Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Πειρατική ... αδεία !

Πόλεμος και Ειρήνη

και η κάμψη της Ελληνικής αντίστασης

«Οι ευρύτερες μάζες, το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους …»

Ο καθηγητής Παναγιώτης Κονδύλης υπήρξε ένα από τα πλέον δυνατά μυαλά του νέου Ελληνισμού. Ήταν ένας από τους τελευταίους μύστες της γεωπολιτικής αλήθειας. Καθηγητής στην Γερμανία, όπου και διέπρεψε, ήταν φυσικό να είναι ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της γερμανικής σχολής. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το απόσπασμα που σας παραθέτουμε και που αποτελεί μέρος ειδικής εργασίας του καθηγητού Κονδύλη για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις :

«Π. Κονδύλη, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις»

«Οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. Καμιά συμμαχία και καμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτισης»

Τα «δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης».

Η λύση του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας όχι σε λογιστική αλλά σε παραγωγική βάση αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής.

Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπιστούν με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθμητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από την άνοδο του τουρισμού δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία_


Η προσπάθεια αυτή είναι απαραίτητη, γιατί στην τωρινή συγκυρία, που είναι δυσμενέστατη για την Ελλάδα, έχει προέχουσα σημασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απωλεσθεί έδαφος, με την ελπίδα ότι μελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισμό δυνάμεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας και θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει μιαν ιστορική ανάσα. Αν, όμως, απολεσθεί έδαφος στο προσεχές διάστημα, οι απώλειες θα είναι ανεπανόρθωτες και πιθανότατα μοιραίες.

Φυσικά, οι ελπίδες δεν ισοδυναμούν με βεβαιότητες. Ας υπογραμμίσουμε ακόμη μία φορά ότι η βαθύτερη αιτία της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισμική ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στην συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών.

Σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, όπως ο δημογραφικός, ξέρουμε από τώρα ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Αν θέλουμε να παραμείνουμε νηφάλιοι, έστω και με αντίτιμο την απαισιοδοξία, οφείλουμε να πούμε ότι και σε άλλα πεδία στρατηγικής σημασίας αρχίζουν να παγιώνονται αναντίστροφες εξελίξεις.

Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική.

Η διακήρυξη «δεν παραχωρούμε τίποτε» δεν έχει έμπρακτο αντίκρισμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών, ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγματα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την ΕΕ αποδεικνύοντας έτσι, άθελά της, πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς μέσω του «ευρωπαϊκού δρόμου» και της επιρροής των Ευρωπαίων εταίρων.

Τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλμένοι ή έστω συζητήσιμοι χειρισμοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόμενα μιας βαθύτερης ιστορικής κόπωσης, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παράλυσης.

Στον βαθμό που η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αυγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμη ηδονικότερη, εφόσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού οι Έλληνες θα συνηθίσουν, σιγά – σιγά, να ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό».

Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο : Η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση. Και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο, ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

Οι μετριότητες, οι υπομετριότητες και οι ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βαθμού – ίσως να καταρρεύσουν ακόμη και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στην μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική ;

Οι ευρύτερης μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο βραχυπρόθεσμής αυτοσυντήρησης, έχουν βρει την δική τους ψυχολογικά βολική λύση :

Το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους : από την φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, την χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της ΕΕ) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις Ελληνoκεντρικές» ή «εξευρωπαϊστικές», αδιάφορο).

Στις τραγωδίες ή τις κωμωδίες που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση θα τις γράψουν, ίσως, άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νου η τετριμμένη αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία : «όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται»

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Φιλοσοφία

Για το μέτρο και την συμμετρία[1]
(ή περί της ουσίας της ισχύος)

Αυτό, λοιπόν, το αγαθό πρέπει να το αναζητούμε στο μέτρο και στην συμμετρία, και γενικά στα όρια (του μέτρου) και όχι στην αμετρία ούτε στην αοριστία και στην διαρκή πλεονεξία. Και αν αυτό, που είναι περισσότερο, είναι συνάμα και καλλίτερο, θα δημιουργούσε την απορία γιατί τέλος πάντων δεν είναι καλλίτερο και ωραιότερο το περισσότερο, αλλά είναι καλλίτερο αυτό που δεν υπερβαίνει το μέτρο, (θα παρατηρούσε δε κανείς) ότι αυτό (το αγαθό) δεν βρίσκεται κυρίως στο πλήθος και στον μεγαλύτερο όγκο ούτε γενικά σε αυτό που υπερτερεί σε ποσότητα αλλά υπάρχει πάντοτε και, κυρίως, σε αυτό που είναι εκ φύσεως άφθαρτο. Εκ φύσεως (δε) ταιριάζει με το άφθαρτο κυρίως αυτό που είναι ένα και μάλλον ενωμένο. Περίσσότερο δε είναι ενωμένο το απλό από το σύνθετο, το σύμμετρο από το ασύμμετρο, τα ανάλογα από τα μη ανάλογα. Γιατί το ίδιο το μέτρο και ο ίδιος λόγος ενώνει πάρα πολύ αυτά που γίνονται κοινά και αυτά που μετρώνται και αυτά που είναι ανάλογα. Αυτά δε (τα πράγματα) που δεν αποτελούνται από σύμμετρα μέρη, ή που δεν έχουν κάποια αναλογία, ούτε τηρούν το μέτρο σε αυτά που ανήκουν και στα οποία τυγχάνει να είναι μέρη, (αυτά) πάρα πολύ απέχουν από το να είναι άφθαρτα, επειδή δεν είναι ενωμένα. Γι’ αυτό, το πιο πολύ και πιο ωραίο και πιο καλό βρίσκεται, κυρίως και πάντοτε, στο όριο και στο μέτρο και όχι στο περισσότερο και στο τελείως αόριστο.


[1] Πλήθωνος, Νόμων Συγγραφή, Βιβλίον Γ΄, ΙΑ΄, σ. 42-43, ελεύθερη σκέψις 1997.

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

Οθωμανικός πολιτισμός ...

Αληθινές ιστορίες από την ΕλληνοΤουρκική συμβίωση[1]

Μια από τις πρώτες και σημαντικώτερες προσωπικές μαρτυριές για τις σφαγές της Πόλης, που είδε το φως στην Ευρώπη, ήταν το χρονικό του Γερμανού Ιωάννη Βίλχελμ Αύγουστου Στρέιτ. Νεαρός τεχνίτης ο Στρέιτ εργαζόταν στην Κωνσταντινούπολη και βρέθηκε μέσα στη δίνη των αγριοτήτων που ξέσπασαν μόλις έφθασε η είδηση για την εισβολή του Υψηλάντη στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Ο Στρέιτ, που κινδύνεψε πολλές φορές στους μήνες του κατατρεγμού των Ελλήνων, έγραψε ένα χρονικό που κυκλοφόρησε αρχές του 1822 στη Λειψία[2]. Είναι μια συγκλονιστική περιγραφή της τραγωδίας του Ελληνισμού της Πόλης.

Το βιβλίο του Στρέιτ αποτελεί ένα πολύτιμο ντοκουμέντο. Τις φρικαλέες σκηνές που ιστορεί με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και σχολαστική ακρίβεια δεν τις γνωρίζουμε από άλλη πηγή.

Την πρώτη κιόλας μέρα έγιναν διακόσιες συλλήψεις κορυφαίων Ελλήνων της Πόλης. Πολλοί απ’ αυτούς κακοποιήθηκαν άγρια από το πλήθος καθώς μεταφέρονταν στις φυλακές Κατροσάν. ...

... «Ο οθωμανικός όχλος, σε φοβερή έξαψη, ρίχτηκε στα σπίτια των Ελλήνων αρχόντων και άρχισε τη λεηλασία. Βασάνιζαν τους ενοίκους με θηριωδία, έκοβαν μύτες και αφτιά και τους γκρέμιζαν ύστερα από τα παράθυρα στο δρόμο».

... «Μέσα σε μια ώρα η απέραντη Κωνσταντινούπολη έγινε θέατρο αιματηρών και φρικαλέων σκηνών»[3]. Το πλήθος κατέλαβε τις φυλακές του κατροσάν και άρπαξε τους 186 Έλληνες. Οι Τούρκοι σκότωσαν πολλούς επιτόπου και άλλους «τους έδεσαν με σκοινιά και τους έσερναν στα καλνερίμια, ώσπου οι σάρκες αποκολλήθηκαν από τα οστά και οι δύστυχοι βρήκαν πικρό θάνατο».

Έδεναν τα πόδια και τα χέρια των Ελλήνων με σκοινιά και τα τραβούσαν από όλες τις μεριές διαμελίζοντάς τα. Έκοβαν τα κεφάλια τους, τα κάρφωναν στις αιχμές των σπαθιών και τα τριγύριζαν στους δρόμους θριαμβικά. ...

Άναψαν φωτιές σε όλους τους δρόμους και εκεί βασάνιζαν τους Έλληνες. «Πύρωναν στη φλόγα τα μεταλλικά τμήματα των όπλων και τα έμπηγαν στα ξεγυμνωμένα κορμιά. Τους έψηναν στα κάρβουνα σιγά-σιγά, πρώτα τα πόδια, ύστερα τα χέρια και ολόκληρο το κορμί ώσπου να ξεψυχήσουν. Περνούσαν πυρακτωμένα σύρματα στη μύτη, έκαιγαν τα βλέφαρα των θυμάτων με πυρωμένα σίδερα».

Το άλλο πρωί είδε πολλούς Έλληνες, άνδρες και γυνάικες, κρεμασμένους ανάποδα από τα παράθυρά τους. «Τα θύματα σπαρταρούσαν και ούρλιαζαν. Στα οπίσθια πολλών είχαν καρφώσει μαχαίρια και σπαθιά. Κάθε τόσο έκοβαν και ένα κομμάτι σάρκα».
...
«Εκείνο ρο πρωινό γύρω στα 4.000 πτώματα και των δύο φύλων, κεφάλια, πόδια, κείτονταν στους δρόμους της Πόλης. Χωρίς να λογαριάσουμε όσους σκοτώθηκαν στα σπίτια τους ή κρεμάστηκαν από τα παράθυρα.

Ο ναρός Στρέιτ παρακολούθησε τη φοερή σφαγή από το εργαστήριο του αφεντικού του, που βρισκόταν στην πλατεία του Μουφτή. «Μόνο σ’ αυτή την πλατεία μέτρησα γύρω στα 300 πτώματα. Βραβεία ορίζονταν για την επινόηση των πιο φριχτών βασανιστηρίων».
...
Στο μεταξύ άλλοι Τούρκοι στερέωναν στο χώμα πολλές σιδερένιες σούβλες. Εκεί θα κάθιζαν τα θύματά τους για να παραδώσουν το πνεύμα σφαδάζοντας. ... Οι σούβλες ήταν ογδόντα περίπου. Γύμνωσαν τους Έλληνες – γύρω στους 65 νέοι, γέροι, γυναίκες – και τους κύκλωσαν με ξαθηκαρωμένα σπαθιά, μπροστά στις σούβλες.

Αλλά ήρθε η νύχτα. Η βασανιστική εκτέλεση αναβαλλόταν. Έστησαν καζάνια πάνω στις φωτιές και ετοίμασαν πόντσι. Μεθούσαν και αλάλαζαν. Κατά τα μεσάνυχτα έφεραν και άλλους Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, ανάμεσά τους και τρία μικρά παιδιά. Τα σούβλισαν με τα σπαθιά και τα έρριξαν ζωντανά στη φωτιά.

Κάθε τόσο τραβούσαν έναν Έλληνα κοντά στις πυρές και τον βασάνιζαν. Κάρφωναν τα αφτιά τους πάνω σε πάγκους, άδειαζαν με το φτυάρι κάρβουνα στο στόμα τους, που το άνοιγαν με ρόπαλα, ξεκολλούσαν με πυρωμένες τανάλιες κομμάτια από τις σάρκες τους.
...
Ο Στρέιτ περιγάφει την τρομακτική κηνή του μαρτυρίου. Δυο κακούργοι άρπαζαν έναν Έλληνα ή μια Ελληνίδα τους αβασήκωναν ψηλά και τους κάθιζαν με δύναμη πάνω στο κοφτερό και μυτερό σιδεροπάλουκο, έτσι που η αιχμή περνώντας από τα σπλάχνα έφτανε στο στήθος. Παλούκωσαν σαραντατέσσερες. Έτσι καρφωμένοι σπαρταρούσαν σαν τα σκαθάρια που τα παιδιά διατρυπούν με βελόνα για να διασκεδάσουν. Ένα ουρλιαχτό θανατερής αγωνίας υψωνόταν ως τον ουρανό. Κρατούσε μια περίπου ώρα, έσβημε και τα κεφάλια έγερναν στο πλάι».

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Α΄, σ. 151 κ. επ., εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.
[2] Constantinopel im Jahre 1821 oder Darstellung der blutigen und Hoechst schauderhaften Begebenheiten welche sich in dieser Hauptstadt, seit dem Ausbruche des Krieges, zwischen der Turkei und Griechenland ereignet haben. Von einem Augenzeugen der seit 1815 in Constantinopel gewohnt hat mehrmals in Todesgefahr schwebte, und auf eine wundebare Weise sein Leben rettete, Leipzig 1822.
[3] Έχουμε την αφήγηση ενός αυτόπτη Κεφαλονίτη: «Ευθύς αλαλαγμός μέγας, τρέχοντας οι Τούρκοι να αγοράζουν άρματα από το Παζάρι. Άρχισαν λοιπόν ημέρα και νύχτα να ρίχνουν πιστολιές τόσον και έμπροσθεν εις τον σουλτάνον, εις των Γραικών τα οσπίτια. Τρόμος και φόβος, εγκαστρωμένες αποβάλθησαν, γραίες και νέες ετρελλάθησαν» (Γ. Π. Αγγελόπουλου)

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

παλαιοΟθωμανικός δεσποτισμός

Περί Ρήγα του Βελενστινλή και των συν αυτώ μαρτυρησάντων[1]

Εκ των εν Bιέννη αρχείων εξαχθέντων και δημοσιευθέντων υπό Αιμυλίου Λεγγράν καθηγητού της νέας Ελληνικής γλώσσης εν τη εθνική σχολή των Ανατολικών γλωσσών εν Παρισίοις μετά μεταφράσεως Ελληνικής υπό Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου, καθηγητού της ιστορίας του εθνικού Πανεπιστημίου εν Αθήναις.

