brehier, Vie et mort de Byzance, σ.422.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

πολιτική και οικονομία

Από τη διαμάχη πλουσίων και φτωχών στον αρχαίο ελληνικό κομμουνισμό[1]

Στα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντα, στο Σωκράτη που τον ερωτά «Τι ονομάζεις δήμο ;» ο Ευθύδημος απαντά: «Τους φτωχούς»[2].
…
Η δημοκρατία όμως δεν είναι η μόνη μορφή διακυβέρνησης των φτωχών. Ο Πλάτων φρονεί ότι από την πάλη μεταξύ πλουσίων και φτωχών γεννιέται η τυραννία. Ο τύραννος είναι αρχικά ο προστάτης των φτωχών «που εξορίζει και φονεύει, ενώ αφήνει να καλλιεργείται η ελπίδα για απόσβεση χρεών και αναδασμό της γης»[3]. Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι οι περισσότεροι τύραννοι υπήρξαν λαϊκοί ηγέτες, εχθροί των ισχυρών, από τους οποίους αφήρεσαν περιουσίες.

Φαίνεται λοιπόν ότι ο πλούτος και η φτώχεια καθορίζουν την πολιτεία. Ακόμα περισσότερο όμως, προκύπτει από αυτήν την ανάλυση ότι ο πλούτος και η φτώχεια είναι αιτία ταραχών, οδηγούν αναγκαστικά στην παραβίαση των νόμων, δηλαδή γεννούν τις επαναστάσεις. Ολόκληρο το βιβλίο VIII της «Πολιτείας» δίνει την εικόνα αυτής της παραβιάσεως των νόμων, που είναι η αιώνια πάλη μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Η ολιγαρχική Πόλη είναι μια πόλη όπου πλούσιοι και φτωχοί «κατοικούν στον ίδιο χώρο και συνωμοτούν διαρκώς οι μεν κατά των δε». Η δημοκρατία εγκαθιδρύεται εις βάρος των πλουσίων με σφαγές και εξορίες. … Την ίδια γνώμη εκφράζει και ο Αριστοτέλης στην αρχή του βιβλίου VIII των «Πολιτικών»: «Στις ολιγαρχίες, οι πολλοί εξεγείρονται γιατί θεωρούν αδικία το να μην έχουν ίσα δικαιώματα, όπως ειπώθηκε προηγουμένως ενώ είναι ίσοι˙ και στις δημοκρατίες, είναι οι άριστοι που επαναστατούν γιατί έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους άλλους, μολονότι δεν είναι ίσοι με αυτούς».

Πρέπει λοιπόν να βρεθεί ένα φάρμακο γι’ αυτό το κακό. Γιατί η επανάσταση, η μεταβολή είναι καθαυτή κακή. Όλοι οι πολιτικοί συγγραφείς του 4ου πΧ αιώνα συμφωνούν σ’ αυτό το σημείο δικαιολογώντας την γνώμη τους, όπως ο Πλάτων, με μιαν αρμονική αντίληψη του συνόλου, είτε προσπαθώντας απλώς να δημιουργήσουν μια κοινωνική ισορροπία, εγγύηση ειρήνης και ευδαιμονίας για τους ανθρώπους. Στην αναζήτηση της ευτυχισμένης Πόλεως, είτε αυτή είναι ουτοπική είτε ρεαλιστική, προσπαθούν ιδίως να εξασφαλίσουν μια κοινωνική ισορροπία που φαίνεται καθαρά ότι πρέπει να βασίζεται σε μία καλύτερη κατανομή των αγαθών, ή τουλάχιστον στην εξάλειψη του υπερβολικού πλούτου και της υπερβολικής φτώχειας.

Ποιες είναι οι λύσεις που θα προτιμηθούν ; … Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρία ρεύματα στην ελληνική σκέψη, που δίνουν τρεις διαφορετικές λύσεις: το «κομμουνισμό», την ενίσχυση των μεσαίων τάξεων και τον «ιμπεριαλισμό»[4].

Οι «κομμουνιστικές» θεωρίες των Ελλήνων μας είναι γνωστές από κείμενα όπως τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, την «Πολιτεία» του Πλάτωνα και την κριτική, τέλος, αυτών των θεωριών από τον Αριστοτέλη στο βιβλίο ΙΙ των «Πολιτικών», κριτική που μας πληροφορεί για ορισμένες θεωρίες, όπως του Φαλέα του Χαλκηδονίου ή του Ιπποδάμου του Μιλησίου, που γνωρίζουμε μόνο από το κείμενο του Αριστοτέλη.
…
Οι «Εκκλησιάζουσες» μια σάτιρα που στρέφεται ταυτόχρονα εναντίον των γυναικών και εναντίον των «κομμουνιστικών» θεωριών. Το ενδιαφέρον του έργου έγκειται ακριβώς στο θέμα του, που δείχνει πράγματι ότι τέτοιου είδους ζητήματα ήταν αρκετά γνωστά στο λαϊκό κοινό της Αθήνας, για να μπορούν να ανεβαστούν στην σκηνή. Το πρόγραμμα της Πραξαγόρας είναι πολύ απλό: όλα τα αγαθά θα γίνουν κοινά, όχι μόνο τα ακίνητα αλλά και τα κινητά, το χρήμα και οι δούλοι και τέλος τα καταναλωτικά αγαθά, ακόμη και τα ρεβύθια. Η αναμορφώτρια δικαιολογεί ως εξής το σχέδιό της: δεν πρέπει πια ο ένας να είναι πλούσιος, να διαθέτει τεράστια αγροκτήματα, πολλούς δούλους, ενώ ο άλλος, δυστυχισμένος, στερημένος από τα πάντα δεν έχει ούτε μία γωνία γης για να ταφεί μετά τον θάνατό του[5].

[1] C. Mossè, «Το τέλος της Αθηναϊκής Δημοκρατίας», σ. 293 κ.επ., εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978.
[2] «Απομημονεύματα», IV, 2, 37: - Και τι νομίζεις δήμον είναι ; - Τους πένητας των πολιτών έγωγε
[3] «Πολιτεία», 566a: και ανδρηλατή και αποκτεινύη και υποσημαίνη χρεών τε αποκοπάς και γης αναδασμόν.
[4] Ο συγγραφέας υιοθετεί εδώ μια πιο εύχρηστη ορολογία. Είναι φανερό ότι αποδίδει σ’ αυτούς τους όρους μια εντελώς ειδική σημασία, διαφορετική από εκείνη που απέκτησαν στον σύγχρονο κόσμο.
[5] Αριστοφ., «Εκκλ.», στ. 590-594.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Οικονομία

Από την «χρεωκοπία» των οικονομικών θεωριών[1]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η «χρεωκοπία» του μεγενθυμένου δημοσίου τομέα και η ιδεολογική απόρριψη του παρεμβατικού κράτους επέφερε μεταβολές στην ταυτότητα και την σύνθεση του δημοσίου τομέα. Επικράτησε … σε όλο σχεδόν τον πλανήτη, από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες έως και τις πλέον φιλελεύθερες οικονομίες, ένα νέο ρεύμα προσέγγισης και δημόσιας οικονομικής παρέμβασης. Το ρεύμα αυτό προκάλεσε το κύμα των αποκρατικοποιήσεων, οι οποίες διαμόρφωσαν τον δημόσιο επιχειρηματικό τομέα, όπως σήμερα αποτυπώνεται.

Οι αποκρατικοποίησεις διέφεραν από τις προηγούμενες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις στον οικονομικό ρόλο του κράτους, καθόσον δεν συγκαταλέγονταν στις συνήθεις και αλληλοδιαδεχόμενες φάσεις παρεμβατισμού και αποκρατισμού ή φιλελευθερισμού. Δεν περιορίζονταν σε απλές μεταβολές στην έκταση της κρατικής παρέμβασης, αλλά προέβαλαν το αίτημα για δραστική και ολοκληρωτική αποχώρηση του κράτους από μια συγκεκριμένη οικονομικής του επέμβαση, από την δημόσια επιχειρηματική δραστηριότητα.

Το αίτημα για αποκρατικοποιήσεις δεν εξαντλείτο σε σχέδια απομάκρυνσης του κράτους από συγκεκριμένους επιχειρηματικούς τομείς, αλλά κατελάμβανε μία ευρεία παραίτηση … από την άσκηση δημόσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας – ακόμη και από μονοπώλια ή τομείς κοινής ωφέλειας.

