Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

ο "Αυλοκράτωρ"

περί της βασιλείας και των συνεργατών αυτής[1]

Γνωστή είναι, σε γενικές γραμμές, η σφοδρή αντίδραση που συνάντησε στο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα στη διάρκεια της δίχρονης βασιλείας του[2] ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός, αντιβασιλεύς του ανηλίκου Αλεξίου Β΄ Κομνηνού από το Μάιο του 1182, συμβασιλεύς και κατόπιν μονοκράτορας από το Σεπτέμβριο του 1183 ως το Σεπτέμβριο του 1185. Η αντίδραση αυτή σχετίζεται ιδιαίτερα με την αριστοκρατική μερίδα, προς την οποία ο τελευταίος εκπρόσωπος της κομνήνειας δυναστείας ήλθε σε αιματηρή σύγκρουση, λόγω της προσπάθειάς του επιβολής φιλολαϊκού χαρακτήρα μέτρων[3], προσπάθεια, όμως, που όπως γνωρίζουμε είχε άδοξο τέλος. Και αυτό λόγω μιας σειράς κακών για τον Ανδρόνικο συγκυριών, με κύριες ανάμεσά τους την αποτυχημένη του προσπάθεια να εμποδίσει την κατάληψη[4] της συμπρωτεύουσας του κράτους, της Θεσσαλονίκης, από τους Νορμανδούς του βασιλείου της Σικελίας, παρά τα μέτρα με τα οποία είχε επιχειρήσει να ανατρέψει την πορεία των δυσμενών γι’ αυτόν γεγονότα, όπως για παράδειγμα την ανανέωση της συμμαχίας με το μεγάλο Μουσουλμάνο στρατηλάτη της εποχής, τον Κούρδο Σαλαδίνο, το 1184 / 1185.

Οι εξελίξεις αυτές έμελλαν να μεταστρέψουν σε βάρος του αυτοκράτορα το λαϊκό φρόνημα και έδωσαν στους αριστοκρατικούς κύκλους να αποξενώσουν τον Ανδρόνικο από το λαό της Κωνσταντινούπολης, επιταχύνοντας την πτώση του με το μεγάλο πραξικόπημα, κατά τη διάρκεια των μεγάλων ταραχών που τερματίζονται με το απερίγραπτα οικτρό τέλος του ύστατου των Κομνηνών[5]. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Ι. Καραγιαννόπουλος, «αν … η πάλη του Ανδρονίκου κατά της διαφθοράς των δημοσίων υπηρεσιών υπήρξε αποτελεσματική, ο αγώνας του εναντίον των μεγαλογαιοκτημόνων ξεπέρασε τις δυνάμεις του, τον ανάγκασε να πάρει μέτρα πρωτόφαντης σκληρότητας και αυθαιρεσίας, που υπέσκαψαν τη δημοτικότητά του και τέλος προκάλεσαν την πτώση και τον τραγικό του θάνατο».

Αρκεί μια και μόνη ματιά στο χρονολόγιο της βασιλείας του Ανδρονίκου Α΄ για να μας δείξει ότι ποτέ στην ουσία δεν έπαυσαν διάφορες συνωμοσίες και κινήματα εναντίον του, κάτι που, πρέπει να πούμε εδώ, ξεκίνησε μετά το Μάιο του 1182, όταν ο Ανδρόνικος, έχοντας πρωταγωνιστήσει στο ξέσπασμα της βυζαντινής λαϊκής αντιλατινικής οργής με τις διώξεις και τις σφαγές της Κωνσταντινούπολης, είχε κατορθώσει να επιβληθεί στο θέατρο των εξελίξεων ως αντιβασιλιάς και προστάτης του μικρού αυτοκράτορα Αλεξίου Β΄ Κομνηνού (1180-1183), του οποίου, ενάμισυ χρόνο αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1183, έγινε συμβασιλιάς και, λίγο μετά, ο ουσιαστικός δήμιος.

Δεν μπορούμε να μην τονίσουμε εδώ, ότι οι απηνείς διώξεις των Λατίνων της Βασιλεύουσας, αν και μπορεί να ικανοποίησαν μεν μεγάλο μέρος του λαϊκού στοιχείου, στην ουσία δυσαρέστησαν και ανησύχησαν σοβαρά τη βυζαντινή «φεουδαρχική» αριστοκρατία, που έρρεπε προς λατινόφιλες τάσεις ήδη από την εποχή του επιφανέστερου λατινόφιλου – για να μην χρησιμοποιήσουμε τον όρο «λατινόπληκτου» - μονάρχη του Βυζαντίου, του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1143-1180). Για το λόγο αυτό, όταν ο Ανδρόνικος προέβαλε στο προσκήνιο ως ο επικρατέστερος του παιχνιδιού τον Μάιο του 1182, άρχισε μια ατέλειωτη αλυσίδα αρνητικών εναντίον του γεγονότων.

Γίνεται, νομίζω, φανερό ότι στο πλαίσιο επιβολής ενός φιλολαϊκού μεταρρυθμιστικού προγράμματος πάνω στη βυζαντινή κοινωνία, ο δυναμικός Ανδρόνικος Α΄ χρειάστηκε να βασιστεί σε έμπιστους προς το καθεστώς του ανθρώπους … Το σημαντικότερο ανάμεσα στα εκτελεστικά αυτά όργανα της ανδρονίκειας πολιτικής υπήρξε αναμφιβολα ο Στέφανος Αγιοχριστοφορίτης, ο «αυλοκράτωρ» του αυτοκράτορος … στην εφαρμογή των μέτρων του ηγεμόνα του, ο επικεφαλής της αστυνόμευσης και της τήρησής τους.

Η ταπεινή του καταγωγή σε συνδυασμό με τη δραστηριότητα που επέδειξε, συγκέντρωσαν πάνω του τα «πυρά» των κυριοτέρων ιστοριογράφων και χρονικογράφων της εποχής, όπως του Νικήτα Χωνιάτη και του Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, που επιδόθηκαν σε πραγματικό γύμνασμα των καλάμων τους σε εκτόξευση υβριστικών χαρακτηρισμών και πικρόχολων σχολίων σε βάρος του … Οι προσκείμενοι ιδεολογικά αλλά και ταξικά στο πριν από τον Ανδρόνικο Α΄ καθεστώς συγγραφείς που αναφέραμε, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν απολογητές του παραδοσιακά φιλολατινικού αριστοκρατικού περιβάλλοντος, το οποίο αντιστρατεύτηκε με πάθος τις μεταρρυθμίσεις του τελευταίου Κομνηνού αυτοκράτορα …

Ο περιβόητος στην εποχή του Αγιοχριστοφορίτης, οπωσδήποτε το γνωστότερο μέλος του υστεροβυζαντινού οίκου των Αγιοχριστοφοριτών, αντιμετωπίστηκε με τόση περιφρόνηση και σκληρότητα από τις βυζαντινές πηγές, ώστε, θα μπορούσε να πει κανείς, ότι η αντίστοιχη εικονογραφική παράδοση του «κυνοπρόσωπου» Αγίου Χριστοφόρου, του οσιομάρτυρα των μέσων του 3ου μΧ αιώνα επί των διωγμών του Ρωμαίου Δεκίου, ωχριά σε σύγκριση με την εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν. Αν και «ο σημαντικότερος ανάμεσα στους νεόπλουτους» της αυλής του Ανδρονίκου Α΄ στα χρόνια 1183-1185, όπως αποκλήθηκε από τον βυζαντινολόγο Τσάρλς Μπραντ, εν τούτοις δέχτηκε αλύπητες βολές εκ μέρους των συγχρόνων του λόγω του θέσει αντιπαθητικού ρόλου του ως επικεφαλής της αστυνομίας του αυτοκράτορα …

Ο λόγιος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης … από την αρχή της σχετικής αφήγησής του δεν χαρίζεται στον Στέφανο Αγιοχριστοφορίτη, που κατόρθωσε, σαν αδριάς φαυλοτητός, να καταστεί σύντομα αντιπαθής, καθώς και το θέμα σκανδαλοθηρικών συζητήσεων στην αυτοκρατορική αυλή.[6] Και αυτό γιατί ο Στέφανος προσπάθησε να συνάψει γάμο με μια ευγενή της αυλής, θράσος απύθμενο για το οποίο τιμωρήθηκε με δημόσιο μαστίγωμα και ταπεινώθηκε με τη μαρτυρική ανατολιτικής προέλευσης ποινή της ρινοκοπής[7]. … Μετά την τιμωρία του και παρά το έντονο σε βάρος του κουτσομπολιό, ο Αγιοχριστοφορίτης συνέχισε να περιφέρεται και να προσκολλάται σαν βδέλλα στο περιβάλλον της Αυλής, σαν να μην του είχε συμβεί απολύτως τίποτε (οία μηδέν τι κακόν δεδρακώς). Η απατεωνιά του, μάλιστα, έφθασε κατά τον Ευστάθιο σε τέτοιο σημείο, ώστε να εκτοξεύει έντονες διαμαρτυρίες και μύδρους προς τον αυτοράτορα (Μανουήλ Α΄) έξω από τη βασιλική σκηνή, επειδή ένα πλήθος ανίκανων αξιωματούχων είχαν αναδειχθεί και αναρριχηθεί σε υψηλά αυλικά αξιώματα, ενώ ο ίδιος, αν και πιο ανίκανος απ’ όλους μαζί (φαυλεπίφαυλος … παμμίαρος … και πονηρίας άβυσσος και οίος διοράσθαι όσα και δαίμων), εν τούτοις δεν είχε λάβει τα αξιώματα που του άξιζαν και αναλογούσαν στα δικά του αμέτρητα ελαττώματα, που δεν είχαν αξιοποιηθεί όπως θα άρμοζε στην περίπτωσή του !

Αν λάβουμε υπόψη μας τη γελοιοπόιηση και τη δημόσια ταπείνωση που υπέστη ο Αγιοχριστοφορίτης, η μετέπειτα αναρρίχησή του στην κοινωνική κλίμακα, αλλά και στη διοικητική ιεραρχία θα μπορούσε να θεωρηθεί έκπληξη … Η έκπληξη που δοκιμάζει κανείς … μεγαλώνει αν σκεφθούμε ότι το πρώτο γνωστό αξίωμά του, επί του στρατού, το έλαβε ο «ρινότμητος» Αγιοχριστοφορίτης πριν από τη βασιλεία του Ανδρονίκου Α΄, πιθανότατα από τον ίδιο τον Μανουήλ Α΄, από τον οποίο είχε υποστεί τόσες ταπεινώσεις.