Υπουργείον Εσωτερικών
Έκθεσις

Ο υποφαινόμενος έχει να προσθέση εις τας παρατηρήσεις περί της εκθέσεως της αναφερομένης εις τους Έλληνας και τα εξής :

Κατά τους λόγους του γνωστού Έλληνος Ν. Πολυζώη ως προς την ελευθέρωσιν της Ελλάδος είνε και μένει μεμαρτυρημένον γεγονός, ότι οι Έλληνες εν Κωνσταντινουπόλει ήδη αφ’ ικανού ρόνου ευρίσκονται εις διαπραγματεύσεις προς τους Γάλλους, όπως διά Γαλλικής βοηθείας απαλλαγώσι του Τουρκικού ζυγού. Η δε υπόθεσις λεπτομερέστερον έχει ως εξής :

Τύκας τις (ίσως Δούκας) εκ Κωνσταντινουπόλεως, ως και διάφοροι άλλοι εκ του Μωρέως (Πελοποννήσου) και του Αιγαίου Πελάγους διέτριψαν εφ’ ικανόν χρόνον εν Παρισίοις, Λονδίνω και Αμστελοδάμω. Τοιούτων δε οι εν Παρισίοις εζήτησαν την βοήθειαν των Γάλλων προς απελευθέρωσιν από των Τούρκων, εις αντάλλαγμα δε υπεσχέθησαν οι Έλληνες εις τους Γάλλους να παραχωρήσωσιν εις αυτούς Ελληνικάς τινάς νήσους και να διεξάγωσιν εν τη Ανατολή το εμπόριον μόνον μετά των Γάλλων.

Η πρότασις αύτη έτυχε της επιδοκιμασίας πολλών Γάλλων τόσω μάλλον, καθόσον οι Τούρκοι δεν ήσαν ευμενείς προς τους Γάλλους.
...
Καίτοι δε μετά ταύτα οι Γάλλοι συνήψαν στενήν φιλίαν προς τους Τούρκους, ουχ’ ήττον εύρον οι Έλληνες πάντοτε παρά τοις Γάλλοις φίλους, και διά τούτο δεν εγκατελείφθη το περί απελευθερώσεως αυτών σχέδιον. Άρχονται δ’ εκ νέου και πάλιν αι ενέργειαι, επειδή η τύχη του πολέμου ηυνόησε τα όπλα των Γάλλων εν Ιταλία, και οι Γάλλοι κατά την δοθείσάν ποτε υπόσχεσιν άρχονται συνδεόμενοι προς τους Έλληνας.
...
Επειδή λοιπόν ως εξάγεται εκ των λόγων Ελλήνων λογίων ενταύθα διατριβόντων και εκ των παρατηρήσεων του Ν. Πολυζώη πολλοί Έλληνες και Ιλλιριοί Χριστιανοί ευρίσκονται εις σχέσιν προς τους Ιταλούς και συμμετέχωσι του σχεδίου τούτου της απελευθερώσεως, ουδέν άπορον, ότι τα Ιλλυρικά και Κροατικά στρατεύματα δεν εκτελούσι το καθήκον των, αλλ’ ως οι Έλληνες έμποροι συμμεταβάλλονται προς τας περιστάσεις.

Το σχέδιον των Ελλήνων περί ελευθερώσεως βαίνει και περαιτέρω. Σκέπτονται δηλαδή όταν η Ιταλία τύχη διά των Γάλλων της λεγομένης ελευθερίας, να ενωθώσι καθ’ ολοκληρίαν μετά των Ιταλών, όταν δε εκλείπη η Βενετική Αριστοκρατία, ήτις κατά το σήμερον κρατούν πολίτευμα μέλλει καταλυθή, η δε Βενετία μεταβληθή εις τελείαν δημοκρατίαν, θέλουσι να προσεταιρισθώσι τη επινεύσει των Βενετών, τον Βενετικόν στόλον, όστις άλλως έχει πολλούς Έλληνας και Αλβανούς εν τοις πληρώμασι και τότε να ανησυχώσιν εν τοις ύδασι τούτους εκ των Ελληνικών νήσων και του Μωρεώς τους Τούρκους, να προσβάλλωσι δε αυτούς και από ξηράς διά των επί τούτω ωρισμένων ανταρτών.

Εν Βιέννη, 27 Νοεμβρίου 1796
(Υπογ. διαγεγραμμένη)

[1] Γιώργης Έξαρχος, «Ρήγας Βελεστινλής», σ. 336-338, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Διδάγματα από τη δημοσιονομική μας Ιστορία


Ιστορίες απ’ τους χρόνους της ελεύθερης Ελλάδας[1]
[περί του χρέους των Γραικύλων]

Η πορεία της (ευρωπαϊκής) ολοκλήρωσης θα εξαρτηθεί και από εξωτερικούς παράγοντες. Οι εξωτερικές πιέσεις και απειλές έχουν, στο παρελθόν, επενεργήσει ευεργετικά, από την άλλη όμως πλευρά η ενίσχυση της παγκόσμιας συνεργασίας και η εξεύρεση λύσεων στα διεθνή προβλήματα, στο πλαίσιο του συστήματος του ΟΗΕ μπορεί ν’ αποδυναμώσει τις προσπάθειες συσσωμάτωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Για την Ελλάδα, η συμμετοχή στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ αποτελεί αδήριτη εθνική ανάγκη. Η μη συμμετοχή θα οδηγούσε τη χώρα στη μετατόπισή της στο δεύτερο ομόκεντρο κύκλο, στον οποίο ως το τέλος του αιώνα θα συμμετέχουν χώρες όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβακία και η Σλοβενία.

Αν τα κριτήρια συμμετοχής στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ δεν αναθεωρηθούν το 1996, είναι αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπορέσει να συμμετάσχει σ’ αυτό το σάδιο πριν από τον επόμενο αιώνα. Το 1993 το δημόσιο χρέος είχε φτάσει στο 116% του ΑΕΠ[2] αντί του 60% που προβλέπεται στο πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος. Για ν’ ανατραπεί αυτή η σχέση πρέπει στα επόμενα χρόνια ν’ αυξηθεί δραστικά το ΑΕΠ και να υπάρξουν μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα στον κρατικό προϋπολογισμό, με την πάταξη της φοροδιαφυγής και την εξυγίανση του δημοσίου τομέα. Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν προβλέπεται να επηρεάσει αρνητικά τις δημόσιες επενδύσεις.

[1] Κωνσταντίνος Α. Στεφάνου, «Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση», σ. 256-257, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1993.
[2] εν έτει 2010, με το δημόσιο χρέος στο 115% του ΑΕΠ, η χώρα παραδίδεται αμαχητί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ... άλλες εποχές, άλλα ήθη !

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

σαν από τα παραμύθια

Ο φύλακας της πολιτείας[1]
και οι λωποδύτες

Η κυρά αλεπού αποφάσισε να κάμει επίσκεψη στην κοινότητα. Αφού ήρθαν ξένοι, πώς μπορεί να μην τους πει το καλωσόρισες ;

Κίνησε λοιπόν από την τρύπα της κι ήρθε. Μέτρησε τις κατοικίες : μία, δύο, τρεις ... πέντε ... οχτώ.

«Πωπώ», είπε, «τί μεγάλη πολιτεία !».

Πλησίασε και τις κοίταξε από κοντά μια – μια. Έπειτα έβαλε το αυτί της ν’ αφουγκραστεί.

Μόνο η αναπνοή των κατοίκων ακούστηκε. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και κοιμόταν βαθιά. Τέτοια ώρα κάνει η αλεπού τις επισκέψεις της.

Περπατούσε σιγά πολύ, από ευγένεια μήπως ξυπνήσει κανένα. Είδε το μεγειρειό κάτω από το πεύκο, κοίταξε τη μεγάλη κατσαρόλα που γυάλιζε από την πάστρα, είδε την κουτάλα βαλμένη στη θέση της, είδε και την πατσαβούρα.

«Όλα νοικοκυρεμένα», είπε. «Ας δω και το κοτέτσι, τό ‘χουν καλά ;»
...
Ως τώρα η κοινότητα δε φρόντιζε να φυλάξει την περιουσία της. Τα καταστήματά της ήταν ανοιχτά. Ούτε ντουλάπι, ούτε συρτάρι πουθενά, ούτ’ ένα κλειδί.

Η αλεπού όμως δεν το βρήκε σωστό αυτό. Μια πολιτεία πρέπει να έχει κι ένα φύλακα.

Στη θέση αυτή διορίστηκε μοναχή της. Κι έκαμε πολύ καλά. Ποιός άλλος να την πάρει ; Μήπως το κουνάβι, μήπως η νυφίτσα ; Αυτοί δεν είναι για τέτοια υπηρεσία.

«Είναι λωποδύτες !» λέει η αλεπού.

[1] Ζαχαρία Παπαντωνίου, «τα ψηλά βουνά», σ. 64-65, Εστία 1991.

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

μυθιστορία

Η πιο ένδοξη φυλή του κόσμου[1]

Ως και τα τραίνα κουνούσαν εδώ πέρα περισσότερο ! Πόσες φορές δε χτύπησε δεξιά κι’ αριστερά στους διαδρόμους των βαγονιών που αναγκάστηκε να διασχίσει ως που να ξαναβρεθεί στο διαμέρισμα με το κρεβάτι του. Και τί ιδέα, να μη βάζουν στο συρμό το εστιατόριο δίπλα στην κλινάμαξα !

Όλα στραβά καθώς έμπαινε στην Εγγύς Ανατολή.

Αμ’ η ώρα ; ... Κλείνοντας πίσω του την πόρτα κοίταξε το ρολόι του : εννιά ! Ποτέ στη ζωή του, από τα παιδικά του χρόνια, ποτέ δεν είχε πάρει πρωινό τόσο νωρίς. Στη Δύση, στον πολιτισμένο κόσμο, πουθενά δε σε ξυπνούσαν στα τραίνα για πρωινό, εκτός αν κόντευες να φτάσεις στο τέρμα του ταξιδιού. Αυτά έπρεπε νάναι κανονισμοί διεθνείς.

Μα δε βαριέσαι ! ... Για κανονισμούς θα μιλούσε αφού διασχίζανε πια τη Σερβία. Οι υπάλληλοι του εστιατορίου, σαν καλοί ντόπιοι, θα ξυπνούσαν αυγή – αυγούλα και θα θεωρούσαν τώρα πως η ώρα ήταν πολύ περασμένη. Αυτό ήταν όλο.

Ο Νικήτας Κωλέτης έβγαλε τα σταχτιά ταξιδιωτικά γάντια και τ’ ακούμπησε με κάποια σιχασιά στην άκρη του πράσινου καναπέ που είχε αντικαταστήσει στο μεταξύ το κρεβάτι του. Ως που να πάει στο βαγόνι – εστιατόριο και νάρθει πίσω, τα καθαρά σταχτιά γάντια που είχε βάλει εκείνο το πρωί είχαν κιόλας λερωθεί. Ίσως επειδή εδώ κανένα τραίνο δεν κινείται με ηλεκτρισμό. Ή επειδή χρησιμοποιούν ελεεινό κάρβουνο και παλιές μηχανές, εκείνες που στις πλούσιες χώρες τις πουλούσαν για παλιοσίδερα. Ποιός τα ξέρει ; Μια φορά, κι’ απ’ αυτή τη λεπτομέρεια καταλάβαινες πως είχες πια προχωρήσει στα Βαλκάνια, στα βρώμικα και απολίτιστα Βαλκάνια που με πολλή επιτυχία συμβόλισαν αμέσως τα λερωμένα γάντια του.

Κι’ απόψε στην Ελλάδα !

Σε δεκαπέντε – δεκαέξι ώρες, δηλαδή, θα κατέβαινε από το τραίνο, θα ξαναπατούσε το ελληνικό χώμα !

Τί περίεργο ! Κόντευαν είκοσι χρόνια από τότε που είχε φύγει και τώρα που ξαναγύριζε δεν αισθανόταν καμιά συγκίνηση. Για πρώτη φορά ύστερ’ από τόσα χρόνια θα ξανάβλεπε απόψε τη Λάρισα, αργότερα την Αθήνα, και τίποτα δε σάλευε μέσα του. Ούτε χαρά, ούτε περιέργεια, ούτε συγκίνηση, ούτε κανένα σκίρτημα από παλιές αναμνήσεις. Κι’ αν με το ζόρι έπρεπε να βρει κάποιο αίσθημα μέσα του, θάταν μια άρνηση, μια αποστροφή.
...
Ορίστε λοιπόν, να πηγαίνει τώρα εκεί, ενώ είχε αρχίσει τούτος ο μεγάλος μα μουντός πόλεμος, που δεν ήξερες πότε θ’ άναβε πραγματικά, πόσο και προς τα πού θα απλωνόταν.

Μη τυχόν απλωνόταν και στην Ελλάδα τις λίγες μέρες ή βδομάδες που θάμενε κει ;

Η σκέψη τον τρόμαξε.

«Απολίτιστος τόπος», συλλογίστηκε. «Απ’ τον καιρό που σχημάτισα δική μου κρίση μού φέρνει δυσφορία και κάποια σιχασιά. Μα και τί να του θυμηθώ ;»
...
Ήττα, φυγή, κοπάδι η προσφυγιά, ελεημοσύνη από τους ξένους.
...
Τότε άρχισε να καταλαβαίνει πως όσα είχε ακούσει από τον παππού του και τους Έλληνες δασκάλους του για τη δύναμη και για το μεγαλείο της Ελλάδας ήταν ένα κωμικό παραμύθι. Ένα παραμύθι που τόχαν πλάσει οι Έλληνες, ίσως για να σκεπάσουν τη φριχτή κακομοιριά τους ή για να παρηγορηθούν από δαύτην. Τί αποκάλυψη και τί απογοήτευση ! Γιατί κι’ ο ίδιος δεν ήταν βέβαια αετός, μα παρηγοριόταν με τη σκέψη πως ανήκε στην πιο ένδοξη φυλή του κόσμου !

Μαύρα χρόνια, μαύρα και κρύα ...

[1] Ευαγγέλου Αβέρωφ – Τοσίτσα, «Η φωνή της Γης», σ. 13 κ. επ., εκδόσεις Εστία.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Γεωπολιτική

Φαύλα ερρύη[1]

Όλα τα «φαύλα ερρύη» από τη λέξη «Ένωση». Αν οι Ευρωπαίοι ηγέτες διέθεταν ιστορική φρόνηση, θα μιλούσαν για το εφικτό, την «ενότητα» και όχι για το ανέφικτο, την «ένωση». ... Στην ενότηα μπορούμε να συμφωνήσουμε, στην ένωση όχι, διότι η τελευταία προϋποθέτει μία ταυτότητα. Η Ευρώπη είναι «πολυταυτοτική» και χύθηκε αίμα πολύ για να σχηματισθούν τα κράτη με αυτήν την ιδιαίτερη ταυτότητα[2]. Τα χρέη μπορεί να διαγράφονται, το αίμα όχι. Διότι με αυτό γράφεται η ιστορία. Μπορεί σήμερα οι κάτοικοι της Βρεττανίας να θεωρούν εαυτούς πιστούς υπηκόους της Ελισάβετ, σε καμία όμως περίπτωση ο Σκώτος, ο Ιρλανδός, ο Ουαλός δεν θα βάλουν πάνω από την «σκωτικότητα», την «ιρλανδικότητα» και την «ουαλικότητα» την ιδιότητα του «ηνωμένου – βασιλίτη». Ας θυμηθούμε και τους αρχαίους μας προγόνους. Παρόλο που όλοι ανεγνώριζαν την κοινή ελληνική καταγωγή τους, ωστόσο, στο πολιτικό πεδίο η τοπικότητα (πολιτικότητα) υπερείχε της Ελληνικότητας.