Πρώτο βήμα στην προσπάθεια αυτή αποτελούσε η μεταβίβαση των ήδη λειτουργουσών δημοσίων επιχειρήσεων στον ιδιωτικό έλεγχο. Οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις δεν συνοδεύονταν ευθέως από διαδικασίες απορρύθμισης, το αντίθετο μάλιστα, την θέση σχεδόν κάθε δημόσιας επιχειρηματικής παρουσίας κατελάμβανε μία εποπτεύουσα διοικητική αρχή με μεταρρυθμιστική κυρίως αρμοδιότητα. Οι μεταρρυθμίσεις πάντως πεοϋπέθεταν την απελευθέρωση των αγορών από τα νομικά μονοπώλια[2], τα οπόαι δεν συγχωρείτο να λειτουργούν πλέον εκτός ανταγωνισμού και υπό ιδιωτικό έλεγχο[3].
…
Οι αποκρατικοποίησεις, παρά τις ελάχιστες περί του αντιθέτου απόψεις, στερούνταν ιδιαίτερης ιδεολογικής φόρτισης ή ορθότερα προσαρμόσθηκαν να εξυπηρετούν τις περισσότερες ιδεολογικές φόρμες, καθόσον στηρίχθηκαν στον κοινό τόπο περί αδήριτης ανάγκης για μεταρρύθμιση ενός παρηκμασμένου δημόσιου τομέα[4]. Ο εξορθολογισμός της κρατικής δομής θα επιτυγχανόταν, αφενός με την απομάκρυνση του κράτους από την οικονομία της αγοράς, και αφετέρου με την ενδυνάμωση του παραδοσιακού διοικητικού ρόλου του κράτους. Εντούτοις, η εφαρμογή των διαδικασίων αποκρατικοποίησης δεν επιβεβαίωσε τους σκοπούς της.
…
Όταν στα τέλη του 2008 επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι ότι το αρρύθμιστο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό περιβάλλον[5] είναι έτοιμο να καταρρεύσει και να οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή και την πραγματική οικονομική δραστηριότητα, τότε όλα τα κράτη του κόσμου επεχείρησαν με μέτρα εκτεταμένων κρατικών παρεμβάσεων να αποτρέψουν την εξέλιξη αυτή[6]. Στη χώρα μας θεσπίστηκε ο ν. 3723/2008, ο οποίος μοναδική μέριμνα επέδειξε προς την κατεύθυνση της κεφαλαιακής ενίσχυσης των τραπεζών. Ο νόμος προέβλεψε την δυνατότητα και επέτρεψε στο δημόσιο να συμμετάσχει, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διατάξεως, στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών.
…
Δεν υφίσταται … εύλογη εξήγηση στο ερώτημα, υπό ποία ιδιότητα παρενέβη το κράτος, όταν διά νόμου επεχείρησε να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο υγιών (;) τραπεζικών επιχειρήσεων, οι οποίες μάλιστα ήταν εντελώς απρόθυμες να κάνουν χρήση των οικείων διατάξεων και κατά τις δηλώσεις τους μάλλον σύρθηκαν στην επιλογή αυτή. Η προληπτική … κεφαλαιακή ενίσχυση υγιών (;) εταιρειών από το κράτος και η απόκτηση συμμετοχής στο μετοχικό τους κεφάλαιο δεν προδίδει εύλογο ή αυτονόητο δημόσιο συμφέρον[7].


[1] Απόσπασμα από το άρθρο του Αθανασίου Τσιρωνά, υπό τον τίτλο «Θεσμικές αλλοιώσεις της δημόσιας επιχείρησης. Από το κράτος επιχειρηματία στο κράτος επενδυτή», Νομικό Βήμα, τ. 58, τεύχος 4, Μάιος 2010.
[2] πχ τηλεπικοινωνίες
[3] Γ. Δελλύη, Κοινή ωφέλεια και αγορά, σ. 206 επ.
[4] για την παραδοσιακή έννοια του δημοσίου τομέα, βλ. Ο. Καραγιαννακίδη, Η έξοδος φορέων από τον Δημόσιο Τομέα, ΕΔΔ 1994, τ. 151, σ. 361 επ.
[5] Π. Σταϊκούρα, Το χρηματοοικονομικό κραχ του 2007-2008.
[6] Ν. Ρόκα, Η παγκόσμια οικονομική κρίση και μέτρα αντιμετώπισής της, σ. 241 επ.
[7] Δ. Κοντόγιωργα – Θεοχαροπούλου, Η ρήτρα του δημοσίου συμφέροντος, 2005, σ. 6 επ.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

οι Τούρκοι

Περί του ονόματος και της πρώτης εμφανίσεως των Τούρκων[1]

Εις τους Έλληνας συγγραφείς απαντά το όνομα Τούρκοι κατά τον έκτον μΧ αιώνα, εις τους Λατίνους όμως το Turcae παλαιότερον[2]. Οι Κινέζοι έλεγαν τους Τούρκους Του – Κιουέ.

Οι Έλληνες συγγραφείς του έκτου μΧ αιώνος αποδίδουν και διάφορα παλαιότερα ονόματα εις τους Τούρκους. Ούτω ο Μένανδρος γράφει: «των Τούρκων, των Σακών καλουμένων το πάλαι». Ομοίως παρ’ αυτώ (σ. 85) : «Σκύθας άνδρας εκ του φύλου των επιλεγομένων Τούρκων». Ο Θεοφάνης Βυζάντιος γράφει: «τας προς εύρον άνεμον του Τανάϊδος Τούρκοι νέμονται, οι πάλαι Μασσαγέται καλουμένοι». Παρά Θεοφυλάκτω τω Σιμοκκάτη φέρεται: «των Ούνων των προς τω βορρά της Έω, ους Τούρκους έθος Πέρσαις καλείν» Ομοίως παρ’ αυτώ (σ. 167): «το προς το Σκυθικόν το Εώον, ους Τούρκους λέγειν ειώθαμεν».

Οι συγγραφείς λοιπόν του έκτου μΧ αιώνος απέδωκαν τα ονόματα Σκύθαι, Μασσαγέται, Σάκαι, Ούννοι εις Τουρκικάς φυλάς, διά των Περσών δε, οίτινες πρώτοι ήλθαν εις επικοινωνίαν προς αυτάς, εγνώσθη το όνομα Τούρκος. Εκ των λεγομένων όμως των ανωτέρω συγγραφέων δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι οι αρχαίοι Μασσαγέται, Σκύθαι και Σάκαι ήσαν πράγματι Τούρκοι, αλλά μάλλον απόγονοι των Ούννων, ήτοι των Χιουνγκ – Νου των Κινέζων, ανάμικτοι μάλιστα μετ’ άλλων εθνολογικών στοιχείων. Απόγονοι των Ούννων είναι και οι Τούρκοι, αλλ’ ανεμίχθησαν και ούτοι με διαφόρους λαούς κατά την μακράν διαδρομήν, που είχαν εις την ιστορίαν.

Αι πρώται επιδρομαί των νομάδων Χιουνγκ – Νου έγιναν προς την Κίναν και την Ανατολικήν Ασίαν. Οι Σίναι, ήτοι οι Κινέζοι, μετά πολλάς ήττας και δυσκόλους αγώνας, κατώρθωσαν να απαλλαγούν και να ησυχάσουν διά του μεγάλου Σινικού τείχους (215 – 205 πΧ), το οποίον ημπόδισε τας επιδρομάς των Χιουνγκ – Νου. Έκτοτε ούτοι εστράφησαν και προς άλλας διευθύνσεις, κατά τον τέταρτον δ’ αιώνα μΧ και προς την Ευρώπην. Οι αγώνες ούτοι και οι προς αλλήλους ανέδειξαν την ιδιαιτέραν φυλήν των Τούρκων, περί των οποίων έχομεν ειδήσεις Ελληνικάς από του έκτου μΧ αιώνος.

Οι Τούρκοι εικονίζονται ως φυλή πολεμική και υπερήφανος. Κατά τον Μένανδρον «οθνείον και έκφυλον ψεύδεσθαι Τούρκω ανδρί». Ο αγών προς την επίσης Τουρκικήν φυλήν των Εφθαλιτών ή λευκών Ούννων έφερε τους Τούρκους νικητάς μέχρι της Κασπίας Θαλάσσης και τους κατέστησε κυρίους και του εμπορίου αυτής.

Επί του αυτοκράτορος Ιουστίνου Β΄(568 μΧ) οι Τούρκοι έστειλαν πρασβείαν εις Κωνσταντινούπολιν διά της χώρας των Αλανών του Καυκάσου και εζήτησαν να συνάψουν συμμαχίαν («ομαιχμίαν Ρωμαίοις τε και Τούρκοις»), επιτρέπουσαν εις αυτούς να διεξάγουν μονοπωλιακώς το εμπόριον της μετάξης απ’ ευθείας, διότι οι Πέρσαι ημπόδιζαν την διά της χώρας των μεταφοράν. Οι Τούρκοι είχαν ήδη συγκρουσθή προς τους Πέρσας και προς τους Αβάρους, προς τους οποίους ήσαν άσπονδοι εχθροί, και διά τούτο επεζήτησαν την φιλίαν του Βυζαντίου[3].