Από την εποχή της ανόδου του Ανδρονίκου Α΄ αρχίζει και η θεαματική προώθηση του Αγιοχριστοφορίτη, ως κυρίου οργάνου του, στα κοινά … Μετά την εξασφάλιση της υποστήριξης του πατριάρχη[8] ο Αγιοχριστοφορίτης πήρε τον τίτλο του «σεβαστού»[9], αν και διόλου δεν υπήρχε κάτι το αξιοσέβαστο πάνω του για να του αποφέρει αυτό το αξίωμα, σύμφωνα με το καυστικό λογοπαίγνιο του Ευσταθίου. … Ο Ανδρόνικος και η παράταξή του, αν και αναγνώριζαν τη νόμιμη κληρονομική εξουσία του Αλεξίου Β΄, εν τούτοις θεώρησαν ότι δεν έπρεπε να λογίζεται αυτή σαν κάτι το ιερό και απαραβίαστο, ιδιαίτερα σε καιρούς ανάγκης. … Καθώς μαρτυρεί … ο Νικήτας Χωνιάτης, ο ρόλος του Αγιοχριστοφορίτη, μαζί με τον «μέγα εταιριάρχη» Κωνσταντίνο Τρίψυχο και των επικεφαλής των ραβδοφόρων Θεόδωρο Δαδιβρηνό, υπήρξε βασικός στην άγρια δολοφονία με στραγγαλισμό του νεαρού Αλαξίου Β΄, στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1183 …

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1185 οι απανωτές ατυχίες που είχαν πλήξει τον Ανδρόνικο Α΄είχαν σαν αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση της λαϊκής δυσαρέσκειας. Ήταν τότε ακριβώς, στις απαρχές της κατάρρευσης του καθεστώτος του Ανδρονίκου, που ο Αγιοχριστοφορίτης προσπάθησε, με περισσό ζήλο, να σώσει την κατάσταση. Τα κινήματα και οι διάφορες συνομωσίες ήσαν πια εκτός ελέγχου, ενώ στην Αυτοκρατορία κυκλοφόρησε με επιδέξιο τρόπο μια προφητεία του ονομαστού τυφλού οιωνοσκόπου και παλαιού συμβούλου της αυλής του Μανουήλ Α΄, του μάντη Σηθ που επιλεγόταν Σκληρός … Σύμφωνα με την προφητεία αυτή του Σηθ, τον οποίο είχε τιμωρήσει παλαιότερα ο Μανουήλ Α΄ με τύφλωση, κάποιο θεϊκό όραμά του είχε αποκαλύψει το όνομα εκείνου που θα αντικαθιστούσε τον Ανδρόνικο Α΄ στον βυζαντινό θρόνο. Το όνομα αυτό άρχιζε από «ιώτα» και «σίγμα», που ο Σηθ, σύμφωνα με όσα διαδίδονταν, τα είχε διακρίνει αχνά σχηματισμένα στο νερό κάποιας πηγής.

Η είδηση διασποράς τέτοιων φημών και διαδόσεων ανησύχησε σοβαρά, όπως ήταν εύλογο, τον Ανδρόνικο … Πραγματοποιήθηκε συνάντηση στενών συνεργατών του αυτοκράτορα, στη διάρκεια της οποίας ο κριτής του βήλου Ιωάννης Αποτυράς επιχείρησε να ερμηνεύσει το χρησμό, αποκλείοντας τον Ισαάκιο Κομνηνό της Κύπρου, που υποπτευόταν σφόδρα ο αυτοκράτορας και υποδεικνύοντας έναν από τους περισσότερο γνωστούς και έχοντα μεγάλη επιρροή αριστοκράτη της πρωτεύουσας, τον Ισαάκιο Άγγελο.

Από το ανάκτορο του Μηλουδίου, στην ασιατική όχθη του Βοσπόρου, όπου ο Ανδρόνικος είχε καταφύγει το απόγευμα της 11ης Σεπτεμβρίου για περισσότερη ασφάλεια, συνέταξε με τη βοήθεια των συνεργατών του καταλόγους προγραφών εκείνων που έπρεπε να εξοντωθούν. Ανάμεσα στα ονόματα αυτά ήταν και εκείνο του Ισαάκιου Άγγελου, που όμως ο Ανδρόνικος εξακολουθούσε να πιστεύει πως δεν αποτελούσε άμεσο κίνδυνο ούτε κύρια απειλή για το καθεστώς του … Τελείως διαφορετική αντίληψη για τα πράγματα είχε ο Αγιοχριστοφορίτης. Μια λαϊκή φήμη … σύμφωνα με την οποία είχαν παρατηρηθεί δάκρυα στην ονομαστή εικόνα του Αποστόλου Παύλου στην Κωνσταντινούπολη, πρόσθεσε περισσότερη αγωνία στην ήδη επιβαρυμένη ατμόσφαιρα γύρω από τον ανήσυχο αυτοκράτορα …

Όλα έδειχναν ότι, αν ο Ανδρόνικος έπρεπε να παραμείνει στην εξουσία, χρειαζόταν άμεση, ακαριαία δράση. Παρόλο ότι ο Ανδρόνικος δεν φαίνεται να έδωσε κάποιες σχετικές εντολές, εν τούτοις ο πρώτος ανάμεσα στους εμπίστους του, με υπερβάλλοντα ζήλο και ως θερμουργός αντι-ήρωας του δράματος, έφυγε από το ανάκτορο με τους φρουρούς του, το σούρουπο της 11ης Σεπτεμβρίου, φθάνοντας στο σπίτι του Ισαάκιου Αγγέλου στα νοτιοδυτικά προάστια της Βασιλεύουσας, κοντά στο μοναστήρι της Περιβλέπτου, με μοναδικό και άμεσο στόχο του τη σύλληψη και εξόντωση του επικίνδυνου για τον ηγεμόνα του αριστοκράτη.

Στο αίτημα του Στεφάνου να τον ακολουθήσει αμέσως, ο Ισαάκιος Άγγελος αντέδρασε ακαριαία και με μια τέτοια αποφασιστικότητα, που αιφνιδίασε πλήρως τον αντίπαλό του. Με ενστικτώδη ενέργεια απελπισίας, ανεβαίνοντας σε έτοιμο σελωμένο άλογο, έσυρε το ξίφος του και, πριν καλά – καλά προλάβουν όλοι γύρω του να καταλάβουν τί είχε συμβεί, όρμησε πάνω στον Αγιοχριστοφορίτη, που προσπάθησε να τον αποφύγει πάνω στον ημίονό του, και, με σταθερό και αποφασιστικό χέρι Καιρίαν κατάγει και πλήττει κατά μέσον το κρανίον τον δείλαιον. Και διχή διελών εκείνον μεν εά κύρμα προκείσθαι κυσίν …

Το άμεσο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα, βέβαια, ήταν το ξέσπασμα ανοικτής πλέον «στάσης» εκ μέρους του Ισαακίου Αγγέλου … Αν και ο Ανδρόνικος είχε πληροφορηθεί αμέσως το ίδιο εκείνο απόγευμα το θάνατο του δεξιού του χεριού, εν τούτοις «δεν θεώρησε το συμβάν αρκετά σημαντικό και έστειλε απλά μια σύντομη έκκληση προς τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, με την οποία καλούσε τον λαό να επανέλθει στην τάξη … Λάθος, μοναδικό που του στοίχισε το στέμμα και τη ζωή του»[10]

[1] «Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο», σε επιμέλεια Σπύρου Ν. Τρωϊάνου, Αλέξη ΓΚ Σαββίδη «Θερμουργός Αντιχριστοφορίτης, Ανήρ Αιμάτων», σελ 67, επ., Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1997
[2] και υπερτρίχρονης ουσιαστικής εξουσίας του.
[3] κυρίως φορολογικών και μέτρων κοινωνικής πρόνοιας.
[4] 24 Αυγούστου 1185.
[5] 12 Σεπτεμβρίου 1185.
[6] βρισκόμαστε στα τελευταία χρόνια του Μανουήλ Α΄, λίγο πριν το 1180.
[7] τα ειρωνικά και καυστικά σχόλια σε βάρος του πανούργου αυτού ανθρώπου έφτασαν στο σημείο να αποκαλείται ο τελευταίος χλευαστικά Αντιχριστοφορίτης.
[8] Βασιλείου Β΄ Καματηρού (Αύγουστος 1183 – Φεβρουάριος 1186).
[9] «πανσεβάστου σεβαστού», κατά τον Κ. Βαρζό.
[10] Φαλμεράιερ

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Ρόδα είναι και γυρίζει ...

"απ' την ΥΕΝΕΔ στην Πετρούλα" ... ή καλλίτερα, "για δες πώς αλλάζουν οι καιροί !"
Οι φράσεις αυτές θα μπορούσαν κάλλιστα ν' αποτελούν την εισαγωγή του ευθυμογραφήματος που ακολουθεί. Όσο όμως κι αν αλλάζουν ... οι καιροί, δεν παύουν να μας εκπλήσσουν με την ομοιότητά τους ! Ίσως γιατί "τίποτα δεν μένει ίδιο και όλα τα ίδια μένουν". Οι εκφωνήτριες του καιρού, οι σοβαροί μετεωρολόγοι, ... η ακρίβεια ! Ακόμα κι ο Καραμανλής με τον Παπανδρέου. Τί κι αν ο Μητσοτάκης έγινε ολίγον ... Μπακογιάννη. Καταβάθος Μητσοτάκης παραμένει ... κι αυτή !

Ιωάννης Λιάκουρας

Χάσαμε τα μπωφόρ. Στοπ.[i]

«Η ελληνική τηλεόραση αποφάσισε ν’ αντικαταστήσει τις εκφωνήτριες που έλεγαν ως τώρα τον καιρό με ειδικούς μετεωρολόγους»

Θα ήθελα να γράψω σήμερα ένα μακρόσυρτο, πονεμένο, νοσταλγικό χρονογράφημα. Κάτι σαν ποίημα του Μαλακάση.

Θα ήθελα να κλάψω για το σεξ που χάθηκε απ’ την ελληνική τηλεόραση …

Όλα έγιναν ξαφνικά ένα βράδυ εμπρός στα μάτια μας. Ενώ περιμέναμε να ακούσουμε τα κορίτσια της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ να μας λένε με τη βραχνή σεξουαλική φωνή τους τον καιρό που θα μας κάνει την άλλη μέρα, βγήκε ένας σοβαρός κύριος με ένα χάρακα στο χέρι κι άρχισε να μας δείχνει ένα χάρτη.