... Αν η Ευρώπη θέλει να παίξει καθοριστικό ρόλο στον Μεσογειακό και στον περιμεσογειακό χώρο, πρέπει να ξεφύγει από το τελματικό ζητούμενο της ενώσεως και να προχωρήσει σε μια περισσότερο αποδεκτή πρόταση: την «ενότητα». Ενότητα τουλάχιστον σε βασικούς τομείς. Και τούτο είναι αναγκαίο για να έχει ισχυρό παρεμβατικό ρόλο στα πράγματα της Μέσης Ανατολής και για να μην επαληθευθεί το λεγόμενο περί Αρμαγεδδώνος. Αν θυμηθούμε το «λεγόμενο», τότε ίσως να συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε φθάσει πολύ κοντά στην πραγματοποίησή του. Αλλά πάντα στην ιστορία υπήρχε η δυνατότητα για μια πίστωση χρόνου, έστω ενός λεπτού. Όσο κι αν έχουμε φθάσει στο «παρά πέντε», μέσα σ’ αυτό το «πέντε», όπως και στα δάκτυλα του χεριού, χωράνε πολλά. Και πρώτα – πρώτα μια χειραψία. Πρέπει να κατανοηθεί πως να δεν δώσουμε τα χέρια, θα αφανισθούμε.

[1] Σαράντου Ι. Καργάκου, «Μεσόγειος, η υγρή μοίρα της Ελλάδος και της Ευρώπης», σ. 74-75, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2007.
[2] Κάποιες προσπάθειες για το κτίσιμο της Πανευρώπης με το «ξίφος» (Ναπολέων, Κάιζερ, Χίτλερ) οδήγησαν στις πιο μεγάλες τραγωδίες. Η ευρωπαϊκή ιδέα, ωστόσο, δεν έσβησε και σ’ αυτό συνέβαλε και ένας ελληνικής καταγωγής κόμης, ο Γκουτενχόβε – Καλλέργης, που το 1922 άρχισε επίπονο συγγραφικό αγώνα για να προωθήσει της ιδέα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Δει δη χρημάτων

Δει δη χρημάτων[1]

Η μεγαλοσύνη στους λαούς δεν μετριέται με το στρέμμα, μας βεβαιώνει ο ποιητής. Το ίδιο ισχύει και για τα κράτη. Η ισχύς των δεν εξαρτάται από τα τετραγωνικά χιλιόμετρα της επιφάνειάς των. Όμως, η ειρήνη των, η ασφάλειά των και η ανεξαρτησία των στηρίζονται στα συναλλαγματικά αποθέματά των. Μέγιστος κίνδυνος για μια χώρα το εξωτερικό χρέος της. Δαμόκλειος σπάθη που απειλεί, συνεχώς, την ηρεμία της. Η Ελλάς, ρυμουλκήθηκε πριν από έναν, ακριβώς, αιώνα σε έναν ατυχή πόλεμο, επειδή είχε δημοσιονομικώς χρεωκοπήσει. Βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία να καταβάλει τόκους και χρεωλύσια στους δανειστάς της.

Δυστυχώς επτωχεύσαμεν

Ο οκταετής αιματηρός αγώνας του Εικοσιένα, για την απόκτηση της πολυπόθητης ανεξαρτησίας, είχε ερημώσει τη χώρα. Για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της, έπρεπε να γίνουν έργα δαπανηρά. Λιμάνια, δρόμοι, σχολικά και άλλα δημόσια κτίρια και αργότερα σιδηροδρομικό δίκτυο, αποξηραντικά έργα[2], η εκβάθυνση και γεφύρωση του Ευρίπου, η διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου κ.ά. Τα κρατικά έσοδα υπήρξαν παντοτε ανεπαρκή. Μόνη λύση ο δανεισμός από το εξωτερικό. Λύση επαχθής και βραχυπρόθεσμη. Κάθε χρόνο, οι κάτοχοι τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, απαιτούσαν την είσπραξη των αναλογούντων τόκων. Την δραματική κατάσταση της οικονομίας θα επιδεινώσει η επιστράτευση που κηρύττει ο Θ. Δηληγιάννης, το 1885, με αφορμή την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας, από την Βουλγαρία. Επιστράτευση που θα αποδειχθεί άσκοπη. Η, από κοινού, δράση της Ελλάδος με την Σερβία, εναντίον της Βουλγαρίας δεν θα αποτολμηθεί. Η Σερβία θα εμπλακεί. Αντίθετα, η χειραγωγούμενη από τις «προστάτιδες δυνάμεις» Ελλάς θα υπαναχωρήσει. Στις 30 Οκτωβρίου 1893, ο Χαρίλαος Τρικούπης σχηματίζει την έβδομη και τελευταίαν κυβέρνησίν του. Ο ίδιος κρατά το υπουργείον των Οικονομικών. Σαράντα ημέρες αργότερα, στις 10 Δεκεμβρίου, θα ενημερώσει την Βουλή, για την αδυναμία καταβολής των τόκων, στους δανειστάς. Το κράτος είχε πτωχεύσει.

Η γερμανική τορπίλλη

Το κύρος του Τρικούπη στο εξωτερικό, είναι τόσο μεγάλο, ώστε οι κεφαλαιούχοι δέχονται να διαπραγματευτούν νέους όρους, για την εξόφληση των δανείων. Οι διαπραγματεύσεις αρχίζουν τον Φεβρουάριο του 1894. Όλα βαίνουν καλώς. Επέρχεται κατ’ αρχήν συμφωνία. Τον Ιούλιον, όμως, η συμφωνία αυτή θα τορπιλλισθεί με πρωτοβουλία των Γερμανών κατόχων ελληνικών χρεωγράφων. Οι Αγγλογάλλοι τους ακολουθούν. Οι εγγυήσεις τις οποίες ζητούν ισοδυναμούν με την επιβολήν οικονομικού ελέγχου. Απώτερος στόχος η πολιτική διείσδυση στην χώρα, με Δούρειον Ίππον τον δανεισμόν. Χαρακτηριστική είναι μία επιστολή ομογενούς τραπεζίτου, εγκατεστημένου στο Παρίσι, με ημερομηνία 13/01/1894. Καταστρώνει σχέδιο «το οποίον θα επιτρέψει στον βασιλέα Γεώργιον να αποπέμψει τον Χαρίλαον Τρικούπην»[3].

Οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις θα προστατεύσουν τα συμφέροντα των υπηκόων των που είναι κομισταί τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου. Ασφαλέστερος τρόπος, ο εξαναγκασμός της Ελλάδος να δεχθεί διεθνή οικονομικόν έλεγχον. Δεν θα διστάσουν να την παρασύρουν σε πολεμική περιπέτειαν. Υπολογίζουν ότι όταν θα σιγήσουν τα πυροβόλα, εξουθενωμένη οικονομικώς η μικρή Χώρα, θα αναγκασθεί να ζητήσει την βοήθειά τους και να υποκύψει στους όρους τους.

«Ανθ’ ημών Γουλιμής»

Στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 το κόμμα του Τρικούπη θα υποστεί πανωλεθρίαν. Ο ίδιος, για δύο μόνον ψήφους, δεν θα εκλεγεί βουλευτής. Θα εγκαταλέιψει τον όπον και την πολιτικήν. Το πρώτον βήμα έχει γίνει. Ο μόνο ηγέτης που θα μπορούσε να συγκρατήσει την Χώρα στο χείλος κυριολεκτικά του κρημνού, ώστε να μην παρασυρθεί στην επικίνδυνη περιπέτεια που άλλοι σχεδίασαν σε βάρος της, έχει φύγει από την μέση.

* η συνέχεια στον ΔημοΔιδάσκαλο

[1] Ιωάννη Μπακούρου, «Ιχνηλατώντας το Χθες», σ. 64-66, εκδόσεις Εθνικών Επάλξεων Σ.Ε.ΕΘ.Α.
[2] Κωπαΐς
[3] Ιστορία νεότερη και σύγχρονη, ΟΕΔΒ, Γ΄ Λυκείου, τ. Β΄, 5η έκδοση, σ. 272.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

από την εθνική μας παλιγγενεσία

Έλληνες και Ξένοι την περίοδο του Αγώνα[1]

Οι Έλληνες πίστευαν πως … οι ξένοι δεν πρόσφεραν καμιά υπηρεσία στην Επανάσταση. Ο Lieber καταγράφει στο χρονικό του τις παρατηρήσεις ενός Έλληνα στη Μασσαλία : "Μόνο όσοι Ευρωπαίοι ξέρουν πραγματικά από πόλεμο και μάλιστα από μικροπόλεμο βουνίσιο[2] μπορούν να ωφελήσουν. Οι άλλοι είναι άχρηστοι. Δεν υπάρχει έλλειψη χεριών". Εκείνοι που ταξίδεψαν καταλάβαιναν πως αυτός ο άνθρωπος έβλεπε σωστά. Είναι μεγάλο λάθος να επιδιώξουμε και να επιβάλουμε σ’ αυτό το συγκεκριμένο πόλεμο, σ’ αυτό το λαό, ευρωπαϊκή στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία.

Την ψυχολογία των απογοητευμένων εθελοντών εξεικονίζει η αφήγηση του Γερμανού ανθυπολοχαγού Ferdinand von Kiesewetter. Παραπονείται αδιάκοπα : «Δεν μας έδωσαν τίποτα. Ούτε τους μανδύες που μας έταξαν. Από χρήματα μόνο το ένα έκτο. Ύστερα τίποτα. Έπρεπε να φύγουμε. Αλλά ήταν πια αργά. Και υποταχθήκαμε στη μοίρα μας. Δεν πολεμούσαμε πια από αγάπη στο ελληνικό έθνος, αλλά για την τιμή μας και την αυτοσυντήρησή μας. Όλος ο ενθουσιασμός μας για την ελληνική υπόθεση εξατμίσθηκε. Στον Έλληνα δεν βλέπαμε πια τον αληθινό πατριώτη, που πάνω από όλα τοποθετούσε την πατρίδα του, αλλά τον ύπουλο ληστή».

Οι απογοητεύσεις καλλιεργούσαν την εμπάθεια και οδηγούσαν σε επιπόλαιες κρίσεις. Οι Έλληνες, γράφει ο Kiesewetter, έχουν μια έκφραση κακίας στο πρόσωπο, πολύ ενοχλητική. Φαίνεται πως αυτή η έκφραση είναι εθνικό τους χαρακτηριστικό».

O William Parry, απεσταλμένος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου και φίλος του λόρδου Byron στο Μεσολόγγι, επισημαίνει τα αίτια της δυσαρέσκειας των Ελλήνων και του κακού τέλους των περισσοτέρων εθελοντών : «Η γενική αποδιοργάνωση, το χάος και η οικονομική αθλιότητα, η απουσία κεντρικού κυβερνητικό που οργάνου και μέσων για τη χρηματοδότηση του πολέμου δεν ευνοούσαν την επιβίωση ενός στρατιωτικού σώματος Φιλελλήνων. Έτσι, όλοι οι ξένοι που ήρθαν στην Ελλάδα, έπρεπε, για να συντηρηθούν, να καταπιέζουν με τον άλφα ή βήτα τρόπο τους κατοίκους. Αλλά, επειδή οι Έλληνες δεν αποτίναξαν τον τουρκικό ζυγό για να υποταχθούν σε άλλον, σημειώθηκαν, όπως ήταν φυσικό, αντιδράσεις, έγιναν φιλονεικίες, εκδηλώθηκε αντίσταση.

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», σ. 104 επ., εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.
[2] Το είδος του πολέμου που σήμερα αναφέρεται με τον όρο «ανταρτοπόλεμος».

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

παλαιοΟθωμανικά

Ελλήνων πάθη[1]

Τον καιρό του Σουλεϊμάν του Μεγάλου, ο Αφέντης του κόσμου και σκιά του Θεού στη γη, θέλοντας ν’ ανακατωθεί γερά στα πράγματα της Ευρώπης και να τη βάλει στο χέρι, βοηθούσε τον Φραγκίσκο Α΄ της Γαλλίας ενάντια στον Κάρολο Ε΄ της Γερμανίας. Και τούτος, για να ξαλαφρώσει τη θέση του, έκαμε περισπασμό στην Ελλάδα. Ο Γενοβέζος ναύαρχος Αντρέας Ντόρια διορίστηκε γι’ αυτή την επιχείρηση. Κατεβαίνοντας στη Μεσόγειο – 1532 – και ξεσηκώνοντας τους Έλληνες πήρε, με τη βοήθειά τους, το κάστρο της Κορώνης, την Πάτρα και τον Ψαθόπυργο. Μ’ όλο που οι μιστοφόροι του δε φέρθηκαν καλύτερα στους πληθυσμούς από τους Τούρκους, ο Μοριάς, όλος ανάστατος, έσφαζε τις φρουρές των απίστων. Μέσα σ’ αυτούς τους ρέμπελους λένε και τους πρώτους Κολοκοτρωναίους. Κατοικούσαν στο Ρουπάκι, κοντά στα καλύβια του Τουρκολέγα σην επαρχία Λιονταριού της Αρκαδίας. Λεγόντουσαν Τσεργίνηδες. Ο ναύαρχος Ντόρια είχε πολύ περίεγους τρόπους να δείχνει την ευγνωμοσύνη του. Για να ευχαριστήσει του Μοραΐτες για τη βοήθεια που τούδωσαν, άρχισε κουβέντες με τους ιππότες της Ρόδου, να τους δώσει τα μέρη πούχε πάρει μαζί τους. Ακολούθησε όμως κάτι ακόμα χειρότερο : Πλάκωσε στο Μοριά η αρμάδα με το Λουτφούμπεη. Ο ναύαρχος τόστριψε, και καθώς δεν μπορούσε να πάρει όλους τους Έλληνες στα καράβια, για να πεθάνουν από πανούκλα, όπως έπαθαν οι Κορωνιοί που τον ακολούθησαν, τους άφησε στο έλεος του Θεού και των πασάδων. Τα τούρκικα φουσάτα στήσανε στρατόπεδο στην Ανδρούσα. Οι λίγοι Γερμανοί του Καρόλου του Ε΄ πολέμησαν, ορμώντας από το κάστρο της Κορώνης, μα στο τέλος νικήθηκαν κι αναγκάστηκαν να φύγουν από το Μοριά. Τί γίνηκε τότε, ο χρονογράφος του καιρού, με τη σπλαχνική συντομία του, δε μας δίνει καμία ιδέα : «Οι Τούρκοι επετέθησαν τοις παροικούσιν εν Πελοποννήσω και πολλούς μεν του ζην πολυτρόπως απήλλαξαν ουκ ολίγους δ’ εφυγάδευσαν, επανάστασιν υπό τούτων υποτοπάζοντες». Μπαίνοντας στο Λιοντάρι, στην καρδιά της Αρκαδίας, άπλωσαν, σ’ όλο το Μοριά, χέρι βαρύ, αλύπητης τιμωρίας. Έσφαζαν, λιάνιζαν κορμιά, παίδευαν, ξερίζωναν κοπαδιαστά τους ραγιάδες και τους παίρναν να τους πουλήσουν σκλάβους στα μακρινά παζάρια της Ανατολής. Κι ήτανε γλέντι του στρατού να μπαίνει στα χωριά, ερημωμένα, και να τα καίει. Οι κάμποι άδειασαν, κι αυτά τα πλάγια των βουνών, και μοναχά στα δάση τα ψηλότερα, σε ρεματιές και σε σπηλιές απόμερες κι απάτητες αποτριαβιόταν ο κοσμάκης να γλιτώσει. ... Ο τόπος είχε πέσει στην πιο βαθιά μιζέρια. Τέτοια ήταν η αναρχία που για να βρουν οι άνθρωποι λίγη ασφάλεια κι ανάπαψη έπρεπε να τρυπώσουν κάπου, να ζουν κρυμμένοι σαν αγρίμια.