Εις τας πρώτας προσκλήσεις των Τούρκων δεν έδωκαν οι Βυζαντινοί αμέσως απάντησιν, εφάνησαν πολύ επιφυλακτικοί και ηθέλησαν πρώτον δι’ απεσταλμένων να γνωρίσουν καλύτερον την κατάστασιν αυτών· ένεκα τούτων των λόγων δεν έγινε τότε η ζητούμενη συμμαχία. Οι Ελληνοπερσικοί εν τούτοις πόλεμοι και η εν τω μεταξύ κτηθείσα ακριβεστέρα γνώσις της πολεμικότητος των Τούρκων ηνάγκασε το Βυζάντιον να επιζητήση αυτό την συμμαχίαν ή απλώς την συνεργασίαν αυτών κατά των Περσών. Εις διάστημα οκτώ ετών (568 – 576) το Βυζάντιον έστειλεν επτά πρεσβείας προς τους Τούρκους χάριν συνεννοήσεων τούτων, των εμπορικών και πολιτικών[4]. Και συμμαχία μεν δεν έγινε, τουναντίον μάλιστα, οι σταλέντες διπλωμάται επροκάλεσαν πολλάς παρεξηγήσεις, κατά τον ιστορικόν Μένανδρον·αλλ’ οι Τούρκοι μόνοι των επολέμησαν πολλάκις κατά των Περσών, άλλοτε νικώντες και άλλοτε νικώμενοι[5]. Επίσης επίεσαν και ενίκησαν τους Αβάρους, οι οποίοι τότε εστράφησαν προς την Ευρώπην[6].
…
Τον έβδομον αιώνα οι Τούρκοι επροχώρησαν δυτικώτερα και ενίκησαν τους μεταξύ Τανάϊδος και Καυκάσου λαούς, τους Χαζάρους, τους Αλανούς και άλλους. Έκτοτε όμως οι Βυζαντινοί συγγραφείς ονομάζουν Τούρκους τους Χαζάρους[7], οι οποίοι αποσπασθέντες των λοιπών Τούρκων έγινα εναξάρτητοι, με βάσιν αργότερον την αρχαίαν Ταυρικήν Χερσόνησον, την νεωτέραν Κριμαίαν.

Κατά τους πολέμους του Ηρακλείου προς τους Πέρσας επήλθε συμμαχία Βυζαντίου και Τούρκων Χαζάρων. Έγινε μάλιστα τότε συνάντησις του Ηρακλείου του Ηρακλείου με τον ηγεμόνα των συμμάχων του νοτίως του Καυκάσου. Ο Ηράκλειος υπεσχέθη να δώση εις τον Τούρκον ηγεμόνα σύζυγον την κόρην του Ευδοκίαν[8]. Οι Τούρκοι έδωκαν εις τον Ηράκλειον τότε 40.000 στρατού και συνετέλεσαν ουκ ολίγον εις την νίκην κατά των Περσών.

Κατά τον έβδομον και όγδοον αιώνα Τούρκοι ονομάζονται ειδικώς οι Χάζαροι, κατά τον ένατον όμως επεκράτησε το όνομα τούτο, Τούρκοι δ’ εκλήθησαν οι Ούγγροι.

Οι Τούρκοι του εβδόμου αιώνος εύκολα εγίνοντο Χριστιανοί, ο δε Θεοφύλακτος Σιμοκάττης αναφέρει (σ. 208) ότι κατά την επιδημίαν λοιμού μεγάλου εις την χώραν των Τούρκων τη εισηγήσει Χριστιανών «ενεκέντησαν» εις το μέτωπον των νέων το σημείον του σταυρού, ούτω δ’ έσωσαν αυτούς από την λοιμώδη νόσον. Οι σωθέντες ησπάσθησαν τον Χριστιανισμόν.
…
Κατά τον ένατον μΧ αιώνα Τούρκους ωνόμαζαν οι Έλληνες συγγραφείς του Βυζαντίου τους Ούγγρους, οι οποίοι όμως μετά των Σαμογετών, των Φινλανδών και των Λαπώνων αποτελούν ίδιον κλάδον, τον ουραλοαλταϊκόν, έχοντα μεν κοινούς προγόνους τους Χιουνγκ – Νου, τους Ούννους, αλλ’ ενωρίς αποσπασθέντα και απομακρυθέντα των Τούρκων. Κατά τον Bury[9], η απονομή εις τους Ούγγρους της ονομασίας Τούρκων δικαιολογείται πιθανώς εκ του γεγονότος ότι η Τουρκική φυλή των Καβάρων ανεμίχθη μετά των Ούγγρων. Τα ονόματα Τούρκοι = Ούγγροι και Τουρκία = Ουγγαρία είναι συνήθη εις τους συγγραφείς του Βυζαντίου και μετά την εγκατάστασιν των Ούγγρων εις την αρχαίαν Παννονίαν, την σημερινήν Ουγγαρίαν.

[1] Κωνσταντίνου Ι. Αμάντου, Σχέσεις Ελλήνων & Τούρκων, σ. 21-24, ΟΕΔΒ, Αθήγναι 1955.
[2] Παρά Pomponius Mela, εκδ. Parthey, σ. 31, 7. Το παρ’ Ηροδότω (IV, 22) Ιύρκαι, υπετέθη ότι = Τούρκοι. Περί των διαφόρων Τουρκικών λαών και της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. G. Moravcsik, Byzantinoturcica, τ. 1, 1942, σ. 27 κ. εξ. Και τ. 2, 1943, σ. 269.
[3] Βλ. Κ. Αμάντου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. 1, 1953, σ. 252, Grousset, L’ Empire des Steppes, σ. 128.
[4] Ο χαρακτηριστικός τίτλος του ηγεμόνος των Τούρκων εις επιστολήν του προς τον αυτοκράτοραν Μαυρίκιον: «τω βασιλεί των Ρωμαίων ο χαγάνος, ο μέγας δεσπότης επτά γενεών και κύριος κλιμάτων της Οικουμένης επτά» (Θεοφύλ. Σιμοκ., εκδ. de Boor, σ. 257). Ο αριθμός επτά είναι ιερός ενταύθα, δεν έχει πραγματικήν, αλλ’ εικονικήν μόνον σημασίαν.
[5] Πβ. Θεοφάν. Χρονογρ., εκδ. de Boor, σ. 262 κ.ά.
[6] Ευάγρ., εκδ. Bidez – Paermentier, σ. 196.
[7] Θεοφάν. Χρονογρ., εκδ. de Boor, τ. 1, σ. 315: «τους Τούρκους εκ της Εώας, ους Χαζάρεις ονομάζουσιν».
[8] Νικηφόρου Πατριάρχου, Ιστορία σύντομος, εκδ. de Boor, σ. 16.
[9] J. Bury, S History of the Eastern Roman Empire, 1912, σ. 492.

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

μέθοδοι εξαθλίωσης

Η Γη[1]

Είμαι ο κύριός σας και κύριός μου είναι ο Τσάρος. Ο Τσάρος έχει δικαίωμα να μου δίνει διαταγές και πρέπει να υπακούω, αλλ’ όχι να τις δίνει σε σας. Στα κτήματά μου εγώ είμαι ο Τσάρος, είμαι ο θεός σας επί της γης και πρέπει να είμαι υπόλογος για σας ενώπιον του Θεού στα ουράνια
Ρώσος γαιοκτήμονας στους δουλοπάροικούς του[2]

Το να διαθέτει ένας αγρότης μια δυο αγελάδες, ένα γουρούνι και μερικές χήνες ασφαλώς τον ανεβάζει, κατά τη δική του αντίληψη, σε θέση υψηλότερη από τους αδελφούς του της ίδιας κοινωνικής βαθμίδας … Σεργιανίζοντας πίσω απ’ τις αγελάδες του, αποκτά τη συνήθεια της νωθρότητας … η καθημερινή δουλειά γίνεται απεχθής· η αποστροφή αυξάνεται με την ανοχή· και τελικά η πώληση ενός κακοθρεμμένου μοσχαριού ή χοίρου προσφέρει τα μέσα ώστε στην οκνηρία να προστεθεί και το πιοτό. Συχνά ακολουθεί η πώληση της αγελάδας, και ο άθλιος και απογοητευμένος ιδιοκτήτης της, απρόθυμος να ξαναρχίσει την καθημερινή, τακτική δουλειά από την οποία αντλούσε τα προς το ζην … παίρνει από το μερίδιο του φτωχού το βοήθημα το οποίο καθόλου δεν δικαιούται.
Επισκόπηση του Γεωργικού Επιμελητηρίου για το Somerset, 1798[3]