Ήταν μια πικρή στιγμή στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης.

Για δεκατρία χρόνια όλο το σεξ της μικρής μας οθόνης ήταν στο μετεωρολογικό δελτίο. Αυτό δε φαινόταν ίσως αμέσως. Αν πρόσεχες όμως, θα έβλεπες ότι αυτά τα κορίτσια, που μας μιλούσαν ψιθυριστά για χιονοπτώσεις περί τα ορεινά και για βροχές σε όλη την υπόλοιπη χώρα, εξυπηρετούσαν μια εθνική ανάγκη. Γλύκαιναν τη ζωή ενός κουρασμένου τηλεθεατή. Του έδιναν μια υπόσχεση και ένα μήνυμα. Τον έκαναν να πιστεύει ότι μια χιονόπτωση περί τα ορεινά μπορεί να είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό που φαίνεται. Ίσως μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Ή έστω για ένα καλύτερο χτες.

Τώρα η μαγεία χάθηκε. Μαζί και το σεξ του μετεωρολογικού δελτίου. Δεν υπάρχουν πια βραχνές φωνές ούτε βραχνές χιονοπτώσεις, για να μας κατευοδώσουν στο κρεβάτι. Υπάρχει απλώς ένα μετεωρολογικό δελτίο …

Βασικά, αυτό που λείπει τώρα απ’ τη ζωή μου είναι το βαρομετρικό υψηλό. Δε λέω ότι δε νιώθω και την απουσία του βαρομετρικού χαμηλού. Η στέρηση όμως του βαρομετρικού υψηλού, όπως μου το έδινε κάθε βράδυ το κορίτσι της ΥΕΝΕΔ, μου έχει κόψει τα πόδια.

Μεταξύ μας, ποτέ δεν κατάλαβα τί ακριβώς σημαίνει το βαρομετρικό υψηλό. Νομίζω ότι τα εννέα δέκατα των Ελλήνων δεν το έχουν καταλάβει επίσης. Τί είναι τελικά προτιμότερο απ’ τα δύο – το βαρομετρικό υψηλό ή το βαρομετρικό χαμηλό ; Ποιο βοηθά περισσότερο τη ζωή μας ; Ποιο μας συμφέρει τώρα που μπήκαμε στην ΕΟΚ ; Δε θα το μάθουμε ποτέ.

Το ζήτημα είναι πως το κορίτσι της ΥΕΝΕΔ με άφηνε να καταλάβω ότι το βαρομετρικό υψηλό έκρυβε μέσα του μια υπόσχεση αμαρτίας.

Ήταν καθαρά θέμα στυλ. Το κορίτσι είχε έναν δικό του τρόπο να μιλάει για τον καιρό. Το βλέμμα γινόταν μισόκλειστο και η φωνή ψιθυριστή. Η ζωή μας έπαιρνε ξαφνικά μια άλλη διάσταση. Κάθε φορά που έβλεπα ΥΕΝΕΔ, πήγαινα να κοιμηθώ γεμάτος από βαρομετρικό υψηλό.

Αντίθετα, το κορίτσι της ΕΡΤ είχε μία συμπάθεια προς το βαρομετρικό χαμηλό. Ένιωθες τη θλίψη της και την τρυφερότητά της. Κάποτε μάλιστα που μιλούσε για το βαρομετρικό χαμηλό, δάκρυσε.

Είναι η πατροπαράδοτη συμπάθεια που δείχνουν όλες οι γυναίκες προς τους βαρομετρικούς, τους χαμηλούς και τους καταφρονεμένους …

Φυσικά η μεγάλη ειδικότητα των κοριτσιών ήταν τα μπωφόρ. Κάθε φορά που μας μιλούσαν για τα μπωφόρ, ήταν φανερό ότι κάτι συνέβαινε. Εδώ δεν είχαμε μία απλή μετεωρολογική πληροφορία. Είχαμε μια σεξουαλική επανάσταση …

Νομίζω ότι αυτές που ανακάλυψαν πρώτες τα μπωφόρ ήταν οι εκφωνήτριες της ΕΡΤ. Κανείς πριν από εκείνες δεν ήξερε ότι τα μπωφόρ έχουν τόσο σεξ, αλλά αυτό βέβαια δεν έχει σημασία. Ούτε και πριν τον Γαλιλαίο ήξερε κανείς ότι η Γη κινείται.

Από μια άποψη τα κορίτσια αυτά έκαναν για την τηλεόραση ό,τι έκανε ο Γαλιλαίος για τη Γη πριν από μερικούς αιώνες. Έδωσαν στα μπωφόρ κίνηση. Τα έβαλαν στη ζωή μας και στο αίμα μας. Ειδικά όταν τα μπωφόρ τύχαινε να είναι πάνω από πέντε ή από έξι, το βλέμμα τους έπαιρνε μια θανάσιμη υγρή έκφραση, σαν να την καταβρέχανε εκείνη την ώρα όλα τα μπωφόρ του Ατλαντικού.

«Προσέξτε», μας έλεγε το υγρό βλέμμα. «Σας μιλάω για πέντε μπωφόρ !»

Και πέφταμε να κοιμηθούμε αναστατωμένοι.

Τώρα δεν υπάρχει πια τίποτε απ’ όλα αυτά. Υπάρχει απλώς ένα μετεωρολογικό δελτίο. Δε λέω βέβαια ότι οι κύριοι που το εκφωνούν δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Ίσως την κάνουν καλύτερα. Δεν μπορώ όμως ν’ ακούω να μου μιλούν για μπωφόρ άνθρωποι με μουστάκι και γένια, που κρατούν ένα χάρακα στο χέρι και μου δείχνουν ένα χάρτη. Θέλω τα μπωφόρ χωρίς χάρακα και χωρίς γένια. Τα θέλω όπως μου τα έμαθαν.

Θα ακούσουν άραγε τη φωνή μου οι αρμόδιοι που κυβερνούν τις τύχες των καναλιών μας ;
Θέλουμε πίσω τα μπωφόρ μας.
Όπως είναι η κατάσταση σήμερα, με τον τιμάριθμο στο τριάντα τοις εκατό και το μοσχάρι Αργεντινής στις διακόσιες εβδομήντα το κιλό, το μόνο που μπορείς να ελπίζεις είναι να έρθουν μερικά βραχνά μπωφόρ για να γλυκάνουν τη μέρα σου.

Ή μάλλον τη νύχτα σου

Φρέντυ Γερμανός
Ελευθεροτυπία, 1978


[i] από το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού, «Κατάστασις απελπιστική αλλά όχι σοβαρή», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Άρθρα

Ήθη και Έθιμα
Η φυσιογνωμία ενός λαού
[1]

Ο όρος ήθος σημαίνει το σύνολο των ψυχικών χαρακτηριστικών κάθε ανθρώπου. Ήθη λέγονται οι αντιλήψεις ενός λαού για την ηθική και κοινωνική συμπεριφορά. Είναι οι γενικές αρχές Δικαίου, οι θεμιτοί τρόποι συμπεριφοράς του κοινωνικού ανθρώπου, που μεταβάλλονται με τη μεταβολή του χρόνου, που διαφέρουν από τόπο σε τόπο και απηχούν την τρέχουσα ηθική μιας κοινωνίας. Δηλαδή τα ήθη ορίζουν αξίες, σχέσεις, συμπεριφορές. Είναι τα αισθήματα, οι νοοτροπίες που χαρακτηρίζουν μια εποχή (π.χ. η καταναλωτική τάση του σύγχρονου αστού, η προτίμησή του σε πρακτικές λύσεις, όπως είναι τα τυποποιημένα είδη διατροφής, η αντίληψή του για το γάμο κ.τ.λ.). Όλα αυτά αποτελούν ένα είδος κανόνων και νόμων, μια μορφή δικαίου, άγραφου, που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε εθιμικό. Αλλά και το Γραπτό Δίκαιο δεν είναι αυθαίρετο δημιούργημα του νομοθέτη, αλλά προϊόν του πνεύματος του λαού. Υπάρχει μια συμφωνία των ηθών με τις απαιτήσεις του δικαίου. Για παράδειγμα, στις συναλλαγές των ανθρώπων οι νόμοι καθορίζουν ως δίκαιο ό,τι η κοινωνία θεωρεί ως ηθικό: απαγορεύεται η αισχροκέρδεια, θεωρείται άκυρη κάθε πράξη που αποτελεί εκμετάλλευση της ανάγκης του άλλου.

Όταν, όμως, οι αντιλήψεις αυτές πάρουν και μια σταθερά επαναλαμβανόμενη τελεστική, περισσότερο ή λιγότερο τελετουργική μορφή, γίνονται έθιμα, όπως είναι τα γαμήλια έθιμα. Γίνονται δηλαδή συνήθεια με καθολικό χαρακτήρα, που τηρείται από όλα τα μέλη της κοινωνικής ομάδας. Τα στοιχεία του εθίμου είναι: α) το ιστορικό: μακρόχρονη και ομοιόμορφη άσκηση, δηλ. ορισμένη συμπεριφορά των κοινωνιών που επαναλαμβάνεται ομοιόμορφα επί αρκετό χρόνο, ώστε να παγιωθεί ως κανόνας Δικαίου β) το ψυχολογικό: η πεποίθηση των κοινωνιών ότι, με τη συμπεριφορά τους εφαρμόζουν κανόνα δικαίου και ότι αν δεν τηρήσουν τη συμπεριφορά αυτή, θα έχουν κυρώσεις. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται είναι η γενική κατακραυγή και η ηθική καταδίκη από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Τα έθιμα διακρίνονται σε γενικά (ισχύουν σε όλη τη χώρα) και τοπικά (ισχύουν σε ορισμένη περιοχή). Υπάρχουν, επίσης, έθιμα επαγγελματικά και θρησκευτικά. κ.λ

Η έννοια των εθίμων προσεγγίζεται καλύτερα με το συσχετισμό τους με την έννοια των ηθών (λέμε ήθη και έθιμα). Στα νεότερα χρόνια η σχέση ηθών και εθίμων μεταβλήθηκε. Ήθη πάντα υπάρχουν. Αλλά δε δημιουργούνται νέα έθιμα. Αυτό σχετίζεται με τον τερματισμό της κλειστής ζωής της αγροτικής κοινωνίας, που ήταν ο κατεξοχήν χώρος δημιουργίας εθίμων. Γιατί εκεί συνέτρεχαν οι λόγοι που ευνοούσαν τη δημιουργία και διατήρησή τους (έντονη πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις, που έπρεπε, λατρευτικά, να καταστούν ευεργετικές, διάθεση ελεύθερου χρόνου, συλλογική ζωή). Υπάρχει, εντούτοις, μια τάση διατήρησης παλιών εθίμων, έστω κι αν εξέλιπαν οι αιτίες που τα είχαν δημιουργήσει. Το τελετουργικό, η παραστατικότητα και η θεαματικότητα του εθίμου ασκούν αρκετά ισχυρή γοητεία, ώστε να παρατηρείται, τις τελευταίες δεκαετίες, μια σκόπιμη αναβίωση των παλιών εθίμων, που προσφέρονται ως ένα είδος θεατρικής παράστασης, ή θεάματος...