[1] Σπύρου Μελά, «Ο Γέρος του Μωριά», σ. 20-21, εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα 1957.

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Αφγανιστάν


Εκεί που οι σύγχρονοι αποτυγχάνουν, ένας και μόνο ένας πέτυχε [1]

Δυο χρόνια είχαν περάσει αφότου έφτασε ο Αλέξανδρος σ’ αυτές τις χώρες, κι άρχισε έργο, που όσο μεγαλύτερα και δυσαντιμετώπιστα προβλήματα γεννούσε, τόσο πληρέστερα έδειχνε πως ρίζωνε σε βάθος. Πολλοί κόποι χρειάστηκαν, και μέτρα αιματηρά, κι αγώνες αλλεπάλληλοι, κατά των λαών που κάθε τόσο ξαναξεσηκώνονταν, κατά των τοπαρχών, που αγέρωχα απ’ τα κάστρα τους αντιστέκονταν, πανωκεί στα ψηλά βουνά τους. Μα κάποτ’ οι λαοί δαμάστηκαν, κ’ οι ντόπιοι τους δυνάστες ταπεινώθηκαν, τα κάστρα τους γκρεμίστηκαν, κι όσοι υποτάχθηκαν συγχωρέθηκαν. Με το χτίσιμο, ύστερα, τόσων νέων πόλεων, δόθηκε βάση, ροπή, άξονας, σ’ εκείνη την ελληνιστική ζωή που σιγά-σιγά στο ρυθμό και τη δίνη της θα περέσερνε όλους αυτούς τους τόπους, κ’ εγκαθιδρύθηκε διοικητικό σύστημα κατάλληλο για την ιδιοσυστασία και τη στρατιωτική τους σημασία.

Τέλος, τη σφραγίδα του έβαλ’ ο γάμος ακριβώς του Μεγαλέξαντρου με την πανέμορφη κόρη του σοδγιανού πεχλιβάν, του Οξυάρτη, τη Ρωξάνη.

Κι αν η προσωπική συμπάθεια έφεγγε στην καταβολή του συνοικεσίου τούτου, πάντως και πράξη πολιτική συνιστούσε παραπέρα, σημάδι και φανέρωμα τροποντινά, υπόδειγμα ένωσης Ασίας κ’ Ευρώπης, που διάβλεψε και σιγά-σιγά ξεδίπλωνε, μες απ’ ό,τι έκανε ο Αλέξανδρος, συνεχώς παλεύοντας να το πραγματώση, σαν κατεξοχήν καρπό των νικών του κι όρο διάρκειας κάθε του έργου.

Αλλά το σκοπό αυτό, και τη διαρκώς αναπτυσσόμενη όλο κ’ ευρύτερα επιτέλεσή του, προσδιορίζουν κρίσιμες αντικειμενικές αναγκαιότητες. Τα ίδια τα συμβαλλόμενα, και σε σύγκραση τείνοντα κ’ εκ των πραγμάτων, από τη φύση τους ακριβώς και τη σχέση τους επιβάλλουν το τραχύτερο, πυκνότερο και βαρύτερο, λόγω αδρανών μέσα του, το ασιατικό, να κείται στη βάση, να προσελκυστή σαν πρώτη, κατ’ αρχήν ύλη.

Αν πράγματι σκόπευε η δυτική δύναμη όχι απλά να καθυποτάξη και να κυριαρχήση, παρά να κερδίση αλήθεια, να συνενώση ουσιαστικά τους ανατολικούς, τότ’ ο δρόμος αναγκαία πέρναγε απ’ την εξ αντικειμένου τούτη αναγνώριση κι υποδοχή σαν δεδομένων που κρατούν, αντιλήψεων, συνηθειών και προλήψεων ακόμα, των ανατολικών, αφού έτσι μόνο μπορούσαν όλοι αυτοί να μάθουν, να οικειωθούν, να καρπωθούν το δυτικό, μετέχοντας προοδευτικά στην ανεξάντλητη εκείνη ροπή ανάπτυξης των νικητών. Για τούτο κ’ η ασιατική ακολουθία, που μάζευε γύρα του ο Αλέξανδρος, και τα μηδίζοντα ρούχα, που φορούσε σαν έβγαζε την αρματωσιά του, και το εθιμοτυπικό εκείνο κ’ η τέτοια αίγλη της αυλής, που σαν περιβολή καθαυτό της Πολιτείας θέλει να τη βλέπη στον άρχοντά του ο ανατολίτης, μα κι ο μύθος, επιτέλους, της θείας τάχα καταγωγής του βασιλιά, που ο ίδιος όμως ο Αλέξανδρος με τους πιο δικούς του γι’ αστείο την είχαν αναμεταξύ τους.

[1] Ιωάννης Γουστάβος Ντρόυζεν, Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε μετάφραση Ρ., Η. & Σ. Αποστολίδη, σ. 459-461, Ελευθεροτυπία, Αθήναι 1993.
* η συνέχεια στον ΔημοΔιδάσκαλο

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Μεγάλες Μάχες

Μυριοκέφαλο[1]

Το έτος 1176 μΧ υπήρξε σταθμός τόσο για την πολυκύμαντη βασιλεία του Μανουήλ Κομνηνού, όσο και για το μέλλον της Αυτοκρατορίας. Έτσι, αφού συγκρότησε ένα πολυάριθμο εκστρατευτικό σώμα αποτελούμενο από Ρωμαίους, Φράγγους – υπό τον γυναικαδελφό του Βαλδουΐνο – Κουμάνους, Πατζινάκες και Τουρκοπώλους[2], αποφάσισε να συντρίψει το επίφοβο κράτος του Σουλτανάτου του Ρουμ καταλαμβάνοντας το Ικόνιο. Για να αποτρέψει την αποστολή ενισχύσεων από τους Δανισμενίδες της Σεβάστειας προς το απειλούμενο Σουλτανάτο του Ικονίου, απέστειλε εναντίον της Αμάσειας του Πόντου που βρισκόταν υπό την κυριαρχία τους, και σε μικρή απόσταση από τη Σεβάστεια, έτσι ώστε να την απειλεί άμεσα και εκείνη, ένα ισχυρό εκστρατευτικό σώμα αποτελούμενο από 15 έως 20 περίπου χιλιάδες Παφλαγόνες, υπό τον Ανδρόνικο Βατάτζη. Ενώ ο ίδιος επικεφαλής των υπολοίπων ισχυρών δυνάμεων από 40 περίπου χιλάδες άνδρες, διέσχυσε τη Φρυγία με κατεύθυνση το Ικόνιο. Η πορεία όμως εξαιτίας των τεράστιων εφοδιοπομπών και προπαντός των αναρίθμητων αμαξών που μετέφεραν τις πολυάριθμές πολιορκητικές μηχανές, που ήταν απαραίτητες για την κα΄ταληψη του Ικονίου, ήταν εξαιρετικά βραδεία. Ο Σουλτάνος Κιλίτζ Αρσλάν Β΄[3] επιχείρησε αρχικά να ανακόψει ή να επιβραδύνει όσο το δυνατόν περισσότερο την πορεία, ώστε στο τέλος να καταστεί αδύνατη η εκστρατεία λόγω της επερχόμενης έλευσης του χειμώνα, εξαπολύοντας κατά των Ρωμαϊκών φαλάγγων το ιππικό του με αποστολή να καταστρέψει τη χορτονομή και να δηλητηριάσει τα πηγάδια και τις πηγές που βρίσκονταν κατά μήκος της διαδρομής. Παρά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε η στρατιά εξαιτίας των ελλείψεων και των ασθενειών που καταταλαιπώρησαν το στράτευμα και που προκαλούντο από τις εχθρικές επιδρομές ενάντια στην χορτονομή και τις πηγές ύδατος. Σε δεύτερη φάση, ο Κιλίτζ Αρσλάν, αντιλαμβανόμενος την εμμονή του Αυτοκράτορα, επιχειρεί να τον αποτρέψει προτείνοντας συνθήκη ειρήνης υπό ευνοϊκούς για την Αυτοκρατορία όρους. Ο Μανουήλ ήταν ανένδοτος. Επιθυμούσε να δώσει ένα τέλος στην κυριαρχία των Τούρκων επί του Μικρασιατικού οροπεδίου. Ήταν δε πεπεισμένος ότι αυτό έπρεπε να επιτευχθεί τώρα, που είχε την σαφή υπεροχή έναντι των αντιπάλων του. Διαφορετικά, πίστευε πως δεν θα το επετύγχανε ποτέ. Έπρεπε οπωσδήποτε η Αυτοκρατορία να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη και να επανέλθει στα παλαιά της σύνορα[4], εάν ήθελε να επιβιώσει στον εξαιρετικά ανταγωνιστικό κόσμο της εποχής. Έτσι συνέχισε ακάθεκτος την πορεία προς το Ικόνιο, αποφασισμένος να εκκαθαρίσει οριστικά την κατάσταση αυτήν την φορά. Και ενώ μέχρι το Μυριοκέφαλο της Φρυγίας τηρούσε με ευλάβια όλους τους κανόνες για την ασφαλή πορεία της στρατιάς, φθάνοντας στα στενά του Τζυβρίτζη, απ’ όπου επρόκειτο υποχρεωτικά να διέλθει προκειμένου να βγει στο οροπέδιο του Ικονίου και όπου φαινόταν, όπως αναφέρει ο διασημότερος από τους Χρονογράφους της εποχής Νικήτας Χωνιάτης[5], πως οι Σελτζούκοι, έχοντας καταλάβει τα πρανή, θα επιχειρούσαν να εμποδίσουν την διέλευση του στρατεύματος, εντελώς αδικαιολόγητα και κατά παράβαση κάθε στρατιωτικού κανονισμού ο Αυτοκράτορας επέμεινε να διασχίσει αμέσως εκείνο το επίμηκες, απόκρημνο και αμμώδες φαράγγι με τις αλληλοδιάδοχες επτά στενές κοιλάδες, χωρίς να λάβει κανένα απολύτως μέτρο προφύλαξης. Έτσι αντί να επιδιώξει να εκκαθαρίσει προηγουμένως το φαράγγι από την παρουσία των αντιπάλων, για την οποία όχι μόνο είχε ενημερωθεί από τους ανιχνευτές, αλλά ήταν δυνατόν να τους διακρίνει και ο ίδιος ιδίοις όμμασι, αντί να εξαποστείλει εναντίον τους τα ελαφρά τάγματα με τους τοξότες και τους σφεντονιστές, εισήλθε στο φαράγγι και άρχισε να το διασχίζει σαν να επρόκειτο για στρατιωτική παρέλαση. Η εμπροσθοφυλακή κατάφερε να περάσει και να βγει ασφαλής στο οροπέδιο του Ικονίου, με ελάχιστες απώλειες, αφένος διότι οι Σελτζούκοι τους κτυπούσαν από μεγάλο ύψος με αποτέλεσμα τα βέλη τους και τα ακόντιά τους να μην έχουν ικανή διατρητική ικανότητα και αφετέρου γιατί οι επικεφαλείς τους στρατεύματος είχαν την πρόνοια να αναπτύξουν τοξότες δεξιά και αριστερά της διερχόμενης φάλαγγας, κρατώντας τους έτσι σε απόσταση ασφαλείας. Οι επόμενοι όμως δεν είχαν την ίδια τύχη. Οι Σελτζούκοι, αντιλαμβανόμενοι το σφάλμα τους, κατέβηκαν από τα υψώματα και αρχίζουν να προσβάλουν εκ του σύνεγγυς πλέον, την αμέσως επόμενη φάλαγγα Ρωμαίων, υπό τον Γεώργιο Μαυροζούμη και Φράγγων, μεταξύ των οποίων πολλοί Δανοί και κυρίως Άγγλοι τοξότες. Κατόρθωσαν έτσι να την συνθλίψουν με αμφίπλευρες επιθέσεις στα πλευρά της. Καθώς οι στρατιώτες αδυνατούσαν αφενός να απαντήσουν αποτελεσματικά στον καταιγισμό βελών και ακοντίων που εκτοξεύονταν από τους Τούρκους και αφετέρου να αναπτυχθούν στο στενό περιβάλλον όπου ελάμβανε χώρα η σύγκρουση η συντριβή ήταν αναπόφευκτη. Ο Μανουήλ Κομνηνός, που ακολουθούσε παρακολουθούσε, ανήμπορος να βοηθήσει, την καταστροφή, καθώς μεταξύ των δικών του δυνάμεων και της φάλαγγας που δεχόταν την επίθεση παρεμβαλλόταν η επιμήκης φάλαγγα των εφοδιοπομπών και των μεταφερόμενων πολιορκητικών μηχανών και εξαιτίας της στενότητας του χώρου δεν έιχε καμία δυνατότητα παράκαμψής τους. Έτσι η σφαγή των Ρωμαίων και των Φράγγων εκείνου του κεντρικού τμήματος της στρατιάς, καθώς και των πολυάριθμων συνοδών των φαλάγγων ανεφοδιασμού, προσέλαβε τρομακτικές διαστάσεις. Οι ρεματιές καλύφθηκαν από σωρούς πτωμάτων. Στην συνέχεια οι Σελτζούκοι συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους ενάντια στον Αυτοκράτορα που ακολουθούσε με το πλέον επίλεκτο τμήμα της στρατιάς, έχοντας πίσω του την οπισθοφυλακή. Γνώριζαν πολύ καλά πως αν δεν συνέτριβαν και εκείνον η νίκη τους δεν θα ήταν ολοκληρωτική. Τότε έλαβε χώρα μια εντυπωσιακά φονική σύγκρουση. Τα δύο αντίπαλα στρατεύματα, που κατά διαβολική σύμπτωση έτυχε να είναι και στις δύο παρατάξεις τουρκικά, οι Σελτζούκοι του Ικονίου από το ένα μέρος και οι 20.000 και πλέον Κουμάνοι, Πατζινάκες και Τουρκοπώλοι του Αυτοκράτορα από το άλλο, ερρίφθησαν εναντίον αλλήλων με καννιβαλική διάθεση. Και ενώ κατεσπαράσσοντο μεταξύ τους ένα ισχυρό φυσικό φαινόμενο περιέπλεξε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Αιφνιδίως σηκώθηκε ισχυρός ανεμοστρόβιλος καλύπτοντας το φαράγγι με σκόνη και περιορίζοντας την ορατότητα στο μηδέν. Το φαινόμενο αυτό είχε διάρκεια, με αποτέλεσμα οι μαχητές να αδυνατούν να διακρίνουν τον αντίπαλο. Έτσι φίλοι και εχθροί αλληλοεσφάζοντο μανιωδώς. Όταν τέλος εξασθένησε η ορμή του ανέμου και η ατμόσφαιρα άρχισε να καθαρίζει το θέαμα που αντίκρισαν οι λίγοι επιζώντες ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Τα δύο στρατεύματα είχαν σχεδόν πλήρως αλληλοεξοντωθεί. Η δίοδος είχε καλυφθεί από απειράριθμα σώματα. Η περίφημη μάχη του μυριοκέφαλου της Φρυγίας της 17ης Σεπτεμβρίου 1176 μΧ κατέληξε απρόοπτα στην αλληλοεξόντωση των δύο κυριοτέρων διεκδικητών του Μικρασιατικού οροπεδίου, που έκτοτε φθίνουν ραγδαία. Αυτή η αλληλοεξόντωση ήταν και ο λόγος που ανάγκασε τον Σουλτάνο Κιλίτζ Αρσλάν Β΄ να διατάξει, σύμφωνα με τον Νικήτα Χωνιάτη την πεοεκτομή των πεσόντων ώστε να μην είναι ευχερής η διάκριση μεταξύ των περιτετμημένων λόγω θρησκείας στρατιωτών του Ικονίου και των απερίτμητων λόγω Σαμανισμού Πατζινάκων και Κουμάνων Τούρκων μισθοφόρων του Αυτοκράτορα και συγχρόνως να προτείνει επί του πεδίου της μάχης στον εγκλωβισμένο Μανουήλ Κομνηνό και τους επιζώντες της στρατιάς συνθήκη ειρήνης με πολύ ευνοϊκούς όρους για την Αυτοκρατορία. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, έχοντας πλήρη συναίσθηση του μεγέθους της καταστρεπτικής ήττας του Μυριοκέφαλου, την παρομοίωσε, και πολύ ορθά άλλωστε, με την καταστροφή του Ματζικέρτ[6]. Πράγματι η δεύτερη αυτή καταστροφή οριστικοποίησε την απώλεια της Κεντρικής και Νότιας Μικράς Ασίας, απώλεια που είχε ήδη επέλθει με την πρώτη καταστροφή. Η βασική όμως διαφορά με την μάχη του Ματζικέρτ ήταν ότι ενώ αυτή οφειλόταν σε καθαρή προδοσία, προ και κατά την διάρκεια της μάχης, η καταστροφή στο Μυριοκέφαλο οφειλόταν αποκλειστικά στην λανθασμένη στρατηγική του ίδιου του Μανουήλ, ο οποίος γνωρίζοντας την αλήθεια δεν άντεξε το ψυχικό άλγος και πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα[7]. Ο Κιλίτζ Αρσλάν Β΄ που προς στογμήν πίστεψε ότι ήταν ο αναμφισβήτητος νικητής της μάχης υπέστη οδυνηρή έκπληξη όταν οι έφιππες ορδές του, που είχαν σταλεί προς λεηλασία των παράλιων πόλεων που κατείχαν οι βυζαντινοί, εγκλωβίστηκαν από αυτούς κατά την επιστροφή τους στα φυλασσόμενα περάσματα του Μαίανδρου ποταμού και κατεσφάγησαν κατά μάζες.