Η ζωή και ο θάνατος των περισσότερων ανθρώπων στα χρόνια 1789-1848 συνδέθηκε με το τι συνέβη στη γη. Κατά συνέπεια, ο αντίκτυπος της διττής επανάστασης στην έγγεια ιδιοκτησία, στη μορφή της γαιοκτησίας και στη γεωργία ήταν το πιο καταστροφικό φαινόμενο της περιόδου που μας απασχολεί. Διότι ούτε η πολιτική ούτε η οικονομική επανάσταση μπορούσαν να αγνοήσουν τη γη, την οποία η πρώτη σχολή των οικονομολόγων, οι Φυσιοκράτες, θεωρούσαν τη μόνη πηγή πλούτου, και της οποίας ο επαναστατικός μετασχηματισμός ήταν, κατά γενική συναίνεση, η απαραίτητη προϋπόθεση και η συνέπεια της αστικής κοινωνίας, αν όχι και κάθε γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης.
…
Δύο σημαντικά εμπόδια έφραζαν το δρόμο για το έργο αυτό: οι προκαπιταλιστές γαιοκτήμονες και η παραδοσιακή αγροτιά. Και τα δύο απαιτούσαν συνδυασμό πολιτικής και οικονομικής δράσης. … Το έργο θα μπορούσε να επιτελεστεί με ποικίλους τρόπους. Οι πιο ριζοσπαστικοί ήταν ο βρετανικός και ο αμερικανικός, γιατί και οι δύο εξαφάνιζαν τους αγρότες, ενώ ο ένας εξαφάνιζε και τον γαιοκτήμονα. Από την κλασική βρετανική λύση προέκυψε μια χώρα όπου 4.000 ίσως ιδιοκτήτες κατείχαν τα 4/7 περίπου της γης[4] … Η κλασική αμερικανική λύση ήταν ο κτηματίας-ιδιοκτήτης που προσανατολιζόταν στην εμπορευματική παραγωγή και αντιστάθμιζε την έλλειψη εργατικής δύναμης με εντατικό εκμηχανισμό.
…
Στη Βρετανία, ο νόμος στράφηκε κυρίως ενάντια στα κατάλοιπα των αγροτών, τους μικροκληρούχους και τους αγρεργάτες. … Ο Νόμος περί πτωχών του 1834 στόχευε στο να κάνει τόσο αφόρητη τη ζωή των φτωχών της υπαίθρου ώστε να τους αναγκάσει να πάνε οπουδήποτε υπήρχαν δουλειές διαθέσιμες. … Στη δεκαετία του 1840 πολλές κομητείες είχαν ήδη φτάσει στα πρόθυρα μιας απόλυτης απώλειας πληθυσμού, και από το 1850 η εγκατάλειψη της γης γενικεύτηκε.
...
Ο οικονομικός φιλελευθερισμός θέλησε να επιλύσει το πρόβλημα του εργάτη με τον συνήθη σκληρό κι αλύπητο τρόπο, υποχρεώνοντάς τον δηλαδή να βρει δουλειά με χαμηλό ημερομίσθιο ή να μεταναστεύσει. Ο Νέος Νόμος περί πτωχών του 1834, ασυνήθιστης πώρωσης και σκληρότητας, του παρείχε επίδομα απορίας μόνο αν πήγαινε στα νέα πτωχοκομεία χωρίς πια την εγγύηση του ελάχιστου εισοδήματος που του εξασφάλιζε προηγουμένως η ενορία του. Το κόστος των κοινωνικών παροχών μειώθηκε δραστικά, και οι εργάτες άρχισαν σιγά σιγά να μετακινούνται.

[1] E.J. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων, σ. 213 κ.επ., ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992.
[2] Haxthausen, Studien uber Russland, 1847, II, σ. 3.
[3] J. Billingsley, Survey of the Board of Agriculture for Somerset, 1798, σ. 52.
[4] Οι αριθμοί βασίζονται στο “New Domesday Book” του 1871-1873, αλλά δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι δεν απεικονίζουν την κατάσταση του 1848.

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Δοκίμια


Κερδοφόρα προαγωγή της αλλοτρίωσης[1]

«Να λες το υπαρκτό ανύπαρκτο και το ανύπαρκτο υπαρκτό, αυτό είναι το ψεύδος» όριζε ο μέγας και πρώτος δάσκαλος των ορισμών, ο Αριστοτέλης. Παρέπεμπε στην εμπειρία: Ο συλλογικός βίος των ανθρώπων βασιζόταν πάντοτε, σαν σε προϋπόθεση, σε αυτή τη διαστολή.
…
Δεν είναι σπάνιο να γίνεται το ψεύδος, η υπαρκτική αλλοτρίωση, εργαλείο για την καταδυνάστευση των πολλών από συμφέροντα των λίγων. Ο Μαρξ έδειξε, με ιδιοφυή ρεαλισμό, πόσο κερδοφόρα μπορεί να είναι για τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής η υπαρκτική αλλοτρίωση του ακτήμονα εργάτη. Στα νεανικά του «Χειρόγραφα»[2] σκιτσάρει μιαν ανθρωπολογία που ήταν και παραμένει έκπληξη για τη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφική παράδοση: Ορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη όχι πια ως λογική ατομικότητα[3], όχι ως άτομο φορέα του cogito, αλλά ως γεγονός σχέσης· ο άνθρωπος υπάρχει μόνο και εφόσον σχετίζεται ενεργά, έμπρακτα, με την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Οργανώνει τις σχέσεις του σε παραγωγική – δημιουργική δραστηριότητα, η οποία και διαφοροποιεί τον άνθρωπο από κάθε άλλο ζώο. Όταν υποχρεώνεται να παραιτηθεί από τη δημιουργική του ικανότητα, ψευτίζει την ύπαρξή του. Πουλάει την εργασία του, η εργασία του γίνεται ξένη προς τον εαυτό του. Άλλος καθορίζει τις σκοπιμότητες και τον τρόπο της παραγωγής, η εργασία είναι τότε για τον εργάτη πραγματική απώλεια του εαυτού του, απώλεια της ανθρώπινης ιδιαιτερότητάς του: υπαρκτική αλλοτρίωση.


[1] Χρήστος Γιανναράς, «Η Κατάρρευση», σ. 18 & 20, εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 2008.
[2] Τα «Οικονομικά – Φιλοσοφικά», 1844.
[3] Animal rationale.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

περί του δικαιώματος στην Εργασία

Ο φόβος της ανεργίας[1]

Είκοσι ρουπίες και είκοσι παΐζα δεν είναι πολλά λεφτά, αλλά μπορεί να σου στοιχίσουν τη δουλειά σου και την καριέρα σου και επομένως τη ζωή σου. Το καταλάβαμε αυτό εκείνο το απόγευμα, όταν μας τηλεφώνησε ο Ντας και μας είπε ότι έχουμε δεκατρείς μέρες για να βρούμε το πρόβλημα και να το διορθώσουμε. «Μετά, είμαι υποχρεωμένος να το πω στα αφεντικά μου», είπε, χωρίς να επεκταθεί περισσότερο, πράγμα πολύ ευγενικό εκ μέρους του, δεδομένου ότι είχε δεχτεί τη δική μας προσφορά για το λογισμικό της εταιρείας του – λογιστήριο και αποθήκη – απορρίπτοντας προσφορές από μεγάλες εταιρείες σόφτγουερ, κι αυτό σε μια επιχείρηση όπου πίστευαν ότι τα κομπουτεράκια είναι αναξιόπιστα σε σύγκριση με έναν καλό άβακα.

«Θα τον διώξουν, Ικμπάλ», είπε η Σάντια.

Ήταν μάταιο να της πω όχι για να την παρηγορήσω, ήταν φανερό ότι θα τον έδιωχναν τον Ντας. «Όχι αν βρούμε το πρόβλημα», είπα. Ο Ντας είχε προωθήσει την προσφορά μας, πηγαίνοντας κόντρα στους γέρους ιδιοκτήτες της επιχείρησης, και τώρα, αν μάθαιναν ότι αυτό το πρόγραμμα, που είχε γραφτεί από γυναίκα, όχι μόνο κρεμούσε αλλά και τους έχανε λεφτά εδώ κι εκεί, λεφτά που εξαφανίζονταν χωρίς ίχνη στο διάστημα, θα τον πετούσαν στον δρόμο πριν από την τριμηνιαία συνέλευση των μετόχων. Για να μην πούμε τίποτα για τη δική μας πληρωμή, από την οποία είχαμε εισπράξει μόνο το ένα τρίτο.

[1] Βίκραμ Τσάντρα, «Ιστορίες της Βομβάης», Άρτα, σε μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή, σ. 212-213, εκδόσεις Bell Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη 1998.

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Δίκαιο και Πολιτική

Δικαίωμα αντίστασης[1]

Η θεωρητική επεξεργασία του δικαιώματος αντίστασης άρχισε να γίνεται συστηματικά στον μεσαίωνα. Ο αρχικός προβληματισμός είχε πάντως ήδη τεθεί με την Αντιγόνη. Ο Stuttler θεωρεί ως παλαιότερη πηγή του δικαιώματος προς αντίσταση την εναντίωση του Διομήδη στην πρόταση του Αγαμέμνωνα για επιστροφή στην Ελλάδα (Ιλιάς, 9, 18 επ.). Η αντιπαράθεση αυτή, που δεν έχει βέβαια προσωπικό χαρακτήρα, αφορά στη σύγκρουση του δικαίου της οικογένειας με το δίκαιο της πολιτικής κοινωνίας. Ο Αγαμέμνων στηρίζει την πρότασή του σε κέλευσμα του Δία, ο Διομήδης επικαλείται τη Θέμιδα.