Τα ήθη και έθιμα, τα δημοτικά τραγούδια και οι παροιμίες, οι παραδόσεις και οι θρύλοι αποτελούν το λαϊκό πολιτισμό που είναι ο καθρέφτης ενός λαού. Μελετώντας τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, αντικρίζει κανείς ένα λαό απλό και αληθινό, συγκροτημένο πάνω σε στέρεο προσανατολισμό, με πίστη στο παρελθόν και αισιοδοξία για το μέλλον, με ιδανικά και αξίες. Και αυτό, γιατί υπάρχει αδιάσπαστη ενότητα ανάμεσα στον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, τον αρχαίο και το νεότερο. Κάθε έθιμο και δοξασία του λαϊκού πολιτισμού προχωρεί στα βάθη του παρελθόντος, φτάνοντας όχι μόνο στους κλασικούς χρόνους, αλλά μερικές φορές στα βάθη της προϊστορίας.

Αναμφίβολα, λοιπόν, μέσα από το λαϊκό πολιτισμό αναζητάμε τις ρίζες μας και ανακαλύπτουμε τη φυσιογνωμία μας ως λαός, πιστοποιούμε την ταυτότητά μας, θωρακίζουμε τη συνέχιση του έθνους μας. Εναρμονίζουμε το χθες με το σήμερα και χτίζουμε το αύριο...

[1] του Νίκου Ζυγογιάννη, καθηγητή ΜΕ.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Αθλητικοί Αγώνες

τα Νέμεα[1]

Σύμφωνα με τη γραπτή παράδοση τα Νέμεα καθιερώθηκαν ως πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες το έτος 573 πΧ και γίνονταν ανά διετία τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο. Το πρόγραμμα των Νεμέων έμοιαζε περισσότερο με αυτό των αγώνων στην Ολυμπία, τουλάχιστον κατά την πρώιμη περίοδο που δεν περιλαμβάνονταν μουσικοί αγώνες. Μεγαλύτερη έμφαση δινόταν στα καθαρά αθλητικά αγωνίσματα.

Ο χώρος[2] και η διοργάνωση των αγώνων αρχικά ελεγχόταν από τη γειτονική μικρή πόλη των Κλεωνών. Όμως κατά τον 4ο αι πΧ πέρασε κάτω από τον έλεγχο του Άργους. πράγματι, συχνά οι αγώνες μεταφέρονταν στο Άργος και εορτάζονταν εκεί παρά στη Νεμέα και μάλιστα για τα ¾ περίπου της διάρκειας της ζωής τους.

Όπως συνέβαινε σε κάθε τόπο στην αρχαιότητα, έτσι και η Νεμέα διέθετε τους δικούς της μύθους. Εξαιτίας του λιονταριού η Νεμέα έγινε γνωστή ως ο χώρος του πρώτου από τους Δώδεκα άθλους του Ηρακλέους. Μετά το στραγγαλισμό του λιονταριού ο Ηρακλής, με τη βοήθεια των ίδιων των νυχιών του θηρίου, αφαίρεσε το δέρμα του, το οποίο θεωρούνταν αδιαπέραστο, και το φορούσε στο εξής ο ίδιος ως πανοπλία. Λέγεται μάλιστα ότι τότε ακριβώς ο Ηρακλής ίδρυσε τους αγώνες, τα Νέμεα, σ’ ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τους θεούς για τη νίκη του και τους αφιέρωσε στον πατέρα του τον Δία. Αυτή η εκδοχή εντούτοις θεωρείται μεταγενέστερη και δεν απαντάται σε καμιά γραπτή πηγή πριν από τη ρωμαϊκή περίοδο.

Αντίθετα, ένας άλλος μύθος, όχι τόσο γνωστός σήμερα, στάθηκε χωρίς άλλο η αρχαιότερη εκδοχή σχετικά με την ίδρυση των αγώνων. Ο μύθος, που μνημονεύεται σε τραγωδίες του Αισχύλου και του Ευριπίδου[3] αναφερόταν σ’ έναν ιερέα βασιλέα της Νεμέας, τον Λυκούργο και τη γυναίκα του την Ευρυδίκη. Ύστερα από αποτυχημένες προσπάθειες πολλών ετών το βασιλικό ζευγάρι κατάφερε να αποκτήσει ένα γιο. Κατά τη συνήθεια της εποχής ο Λυκούργος κατέφυγε στο Μαντείο των Δελφών για να μάθει πώς θα μπορούσε να εξασφαλίσει με τον καλύτερο τρόπο το ότι ο γιος του θα μεγάλωνε δυνατός και υγιής, ώστε να τον διαδεχθεί στο θρόνο της Νεμέας. Σύμφωνα με το χρησμό της Πυθίας ο Οφέλτης[4] δεν θα ‘πρεπε να πατήσει στο χώμα μέχρι να μάθει να περπατάει.

Με την επιστροφή του στη Νεμέα ο Λυκούργος αγόρασε μια σκλάβα, την Υψιπύλη, στην οποία εμπιστεύθηκε το βρέφος με την αυστηρή εντολή να μην αφήσει το παιδί να αγγίξει το έδαφος. Μια μέρα εντούτοις, καθώς η Υψιπύλη κρατώντας το μωρό περνούσε από τους αγρούς της Νεμέας, έτυχε να συναντήσει τους «Επτά» από το Άργος που πορεύονταν προς τη Θήβα. Της ζήτησαν λίγο νερό και εκείνη, αφήνοντας το μωρό καταγής πάνω σε μια στρώση από αγριοσέλινα, πήγε να τους δείξει την πηγή. Ένα πελώριο φίδι σύρθηκε τότε μέσα από τα αγριοσέλινα και σκότωσε το βρέφος. Οι Επτά θεώρησαν το γεγονός κακό οιωνό για τη δική τους εκστρατεία[5] και γι’ αυτό τέλεσαν επιτάφιους αγώνες προς τιμήν του νεκρού βράφους, στο οποίο και έδωσαν νέο όνομα Αρχέμορος[6], ελπίζοντας ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα εξευμένιζαν τους θεούς.

Αυτός ο μύθος ερμηνεύει με σαφήνεια, γιατί ο στέφανος νίκης στα Νέμεα γινόταν από αγριοσέλινο, γιατί οι ελλανοδίκες φορούσαν μαύρα ενδύματα και γιατί το ιερό άλσος, που περιέβαλλε το ναό του Διός, ήταν από κυπαρίσσια, ένα δέντρο που σχετιζόταν στενά με το πένθος.

Οι ανασκαφές στο ιερό του Διός στη Νεμέα αποκάλυψαν ότι μια μάχη «εκ παρατάξεως» είχε διεξαχθεί μέσα στο θρησκευτικό κέντρο κατά το τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. πΧ. Η μάχη αυτή είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του πρώιμου ναού του Διός αλλά και πολλών άλλων κτισμάτων. Εξαιτίας αυτής της καταστροφής οι πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες της Νεμέας δεν τελούνταν πλέον στη Νεμέα αλλά μεταφέρθηκαν πιθανώς στο Άργος μέχρι περίπου το 330 πΧ. Τότε ήταν που γύρισαν πάλι οι αγώνες στη Νεμέα και αναγέρθηκε ο σωζόμενος ναός του Διός, καθώς επίσης ο «Ξενών», τα Λουτρά, το Στάδιο και άλλα κτίσματα. Φαινεται πιθανό ότι εκείνο το νέο οικοδομικό πρόγραμμα στη Νεμέα ήρθε ως συνέπεια της πολιτικής του Φιλίππου του Μακεδόνος και του γιου του Αλέξανδρου μετά τη νίκη τους επί των υπολοίπων Ελλήνων στη μάχη της Χαιρώνειας το 338 πΧ. Βέβαια δεν θα ήταν παράδοξο να ισχυριστεί κανείς ότι η ιδέα τους για μια «Συμμαχία Ελληνικών Εθνών» που θα συνερχόταν σε τακτό χρόνο σε πανελλήνιες εορταστικές εκδηλώσεις είχε ως αποτέλεσμα την ανασύσταση της λειτουργίας των πανελλήνιων κέντρων. Για τη Νεμέα αυτή η ανασύσταση αποτέλεσε μεγάλο εγχείρημα της μακράς απουσίας των αγώνων από το χώρο και της παραμέλησής του.

Τα Νέμεα δεν παρέμειναν επί πολύ στη Νεμέα, αφού κατά το 270 ή 260 πΧ είχαν ήδη μεταφερθεί στο Άργος και δεν επρόκειτο ποτέ να επιστρέψουν στη Νεμέα παρά μόνο με μια εξαίρεση. Ήταν το 235 πΧ, όταν ο Άρατος ο Σικυώνιος, εχθρός του Άργους εκείνη την εποχή, οργάνωσε «εναλλακτικά» Νέμεα στη Νεμέα και απέκλεισε το Άργος.

Παρήγγειλε στους αθλητές, που σκόπευαν να λάβουν μέρος στα Νέμεα, να έρθουν στους δικούς του αγώνες και όχι σ’ αυτούς του Άργους. Οι αθλητές τότε βρέθηκαν σε δίλημμα, αφού ήταν βέβαιοι ότι τα Νέμεα στο Άργος θα αποτελούσαν λογικά τους επίσημους αγώνες και ότι μια πιθανή νίκη τους στη Νεμέα δεν θα καταγραφόταν. Όσοι όμως αποπειράθηκαν να αγωνιστούν στο Άργος αιχμαλωτίστηκαν από τον Άρατο και πουλήθηκαν ως δούλοι. Ο Πλούταρχος χαρακτήρισε αυτό το γεγονός ως τη μεγαλύτερη παραβίαση της ιερής εκεχειρίας που είχε συμβεί ποτέ.