[1] Νίκος Τσάγγας, Μάτζικερτ, σ. 231-234, εκδ. Γκοβόστη.
[2] Εκχριστιανισμένους Τούρκους.
[3] 1155-1192.
[4] Εννοούνται τα σύνορα, όπως ήταν πριν από την καταστροφή του Μάτζικερτ, πλησίον της λίμνης Βαν, το έτος 1071 μΧ.
[5] 1150-1215.
[6] 26 Αυγούστου 1071 μΧ.
[7] 1180 μΧ.

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Μυθολογία

Οι Θεσσαλοί [1]

Οι μυθολόγοι χαρακτηρίζουν τους πρώτους κατοίκους της Θεσσαλίας σαν ένα φιλοπόλεμο λαό επιδιδόμενο στον κλεφτοπόλεμο και εμποτισμένο με πολεμοχαρή αισθήματα. Οι Λαπίθες, φερόμενοι ως άσεβοι, επειδή εναντιώνονταν στην υιοθέτηση ψευδών θεών από τους Πελασγούς, ήταν εκείνοι που καθάρισαν την κοίτη των Τεμπών[2]. Οι Κένταυροι, γιοι του Ιξίωνα και της Νεφέλης[3], κατάφεραν να δαμάσουν τα άλογα που μαζί τους θα μοιράζονταν τους κινδύνους του πολέμου. Ο Μονικλής, που έσπαγε με το χέρι του τους βράχους, ο Φόλος, που καυχιόταν ότι ήταν ο αμφιτρίωνας του μεγάλου Αλκίδη, και ο Νέσσος, τον οποίο αυτός ο ήρωας τρύπησε με τα βέλη του, κατασκεύασαν κυκλώπεια κτίσματα που συναντάμε και σήμερα ακόμη πάνω στα βουνά[4], πριν συμβεί το γεγονόε εκείνο, χάρη στο οποίο το λεκανοπέδιο της Θεσσαλίας είχε καταστεί κατοικήσιμο, στην περίοδο της βασιλείας του Πήλωρου[5]. Όταν όμως νέες πεδιάδες προσφέρθηκαν στα μέχρι τότε αποτραβηγμένα πάνω στα υψώματα φύλα, θα πρέπει να επήλθαν και σημαντικές αλλαγές στα ήθη. Αν ο Ιάσων και ο θερμόαιμος Αχιλλέας, καθώς και οι υπήκοοί τους, εξακολουθούσαν να εκπροσωπούν το πρότυπο του ήρωα, οι ιδιότητες αυτές θα είχαν αναπόφευκτα εξαλειφθεί από τους εποίκους μιας παρθένας και εύφορης γης. Ικανοποιημένοι από τους θησαυρούς με τους οποίους η φύση αντάμειβε τα έργα τους, εγκατέλειψαν το κηνύγι, τον κλεφτοπόλεμο, συνεπώς και την τέχνη του κλέφτη, δηλαδή του τυχοδιώκτη. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η μαρτυρία των αρχαίνω, αντίθετη προς την δική μας σ’ ό,τι αφορά σο χαρακτήρα των Θεσσαλών, ερμηνεύεται από τη μεταβολή που είχε επέλθει στο φυσικό χώρο, ανατρέποντας την προϋπάρχουσα κατάσταση.

[1] Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα, Μακεδονία – Θεσσαλία», σε μετάφραση Νίκης Μολφέτα, κεφ. Θ΄, σ.σ. 326-327, εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα 1995
[2] Ο τρίτος Ζευς (άγνωστο αν ο όρος Ζευς αποτελούσε τον τίτλο βασιλικού αξιώματος, όπως ο όρος Φαραώ για τους αιγύπτιους βασιλείς, ή ο όρος Μίνως για τους βασιλείς της Κρήτης) και οι θεότητες που υμνούσε ο Ησίοδος τους έδωσαν την άδεια να το κάνουν. Clavier, Histoire des premieres temps de la Grece, I, 137, αρ. 2, 138, 222, 271. Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου, ΙΙ, 7, παρ. 7. Διόδωρος, βιβλ. IV, παρ. 37. Στράβων, βιβλ. ΙΧ, σελ. 673.
[3] Οι Κένταυροι και οι Ιππόβοτοι της Εύβοιας φαίνεται ότι αποτελούσαν σώματα ιππικού, σε μια εποχή όπου η ιππευτική τέχνη δεν ήταν πολύ διαδεδομένη στην Ελλάδα, αφού βλέπουμε πάντοτε τους ήρωες του Ομήρου να πολεμούν είτε πεζή είτε πάνω σε άρματα.
[4] Τα ψηλά βουνά ήταν η πρώτη κατοικία των ανθρώπων. Nos foecunda manus viduo mortalibus orbe / Progenerat, nos abruptae tum montibus altis / Deucalio neae cautes peperere. Colym. De Hort.
[5] Το περιστατικό αυτό εξιστορείται διαφορετικά από τον Ηρόδοτο, βιβλ. VII, παρ. 129. Σενέκας, Φυσικά Ζητήματα, VI, 25. Ο Βάττων από τη Σινώπη το προσδιόριζε στην εποχή του Πεγασγού Β΄. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, βιβλ. XIV.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

από την τέχνη του πολέμου


το "ηθικό" πεδίο της μάχης*

Το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Ηγεμονίες είχε καταλήξει σε καταστροφή και ο πρωταγωνιστής του βρισκόταν αιχμάλωτος των Αυστριακών στο φρούριο Μούγκατς. Αλλά οι πρόκριτοι της Ύδρας πληροφορούσαν με γράμμα τους τον Κολοκοτρώνη πως ο Υψηλάντης κατέλαβε την Αδριανούπολη. Η είδηση φθάνει στη Ρούμελη. Την κοινοποιεί ο Γ. Βαρνακιώτης στον πληθυσμό: "Ο αρχηγός τους Γένους μας πρίγκιψ Υψηλάντης κυριέυσε την Αδριανέ με το πυρ και την μάχαιραν, και εντός ολίγου εμβαίνει και εις αυτήν την Κωνσταντινούπολιν".

Στην Αλωνίσταινα, ο Κολοκοτρώνης, για να εμψυχώσει τους φοβισμένους στρατιώτες, δίνει νέες διαστάσεις στο μύθο για την Αδριανούπολη: " Οι Ρούσσοι επήρανε την Ενδρενέ και έως τώρα θα επήραν και την Πόλιν και μας στέλνουν αρχηγόν εδώ με χρήματα, με μπαγιονέτες δέκα χιλιάδων και με πολεμοφόδια και όπλα".

Από στόμα σε στόμα οι πληροφορίες για τους πολεμικούς θριάμβους του Υψηλάντη διογκώνονταν, οι αριθμοί πολλαπλασιάζονταν. Οι στρατιωτικές δυνάμεις έφθασαν τις διακόσιες χιλιάδες. Πανηγυρισμοί παντού για την Αδριανούπολη. "Εψάλλαμεν και ημείς δοξολογίαν με δάκρυα χαράς και αγαλλιάσεως", ιστορεί ο Φρατζής. "Μ' όλον ότι δεν επιστεύντο αι τοιαύται φήμαι παρά των φρονίμων, διά την ενθάρρυνσιν του απλού λαού τα τοιαύτα διεδίδοντο ως θετικά, εβεβαιούντο δε διά των τελετών, διά των δοξολογιών κλπ".

Και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός: "Ελέγοντο τέρατα, πότε ότι εκυριευσε (ο Υψηλάντης) την Φιλιππούπολιν, πότε την Αδριανούπολιν, πότε ότι έφθασε μέχρι Κωνσταντινουπόλεως και την εκυρίευσε με 200 και επέκαινα χιλιάδας στρατού. Αι δε τοιαύται ειδήσεις, αγκαλά και απίθανοι, εκοινολογούντο εις τους πολλούς διά να εμψυχώνωνται οι Έλληνες".

*Κυριάκου Σιμόπουλου, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του '21, τ. Α΄, εκδ. Στάχυ, Αθήνα 1999.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

καθαρή πολιτική


«Ο ηγέτης είμαι εγώ»[1]
ή αναλύοντας την αμερικανική σκέψη

Οι περίοδοι άνισης ισχύος μπορούν να παράξουν σταθερότητα. Εάν όμως οι πολιτικές που επιχειρηθούν να επιβληθούν από την ισχυρότερη δύναμη προκαλέσουν υπέρμετρα τους υπολοίπους η δημιουργία συμμαχιών ενάντια σε αυτές τις πολιτικές δεν θα πρέπει να θεωρηθεί απίθανη. Απώτερος δε στόχος τέτοιου είδους συμμαχιών είναι, σε κάθε περίπτωση, η ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης πράγματων και η αδρανοποίηση της ισχύος του δυνατώτερου παγκόσμιου παίκτη. Ο Ιωσήφ Νάι που υποστηρίζει την παραπάνω θέση δεν μας διευκρινίζει βεβαίως σε ποιό ακριβώς σημείο βρίσκεται αυτή η λεπτή γραμμή ισορροπίας μεταξύ της ανοχής της υπέρτερης ισχύος και της απόρριψής της. Δεν θα μπορούσε άλλωστε αφού παρόμοια μεγέθη δεν είναι μετρήσιμα με μαθηματικές ή άλλες λογικές μεθόδους.