Ο αρχαίος φιλοσοφικός και πολιτικός στοχασμός δεν ασχολήθηκε συστηματικά με το δικαίωμα αντίστασης, αν και του παρεχόταν ικανό έρεισμα και έναυσμα από το φαινόμενο της τυραννίδας. Ο μεν Πλάτων αρκείται στη διάκριση της τυραννίδας από τη βασιλεία (Πολιτικός, 292c, 293d, 301c), χωρίς να καταδικάζει την τυραννίδα, ο δε Αριστοτέλης, ενώ προβαίνει σε αναλυτική «διάγνωση» της τυραννίδας ως «παρεκβάσεως» της βασιλείας, περιορίζεται σε ένα απλό σχεδίασμα της «θεραπείας» της (Πολ. Βιβλία 3, 4 και 5, ειδικότερα 1297b 6, 16, 1313a 3, 15), εκθέτοντας το πώς συνήθως διατηρείται και το πώς συνήθως καταλύεται. Ο Κικέρων, αντίθετα, καταδικάζει με σαφήνεια την τυραννίδα (De off., III 10).

Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το «φυσικό» δικαίωμα αντίστασης κατά του τυράννου ήταν ριζωμένο στη συνείδηση των Αθηναίων, πράγμα που προκύπτει από τον θαυμασμό τους προς τους «τυραννοκτόνους», θαυμασμό τον οποίο εξέφραζαν και με ύμνους. Είναι αμφίβολο αν ο θαυμασμός προς τους τυραννοκτόνους ήταν πάντοτε δικαιολογημένος. Η «δολοφονία» του Ιππάρχου, το 514, από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, έγινε για καθαρά προσωπικούς λόγους. Ο Ίππαρχος προσπάθησε να δημιουργήσει δεσμό με τον νεαρό Αρμόδιο, ο οποίος όμως τον απέκρουσε, διότι συνδεόταν με τον Αριστογείτονα. Ο Ίππαρχος αισθάνθηκε προσβεβλημένος και εκδικήθηκε τον Αρμόδιο, ανταποδίδοντας την προσβολή προς την αδελφή του – δεν της επέτρεψε να κανηφορήσει στα Παναθήναια – πράγμα που του στοίχισε τη ζωή. Η Ραμού – Χαψιάδη παρατηρεί πάντως ότι «το βαθύτερο αίτιο της συνωμοσίας υπήρξε η περιφρόνηση από τους τυράννους της αξιοπρέπειας και της ατομικής ελευθερίας». Διαφορετικής ποιότητας η «δολοφονία» του Πολυκράτη, το 522 πΧ, από τον σατράπη των Σάρδεων Οιροίτη, από εξωτερικό δηλαδή εχθρό. Ως κατ’ εξοχήν τυραννοκτονία αναφέρεται εκείνη του Κλεάρχου της Ποντικής Ηρακλείας, το 325 πΧ, από συνωμότες, επί κεφαλής των οποίων βρίσκονταν δύο μαθητές του Πλάτωνα, ο Χίων και ο Λεωνίδας.

[1] Φίλιππου Σπυρόπουλου, το δικαίωμα αντίστασης, σ. 103-104, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1987.

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Κεφαλαιοκρατικά

«Καπιταλισμός», όπως λέμε «ζούγκλα»[1]

Στη δεκαετία του 1860 μια καινούρια λέξη προστέθηκε στο παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό λεξιλόγιο: ο «καπιταλισμός»[2] ... Ο παγκόσμιος θρίαμβος του καπιταλισμού είναι το επιφανέστερο στοιχείο της ιστορίας στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Ήταν ο θρίαμβος μιας κοινωνίας που πίστευε ότι η οικονομική ανάπτυξη βασιζόταν στον ανταγωνισμό των ιδιωτικών επιχειρήσεων, στο να αγοράζει κανείς τα πάντα, ακόμα και την εργασία, όσο το δυνατόν φθηνότερα και να τα πουλάει όσο το δυνατόν ακριβότερα. Σύμφωνα με την πεποίθηση των υπέρμαχων αυτού του συστήματος, μια τέτοια οικονομία, στηριγμένη στα γερά θεμέλια μιας αστικής τάξης, με μέλη της εκείνους τους οποίους η ενεργητικότητα, η ικανότητα και η ευφυΐα είχαν υψώσει στην τωρινή τους θέση και τους κρατούσαν εκεί[3], θα δημιουργούσε έναν κόσμο που θα τον χαρακτήριζε όχι μόνον η δίκαιη κατανομή του υλικού πλούτου, αλλά και η διαρκής εξάπλωση του διαφωτισμού, η προαγωγή του ορθού λόγου, ο πολλαπλασιασμός των ανθρώπινων ευκαιρίων, η άνθιση των επιστημών και των τεχνών, με λίγα λόγια θα δημιουργούσε έναν κόσμο αδιάλειπτης και συνεχώς επιταχυνόμενης υλικής και ηθικής προόδου[4]. Τα λίγα εμπόδια που είχαν απομείνει στο δρόμο της απρόσκοπτης ανάπτυξης της ιδιωτικής επιχείρησης θα σαρώνονταν και αυτά.
...
Η περίοδος από το 1789 ως το 1848 σφραγίστηκε από μία διττή επανάσταση: τον βιομηχανικό μετασχηματισμό, που εγκαινιάστηκε και ως έναν μεγάλο βαθμό περιορίστηκε στη Βρετανία, και τον πολιτικό μετασχηματισμό, που συνδέθηκε με τη Γαλλία και ως ένα μεγάλο βαθμό περιορίστηκε σε αυτήν. Και οι δύο επαναστάσεις σήμαιναν τον θρίαμβο μιας καινούριας κοινωνίας, αλλά το αν θα ήταν η κοινωνία του θριαμβευτή φιλελεύθερου καπιταλισμού, του «αστού κατακτητή» όπως είπε ένας Γάλλος ιστορικός, ήταν πιο άδηλο για τους συγχρόνους από όσο για μας σήμερα. Πίσω από τους φορείς της αστικής πολιτικής ιδεολογίας βρίσκονταν οι μάζες, έτοιμες να μετατρέψουν τις μετριοπαθείς φιλελεύθερες επαναστάσεις σε κοινωνικές επαναστάσεις. Κάτω και γύρω από τους καπιταλιστές επιχειρηματίες κόχλαζαν οι δυσαρεστημένοι και παραγκωνισμένοι «φτωχοί χειρωνάκτες».

[1] Ε. Τζ. Χομπσμπάουμ, «Η εποχή του κεφαλαίου», αποσπάσματα από την Εισαγωγή, σ. 15-16, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996.
[2] Οι ρίζες αυτού του όρου μπορεί να ανάγονται στην προ του 1848 περίοδο, αλλά η επισταμένη έρευνα δείχνει ότι η λέξη «καπιταλισμός» δεν εμφανίζεται σχεδόν πουθενά πριν από το 1849 και δεν γίνεται τρέχουσα πριν από την δεκαετία του 1860.
[3] Στην ανάλυση αυτή παραγνωρίζονται βεβαίως παράγοντες όπως η «τύχη», το «αδίστακτο» του χαρακτήρα των χαρακτηριζόμενων ως «ενεργητικών» μελών της αστικής τάξης, ο απίστευτος κυνισμός των επιλογών τους, η «αναλγησία» τους σε σχέση με τις βασικές ανάγκες των συνανθρώπων τους, η «απάτη» ως εργαλείο ανέλιξης και τέλος η αύθμενη «φιλαργυρία» τους.
[4] Έννοιες, όπως, το δίκαιο, η ηθική, η πρόοδος, ακόμα και ο ορθός λόγος εμπεριέχουν σημαντικές δόσεις σχετικότητας, μεταβάλλονται χωροχρονικά και εξαρτώνται απόλυτα τόσο από τον υποκειμενικό, όσο και από τον συλλογικό προσανατολισμό. Το αντίθετο στον κεφαλαιοκρατικό ορθό λόγο δίκαιο εστιάζεται σε μία άλλου είδους κοινωνική ηθική, η δε πρόοδος αποσυνδέεται από τον πλουτοπαραγωγικό μονόδρομο και την αναγώνια αναζήτηση της υλιστικής ευημερίας.