Λίγο χρόνο μετά από εκείνο το επεισόδιο ο Άρατος και το Άργος ρύθμισαν τις διαφορές τους και σύναψαν συμμαχία. Τα Νέμεα από κει και πέρα και για το υπόλοιπο της αρχαιότητας εορτάζονταν στο Άργος, η ίδια δε η Νεμέα βαθμιαία ερημώθηκε. Την εποχή της επίσκεψης του Παυσανίου στα μέσα του 2ου αι. μΧ, η στέγη του ναού του Διός είχε ήδη καταπέσει και η Νεμέα αποτελούσε αρχαίο ερείπιο.

[1] του καθηγητή στο πανεπιστήμιο Μπέρλεϋ της Καλιφόρνιας και δ/ντη των ανασκαφών στη Νεμέα, Στέφεν Μίλλερ, από την ειδική έκδοση του Υπουργείου Πολιτισμού «το Πνεύμα και το Σώμα», Αθήνα 1989.
[2] Η θέση της Νεμέας, στα ανατολικά χαμηλά υψώματα των αρκαδικών ορέων, στο ενδιάμεσο διαφορετικών πολιτικών οντοτήτων [Κορινθία, Αργολίδα, Αρκαδία], εν είδη ουδέτερου εδάφους, καθώς και το δροσερό της κλίμα την περίοδο του θέρους, μπορεί να συνέτειναν στην επιλογή της ως πανελλήνιου αθλητικού κέντρου.
[3] διασώζεται μόνο ένα σχετικό απόσπασμα από τραγωδία του Ευριπίδη.
[4] Οφέλτης ονομαζόταν το παιδί.
[5] δικαίως, όπως αποδείχθηκε, αργότερα.
[6] Αρχέμορος = αρχή του μοιραίου

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

από την ιστορία της Κύπρου

το ρόδινο βασίλειο[1]

Υπάρχουν ενδείξεις, ότι ο Βενιαμίν Ντισραέλι, ο πρώτος Εβραίος Πρωθυπουργός της Βρεταννίας[2], όπως και πολλοί άλλοι, θεωρούσαν το νησί σαν φυσική γέφυρα προς τη Σιών. Ήδη από τη δεκαετία του 1850 γινόταν πολύς λόγος στην Αγγλία για ένα Εβραϊκό κράτος στην Παλαιστίνη, που θα φρουρούσε το δρόμο προς τις Ινδίες. Έτσι σχεδόν αμέσως μετά από την υπογραφή της άκρως απόρρητης Αγγλοτουρκικής Συνθήκης για την Κύπρο της 4ης Ιουνίου 1878, ακούγονταν σ’ όλον τον εβραϊκό κόσμο αιτήματα για την εγκατάσταση Εβραίων στο νησί. Μεταξύ των πρώτων ήταν το αίτημα των «Εβραϊκών Χρονικών» του Λονδίνου, που έδωσε τον τόνο και ανέπτυξε τα επιχειρήματα που βρίσκουμε σ’ όλες τις κατοπινές προτάσεις. Στις 9 Αυγούστου 1878 έγραψε πολύ εμφατικά, ότι η Κύπρος υπήρξε κάποτε έδρα μιας ανθηρής εβραϊκής παροικίας. Είναι αλήθεια ότι ο σουλτάνος είχε καλέσει 500 Εβραίους να εγκατασταθούν στην Κύπρο στις αρχές τις δεκαετίας του 1570 και να βοηθήσουν στη σταθεροποίηση της τουρκικής κυριαρχίας στο νησί. Όσοι πήγαν ασχολούνταν με το εμπόριο και την κατασκευή ρουχισμού. Γιατί να μην μπορούσε να ξαναγίνει κάτι τέτοιο; ρωτούσαν τα «Εβραϊκά Χρονικά». Αυτό το αίτημα ακολουθήθηκε από πολλά άλλα, κυρίως του Νταίηβις Τριτς και του Τεοντορ Χερτσλ στη δεκαετία του 1890. Και ο Ντισραέλι, κατά τη Διάσκεψη του Βερολίνου (13 Ιουνίου έως 13 Ιουλίου 1878) φαίνεται ότι θεωρούσε την Κύπρο, υπό βρεταννική σημαία, πιθανό καταφύγιο για τους Εβραίους της Διασποράς

[1] από την «Νέα Ιστορία της Κύπρου», του Παντελή Σταύρου, σ. 55-56, εκδόσεις Ι. Φλώρος.
[2] Ο Ντισραέλι [Benjamin Disraeli, 1st Earl of Beaconsfield] χρημάτισε πρωθυπουργός της Βρεταννίας από την 20η Φεβρουαρίου 1874 έως την 21η Απριλίου 1880. Κατά τη πρώτη του επίσκεψη στο νησί, την εποχή της νεότητας του περιγράφει την Κύπρο σαν το «ρόδινο βασίλειο της Αφροδίτης». Ως λογοτέχνης ανατρέχει συνεχώς στην Ιερουσαλήμ και την Κύπρο. «Οι Άγγλοι θέλουν την Κύπρο και θα την πάρουν δίνοντας κάποιο αντάλλαγμα» διαβεβαιώνει ένας από τους καφενόβιους πολιτικούς του ήρωες στο έργο του «Ταγκρέδος ή η Νέα Σταυροφορία» (1847), στο οποίο ο Ντισραέλι καταπιάνεται με το ζήτημα της Παλαιστίνης.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Λογική

Το ρολόι του Καντ[1]

Ο Καντ έδινε προτεραιότητα στην καθαρή λογική, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε θεωρούσε ότι για να λύσει κανείς τα προβλήματα της γνώσης δεν χρειάζεται να έχει ιδιαίτερη προσωπική εμπειρία. Συνεπώς, ποτέ δεν ξεμύτιζε έξω από την πόλη του, το Καίνιξμπεργκ και ζούσε μια μοναχική ζωή εξαιρετικά τακτικών συνηθειών, όπως τον καθημερινό του περίπατο μετά το δείπνο. Λέγεται ότι οι πολίτες του Καίνιξμπεργκ ρύθμιζαν τα ρολόγια τους σύμφωνα με τη θέση του καθηγητή Καντ κατά τον ημερήσιο περίπατό του πάνω κάτω στον ίδιο δρόμο (ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός ως Philosophengang ή «ο Περίπατος του Φιλοσόφου»).

Λιγότερο γνωστό (πιθανώς επειδή μπορεί να μην είναι αλήθεια) είναι ότι ο νεωκόρος του Καθεδρικού Ναού του Κόνισμπεργκ επίσης επιβεβαίωνε την ώρα στο ρολόι του πύργου της εκκλησίας παράτηρώντας πότε ο Καντ έκανε τον ημερήσιο περίπατό του σύμφωνα με το ρολόι της εκκλησίας.

Αυτή κι αν είναι σύγχυση ανάμεσα σε αναλυτική και συνθετική ! Τόσο ο Καντ όσο και ο νεωκόρος πιστεύουν ότι λαμβάνουν νέες πληροφορίες παρατηρώντας τη συμπεριφορά του άλλου. Ο Καντ πιστεύει ότι παρατηρώντας το ρολόι του πύργου μαθαίνει την επίσημη ώρα της Γερμανίας, η οποία, με τη σειρά της, καθορίστηκε με την παρατήρηση της περιστροφής της γης. Ο νεωκόρος πιστεύει ότι παρατηρώντας τον ημερήσιο περίπατο του Καντ μαθαίνει την πρότυπη ώρα Γερμανίας εξαιτίας της πίστης του νεωκόρου στην έμφυτη ακρίβεια του Καντ. Μάλιστα, ο καθένας τους απλά έφτανε σε ένα αναλυτικό συμπέρασμα, εξ ορισμού αληθινό. Το συμπέρασμα του Καντ: «Κάνω τον περίπατό μου στις 3:30΄», στην πραγματικότητα συνοψίζεται σε μια αναλυτική δήλωση: «Κάνω τον περίπατό μου όταν κάνω τον περίπατο μου» - επειδή ο τρόπος με τον οποίο ο Καντ καθορίζει ότι είναι 3:30΄ είναι με ένα ρολόι που έχει ρυθμιστεί με βάση τον περίπατό του. Το συμπέρασμα του νεωκόρου: «Το ρολόι μου είναι σωστό», συνοψίζεται στη φράση «Το ρολόι μου λέει αυτό που λέει το ρολόι μου» - επειδή το κριτήριό του, για την ακρίβεια του ρολογιού του είναι ο περίπατος του Καντ, ο οποίος με τη σειρά του έχει βασιστεί σ’ αυτό που λέει το ρολόι του.

[1] Τόμας Κάθκαρτ και Ντάνιελ Κλάιν, «ο Πλάτων και ο Πλατύπους μπαίνουν σε ένα μπάρ», κεφ. iii, σελ. 84-85, Πλατύπους εκδοτική, 2008.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

πολιτική φιλοσοφία

Τα παράλληλα ζευγάρια του Μακρυγιάννη[1]