Οι Αμερικανοί θεωρούν την ανερχόμενη Κίνα αυταρχική και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν διστάζουν να την συγκρίνουν με την Γερμανία της εποχής του Κάιζερ. Ο σινολόγος Αρθούρος Βάλντρον προχωρά ένα βήμα περισσότερο. «Αργά ή γρήγορα, αν οι τρέχουσες τάσεις διατηρηθούν, ο πόλεμος στην Ασία είναι πιθανός ... Η Κίνα, σήμερα, προσπαθεί ενεργητικά να εκδιώξει τις ΗΠΑ από την Ανατολική Ασία, περίπου όπως η Γερμανία επιζητούν να τρομάξει την Βρετανία πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο». Οι ενδεικτικές αυτές της ψυχροπολεμικής διάθεσης της υπερδύναμης θέσεις δεν είναι οι μόνες. Ο αρθογράφος Ροβέρτος Κάγκαν υποστηρίζει στους ίδιους υψηλούς τόνους: «Οι Κινέζοι ηγέτες ενοχλούνται από το περιοριστικό πλαίσιο που αντιμετωπίζουν και ανησυχούν επειδή θα πρέπει να αλλάξουν τους κανόνες του διεθνούς συστήματος, πριν τους αλλάξει το διεθνές σύστημα». Η αλαζονεία της υπερδύναμης σε όλο της το μεγαλείο. Στο όνομα της διατήρησης της Αμερικανικής μονοκρατορίας οι αγγλοσάξωνες αναλυτές δεν διστάζουν να ταυτίσουν την κυριαρχία των ΗΠΑ με το ίδιο το διεθνές σύστημα, θυμίζοντας την αλήστου μνήμης ρήση του Γάλλου μονάρχη του ΙΖ΄ αιώνα, του βασιλιά Ήλιου Λουδοβίκου ΙΔ΄ “L’ etat c’ est moi”. Όταν όμως ο ισχυρός του πλανήτη φτάσει στο σημείο να δηλώνει πως «αυτός είναι το διεθνές σύστημα» απλά και μόνο επειδή η βούλησή του επιβάλεται ως επί το πλείστον, τότε η αντίστοφη μέτρηση για την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του έχει ήδη αρχίσει. Εάν εξετάσουμε φιλοσοφικά το ζήτημα της αμφισβήτησης της δύναμης του ισχυρού διαπιστώνουμε πως το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας δεν έχει σε τελική ανάλυση ιδιαίτερη σημασία, σε επίπεδο ουσίας. Αντιθέτως, σε επίπεδο σημειολογίας η κατάληξη της αμφισβήτησης αυτής έχει τεράστια σημασία, καθώς είναι δυνατόν να αλλάξει τα επιμέρους δεδομένα, όπως την ψυχολογία των ανταγωνιστών, το κλίμα και την δυναμική των δυναμεων που αντιπαλεύουν. Με άλλα λόγια στον εφαλτήριο αυτό αγώνα, μεταξύ της κυρίαρχης δύναμης και των αντιπάλων της δεν έχει καμία σημασία το αποτέλεσμα της αναμέτρησης, αλλά η ποιότητα της σύγκρουσης και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της. Η υπερδύναμη δεν είναι υποχρεωμένη απλά να απαντήσει στην πρόκληση. Για να κερδίσει πραγματικά το στοίχημα της διατήρησης της καθεστηκυίας τάξης που η ίδια επέβαλε θα πρέπει επιπλέον να νικήσει ιδεολογικά και ηθικά, να μην αμφισβητηθεί στο παραμικρό η υπεροχή της και η τελική της νίκη να μην επιδέχεται μεθύστερης αναθεώρησης.

Επιπλέον, η Γερμανία του Κάιζερ δεν υπήρξε ουδέποτε αυταρχική στο εσωτερικό της. Τουναντίον μάλιστα, έχοντας πλήρως εκβιομηχανιστεί ανταγωνιζόταν επί ίσοις όροις την Βρετανική οικονομική πρωτοπορεία. Ο σωστός χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να της αποδωθεί είναι «αλλαζονική» και αυτό όμως σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, σε επίπεδο δηλαδή διεθνών σχέσεων. Ο αγγλοσαξωνικός όμως αυτός αυθαίρετος συσχετισμός στοχεύει αλλού. Η κεκαλυμμένη σκοπιμότητα αυτής της σύγκρισης έγκειται στην προσπάθεια ταύτισης του αντιπάλου με το «κακό». Και στον κόσμο των νικητών το «κακό» δεν παύει ποτέ να ταυτίζεται με τον ίδιο τον ηττημένο. Η Γερμανία προκάλεσε τον πρώτο πόλεμο, η Γερμανία είναι υπαίτια για την σφαγή εκατομμυρίων ανθρώπων και από τις δύο πλευρές, αυτή αντιπροσωπεύει νομοτελειακά την δύναμη του κακού. Είναι προφανές πως στην πρωτόλεια αυτή φάση ενός νέου ψυχρού πολέμου Ανατολής – Δύσης ο κυριάρχος δυτικός επιθυμεί σε πρώτη φάση να κυριαρχήσει επί του ανατολικού αντιπάλου του στο ηθικό πεδίο της μάχης. Η εξίσωση είναι απλή: «η Γερμανία υπήρξε κακιά. Η Κίνα μοιάζει με την Γερμανία. Άρα, η Κίνα είναι κακιά». Θα αναρωτηθεί όμως κάποιος και γιατί η σύγκριση αυτή, που ούτως ή άλλως δείχνει αυθαίρετη, δεν προχωρά ένα ακόμα βήμα. Με άλλα λόγια γιατί αποφεύγεται προς το παρόν η αντιπαραβολή προς το «απόλυτο κακό», που δεν είναι ο Κάιζερ άλλα το πρόσωπο του Αδόλφου Χίτλερ και του ναζιστικού καθεστώτος ; Και μάλιστα όταν η ταύτιση αυτή έχει ήδη προβληθεί σαν κεντρικό επίχειρημα για τις επιχειρήσεις, πέρα από κάθε νομιμοποίηση, ή αν επιθυμείτε υπό καθεστώς αμφισβητούμενης νομιμοποίησης, ενάντια στην πρώην ενιαία Γιουγκοσλαβία και τον Χίτλερ των Βαλκανίων, όπως αρέσκονταν να τον αποκαλούν τότε οι Αμερικανοί, Μιλόσεβιτς. Ή όταν στις παραμονές της ανιστόρητης απόφασης για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύεων της Τουρκίας στην ΕΕ η αμερικανική πλευρά φοβούμενη την αρνησικυρία των Κυπρίων χαρακτήριζε τον Κύπριο πρόεδρο της εποχής Τάσσο Παπαδόπουλο μικρό Μιλόσεβιτς της Ανατολικής Μεσογείου, κατ’ αναλογία δηλαδή μικρό Χίτλερ. Η απάντηση, έγκειται προφανώς σε μία διαδικασία κλιμάκωσης που οι ΗΠΑ σχεδιάζουν για το μέλλον. Το ήφος της αντιπαράθεσης δεν επιδεινώνεται προς το παρόν, όχι για πραγματιστικούς λόγους, ούτε λόγω ευγένειας που η μία πλευρά επιδεικνύει προς ην άλλη. Η προειδοποίηση είναι σαφής και το επόμενο χαρτί έτοιμο να πέσει στο τραπέζι, όταν αυτό κριθεί αναγκαίο. Το αν θα κριθεί, όμως και πότε δεν είναι σήμερα βεβαίο.

Οι Κινέζοι ηγέτες έχουν συχνά παραπονεθεί για την αμερικανική «διπλωματία των κανονιοφόρων», όπως αποκαλούν την απροκάλυπτη επίδειξη ισχύος της υπερατλαντικής υπερδύναμης. Άλλωστε η Κίνα έχει πικρή εμπειρία από αυτού του είδους την επιβολή. Έχουν επανειλημμένα λοιπόν καλέσει τόσο την Ρωσία [με την οποία η Κίνα συνδέεται πλεόν, μετά την πτώση της Σοβιετικής υπερδύναμης, περισσότερο συναισθηματικά και συμφεροντολογικά], όσο και την Γαλλία [σαν την κατ’ εξοχήν αντίβαρη φωνή στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία μέσα στους κόλπους της δυτικής συμμαχίας], να συμπαραταχθούν στην αντίσταση κατά του αμερικανικού «ηγεμονισμού». Μπορεί βέβαια η Γαλλία να μην έχει αποφασίσει να κάνει το μεγάλο αυτό άλμα στο άγνωστο, κι ούτε φαντάζει σήμερα πιθανό κάτι τέτοιο, όμως το μεγάλο βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση έχει ήδη γίνει με την υπογραφή του Συμφώνου της Σανγκάης, μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και των εξαρτημένων από την Ρωσία κεντροασιατικών δημοκρατιών. Η κάθε μία από τις δύο μεγάλες αυτές χώρες για τους δικούς της καθαρά λόγους και εκ των πραγμάτων σε απόλυτα ισότιμη βάση επέλεξαν αυτήν την σύμπραξη, δίχως όμως να προσδιορίζουν σαφώς ούτε το βάθος, αλλά ούτε και την ποιότητα της έκφρασης αυτής της αντίδρασης τους απέναντι στον ηγεμονισμό των ΗΠΑ. Το μοναδικό κοινό στοιχείο στους υπολογισμούς και των δύο μεγάλων του Συμφώνου της Σανγκάης είναι ο φόβος προς τον Αμερικανό ισχυρό αντίπαλο.

Ωστόσο, η άνοδος της Κίνας ανακαλεί στην μνήμη πολλών Αμερικανών αναλυτών την Θουκυδίδειο ρήση πως η πεποίθηση στο αναπόφευκτο της σύγκρουσης μπορεί να γίνει μία από τις κύριες αιτίες της. Το μόνο απτό δεδομένο στην παραπάνω πρόταση είναι ο αμφίπλευρος φόβος. Ο αμερικανικός φόβος επικεντρώνεται στην πιθανότητα ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Και η αντίδραση είναι αναμενόμενη: προβάλεται ο κίνδυνος της σύγκρουσης. Στόχος αυτής της επιλογής, σε πρώτη φάση η αμερικανική κοινή γνώμη. Και όταν στο εσωτερικό εμπεδωθεί η αντίληψη του πιθανού πλην όμως υπαρκτού νέου κινδύνου, τότε η ίδια κινδυνολογία προβάλεται στον «φιλικό» περίγυρο, στους συμμάχους, πρόθυμους και μη. Και για να επανέλθουμε στις ευρωατλαντικές δομές, στο ΝΑΤΟ δηλαδή, όπου ο φόβος δρα συνενωτικά, αμβλύνει τις διαφορές, κατευνάζει τις αντιθέσεις. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει στις περιόδους πραγματικής ή φαινομενικής ηρεμίας. Οι αντιθέσεις που υποβόσκουν υπό καθεστώς φόβου αναδύονται στην επιφάνεια και τότε η συνοχή χαλαρώνει.

Και όμως περισσότερο ψύχραιμοι αναλυτές δεν παύουν να επισημαίνουν πως πραγματικό φόβο στις δυτικές κοινωνίες δεν θα έπρεπε να προκαλεί τόσο η άνοδος, όσο η πιθανότητα κατάρρευσης της ανερχόμενης Κίνας. Μια ανερχόμενη Κίνα με πλήθος δομικών προβλημάτων, με ανύπαρκτη εργασιακή και ασφαλιστική πολιτική, με πληθυσμιακή ανάπτυξη οριακά ελεγχόμενη, με παλιρροϊκά εσωτερικά μεταναστευτικά ρεύματα κι ανεπαρκής περιβαλοντικές πολιτικές μοιάζει μερικές φορές με βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Οι Αμερικανοί εντούτοις δεν εφησυχάζουν. Η αυξανόμενη στρατιωτική δραστηριότητα της Κίνας προμηνύει την αύξηση των αντίστοιχων αμερικανικών πόρων ώστε να καταστεί βιώσιμη η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή. Ο ανταγωνισμός στο επίπεδο των εξοπλισμών προς το παρόν απέχει παρασάγγας από την εποχή του ψυχρού πολέμου, όταν η ΗΠΑ είχαν απέναντί τους μια ώριμη υπερδύναμη. Η δράση όμως του ενός, έστω και τοπικά επικεντρωμένη, για την ώρα, δημιουργεί την αντίδραση του άλλου και δεν παύει να φέρνει συνειρμούς στις μνήμες των ιθυνώντων.

Στην εποχή της πληροφορίας, το κλειδί για την στρατιωτική υπεροχή εξαρτάται από την ικανότητα συλλογής, επεξεργασίας, διασποράς και ενσωμάτωσης των δεδομένων. Σύμφωνα με τον Αυστραλό αναλυτή Παύλο Ντιμπ η αμερικανική πρωτοκαθεδρία είναι αναμφισβήτητη και παρά τα σημαντικά βήματα προόδου των Κινέζων, των Ρώσων και ίσως και άλλων διεθνών παραγόντων αυτή δεν είναι δυνατόν να γεφυρωθεί στο προβλέψιμο μέλλον. Ο Ροβέρτος Κάγκαν πιστεύει ότι η Κίνα θα υποκαταστήσει βραχυπρόθεσμα τις ΗΠΑ στην Άπω Ανατολή και ίσως μακροπρόθεσμα να διεκδικήσει ακόμα και τα πρωτεία στην παγκόσμια ηγεμονία, όμως το σκεπτικό αυτό είναι εν μέρει ελλειμματικό. Αγνοεί ή δεν υπολογίζει την πιθανότητα ανατροπών. Το 1989 φερ’ ειπείν το Νιουζγουηκ θεωρούσε δεδομένη την υποκατάσταση της αμερικανικής ηγεμονίας από τον ανερχόμενο τότε ιαπωνικό κολοσσό. Τα στατιστικά στοιχεία συνηγορούσαν υπερ αυτής της άποψης. Η Ιαπωνία όμως δεν άργησε να καταρρεύσει οικονομικά, αποδεικνύοντας περίτρανα πως τα δεδομένα σε παρόμοιες εκτιμήσεις είναι χαοτικά. Η Κίνα θα μπορούσε κάλλιστα να συμπαρασυρθεί υπό την πίεση μιας οικονομικής κρίσης που θα έπληττε τον οικονομικό της σκελετό ή αντίστροφα οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να χάσουν την πρωτοπορεία στην επεξεργασία των πληροφοριών και το στρατιωτικό τους πλεονέκτημα ή ακόμα κι αν δεν το χάσουν να ηττηθούν, όπως η Ρώμη που αν και ποτέ δεν βρέθηκε να υστερεί σε επίπεδο καινοτομίας, υποτάχθηκε εντούτοις στα πολυπληθέστερα βαρβαρικά φύλα. Το 1959 ο Νικίτα Χρουτσώφ διατυμπάνιζε δημοσίως την βεβαιότητά του πως η ΕΣΣΔ θα υποσκέλιζε τις ΗΠΑ έως το 1970 ή το πολύ έως το 1980. Στα τέλη του 1976, όταν ο στόχος αυτός ήταν πλέον φανερό πως δεν ήταν εφικτός ο Λεονίντ Μπρέσνιεφ δήλωνε στον Γάλλο πρόεδρο Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν πως ο κομμουνισμός θα κυριαρχούσε στον κόσμο έως το έτος 1995. Σήμερα, εν έτει 2010, η ΕΣΣΔ δεν υπάρχει. Παρόμοιες αναλύσεις θα έπρεπε εξάλλου να συνυπολογίζουν και τις μη φανερές παραμέτρους, όπως λόγου χάρη την πιθανότητα η ΗΠΑ να πάψουν απροσδόκητα να είναι οι ΗΠΑ, ό, τι κι αν σημαίνει αυτό, με αποτέλεσμα να χάσουν από το σημερινό ειδικό τους βάρος. Εξάλλου, οι αναλυτές ελάχιστα ασχολούνται με την παράμετρο «κουλτούρα». Κατά πόσο άραγε θα μπορούσε η κουμφουκιανή κουλτούρα της Κίνας να ενισχύσει την ήπια δύναμη της χώρας αυτής στον άμεσο αλλά και στο ευρύτερο περίγυρό της ; Είναι σαφές πως όλα αυτά τα στοιχεία δεν είναι μετρήσιμα, θα πρέπει όμως να συμπεριληφθούν σε μία ολοκληρωμένη ανάλυση προκειμένου η ανάλυση αυτή να έχει πιθανότητες σχετικής πρόγνωσης.