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Χριστιανική Θεολογία


Διαδοχή τολμήματος αυτοθυσίας η κοινωνία με τον Ναζωραίο
Αρχιμανδρίτου, πατρός Σάββα Δαμασκηνού

«Και ως ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος»
(Ματθ. 10-38, Λουκά 14-27)

Ο Αριστοτέλης, ο μέγας Σταγειρίτης στοχαστής, αγαπητοί μου φίλοι, θα δει στην μεσότητα την ουσιαστική προϋπόθεση της πραγματικής επιστήμης. «Πας επιστήμων», τονίζει, «την υπερβολήν και την έλλειψιν φεύγει, το δε μέσον ζητεί και τούθ’ αίρεται», η επιστήμη αποφεύγει την όποια υπερβολή: «της μεν υπερβολής και της ελλείψεως φθιρούσης, το δε της μεσότητος σωζούσης» (Αριστ. Νικομάχεια, Ι 2, 6, 5-12. 1006b). Σε μία εκ διαμέτρου αντίθετη διάσταση διατυπώνεται η θέληση του θεού στον ελωχειμιστικό διάλογο. Ο Γιαχβέ, ο θεός του Ισραήλ, είναι θεός ζηλωτής (Ελ Κανά). Δεν δέχεται καμιά άλλη λατρεία, κανέναν άλλο θεό για τον λαό του Ισραήλ. Είναι θεός ασυμβίβαστος. Δεν ικανοποιείται με το «μέσον», την «μεσότητα», ανεχόμενος άλλους θεούς στη λατρεία του. «Εγώ ο Γιαχβέ, ο θεός σου, είμαι θεός ζηλωτής (Ελ Κανά) [Έξοδος 20, 5b, πάπυρος νας Ελ Κανώ]. Στο κήρυγμα του Δευτερονομιστή τονίζεται κατά τον πλεόν εναργή τρόπο η μοναδικότητα του Θεού και η αξίωσίς του εις αυτόν μόνο να δώσει ο ισραήλ την αγάπη του: «Άκουε Ισραήλ: ο Γιαχβέ, ο θεός σου, είναι ένας Γιαχβέ και θα αγαπήσεις τον Γιαχβέ, τον θεό σου, με όλη την καρδιά σου και όλη την ψυχή σου και μ’ όλη την δύναμή σου» (Δευτερονόμιο 6, 4-5). Ο Ισαάκ συνιστά για τους Ζηλωτάς κατά την εποχή του Ιουδαϊσμού παράδειγμα προς μίμηση. Όπως αυτός έφερε τα ξύλα για την πυρά της θυσίας του, ως «ο βαστάζων τον σταυρόν αυτού εν τοις ώμοις αυτού» (Ιδ. Hermann Strach – Paul Billerbeck, kommentar zum Neuen Testament aus Talmud und Neidrasch, Bd I p. 587, Munchen 1926, πρβλ Adolf Schlatter, Der Evangelist Mattheus, p. 350, Stuttgard, 1928). Όπως αυτός έφερε επί τον ώμον τα ξύλα της θυσίας του, έτσι και οι Ζηλωταί έφεραν επί τον ώμον τους σταυρούς των, καταδικασμένοι στον μαρτυρικό θάνατο από την ρωμαϊκή εξουσία.

Η διάσταση του χριστιανικού κηρύγματος δεν έχει τίποτε το κοινόν εκτός της θανής με τον ζηλωτισμό του Ιουδαϊσμού. Αυτή στην οποίαν εντάσσονται πρώτοι οι μαθηταί του Ιησού δεν συνιστά εξουσία και τρόπον υπερασπίσεως της πατρίδας των. Συνιστά πορείαν ενός εκάστου στα ίχνη του Ιησού φέρων τον προσωπικόν του σταυρόν ως συνέπεια της μαρτυρίας της πίστεώς του. Εδώ η Αριστοτέλειος μεσότης υποχωρεί και παραχωρεί τη θέση της «στο τόλμημα της αποφάσεως υπέρ της πορείας στα ίχνη του Ιησού στον Γολγοθά» (Ιδ. Rudolf Bultmann, Theologie des Neuen Testaments, p. 47, Tubingen 1968). Το κήρυγμα του χριστιανισμού έχει ως θεμέλιον «τον λόγον τον του σταυρού». Εδώ «το μωρόν του Θεού, σοφώτερον των ανθρώπων εστι και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστι» (Α΄ προς Κορινθίους 1, 25).

Αγαπητοί μου φίλοι, δεν είναι εύκολο να είναι κανείς χριστιανός. Χριστιανός δεν σημαίνει μόνον πίστη στην θεότητα του Χριστού, αλλά ταυτόχρημα και κοινωνία των παθημάτων του (Φιλιππισίου 3, 10), κατά τον Πάυλο. Άξιος του Ναζωραίου είναι «ως λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσον του, κηρύσσον έργον και λόγον». Το γεγονός της υποθέσεως του Γολγοθά είναι η υπόθεσις του καθόλου ανθρώπου, αφού ο Ιησούς εξέχεε το αίμα αυτού υπέρ των ανθρώπων.

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Πειρατική ... αδεία !

Πόλεμος και Ειρήνη

και η κάμψη της Ελληνικής αντίστασης

«Οι ευρύτερες μάζες, το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους …»

Ο καθηγητής Παναγιώτης Κονδύλης υπήρξε ένα από τα πλέον δυνατά μυαλά του νέου Ελληνισμού. Ήταν ένας από τους τελευταίους μύστες της γεωπολιτικής αλήθειας. Καθηγητής στην Γερμανία, όπου και διέπρεψε, ήταν φυσικό να είναι ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της γερμανικής σχολής. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το απόσπασμα που σας παραθέτουμε και που αποτελεί μέρος ειδικής εργασίας του καθηγητού Κονδύλη για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις :

«Π. Κονδύλη, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις»

«Οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. Καμιά συμμαχία και καμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτισης»

Τα «δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης».

Η λύση του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας όχι σε λογιστική αλλά σε παραγωγική βάση αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής.

Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπιστούν με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθμητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από την άνοδο του τουρισμού δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία_


Η προσπάθεια αυτή είναι απαραίτητη, γιατί στην τωρινή συγκυρία, που είναι δυσμενέστατη για την Ελλάδα, έχει προέχουσα σημασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απωλεσθεί έδαφος, με την ελπίδα ότι μελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισμό δυνάμεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας και θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει μιαν ιστορική ανάσα. Αν, όμως, απολεσθεί έδαφος στο προσεχές διάστημα, οι απώλειες θα είναι ανεπανόρθωτες και πιθανότατα μοιραίες.

Φυσικά, οι ελπίδες δεν ισοδυναμούν με βεβαιότητες. Ας υπογραμμίσουμε ακόμη μία φορά ότι η βαθύτερη αιτία της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισμική ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στην συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών.

Σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, όπως ο δημογραφικός, ξέρουμε από τώρα ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Αν θέλουμε να παραμείνουμε νηφάλιοι, έστω και με αντίτιμο την απαισιοδοξία, οφείλουμε να πούμε ότι και σε άλλα πεδία στρατηγικής σημασίας αρχίζουν να παγιώνονται αναντίστροφες εξελίξεις.

Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική.

Η διακήρυξη «δεν παραχωρούμε τίποτε» δεν έχει έμπρακτο αντίκρισμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών, ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγματα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την ΕΕ αποδεικνύοντας έτσι, άθελά της, πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς μέσω του «ευρωπαϊκού δρόμου» και της επιρροής των Ευρωπαίων εταίρων.

Τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλμένοι ή έστω συζητήσιμοι χειρισμοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόμενα μιας βαθύτερης ιστορικής κόπωσης, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παράλυσης.

Στον βαθμό που η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αυγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμη ηδονικότερη, εφόσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού οι Έλληνες θα συνηθίσουν, σιγά – σιγά, να ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό».

Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο : Η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση. Και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο, ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

Οι μετριότητες, οι υπομετριότητες και οι ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βαθμού – ίσως να καταρρεύσουν ακόμη και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στην μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική ;

Οι ευρύτερης μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο βραχυπρόθεσμής αυτοσυντήρησης, έχουν βρει την δική τους ψυχολογικά βολική λύση :

Το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους : από την φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, την χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της ΕΕ) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («Ελληνoκεντρικές» ή «εξευρωπαϊστικές», αδιάφορο).

Στις τραγωδίες ή τις κωμωδίες που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση θα τις γράψουν, ίσως, άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νου η τετριμμένη αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία : «όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται»

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Φιλοσοφία

Για το μέτρο και την συμμετρία[1]
(ή περί της ουσίας της ισχύος)

Αυτό, λοιπόν, το αγαθό πρέπει να το αναζητούμε στο μέτρο και στην συμμετρία, και γενικά στα όρια (του μέτρου) και όχι στην αμετρία ούτε στην αοριστία και στην διαρκή πλεονεξία. Και αν αυτό, που είναι περισσότερο, είναι συνάμα και καλλίτερο, θα δημιουργούσε την απορία γιατί τέλος πάντων δεν είναι καλλίτερο και ωραιότερο το περισσότερο, αλλά είναι καλλίτερο αυτό που δεν υπερβαίνει το μέτρο, (θα παρατηρούσε δε κανείς) ότι αυτό (το αγαθό) δεν βρίσκεται κυρίως στο πλήθος και στον μεγαλύτερο όγκο ούτε γενικά σε αυτό που υπερτερεί σε ποσότητα αλλά υπάρχει πάντοτε και, κυρίως, σε αυτό που είναι εκ φύσεως άφθαρτο. Εκ φύσεως (δε) ταιριάζει με το άφθαρτο κυρίως αυτό που είναι ένα και μάλλον ενωμένο. Περίσσότερο δε είναι ενωμένο το απλό από το σύνθετο, το σύμμετρο από το ασύμμετρο, τα ανάλογα από τα μη ανάλογα. Γιατί το ίδιο το μέτρο και ο ίδιος λόγος ενώνει πάρα πολύ αυτά που γίνονται κοινά και αυτά που μετρώνται και αυτά που είναι ανάλογα. Αυτά δε (τα πράγματα) που δεν αποτελούνται από σύμμετρα μέρη, ή που δεν έχουν κάποια αναλογία, ούτε τηρούν το μέτρο σε αυτά που ανήκουν και στα οποία τυγχάνει να είναι μέρη, (αυτά) πάρα πολύ απέχουν από το να είναι άφθαρτα, επειδή δεν είναι ενωμένα. Γι’ αυτό, το πιο πολύ και πιο ωραίο και πιο καλό βρίσκεται, κυρίως και πάντοτε, στο όριο και στο μέτρο και όχι στο περισσότερο και στο τελείως αόριστο.