Ο Μακρυγιάννης κοίταξε και έξω, κοίταξε και μέσα. Πώς την πιάνουν την αρετή και πού λημεριάζει η δικαιοσύνη; Δόλο και απάτη πού τα πουλούν; Μέσα για έξω; Όλοι οι άγγελοι και όλοι οι δαιμόνοι μέσα, κατάμεσα έχουν τη μονιά τους. Μέσα η Κόλαση μέσα και η Παράδεισο. Έξω απλώνεται παντοδύναμο σωματικά το βασίλειο του Καίσαρα. Με τους σιδερόφραχτους νόμους του. Μέσα, το άλλο βασίλειο, που η δύναμή του βρίσκει την τελείωσή της στην αδυναμία του. Εκεί μέσα κρατούν άλλοι νόμοι. Δεν είναι πλάσματα και ονειροφαντασιές, δεν είναι ίσκιοι, ombre, ο μέσα κόσμος, αλλά πράγμα στερεό, cola salda[2], μπορεί στερεότερο από όλα τα άλλα όσα βλέπομε καθημερινά, με όλη τη συντριφτική δύναμή τους, να καταλήγουν απαραχώρητα στα σαγόνια του θανάτου, και που ο Σωκράτης βεβαίωνε τους Αθηναίους πως μέσα στην πολιτεία ή στην κοινωνία (εν τη πόλει), στα βασίλειο του Καίσαρα, δεν ξαναστάθηκε άλλο μεγαλύτερο αγαθό (μείζον αγαθόν) από αυτό το ασώματο, το εσωτερικό και το άπιαστο, την ατομική δούλεψή του στο Θεό (ή την εμήν τω θεώ υπηρεσίαν). Ο Μακρυγιάννης – το διαβάζομε στο τετράδιο – ταλαιπωρήθηκε εν ασθενείαις, εν ύβρεσιν, εν ανάγκαις, εν διωγμοίς, εν στενοχωρίαις. Γιατί; Όσα από τα μέσα, όσα του θεού, τα διαφιλονίκησε έξω, το βασίλειο του Καίσαρα του τα αρνήθηκε. Η σύγκρουση φαντάζει φοβερή. Δύο δυνάμεις διαφορετικές συγκρούσθηκαν μέσα του και το αποτέλεσμα στάθηκε το τεκμήριο που μας άφησε με το σημερινό τετράδιο, η Σπηλιά του ή το Παρεκκλήσι του Αι-Γιαννιού στο σπίτι του. Πνευματικό δράμα. Πραχτικά δεν μπόρεσε να ρίξει χάμω το μεσοτοίχον του φραγμού, την έχθραν ανάμεσα στα δύο βασίλεια. Αλλά ποιος το μπόρεσε από όσους αγωνίστηκαν τον αγώνα αυτόν; Και όμως αυτοί δίδαξαν, σύμφωνα με το παράδειγμα του Σωκράτη, το μείζον αγαθόν εν τη πόλει, τη δούλεψη στο μέσα κόσμο του ανθρώπου. Αυτοί οι όχι πολιτικοί – ουκ ειμί των πολιτικών δήλωνε, το είπαμε, ο Σωκράτης – χαρίζουν στις πολιτείες το μεγαλύτερο από όλα αγαθό τους. Ο Μακρυγιάννης με συντριβή και με δάκρυα παρακαλέστηκε για τον άνθρωπο γενικά και για τη δυστυχισμένη του πατρίδα ιδιαίτερα. Συγκρούσθηκε με τους άλλους πνευματικά. Συγκρούσεις τέτοιας λογής οι πολιτείες τις αποφεύγουν σαν τις αμαρτίες τους και ανθρώπους τέτοιας λογής ο κόσμος ξέρομε πως τους ξερνάει, δεν τους δέχεται, τους απομονώνει ή τους βγάζει τρελούς. Ο Βλαχογιάννης χαρακτήρισε το τετράδιο «έργο ενός τρελού» και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης μέσα εκεί παραδέχεται πως «δεν μ’ έχει σύντροφον να μου ειπεί τα μυστήριά του ο Θεός, να με συγχωρέσει εις την τρελιά μου[3]» (262). Και οι δυο δίκιο είχαν, καθένας για διαφορετικούς λόγους. Το βασίλειο του καίσαρα δε χωράει την Αντιγόνη, το σοφό Σωκράτη ή τον ταπεινό Μακρυγιάννη.

[1] Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Το τετράδιο του Μακρυγιάννη (MSS 262)», σελ. 77-79, εκδόσεις ΔοΜοΣ, 1984.
[2] Πού τα χαλεύομε εμείς τα δυο παράλληλα ζευγάρια του Μακρυγιάννη, αρετή και δικαιοσύνη, και τα αντίμαχά τους, δόλο και απάτη; Έξω για μέσα στον άνθρωπο; Και ολάκερος ο κόσμος μέσα μας είναι ποιό από τα δυο: πλανέματα και ονειροφαντασιές, ombre – ή cosa salda, καταπώς θα έλεγε ο Δάντης;
[3] Στο Αρχείο του Ιστορικού Λεξικού της ακαδημίας Αθηνών δε βρίσκεται το τρέλια. Βρίσκεται όμως το τρελιάζω και τρελιάζομαι. Και όλοι ξέρομε, φυσικά, το πανελλήνιο τρέλιακας.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Λαϊκός Πολιτισμός

Το θέατρο σκιών[1]

Από όλους τους λαούς της Ευρώπης μόνο ο ελληνικός παρουσιάζεται να έχει θέατρο σκιών. Όλοι οι άλλοι λαοί είναι της Ασίας. Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι οι Έλληνες βρίσκονται σε κάποια ειδική σχέση με το θέατρο σκιών, σχέση που δεν παρουσιάζεται σε άλλους λαούς που κι αυτοί ήταν υπόδουλοι επί αιώνες στους Τούρκους.

Το γεγονός αυτό, καθώς και άλλες ενδείξεις, οδήγησε ορισμένους ερευνητές να διατυπώσουν τη θεωρία της καταγωγής του θεάτρου σκιών από την ελληνική αρχαιότητα και μάλιστα τα ελευσίνια μυστήρια. Πάντως η επικρατέστερη σήμερα θεωρία είναι αυτή που υποστηρίζει ότι το θέατρο σκιών κατάγεται από την Άπω Ανατολή, την Κίνα, όπου για θρησκευτικούς ή μεταφυσικούς μάλλον λόγους πρωτοεπινοήθηκε. Αποκεί, με τους αιώνες, διαδόθηκε στους άλλους λαούς.

Ως προς τη διάδοσή του στους παλαιούς βυζαντινούς χώρους, ο γνωστός μελετητής του θεάτρου σκιών Ι. Τ. Παμπούκης υποστηρίζει πως είναι πολύ πιθανότερο οι λαοί του ανεπτυγμένου Βυζαντίου να είχαν παραλάβει το θέατρο σκιών από την Κίνα, παρά οι νομάδες και απολίτιστοι Τούρκοι. Κατόπιν, όταν οι Τούρκοι εμφανίζονται τον 11ο αιώνα στις χώρες τις βυζαντινές, μαζί με τόσα άλλα πολιτιστικά στοιχεία, παραλαμβάνουν και το θέατρο αυτό από τους βυζαντινούς.

Η ιδέα του θεάτρου σκιών πρέπει να άρεσε στους Τούρκους και για τον εξής επιπλέον λόγο: η θρησκεία τους δεν επιτρέπει την εμφάνιση ανθρώπων επί σκηνής. Από τους Τούρκους έμαθαν το θέατρο σκιών, αργότερα, οι Έλληνες, που όταν απελευθερώθηκαν και μπορούσαν πια να συνάζονται ελεύθερα και να παρακολουθούν θεάματα, αγάπησαν ιδιαίτερα τον καραγκιόζη και, όπως θα δούμε, τον αναμόρφωσαν από κάθε άποψη.

Πολλοί, ακόμα και μορφωμένοι, ξεγελιούνται νομίζοντας ότι τα πρόσωπα του καραγκιόζη, ο Πασάς, ο Βεζίρης, η Βεζιροπούλα, ο Βεληγκέκας, αποτελούν απόδειξη ότι ο καραγκιόζης είναι δημιούργημα των Τούρκων και ότι οι Έλληνες διατηρούν το θέαμα όπως το παρέλαβαν. Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Το σωστό στην περίπτωση είναι το εξής: Οι Τούρκοι δεν έχουν κανένα από αυτά τα πρόσωπα στο δικό τους θέατρο σκιών. Και πώς άλλωστε θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο με το αυταρχικό καθεστώς που επικρατούσε εκεί ; Ήταν ποτέ δυνατό να σατιρίζονται από τον μπερντέ οι παντοδύναμοι τούρκοι άρχοντες ; Τα πρόσωπα αυτά[2] τα δημιούργησαν οι Έλληνες καραγκιοζοπαίχτες μετά την απελευθέρωση κι ακόμα πρόσθεσαν άλλες κορυφαίες δημιουργίες όπως τον Μπαρμπαγιώργο, τον σιορ-Διονύσιο ή Νιόνιο, τον Σταυράκη ή Σταύρακα, την Καραγκιόζαινα [Αγλαΐα], τον Εβραίο και τους ιστορικούς ήρωες Μεγαλέξαντρο, Αντίοχο, Βελισάριο, Αθανάσιο Διάκο, Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Η προφορική παράδοση λέει ότι το θέατρο σκιών υπήρχε στην Ελλάδα και πριν από την Επανάσταση, δεν υπάρχει όμως καμιά βέβαιη μαρτυρία γι’ αυτό. Η πρώτη μνεία που έχουμε είναι της εποχής του Όθωνα, όπου στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ταχύπτερος φήμη» της 18/08/1841 δημοσιεύεται περιγραφή των παραστάσεων ενός καραγκιόζη στην Πλάκα. Περιττό να πούμε ότι την εποχή εκείνη ο καραγκιόζης εθεωρείτο θέαμα κακόφημο, όπως και ήταν, μια και δεν είχε ακόμα αποκαθαρθεί από τις τουρκικές βωμολοχίες και τις αισχρές υποθέσεις των έργων. Οι περισσότερες εφημερίδες της εποχής με μεγάλη αυστηρότητα πολύ συχνά του επιτίθενται. Όμως ο κόσμος φαίνεται, συνέρεε. Δεν είχε άλλωστε και πού να πάει.

Ο πρώτος γνωστός καραγκιοζοπαίχτης είναι ο Μπαρμπαγιάννης ο Μπράχαλης, πρόσφυγας από την Τουρκιά. Αλλά ο διασημότερος από τους παλιούς, εκείνος που αναμόρφωσε τον καραγκιόζη και τον έκανε θέαμα ελληνικό είναι ο πατρινός Δημήτριος Σαρντούνης ή Μίμαρος (1859-1912). Ο Μίμαρος θεωρείται ο πιο μεγάλος μέχρι σήμερα καραγκιοζοπαίχτης[3].

Ο καραγκιόζης σαν αληθινό θέατρο φιλοδόξησε να γίνει καθρέφτης της νεοελληνικής πραγματικότητας. Γι’ αυτό, σιγά – σιγά αντικαταστάθηκαν όσα τούρκικα πρόσωπα δεν έλεγαν τίποτε στο ελληνικό κοινό κι επίσης δημιουργήθηκαν πολλά καινούργια. Το ίδιο έγινε και με το ρεπερτόριο. Μα, και το σατιρικό πνεύμα άλλαξε. Μετά τον παραμερισμό της βωμολοχίας, συνειδητοποιήθηκε το ελληνικό κωμικό και δόθηκε άφθονα με σκηνές, λόγια, και κινήσεις.