Τό πόσο κοντά πρόκειται να βρεθούν στο μέλλον Κίνα και Ρωσία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική των ΗΠΑ. Όσο πιο αυταρχικές είναι αυτές οι πολιτικές τόσο εγγύτερα θα έρθουν οι δύο μεγάλοι της Σανγκάης και τόσο ισχυρότερη θα γίνει η συνεργασίας τους.

[1] Πολιτική ανάλυση του Ιωάννη Λιάκουρα πάνω στο «Παράδοξο της Αμερικανικής Δύναμης» του Joseph S. Nye, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2003.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

κινέζικη σοφία ή περί διακυβέρνησης


Κινέζικη σοφία

«Ένας καλός γεωργός μπορεί να σπείρει. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι μπορεί να θερίσει.»
Κομφούκιος

Ο Κομφούκιος και το πνεύμα του ανθρωπισμού και ο Με Τσε και το κοινωνικό καθήκον[1].

Τόσο ο Με Τσε, όσο και ο Κομφούκιος στα μάτια των πιστών τους έμοιαζαν με «ηγεμόνες χωρίς εδάφη» και «αρχηγοί χωρίς υπορελείς». Ο χαρακτηρισμός «βασιλιάς χωρίς βασίλειο» δόθηκε επίσημα στον Κομφούκιο όταν θριάμβευσε μαζί με τους Χαν η κομφουκιανή ορθοδοξία. Έκτοτε ο Με Τσε θεωρείται αιρετικός. ... Οι δύο σχολές είχαν, εντούτοις, συγγενικές τάσεις. Ενώ οι μεγιστάνες και οι ευνοούμενοί τους έψαχναν να βρουν συνταγές για ν’ αυξήσουν την δύναμη του κράτους και την απόδοση της διοίκησης, οι οπαδοί των δύο αυτών σχολών ενδιαφέρονταν μόνο για το καλό του συνόλου. Σύντομα όμως τις θεωρίες αυτές παραμόρφωσε ο συντηρητικός τρόπος σκέψης των διαδόχων των μεγάλων αυτών δασκάλων. ... Ο κομφούκιος και ο Με Τσε μοιαζανε με νεωτεριστές που προδόθηκαν απ’ τους πιστούς τους. Ο Με Τσε προσπάθησε να δημιουργήσει μια θεωρία κοινωνικού καθήκοντος, καταγγέλλοντας τις κακές συνέπειες του πελατειακού πνεύματος. Ο Κομφούκιος προχώρησε περισσότερο. Επιχείρησε να στηρίξει την πειθαρχία των ηθών επάνω σ’ ένα εκλεπτυσμένο αυνάισθημα ανθρωπισμού.

Ο Κομφούκιος συγκρίθηκε επανειλημμένα με τον Σωκράτη. ... Ωστόσο, οι Κινέζοι αναγνωρίζουν στην διδασκαλία του Κομφούκιου έναν «δάσκαλο για δέκα χιλιάδες γενιές», αφού προηγουμένως τον κατέστησαν προστάτη μιας κομφορμιστικής (συμβατικής) ηθικής. Ο Δάσκαλος θεωρείται το πρότυπο της εθνικής τους σοφίας.

Δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ζωή του Κομφούκιου, εκτός του ότι δίδαξε στις αρχές του 5ου αιώνα σε μια κωμόπολη του Τσαν Τονγκ, ίσως στην πρωτεύουσα του κράτους Λου. Θάφτηκε στα βόρεια της πόλης αυτής και γύρω από τον τάφο του σχηματίστηκε το χωριό Κ’όνγκ λι, όπου διατηρήθηκαν τα κειμήλιά του: ο σκούφος του, η κιθάρα του, το άρμα του. Εκεί συγκεντρώθηκαν οι πιο πιστοί του μαθητές. Σύμφωνα με την παράδοση γεννήθηκε το 551 πΧ και πέθανε το 479 πΧ.

Η θεωρία του Δασκάλου ήταν, φαίνεται, θεωρία δράσης. Δίδασκε μιαν ενεργή ηθική και ενδιαφερόταν περισσότερο για την ηθική επίδραση που μπορεί να είχε, απ’ ότι για την σχολαστική τήρηση των αρχών. Η φήμη του οφίλεται περισσότερο στην ικανότητά του να οδηγεί συνειδήσεις. Ανάλογα με τους ανθρώπους και τις συνθήκες δεν δίσταζε να δίνει οδηγίες που εκ πρώτης φαίνονταν αντιφατικές. «Σπρώχνω τους νωχελικούς, συγκρατώ τους ενθουσιώδεις» ισχυριζόταν.

Η αφοσίωση στην προσπάθεια και το καθήκον της παρακίνησης των άλλων προς αυτήν την κατεύθυνση συνδέονται με την ηθική ζωή. Για μια κυβέρνηση το ουσιώδες είναι να επιτυγχάνει την επικράτηση της εμπιστοσύνης, της καλής συνεννόησης, της χρηστότητας. Η αφθονία των πόρων και η στρατιωτική δύναμη έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Οι ευγενείς που είναι άξιοι να φέρουν αυτόν τον τίτλο, όπως κι ο ηγεμόνας, δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τα υλικά κέρδη. Δεν γυρεύουν καθόλου το συμφέρον. Ο κομφούκιος δεν καταδικάζει μόνο το κηνύγι του συμφέροντος, αλλά και κάθε πνεύμα χυδαίου ανταγωνισμού. Η ηγεμονική αποτελεσματικότητα δεν θεωρείται καθαρά κληρονομική ιδιότητα. Η απόκτησή της εξαρτάται από την ατομική προσπάθεια. Απαιτεί συνεχή εφαρμογή, ασταμάτητο πείσμα και δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως επιστέγασμα μιας ολόκληρης ζωής στραμμένης προς αυτόν τον ευγενής σκοπό.

Ο Με Τσε, όπως και ο Κομφούκιος, ήταν ευγενής χωρίς περιουσία. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ζωή του. Γεννήθηκε στην χώρα του Λου (ή του Σονγκ) και πέθανε στις αρχές του 4ου πΧ αιώνα. Ίδρυσε μια μεγάλη σχολή που κατά την διάρκεια του 4ου και του 3ου πΧ αιώνα είχε πολύ μεγαλύτερη απήχηση από αυτή του Κομφούκιου. «Να αντιτάσσεται κανείς στα πολυτελή γούστα, ν’ αποφεύγει την σπατάλη, να μην γυρεύει την αίγλη στους αριθμούς και τα μέτρα του πρωτοκόλλου, να υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες, να προετοιμάζεται για τις δυσκολίες της ζωής» αυτές ήταν οι αρχές του Με Τσέ.

Το κύριο σημείο του δόγματός του είναι μια θεωρία πάνω στην προέλευση της κυβέρνησης : Οι άνθρωποι μπόρεσαν να ξεφύγουν από την αναρχία μόνο επειδή δέχτηκαν να εξαρτηθούν, σε όλα τα πραγματα, απ’ τις αποφάσεις ενός αρχηγού. «Αρχικά δεν υπήρχαν ούτε κυβέρνηση, ούτε ποινές. Κάθε άνθρωπος είχε διαφορετική ιδέα του δικού σου και του δικού μου. Ένας άνθρωπος είχε μία, δύο άνθρωποι είχαν δύο, δέκα άνθρωποι είχαν δέκα. Υπήρχαν τόσες απόψεις όσοι και οι άνθρωποι. Καθώς όλοι δέχονταν μόνο την δική τους ιδέα για το δικό σου και το δικό μου, και αρνιόνταν αυτήν των άλλων, υπήρχαν ανάμεσα στους ανθρώπους μόνον εχθρικές σχέσεις. Στις οικογένειες, ανάμεσα στους πατεράδες και τους γιους, τους μεγάλους και τους μικρούς υπήρχε μίσος, διχόνοια, διάιρεση, διάσταση. Οι συγγενείς δεν μπορούσαν να ζήσουν μαζί αρμονικα. Στην αυτοκρατορία όλοι οι άνθρωποι μισουσαν ο ένας τον άλλο όπως το νερό και η φωτιά αντπαλεύουν μεταξύ τους κι όπως ο άνθρωπος φοβάται το δηλητήριο. Ό,τι ενέργεια τους απεμενε δεν μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουν για ν’ αλληλοβοηθηθούν. Ζούσαν στην αναρχία όπως τα ζώα. Έπειτα κατάλαβαν πως η αναρχία προέρχεται από την απουσία αρχηγών. Επέλεξαν τον πιο σοφό και τον ονόμασαν Γιο του Ουρανού. Ο Γιος του Ουρανού, φοβούμενος ότι δεν έχει από μόνος του αρκετή ενεργητικότητα, διάλεξε τους πιο σοφούς και τους έκανε υπουργούς του. Οι υπουργοί φοβούμενοι ότι δεν έχουν αρκετή ενεργητικότητα, διαίρεσαν την αυτοκρατορία σε γαιοδεσποτείες και διάλεξαν τους πιο σοφούς για να γίνουν αρχηγοί τους. Κι έγινε το ίδιο μέχρι και τους αρχηγούς των χωριών»[2].

Μετά απ’ αυτό το αρχικό συμβόλαιο δεν είχε κανείς παρά να υποταχθεί παθητικά στην γνώμη των αρχηγών. ... Όταν ο Γιος του Ουρανού λέει ναι, όλοι λένε ναι. Όταν λέει όχι, όλοι λένε όχι. Η σκέψη του Με Τσε είναι πιο αυστηρή από αυτή των νομικών. Υποστηρίζει ένα ιδανικό ομοιομορφίας που δεν επιδέχεται μετριασμό. Αν η ομοιομορφία δεν είναι απόλυτη και σταθερή, υπάρχει αναρχία. Για την νομική σκέψη αρκεί ο ηγεμόνας να υπαγορεύσει τον νόμο. Για τον Με Τσε οφείλει να υπαγορεύει την γνώμη. ... Ο ουρανός ασχολείται με την ανταμοιβή και την τιμωρία των Γιών του Ουρανού : «Η θέληση του Ουρανού είναι για μένα ότι είναι ο γνώμονας και ο διαβήτης για τον αμαξοποιό ή για τον ξυλουργό. Αν πει αυτό είναι σωστό, θα πει ότι είναι. Αν πει αυτό δεν είναι σωστό, θα πει πως δεν είναι.».

[1] Μαρσελ Γκρανέ, Η κινεζική σκέψη, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1992.
[2] Με Τσε, 11.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Ανακυκλώνοντας την Ιστορία

Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί ...
Θυσίες και ήττες και ήττες κι’ άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
Ήταν από άλλους αποφασισμένα ...
Γιαννης Ρίτσος, «Ελένη», εκδ. Κέδρος 1972, σ. 28.

Τον Σεπτέμβριο του 1944, ο Τσώρτσιλ υπενθυμίζει στους Σοβιετικούς το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την Ελλάδα και την συμφωνία του Λονδίνου και ζητεί να μην στείλουν και εκείνοι στρατό στην Ελλάδα. Οι Σοβιετικοί συμφωνούν[1]. Είχαν ικανοποιηθεί οι δικές τους βλέψεις σε άλλες περιοχές της Βαλκανικής. Τον Οκτώβριο ου 1944 επικυρώνεται κατά την τριμερή διάσκεψη της Μόσχας η ένταξη της Ελλάδας στην αγγλική ζώνη επιρροής. «Μέσα σε ένα λεπτό (9/10/1944) η Ελλάδα εκχωήθηκε στην αγγλική ζώνη επιρροής ως είδος δώρου, κτήματος ή ανταλλακτικού αγαθού. Περιγράφει ο Τσώρτσιλ στα απομνημονεύματά του: «Η στιγμή ήταν κατάλληλη για μπίζνες. Λέω στον Στάλιν. Ελάτε να κανονίσουμε τί θα κάνουμε στα Βαλκάνια. Οι στρατιές σας βρίσκονται στην Ρουμανία και στην Βουλγαρία. Έχουμε κι εμείς συμφέροντα εκεί. Τί θα λέγατε, να κρατήσετε εσείς το 90% στην Ρουμανία κι εμείς (Αγγλοι και Αμερικανοί) το 90% στην Ελλάδα και να μοιράσουμε την Γιουγκοσλαβία μισό-μισό. Κι ενώ μεταγλώττιζε ο διερμηνέας γράφω σ’ ένα κομμάτι χαρτί: Ρουμανία: Ρωσία 90%, άλλοι 10% - Ελλάδα: Βρεταννία 90%, Ρωσία 10% - Γιουγκοσλαβία: 50%-50% - Ουγγαρία: 50%-50% - Βουλγαρία: Ρωσία 75%, άλλοι 25%. Έσπρωξα το χαρτί προς το μέρος του Στάλιν. Ακολούθησε μικρή σιωπή. Ο Στάλιν πιάνει το γαλάζιο μολύβι, τσεκάρει με μια κίνηση το σημείωμα και μας το ξαναδίνει. Αυτό ήταν. Η υπόθεση τακτοποιήθηκε στο λεπτό». Ο Ρούσβετλ παρακολουθούσε ικανοποιημένος την χυδαία αγοραπωλησία.

Ο Τσώρτσιλ τον Δεκέμβριο του 1944 ζητά από την Τουρκία να στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Αθήνα για την συμμετοχή στις μάχες, επειδή οι αγγλικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν δυσκολίες. Τα τουρκικά στρατεύματα θα μεταφέρονταν στον Πειραιά με βρεταννικά μεταγωγικά. Και θα ξαναπολεμούσαν οι Έλληνες, ύστερα από 123 χρόνια, γύρω από την Ακρόπολη εναντίον των Τούρκων αν δεν κρίνονταν από τους άγγλους ασύμφορα τα ανταλλάγματα που αξίωνε η κυβέρνηση της Άγγκυρας. Την διαπραγμάτευση αυτή αποκάλυψε ο Σουηδός πρέσβυς στο Λονδίνο με τηλεγράφημά του (15/12/1944) προς την κυβέρνησή του[2] .

Τον Ιανουάριο του 1945, παραμονές της Γιάλτας, ο διπλωμάτης Ιβάν Μαΐσκι δηλώνει στον Αμερικανό υπουργό εξωτερικών Άβερελ Χάριμαν: «Μ’ όλο που οι Άγγλοι δεν χειρίστηκαν την ελληνική υπόθεση με την συνηθισμένη τους φινέτσα, η Σοβιετική Ένωση θα παραμείνει απόλυτα ουδέτερη». Και συνέχισε: «Δική τους η ευθύνη (των Ελλήνων), είναι αγριάνθρωποι. Οι Έλληνες είναι πρωτόγονος λαός, έτοιμοι να τραβήξουν με ο πρώτο τα μαχαίρια και να αλληλοπετσοκοφτούν».