[1] Πλήθωνος, Νόμων Συγγραφή, Βιβλίον Γ΄, ΙΑ΄, σ. 42-43, ελεύθερη σκέψις 1997.

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

Οθωμανικός πολιτισμός ...

Αληθινές ιστορίες από την ΕλληνοΤουρκική συμβίωση[1]

Μια από τις πρώτες και σημαντικώτερες προσωπικές μαρτυριές για τις σφαγές της Πόλης, που είδε το φως στην Ευρώπη, ήταν το χρονικό του Γερμανού Ιωάννη Βίλχελμ Αύγουστου Στρέιτ. Νεαρός τεχνίτης ο Στρέιτ εργαζόταν στην Κωνσταντινούπολη και βρέθηκε μέσα στη δίνη των αγριοτήτων που ξέσπασαν μόλις έφθασε η είδηση για την εισβολή του Υψηλάντη στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Ο Στρέιτ, που κινδύνεψε πολλές φορές στους μήνες του κατατρεγμού των Ελλήνων, έγραψε ένα χρονικό που κυκλοφόρησε αρχές του 1822 στη Λειψία[2]. Είναι μια συγκλονιστική περιγραφή της τραγωδίας του Ελληνισμού της Πόλης.

Το βιβλίο του Στρέιτ αποτελεί ένα πολύτιμο ντοκουμέντο. Τις φρικαλέες σκηνές που ιστορεί με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και σχολαστική ακρίβεια δεν τις γνωρίζουμε από άλλη πηγή.

Την πρώτη κιόλας μέρα έγιναν διακόσιες συλλήψεις κορυφαίων Ελλήνων της Πόλης. Πολλοί απ’ αυτούς κακοποιήθηκαν άγρια από το πλήθος καθώς μεταφέρονταν στις φυλακές Κατροσάν. ...

... «Ο οθωμανικός όχλος, σε φοβερή έξαψη, ρίχτηκε στα σπίτια των Ελλήνων αρχόντων και άρχισε τη λεηλασία. Βασάνιζαν τους ενοίκους με θηριωδία, έκοβαν μύτες και αφτιά και τους γκρέμιζαν ύστερα από τα παράθυρα στο δρόμο».

... «Μέσα σε μια ώρα η απέραντη Κωνσταντινούπολη έγινε θέατρο αιματηρών και φρικαλέων σκηνών»[3]. Το πλήθος κατέλαβε τις φυλακές του κατροσάν και άρπαξε τους 186 Έλληνες. Οι Τούρκοι σκότωσαν πολλούς επιτόπου και άλλους «τους έδεσαν με σκοινιά και τους έσερναν στα καλνερίμια, ώσπου οι σάρκες αποκολλήθηκαν από τα οστά και οι δύστυχοι βρήκαν πικρό θάνατο».

Έδεναν τα πόδια και τα χέρια των Ελλήνων με σκοινιά και τα τραβούσαν από όλες τις μεριές διαμελίζοντάς τα. Έκοβαν τα κεφάλια τους, τα κάρφωναν στις αιχμές των σπαθιών και τα τριγύριζαν στους δρόμους θριαμβικά. ...

Άναψαν φωτιές σε όλους τους δρόμους και εκεί βασάνιζαν τους Έλληνες. «Πύρωναν στη φλόγα τα μεταλλικά τμήματα των όπλων και τα έμπηγαν στα ξεγυμνωμένα κορμιά. Τους έψηναν στα κάρβουνα σιγά-σιγά, πρώτα τα πόδια, ύστερα τα χέρια και ολόκληρο το κορμί ώσπου να ξεψυχήσουν. Περνούσαν πυρακτωμένα σύρματα στη μύτη, έκαιγαν τα βλέφαρα των θυμάτων με πυρωμένα σίδερα».

Το άλλο πρωί είδε πολλούς Έλληνες, άνδρες και γυνάικες, κρεμασμένους ανάποδα από τα παράθυρά τους. «Τα θύματα σπαρταρούσαν και ούρλιαζαν. Στα οπίσθια πολλών είχαν καρφώσει μαχαίρια και σπαθιά. Κάθε τόσο έκοβαν και ένα κομμάτι σάρκα».
...
«Εκείνο ρο πρωινό γύρω στα 4.000 πτώματα και των δύο φύλων, κεφάλια, πόδια, κείτονταν στους δρόμους της Πόλης. Χωρίς να λογαριάσουμε όσους σκοτώθηκαν στα σπίτια τους ή κρεμάστηκαν από τα παράθυρα.

Ο ναρός Στρέιτ παρακολούθησε τη φοερή σφαγή από το εργαστήριο του αφεντικού του, που βρισκόταν στην πλατεία του Μουφτή. «Μόνο σ’ αυτή την πλατεία μέτρησα γύρω στα 300 πτώματα. Βραβεία ορίζονταν για την επινόηση των πιο φριχτών βασανιστηρίων».
...
Στο μεταξύ άλλοι Τούρκοι στερέωναν στο χώμα πολλές σιδερένιες σούβλες. Εκεί θα κάθιζαν τα θύματά τους για να παραδώσουν το πνεύμα σφαδάζοντας. ... Οι σούβλες ήταν ογδόντα περίπου. Γύμνωσαν τους Έλληνες – γύρω στους 65 νέοι, γέροι, γυναίκες – και τους κύκλωσαν με ξαθηκαρωμένα σπαθιά, μπροστά στις σούβλες.

Αλλά ήρθε η νύχτα. Η βασανιστική εκτέλεση αναβαλλόταν. Έστησαν καζάνια πάνω στις φωτιές και ετοίμασαν πόντσι. Μεθούσαν και αλάλαζαν. Κατά τα μεσάνυχτα έφεραν και άλλους Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, ανάμεσά τους και τρία μικρά παιδιά. Τα σούβλισαν με τα σπαθιά και τα έρριξαν ζωντανά στη φωτιά.

Κάθε τόσο τραβούσαν έναν Έλληνα κοντά στις πυρές και τον βασάνιζαν. Κάρφωναν τα αφτιά τους πάνω σε πάγκους, άδειαζαν με το φτυάρι κάρβουνα στο στόμα τους, που το άνοιγαν με ρόπαλα, ξεκολλούσαν με πυρωμένες τανάλιες κομμάτια από τις σάρκες τους.
...
Ο Στρέιτ περιγάφει την τρομακτική κηνή του μαρτυρίου. Δυο κακούργοι άρπαζαν έναν Έλληνα ή μια Ελληνίδα τους αβασήκωναν ψηλά και τους κάθιζαν με δύναμη πάνω στο κοφτερό και μυτερό σιδεροπάλουκο, έτσι που η αιχμή περνώντας από τα σπλάχνα έφτανε στο στήθος. Παλούκωσαν σαραντατέσσερες. Έτσι καρφωμένοι σπαρταρούσαν σαν τα σκαθάρια που τα παιδιά διατρυπούν με βελόνα για να διασκεδάσουν. Ένα ουρλιαχτό θανατερής αγωνίας υψωνόταν ως τον ουρανό. Κρατούσε μια περίπου ώρα, έσβημε και τα κεφάλια έγερναν στο πλάι».

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Α΄, σ. 151 κ. επ., εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.
[2] Constantinopel im Jahre 1821 oder Darstellung der blutigen und Hoechst schauderhaften Begebenheiten welche sich in dieser Hauptstadt, seit dem Ausbruche des Krieges, zwischen der Turkei und Griechenland ereignet haben. Von einem Augenzeugen der seit 1815 in Constantinopel gewohnt hat mehrmals in Todesgefahr schwebte, und auf eine wundebare Weise sein Leben rettete, Leipzig 1822.
[3] Έχουμε την αφήγηση ενός αυτόπτη Κεφαλονίτη: «Ευθύς αλαλαγμός μέγας, τρέχοντας οι Τούρκοι να αγοράζουν άρματα από το Παζάρι. Άρχισαν λοιπόν ημέρα και νύχτα να ρίχνουν πιστολιές τόσον και έμπροσθεν εις τον σουλτάνον, εις των Γραικών τα οσπίτια. Τρόμος και φόβος, εγκαστρωμένες αποβάλθησαν, γραίες και νέες ετρελλάθησαν» (Γ. Π. Αγγελόπουλου)

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

παλαιοΟθωμανικός δεσποτισμός

Περί Ρήγα του Βελενστινλή και των συν αυτώ μαρτυρησάντων[1]

Εκ των εν Bιέννη αρχείων εξαχθέντων και δημοσιευθέντων υπό Αιμυλίου Λεγγράν καθηγητού της νέας Ελληνικής γλώσσης εν τη εθνική σχολή των Ανατολικών γλωσσών εν Παρισίοις μετά μεταφράσεως Ελληνικής υπό Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου, καθηγητού της ιστορίας του εθνικού Πανεπιστημίου εν Αθήναις.