Στον καιρό του Μπράχαλη τα σύνεργα του καραγκιοζοπαίχτη ήτανε λιγοστά και απλά. Μεταφέρονταν εύκολα και στήνονταν γρήγορα. Το μήκος του πανιού ήταν δύο μέτρα, περίπου. Από τότε όμως τα πράγματα σιγά – σιγά άλλαξαν. Η σκηνή του καραγκιόζη έχει σήμερα 4 6 μέτρα μάκρος και ως 2,5 πλάτος. Το πανί πρέπει να είναι καλά τεζαρισμένο. Πίσω από τον καραγκιοζοπαίχτη υπάρχουν ράφια, όπου περιμένουν οι φιγούρες που θα παίξουνε στο έργο. Σήμερα το πανί φωτίζεται με ηλεκτρικό … παλιότερα χρησιμοποιούσαν λυχνάρια, ασετυλίνη ή αεριόφωτο. Τα φώτα βρίσκονται σε κατάλληλη απόσταση από το πανί για να μην πέφτουν πάνω του οι σκιές.

Στην αρχή οι φιγούρες ήταν από τενεκέ, αργότερα έγιναν από χαρτόνι και σκαλιστές και σήμερα οι περισσότερες είναι δερμάτινες και χρωματιστές. Χίλιες και περισσότερες φιγούρες πρέπει να έχει ένας καλός καραγκιοζοπαίχτης για να παρουσιάζει ένα πλούσιο ρεπερτόριο. Κι όταν λέμε «φιγούρες» δεν εννοούμε μόνο τα πρόσωπα αλλά και τα οικοδομήματα, τα ζώα, τα τοπία, τα τέρατα.

Όταν αρχίζει το έργο υπάρχουν πάντοτε στη σκηνή δεξιά το σαράι και αριστερά η Καλύβα, για να υπενθυμίζουν με την αντίθεσή τους την κοινωνική αδικία.

Ο καραγκιόζης είναι η θεατρική δημιουργία του λαϊκού μας πολιτισμού. Έχει όλα τα γνωρίσματα του κατά παράδοση δημιουργήματος, μόνο που δεν έχουν χαθεί στην ανωνυμία τα ονόματα των εργατών του.

Ο καραγκιόζης είναι έργο ομαδικό, δουλεμένο από πάρα πολλούς ανθρώπους, από το λαό ολόκληρο. Και δεν αναφέρομαι μονάχα στα άφθονα λαογραφικά στοιχεία που είναι πολλαπλώς σφιχτοδεμένα μέσα στα έργα του, αναφέρομαι και στη θεατρική μορφή. Γι’ αυτό και βλέπουμε να θεωρείται εντελώς φυσικό ο ένας καραγκιοζοπαίχτης να επαναλαμβάνει τα θέματα ή τα μοτίβα του άλλου, χωρίς κανείς να εγείρει ζήτημα δημιουργία ή επανάληψης. … Ο κάθε καλλιτέχνης, καθώς τα ξαναπερνούσε από μέσα του, άφηνε ανάλογα με τις ικανότητές του τα ίχνη της προσωπικότητάς του, πρόσθετε κάτι κι αυτός, όμως δεν ήταν και δεν ένιωθε παρά σαν όργανο της μεγάλης αυτής λαϊκής παραδοσιακής δημιουργίας, που ξεκίνησε ποιος ξέρει από ποια αλλότρια ή ίσως από δικά μας πανάρχαια βάθη.

[1] Γιώργος Ιωάννου, «εφήβων και μη», κ. Δ΄ «ο λαϊκός μας πολιτισμός», σελ. 315 – επ., εκδόσεις Κέδρος, 1983.
[2] τα σπουδαιότερα πρόσωπα στο ελληνικό θέατρο σκιών είναι τα εξής : α) Καραγκιόζης, β) Χατζηαβάτης, γ) Μπαρμπαγιώργος, δ) σιορ-Διονύσιος, ε) Σταύρακας, ς) Δερβέναγας ή Βεληγκέκας, ζ) Μορφονιός, η) Κολλητήρης, θ) Καραγκιόζαινα [Αγλαΐα], ι)Εβραίος, ια) Μπέης, Πασάς, Βεζίρης, ιβ) Βεζιροπούλα.
[3] σχετικές συνδέσεις : Σπαθάρειο Μουσείο, http://www.karagiozismuseum.gr/

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

Μυθιστορίες

προσκύνημα στην Αθήνα του 15ου αιώνα[1]

Ο Φρανσουά ντε Γκυγιέ ταξίδευε στους αγίους τόπους, για να ακολουθήσει νοερά τα βήματα σ’ αυτήν την ηθική πορεία που είχε κάνει ο Χριστός. Του απάντησα πως πήγαινα σε τρεις ιστορικές πόλεις, που είχαν σημαδέψει τη δική μου πνευματική πορεία, - την Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη και την Ιερουσαλήμ. Στο άκουσμα της Αθήνας, ένας μορφασμός σκοτείνιασε τα ωραία καταγάλανα μάτια του. Δεν τελείωνε το κατηγορητήριό του για την «Πρωτεύουσα του Παγανισμού», όπως την είχε χαρακτηρίσει, που είχε ειρωνευθεί τον Απόστολο Παύλο, όταν επιχείρησε στο λόφο της Πνύκας να την πείσει πως της ευαγγελιζόταν τον «Άγνωστο Θεό», που του είχε αφιερωμένο ιδιαίτερο βωμό. Του αντείπα, πως απ’ την ειδωλολατρία είχαν ανανήψει ηθικά οι διάνοιες του Σωκράτη και του Πλάτωνα, έτσι που να φτάσουν να διαιστανθούν παραγγέλματα του Ευαγγελίου.

Κάποια αυγή αντικρίσαμε σα μετέωρη μέσα στην αχλή την κολονάδα του ναού του Ποσειδώνα πάνω στο ακρωτήριο Σούνιο. Περιπλέαμε πια την Αττική. Η λύπη μου δεν λεγόταν, γιατί παρ’ όλη την επιμονή μου δεν είχα κατορθώσει να τον πείσω να με συνοδεύσει στην πόλη της Παλλάδας. Τυφλωμένος απ’ τον φανατισμό του Χριστιανού, εξακολουθούσε να τη θεωρεί αμαρτωλή απ’ το ειδωλολατρικό παρελθόν της: «Στην Ιερουσαλήμ θα εξαγνισθείτε απ’ τον ρύπο των μνημείων της …», μου ψιθύρισε καθώς αποβιβαζόμουν στο Πόρτο Λεόνε.

Η διαδρομή ως τη θρυλική πόλη κράτησε δυο ώρες με άλογο ανάμεσα σε χωράφια, ελαιόδεντρα, περιβόλια και ερείπια από αρχαία τείχη. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν απογοητευτική. Το «κλεινόν άστυ» … «Ελλάδος έρεισμα», όπως το είχε υμνήσει ο Πίνδαρος, ήταν τώρα μια πολίχνη με κάμποσες εκατοντάδες σπιτόπουλα σε βρώμικες γειτονιές και μερικά αρχοντικά απομονωμένα. Καθώς περνούσα από την πύλη του Αδριανού, ένας νεαρός Καπουτσίνος, που μασουλούσε λαίμαργα μια φρατζόλα άσπρο ψωμί, με οδήγησε στη μονή του, όπως με είχαν συμβουλεύσει απ’ τη Φλωρεντία να κάνω μόλις θα επισκεπτόμουν την πόλη. Οι μοναχοί με υποδέχτηκαν πολύ εγκάρδια. Γευμάτισα, επιτέλους, καλομαγειρεμένο φαΐ και φρέσκα φρούτα. Έσπευσαν να μου διευκρινίσουν, πως η Αθήνα, εκτός απ’ το προνόμιο να έχει τα αριστουργηματικά μνημεία της ελληνικής αρχαιότητας, έτσι που να την κάνουν στον κόσμο μοναδική, κατά τα άλλα είναι μια βρωμόπολη ευνοημένη από το έξοχο κλίμα της Αττικής. Κοντοζύγωνε το απόγευμα, όταν πήρα να ανηφορίζω στο λόφο της Ακρόπολης με τη συνοδεία ενός καπουτσίνου. Στιγμές – στιγμές είχα την ψευδαίσθηση, πως ακολουθούσα την πομπή στη γιορτή των Παναθηναίων, την τριήρη με τον πέπλο στο κατάρτι της υφασμένο απ’ τις Αθηναίες αρχοντοπούλες για να ντύσουν το άγαλμα της θεάς Αθηνάς στο ναό του Ερεχθείου. Άκουα τους ύμνους απ’ τις κανηφόρες παρθένες. Η συγκίνησε με έπνιγε. Είχα την εντύπωση πως πήγαινα να προσκυνήσω στους αγίους τόπους του Ελληνικού πνεύματος.

Αιστάνθηκα δέος μόλις βρέθηκα ανάμεσα στις πενήντα οχτώ κολόνες του Παρθενώνα. Μου φαινόταν να φθάνουν στ’ αυτιά μου ψιθυρίσματα από τα αετώματα, τη ζωφόρο, τις μετόπες. Οι Κόρες μοιάζανε σα να παίρνανε μια μελαγχολική έκφραση μέσα στη μελογάλανη απόχρωση του σούρουπου. Κάθε τόσο αλαφιαζόμουν. Νόμιζα πως από στιγμή σε στιγμή θα πρόβαλλαν ο Ικτίνος και ο Φειδίας περίλυποι για το ερείπωμα του έργου τους απ’ τον εγκληματικό χρόνο. Κάποιοι γύρω μου κάνανε σκίτσα, ψηλάφιζαν τα γλυπτά, φλυαρούσαν. Δεν είχα ανάγκη να τους μιμηθώ. Εμπιστευόμουν τη δύναμη της μνήμης μου – tantum scimus quantum in memoriam tenemus … Ήμουν συνεπαρμένος απ’ τη σκέψη, πως οι δύο μεγαλοφυείς δημιουργοί είχαν περπατήσει στο έδαφός της, είχαν αποτυπώσει την αφή τους στα μάρμαρά της, είχαν ατενίσει τον ίδιο αιώνιο ορίζοντα. Το εκκλησάκι αφιερωμένο στην Παναγία φαινόταν παράταιρο μέσα στο κλασσικό περιβάλλον του μνημείου. Μια μεγάλη κανδήλα διατηρούσε άσβεστη τη φλόγα της. Χρυσοπόρφυρα κρόσια άρχισε να απλώνει στον ορίζοντα το κοντόβραδο. Στο βάθος η Αίγινα και η Σαλαμίνα πρόβαλλαν σαν τεράστια κήτη. Ήταν μια κατανυχτική στιγμή. Ασυναίσθητα έκανα το σταυρό μου. Είχα την εντύπωση πως εκκλησιαζόμουν σε ναό αφιερωμένο στη μεγαλοφυΐα της ελληνικής σκέψης. Ναι, εγώ, εκπρόσωπος μιας εποχής, που έχει ανανήψει πνευματικά και ηθικά χάρη στη λαθροθηρία αυτού του πνεύματος.