Να την χέσω τέτοια λευτεριά οπού θα κάμω εγώ έσενα πασιά [3]
Στρατηγός Μακρυγιάννης

Τέλη Μαρτίου του 1947 οι Άγγλοι είχαν αποφασίσει να αποσυρθούν από την Ελλάδα, εξαιτίας της οικονομικής τους αιμορραγίας. Τότε ακριβώς χαράχτηκε η στρατηγική της οικουμενικής κυριαρχίας. Ο αμερικανός πρόεδρος Τρούμαν διακύρηττε με αλαζονεία (πανεπιστήμιο Μπέυλορ, 6/03/1946): «Είμαστε οι γίγαντες του οικονομικού κόσμου. Η υφήλιος περιμένει να δει τί θα κάνουμε. Δική μας η επιλογή. Μπορούμε να οδηγήσουμε τα έθνη σε οικονομική ειρήνη ή να τα βυθίσουμε σε οικονομικό πόλεμο ...». Ο αμερικανός υπουργός των Εξωτερικών Ντην Άτσεσον αναφερόμενος στα χρόνια του ψυχρού πολέμου έγραφε: «Οι ΗΠΑ βρέθηκαν σε μια πρωτοφανή από την αρχαιότητα θέση. Τέτοια πόλωση δεν είχε ξαναγίνει από την εποχή της Αθήνας και της Σπάρτης, της Ρώμης και της Καρχηδόνας.»[4]. Οι Αμερικανοί χρειάζονταν την Ελλάδα και την Τουρκία εξαιτίας της γεωπολιτικής σημασίας των δύο αυτών χωρών. Ήταν η πύλη και το κλειδί για τον έλεγχο των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής. Έπρεπε η προσέγγιση να είναι ελεύθερη και αυτό προϋπέθετε την πολιτική εξάρτηση των νευραλγικών κέντρων της περιοχής. Ειδικότερα για την στρατηγική σημασία της χώρα μας η Αμερικανική «Επιτροπή Δικαιοσύνης για την Ελλάδα» υπέβαλε στον υπουργό Οικονομικών Snyder έκθεση όπου αναφέρονταν μεταξύ άλλων πως: «η Ελλάδα βρίσκεται σε σταυροδρόμι τριών ηπείρων, αποτελεί σύνορο ανάμεσα στη θαλάσσια και την χερσαία ισχύ και φυσικό οχυρό για εναέριες, θαλάσσιες και χεραίες επιχειρήσεις σε πόλεμο και ειρήνη. Αυτή η μικρή χώρα κατέχει εξαιρετικά στρατηγική θέση στον κόσμο. Είναι (1) αφετηρία για τις εμπορικές διασυνδέσεις της Αμερικής με τη Βαλκανική και την εγγύς Ανατολή και (2) φυσική πύλη που ελέγχει απόλυτα όλους τους θαλάσσιους δρόμους προς το Σουέζ, τα Δαρδανέλλια και την Αδριατική ...»[5].

[1] Barker, British Policy on South-East Europe, σ. 144.
[2] «Το Βήμα», 13 Αυγούστου 1989, σ. 29.

[3] από το ομώνυμο βιβλίο του Κώστα Ζουράρι, εκδόσεις Αρμός 2009.
[4] Laurence S. Wittner, American intervention in Greece 1943-1949, New York 1982, σ. 71.
[5] Κόντης, Η αγγλοαμερικανική πολιτική και το ελληνικό πρόβλημα: 1945-1949, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 239-240.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Διπλωματία

Κρυφακούοντας του Έλληνες[1]

Από τα είκοσι χρόνια της καριέρας μου αφιέρωσα τα εφτά προσπαθώντας να κρυφακούσω τους Έλληνες με αξιοπρεπή τρόπο. Τον Μάρτιο του 2002, η πρεσβεία[2] αγωνιούσε να αλλάξει τις αντιλήψεις των Ελλήνων ότι οι ΗΠΑ ήταν θεμιτός στόχος τρομοκρατικής επίθεσης. Καταφέραμε να πείσουμε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να σταματήσει να στηρίζεται στις ανέξοδες θεωρίες των διπλωματών του. Προσελήφθη μια εταιρεία που οργάνωνε έρευνες αγοράς και δημοσκοπήσεις για να μας βοηθήσει να ακούσουμε κριτικά απλούς Έλληνες στο περιβάλλον μιας μικρής ομάδας συζήτησης, παρόμοιο με εκέινο όπου οι πραγματικοί άνθρωποι δοκιμάζουν μονίμως να διοσθώνουν τις γνώμες τους. Ήταν μια χρήσιμη ενέργεια.[3]
...
Μια ομάδα συζήτησης Ελλήνων είναι εξαίρετη αφετηρία για να κατανοήσουμε γιατί οι περιορισμένες αλλαγές στην αμερικανική πολιτική υπό τον πρόεδρο Μπους είχαν τόσο ακραία αρνητικά αποτελέσματα σ’ όλον τον κόσμο.[4] Η γεωγραφική θέση, η ιστορία και ο πολιτισμός των Ελλήνων είναι τέτοια που η συμπεριφορά τους γεφυρώνει ένα ευρύ φάσμα ιδεολογικών και αφηγηματικών στρατηγικών που κυμαίνονται από τις νηφάλιες εξορθολογισμένες «δυτικοευρωπαϊκές» μέχρι την πιο σκοτεινή συνωμοτική «μεσανατολική» φημοκαπηλεία. Η ελληνική συμβατική αντίληψη διαμορφώθηκε στο πλαίσιο εξήντα χρόνων στενής πολιτικής και στρατιωικής σχέσης με τις ΗΠΑ.

Οι δώδεκα τυχαίοι Έλληνες που κάθονται γύρω από το τραπέζι, με την ευγενική ώθηση του μεσολαβητή, εξέφρασαν αρκετό θαυμασμό για τις ΗΠΑ ως χώρα, για τους Αμερικανούς ως λαό και για ένα σύνολο δημοκρατικών θεσμών. Χρόνια ολόκληραδηκτικών σχολίων από τους Έλληνες διανοούμενους με είχαν αφήσει απροετοίμαστο για τον βαθμό που οι απλοί Έλληνες αναγνωρίζουν και επικροτούν την αμερικανική εργασιακή ηθική, την θρησκευτική πίστη και τις οικογενειακές αξίες – γνωρίσματα που ενσαρκώνονται στους Ελληνο-αμερικανούς συγγενείς τους.

Οι συμμετέχοντες επέκριναν, κατά το σύνηθες, μια τυπική σειρά αμερικανικών πολιτικών επιλογών. Είχα ακούσει και προηγουμένως αυτές τις επικρίσεις και μορούσα να τις απαγγείλω ακόμη και κοιμισμένος. Οι Έλληνες πολιτικοί αισθάνονται το πατριωτικό καθήκον να υπενθυμίζουν ευγενικά στους Αμερικανούς συναδέλφους, από την αρχή μιας επίσημης επίσκεψης, ποια πράγματα ενοχλούν τους Έλληνες σε σχέση με τις ΗΠΑ: η αμερικανική επέμβαση στην εσωτερική πολιτική της Ελλάδας κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, η υποστήριξη της χούντας στην επταετία 1967-1974, η αποτυχία[5] τους να αποτρέψουν την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974, η φιλοισραηλινή τους πολιτική και ο βομβαρδισμός της Σερβίας το 1999.

Τα μέλη της ομάδας γνώριζαν ασαφώς και σε πολλές περιπτώσεις λανθασμένα τις ανομίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Στη συζήτηση ελάχιστα μνημονεύτηκε η βλάβη στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Μεγαλύτερο ρόλο έπαιξε η πληγωμένη υπερηφάνεια εξαιτίας της «αμερόληπτης»[6] πολιτικής της Αμερικής έναντι της Ελλάδας και της Τουρκίας: κάτι που σημαίνει ότι οι ΗΠΑ δεν αναγνώριζαν καμιά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους δημοκρατικούς, φιλειρηνικούς, πολιτισμένους Έλληνες και στους βάναυσους, επιθετικούς, αυταρχικούς Τούρκους. Αυτό ήταν απόδειξη αδικίας. Οι αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής που είχαν προκαλέσει οργή στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου επισημάνθηκαν, για να επιβεβαιώσουν απλώς το στερεότυπο μιας άδικης υπερδύναμης.

[1] Τζων Μρείντυ Κήσλινγκ, «Μαθήματα Διπλωματίας», σ. 252 κ. επ., εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2007.
[2] Ο συγγραφέας μιλά για την Αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα.
[3] Ουδέποτε είδα, λέει ο Κήσλινγκ, την αναφορά που προέκυψε. Ίσως οι συστάσεις να μην ήταν ευπρόσδεκτες, όπως εκείνες της διαβόητης έκθεσης, του Σεπτεμβρίου του 2004, για τις στρατηγικές επικοινωνίες, της Επιτροπής για την Επιστημονική Επισκόπηση της Άμυνας. Ή ίσως το ξήλωμα της 17Ν τον Ιούλιο του 2002 έκανε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να χάσει το ενδιαφέρον του για την γνώμη των Ελλήνων.
[4] Ο Κήσλινγκ αντιλαμβάνεται, όπως είναι φυσικό, τις διαφοροποιήσεις στην ποιότητα και την ουσία των αμερικανικών επιλογών ως γνήσιος Αμερικανός. Θεωρεί τις διαφοροποιήσεις αυτές «περιορισμένες» και αδυνατεί να κατανοήσει τα «ακραία αρνητικά τους αποτελέσματα» στην συνείδηση των λαών του κόσμου.
[5] Ο συγγραφέας μιλά για «αποτυχία» αρνούμενος, ουσιαστικά, κάθε συζήτηση περί «ενεργής ανάμιξης» ης χώρας του στην υπόθεση της τουρκικής εισβολής εις βάρος της κυρίαρχης και ανεξάρτητης Κύπρου.
[6] Έκπληξη αποτελεί η παράθεση της λέξης ‘αμερόληπτη’ εντός εισαγωγικών. Ένας οποιοσδήποτε μέσος αμερικανός αξιωματούχος υποθέτω πως θα είχε το ελάχιστο απαιτούμενο θάρρος να χαρακτηρίσει την πολιτική αυτή τουλάχιστον «ρεαλιστική» υπονοώντας το προφανές και το αναγκαίο της εξυπηρέτησης των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Ο όρος όμως που χρησιμοποιείται εδώ δεν θα μπορούσε παρά να χαρακτηριστεί ως αφελής. Εντούτοις, η παράθεση του όρου αυτού εντός εισαγωγικών υποδηλώνει μια κάποια δόση γενναιότητας από μέρους του Κήσλινγκ, που έτσι παρουσιάζεται, αν όχι επικριτικός, τουλάχιστον σκεπτικιστής απέναντι στην εν λόγω αμερικανική αμφοτεροβαρή πολιτική.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

πολιτική

Πολιτικοί στοχασμοί [1]

Το πολιτεύεσθαι βέβαια δεν είναι θεωρία, ούτε φιλοσοφική ούτε επιστημονική. Είναι τέχνη που πρέπει να παρακολουθή την αδιακόπον κίνησιν της ομαδικής ζωής και των συμφερόντων της, την διηνεκώς μεταμορφουμένην πλοκήν, το αιώνιον γίγνεσθαι. Χρειάζεται μεν επιστημονικήν προπαρασκευήν και παρατήρησιν η πολιτική, αλλά επιστήμη δεν είναι. Τα πολιτικά προγράμματα, συνεπώς θα ήσαν περιττά, εάν δεν ήσαν μόνον θεωρητικώς λογικά, εάν δεν ελάμβανον υπ’ όψει την γύρω πραγματικότητα και εάν είχαν την αξίωσιν να παραμείνουν αιώνια και αναλλοίωτα, πετρωμένα και αποκρυσταλλωμένα, και να εξαντλούν όλας τας δυνατάς προβλέψεις.

Τα πολιτικά προγράμματα γίνονται διά να αντιμετωπίσουν ανάγκας και συνθήκας ωρισμένης εποχής. Ή μάλλον είναι απαυγάσματα και αντανακλάσεις ωρισμένης εποχής και ωρισμένης χώρας. Ευρίσκονται δηλαδή τεθειμένα εν τόπω και χρόνω απείρως μεταμορφώσιμα, όχι απόλυτα, ουδ’ ισχύοντα εις αιώνα τον άπαντα.

Εν τούτοις η αφετηρία ενός πολιτικού προγράμματος είναι σταθερά, απορρέει από την ιδιοσυγκρασίαν εκείνων που το συλλαμβάνουν και η ιδιοσυγκρασία των αυτή είναι σταθερά και μόνιμη. Αυτή κυβερνά τον νουν και κατευθύνει την προσοχήν του πολιτικού.

Περισσοτέραν επομένως σημασίαν από τα προγράμματα έχει η ψυχική διάθεσις και σύστασις των προσώπων που πολιτεύονται και διευθύνουν ένα κόμμα. Περισσοτέρας εγγυήσεις παραδείγματος χάριν, ημπορεί να δώση εις τον λαόν η ειλικρινώς φιλελευθέρα ροπή των πολιτικών ανδρών παρά το περιεχόμενον του προγράμματός των ή ο τίτλος του κόμματος.

Εις χώρας μη τελείως εξειλιγμένας οικονομικώς, ως είναι η Ελλάς, τα κόμματα και τα πολιτικά των προγράμματα διαλέγουν συνήθως ένα τίτλον είτε απλώς διά να προξενήση εντύπωσιν εις τους πολλούς είτε διά να αντιτίθεται – ονομαστικώς μόνον εννοείται – εις τον τίτλον του αντιπάλου κόμματος.

Εις την Ελλάδα τα προγράμματα είναι αντιγραφή το ένα του άλλου, καταστρώνονται δε συνήθως εις παραμονάς εκλογών διά να τεθούν αμέσως μετά τας εκλογάς κατά μέρος. Είναι ένα είδος εκλογικού εθίμου. Τελευταίως ήρχισε να γίνεται αντιγραφή μερικών κεφαλαιών και από πολιτικά προγράμματα κομμάτων της αλλοδαπής, χωρίς να ανταποκρίνεται το περιέχόμενόν των προς πραγματικάς ανάγκας της Ελλάδος.

[1] Ιωνός Δραγούμη, το κείμενο – μικρό απόσπασμα του οποίου παρατίθεται, σήμερα, εδώ – δημοσιεύτηκε σε παράρτημα της «Πολιτικής Επιθεωρήσεως» τον Μάιο του 1916. σελ. 12-13, εκδόσεις Μπάϋρον, Αθήναι 1972.