Υπουργείον Εσωτερικών
Έκθεσις

Ο υποφαινόμενος έχει να προσθέση εις τας παρατηρήσεις περί της εκθέσεως της αναφερομένης εις τους Έλληνας και τα εξής :

Κατά τους λόγους του γνωστού Έλληνος Ν. Πολυζώη ως προς την ελευθέρωσιν της Ελλάδος είνε και μένει μεμαρτυρημένον γεγονός, ότι οι Έλληνες εν Κωνσταντινουπόλει ήδη αφ’ ικανού ρόνου ευρίσκονται εις διαπραγματεύσεις προς τους Γάλλους, όπως διά Γαλλικής βοηθείας απαλλαγώσι του Τουρκικού ζυγού. Η δε υπόθεσις λεπτομερέστερον έχει ως εξής :

Τύκας τις (ίσως Δούκας) εκ Κωνσταντινουπόλεως, ως και διάφοροι άλλοι εκ του Μωρέως (Πελοποννήσου) και του Αιγαίου Πελάγους διέτριψαν εφ’ ικανόν χρόνον εν Παρισίοις, Λονδίνω και Αμστελοδάμω. Τοιούτων δε οι εν Παρισίοις εζήτησαν την βοήθειαν των Γάλλων προς απελευθέρωσιν από των Τούρκων, εις αντάλλαγμα δε υπεσχέθησαν οι Έλληνες εις τους Γάλλους να παραχωρήσωσιν εις αυτούς Ελληνικάς τινάς νήσους και να διεξάγωσιν εν τη Ανατολή το εμπόριον μόνον μετά των Γάλλων.

Η πρότασις αύτη έτυχε της επιδοκιμασίας πολλών Γάλλων τόσω μάλλον, καθόσον οι Τούρκοι δεν ήσαν ευμενείς προς τους Γάλλους.
...
Καίτοι δε μετά ταύτα οι Γάλλοι συνήψαν στενήν φιλίαν προς τους Τούρκους, ουχ’ ήττον εύρον οι Έλληνες πάντοτε παρά τοις Γάλλοις φίλους, και διά τούτο δεν εγκατελείφθη το περί απελευθερώσεως αυτών σχέδιον. Άρχονται δ’ εκ νέου και πάλιν αι ενέργειαι, επειδή η τύχη του πολέμου ηυνόησε τα όπλα των Γάλλων εν Ιταλία, και οι Γάλλοι κατά την δοθείσάν ποτε υπόσχεσιν άρχονται συνδεόμενοι προς τους Έλληνας.
...
Επειδή λοιπόν ως εξάγεται εκ των λόγων Ελλήνων λογίων ενταύθα διατριβόντων και εκ των παρατηρήσεων του Ν. Πολυζώη πολλοί Έλληνες και Ιλλιριοί Χριστιανοί ευρίσκονται εις σχέσιν προς τους Ιταλούς και συμμετέχωσι του σχεδίου τούτου της απελευθερώσεως, ουδέν άπορον, ότι τα Ιλλυρικά και Κροατικά στρατεύματα δεν εκτελούσι το καθήκον των, αλλ’ ως οι Έλληνες έμποροι συμμεταβάλλονται προς τας περιστάσεις.

Το σχέδιον των Ελλήνων περί ελευθερώσεως βαίνει και περαιτέρω. Σκέπτονται δηλαδή όταν η Ιταλία τύχη διά των Γάλλων της λεγομένης ελευθερίας, να ενωθώσι καθ’ ολοκληρίαν μετά των Ιταλών, όταν δε εκλείπη η Βενετική Αριστοκρατία, ήτις κατά το σήμερον κρατούν πολίτευμα μέλλει καταλυθή, η δε Βενετία μεταβληθή εις τελείαν δημοκρατίαν, θέλουσι να προσεταιρισθώσι τη επινεύσει των Βενετών, τον Βενετικόν στόλον, όστις άλλως έχει πολλούς Έλληνας και Αλβανούς εν τοις πληρώμασι και τότε να ανησυχώσιν εν τοις ύδασι τούτους εκ των Ελληνικών νήσων και του Μωρεώς τους Τούρκους, να προσβάλλωσι δε αυτούς και από ξηράς διά των επί τούτω ωρισμένων ανταρτών.

Εν Βιέννη, 27 Νοεμβρίου 1796
(Υπογ. διαγεγραμμένη)

[1] Γιώργης Έξαρχος, «Ρήγας Βελεστινλής», σ. 336-338, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Διδάγματα από τη δημοσιονομική μας Ιστορία


Ιστορίες απ’ τους χρόνους της ελεύθερης Ελλάδας[1]
[περί του χρέους των Γραικύλων]

Η πορεία της (ευρωπαϊκής) ολοκλήρωσης θα εξαρτηθεί και από εξωτερικούς παράγοντες. Οι εξωτερικές πιέσεις και απειλές έχουν, στο παρελθόν, επενεργήσει ευεργετικά, από την άλλη όμως πλευρά η ενίσχυση της παγκόσμιας συνεργασίας και η εξεύρεση λύσεων στα διεθνή προβλήματα, στο πλαίσιο του συστήματος του ΟΗΕ μπορεί ν’ αποδυναμώσει τις προσπάθειες συσσωμάτωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Για την Ελλάδα, η συμμετοχή στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ αποτελεί αδήριτη εθνική ανάγκη. Η μη συμμετοχή θα οδηγούσε τη χώρα στη μετατόπισή της στο δεύτερο ομόκεντρο κύκλο, στον οποίο ως το τέλος του αιώνα θα συμμετέχουν χώρες όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβακία και η Σλοβενία.

Αν τα κριτήρια συμμετοχής στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ δεν αναθεωρηθούν το 1996, είναι αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπορέσει να συμμετάσχει σ’ αυτό το σάδιο πριν από τον επόμενο αιώνα. Το 1993 το δημόσιο χρέος είχε φτάσει στο 116% του ΑΕΠ[2] αντί του 60% που προβλέπεται στο πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος. Για ν’ ανατραπεί αυτή η σχέση πρέπει στα επόμενα χρόνια ν’ αυξηθεί δραστικά το ΑΕΠ και να υπάρξουν μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα στον κρατικό προϋπολογισμό, με την πάταξη της φοροδιαφυγής και την εξυγίανση του δημοσίου τομέα. Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν προβλέπεται να επηρεάσει αρνητικά τις δημόσιες επενδύσεις.

[1] Κωνσταντίνος Α. Στεφάνου, «Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση», σ. 256-257, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1993.
[2] εν έτει 2010, με το δημόσιο χρέος στο 115% του ΑΕΠ, η χώρα παραδίδεται αμαχητί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ... άλλες εποχές, άλλα ήθη !

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

σαν από τα παραμύθια

Ο φύλακας της πολιτείας[1]
και οι λωποδύτες

Η κυρά αλεπού αποφάσισε να κάμει επίσκεψη στην κοινότητα. Αφού ήρθαν ξένοι, πώς μπορεί να μην τους πει το καλωσόρισες ;

Κίνησε λοιπόν από την τρύπα της κι ήρθε. Μέτρησε τις κατοικίες : μία, δύο, τρεις ... πέντε ... οχτώ.

«Πωπώ», είπε, «τί μεγάλη πολιτεία !».

Πλησίασε και τις κοίταξε από κοντά μια – μια. Έπειτα έβαλε το αυτί της ν’ αφουγκραστεί.

Μόνο η αναπνοή των κατοίκων ακούστηκε. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και κοιμόταν βαθιά. Τέτοια ώρα κάνει η αλεπού τις επισκέψεις της.

Περπατούσε σιγά πολύ, από ευγένεια μήπως ξυπνήσει κανένα. Είδε το μεγειρειό κάτω από το πεύκο, κοίταξε τη μεγάλη κατσαρόλα που γυάλιζε από την πάστρα, είδε την κουτάλα βαλμένη στη θέση της, είδε και την πατσαβούρα.

«Όλα νοικοκυρεμένα», είπε. «Ας δω και το κοτέτσι, τό ‘χουν καλά ;»
...
Ως τώρα η κοινότητα δε φρόντιζε να φυλάξει την περιουσία της. Τα καταστήματά της ήταν ανοιχτά. Ούτε ντουλάπι, ούτε συρτάρι πουθενά, ούτ’ ένα κλειδί.

Η αλεπού όμως δεν το βρήκε σωστό αυτό. Μια πολιτεία πρέπει να έχει κι ένα φύλακα.

Στη θέση αυτή διορίστηκε μοναχή της. Κι έκαμε πολύ καλά. Ποιός άλλος να την πάρει ; Μήπως το κουνάβι, μήπως η νυφίτσα ; Αυτοί δεν είναι για τέτοια υπηρεσία.

«Είναι λωποδύτες !» λέει η αλεπού.

[1] Ζαχαρία Παπαντωνίου, «τα ψηλά βουνά», σ. 64-65, Εστία 1991.