Την επομένη, … περιδιάβασα στους χώρους όπου ήταν πιθανό να είχαν δράσει οι διάσημοι σοφοί, στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στο Λύκειο του Αριστοτέλη, στην Αγορά, στην ποικίλη Στοά. Σε κάποια όχθη του Ιλισού φαντάστηκα την πλατάνα, όπου στον ίσκιο της ο Φαίδρος, απ’ τον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, είχε απαγγείλει την «παλινωδία» του. Η επίσκεψή μου στην αγορά με έφερε πιο κοντά στη σύγχρονη πόλη. Η περιοχή είναι πλούσια από κάθε λογής προϊόντα. ομολογώ ότι οι Αθηναίοι είναι άνθρωποι εύθυμοι, όμορφοι, καλλίφωνοι και χάρη στο θαυμάσιο κλίμα υγιείς. πολλοί αιωνόβιοι δε θυμούνται να έχουν αρρωστήσει ! Η Αθήνα γεννά καλλονές. Λέγεται πως δύο – τρεις τις διάλεξαν αυτοκράτορες για συζύγους τους. Οι αρχόντισσες αποφεύγουν να κυκλοφορούν μέρα, από προκατάληψη πως θα κινδύνευαν από επιθέσεις πειρατών που στο παρελθόν είχαν κλέψει και πουλήσει σε σκλαβοπάζαρα προγονές τους. Ένα δροσερό αεράκι με συνόδευε στην εκδρομή του με άλογο ως τη μονή της Καισαριανής. Είναι το χριστιανικό μνημείο της πόλης του περασμένου αιώνα. Ο κατεβατός απ’ τις πλαγιές του Υμηττού μύριζε λεμονάνθια, θεραπευτικά βότανα, τριανταφυλλιά, ροδιές και θυμάρι. Αηδόνια τιτίβιζαν στα πλατάνια εύθυμα. Παραδείσιο τοπίο. Οι φιλόξενοι καλόγεροι μου πρόσφεραν απ’ το ξακουστό μέλι τους. Ήπια κρύσταλλο νερό απ’ την πηγή. Λένε πως είναι θαυματουργή η εικόνα της Παναγιάς. Ο ηγούμενος μου πρόσφερε φιλοξενία στον αρχοντικό ξενώνα της, όπου είχαν διανυκτερεύσει διάσημοι ξένοι. Τον ευχαρίστησα. Πολύ θα το ήθελα, μα βιαζόμουν να επιστρέψω στο Πόρτο Λεόνε.

Έφτασα στο Πόρτο Λεόνε κοντόβραδο. Ότι ανέβαζαν τα τελευταία φορτώματα με προϊόντα του τόπου – κεφάλια κερί, λάδια, τυριά, σαπούνι, ροδόνερο, μέλι, υφαντά. Ο Φρανσουά ντε Γκιγιέ με υποδέχτηκε με ένα πικρόχολο χαμόγελο. Τον πρόλαβα: «Στην Ιερουσαλήμ, στην επί του Όρους Ομιλία, είχε μιλήσει ο Θεός. Στην Αθήνα, πάνω στον Παρθενώνα, είχε εκφραστεί ο μεγαλοφυής άνθρωπος», του είπα.

[1] αποσπάσματα από το «Μεσαιωνικό τρίπτυχο» του Τάσου Αθανασιάδη, Α΄ «από το οδοιπορικό ενός ανευλαβή», Εστία 1998.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Παιδεία

η διακοπή της ελληνικής παιδείας στην δύση[1]

Οι έρευνες του P. Courcelle[2] έδειξαν ότι ήδη από τον 6ο αιώνα η ελληνική γλώσσα δεν ήταν πια γνωστή στην Ισπανία, στη Βρετανία και στην Ιρλανδία, ότι στην Αφρική η τομή αυτή ορίζεται από τη βανδαλική κατάκτηση και ότι στη Γαλατία τοποθετείται στο μεταίχμιο του 5ου και του 6ου αιώνα. Στην Ιταλία, η τελευταία γενιά που ήξερε ελληνικά ήταν η γενιά του Βοηθίου (που πέθανε το 525) και του Κασσιοδώρου (που πέθανε γύρω στο 570), ενώ στην ίδια τη Ρώμη, γύρω στο 600, κανένας πια δεν διάβαζε τους Έλληνες Πατέρες, ούτε τους πιο επιφανείς. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο πάπας Γρηγόριος ο Μέγας (590-604), που καταγόταν από μεγάλη ρωμαϊκή οικογένεια και είχε διατελέσει νούντσιος στην Κωνσταντινούπολη, αγνοούσε την ελληνική γλώσσα. Στη Ραβέννα, πρωτεύουσα του βυζαντινού εξαρχάτου, δηλαδή της βυζαντινής Ιταλίας, ήταν πολύ δύσκολο τον 7ο αιώνα να βρεθεί άνθρωπος ικανός να διεκπεραιώνει την ελληνική αλληλογραφία με την αυλή της Κωνσταντινούπολης. Στη βιβλιοθήκη του Ισιδώρου της Σεβίλλης περιλαμβάνονται μερικές μεταφράσεις Ελλήνων Πατέρων, του Ωριγένη και του Ιωάννη Χρυσοστόμου, αλλά ο Ισίδωρος δεν γνώριζε άμεσα κανένα κείμενο, κοσμικό ή εκκλησιαστικό, σε ελληνική γλώσσα. Ο Γρηγόριος της Τουρ δεν γνώριζε ούτε μια λέξη ελληνική, όπως και ο Φορτουνάτος, επίσκοπος του Πουατιέ (530-609), που ομολογεί ότι δεν ξέρει τίποτα για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Το ίδιο και ο Ιρλανδός άγιος Columbanus.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ναυάγιο. Μόνο μερικά συντρίμμια επιπλέουν: για τον πλατωνισμό, τα λατινικά σχόλια στον Τίμαιο, που έγραψε ο Καλσίντιους, συγγραφέας και μιας αποσπασματικής μετάφρασης του ίδιου διαλόγου στα τέλη του 3ου ή στις αρχές του 4ου αιώνα. Για το νεοπλατωνισμό, τα σχόλια του έγραψε ο Μακρόβιος στο Somnium Scipionis με κάποιες αναφορές στον Πλάτωνα και στον Πλωτίνο, καθώς και ο απόηχος των Εννεάδων που διακρίνεται στο έργο του Ιερού Αυγουστίνου, ο οποίος γνώριζε ένα τμήμα τους από τη χαμένη σήμερα μετάφραση του Βικτορίνου. Ο Αριστοτέλης είχε κάπως καλύτερη τύχη. Ο χριστιανός Βοήθιος μετέφρασε και σχολίασε την Εισαγωγή στις Κατηγορίες του Αριστοτέλη, που είχε γράψει ο πλατωνιστής Πορφύριος, καθώς και τις ίδιες τις Κατηγορίες, και μπορούμε να πούμε ότι με τα έργα του αυτά έθεσε τις βάσεις της μεσαιωνικής λογικής ως τον 13ο αιώνα. Αυτά είναι όλα κι όλα στον κοσμικό τομέα, εκτός αν θελήσουμε να προσθέσουμε εδώ και όσα μπόρεσε να μας διασώσει ο Κασσιόδωρος στο δεύτερο μέρος του έργου Διδασκαλίες εκκλησιαστικών και κοσμικών γραμμάτων, το αφιερωμένο στις artes ac disciplinae liberalium litterarum, δηλαδή αυτό που ο Βοήθιος ονομάζει quadrivium (οι τέσσερις δρόμοι προς τη σοφία ή τη φιλοσοφία: αριθμιτική, αστρονομία, γεωμετρία, μουσική) και trivium (οι τρεις δρόμοι προς την έκφραση αυτής της σοφίας: γραμματική, ρητορική, λογική). Οι σελίδες αυτές του Κασσιόδωρου θα παραμείνουν το σύνολο των πραγμάτων που χρειαζόταν να γνωρίζει ένας άνδρας της Εκκλησίας από τις ελεύθερες τέχνες.

[1] Πωλ Λεμέρλ, «ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός», κεφ. Α΄, σελ. 19-20, ΜορφωτικόΊδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985.
[2] Π. Κουρσέλ, Les Lettres greques en Occident de Macrobe a Cassiodore, Παρίσι 1943: πρβλ. σελ. 389 κ.ε. (β΄ έκδ. Παρίσι 1948, σελ. 389 κ.ε. – αγγλική μετάφραση, με βιβλιογραφικές προσθήκες, εκδόθηκε στο Καίμπριτζ, Mass. το 1969 με τον τίτλο Late Latin Writers and their Greek Sources). Μπορεί κανείς επίσης να συμβουλευτεί τη διατριβή του Π. Ρισέ, Education et culture dans l’ Occident barbare (VIe-VIIIe siecles), Παρίσι (“Patristica Sorbonensia”, VI) 1962 (επανέκδοση το 1967, ίδια σελιδαρίθμηση): πρβλ. κυρίως σελ. 83-84 (λήθη της ελληνικής γλώσσας), 84-87 (εγκατάλειψη της φιλοσοφικής και επιστημονικής παιδείας), 250 κ.ε. (Γαλατία), 359 (κελτικά μοναστήρια και Ιρλανδία), 395 κ.ε. (Ρώμη) κτλ.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Λαογραφία

Το δημοτικό τραγούδι[1]

Τα δημοτικά[2] τραγούδια εκφράζουν τον εσωτερικό κόσμο του λαού. Η έκφραση αυτού του κόσμου επιτυγχάνεται με την μουσική και τον λόγο. Ο χορός – και γενικώτερα ο ρυθμός – αποτελεί ένα τρίτο σπουδαίο στοιχείο που συνοδεύει ορισμένες φορές τον λόγο.

Όταν λέμε ότι το δημοτικό τραγούδι είναι ομαδικό δημιούργημα, αναφερόμαστε σε όσα υποστήριξε ο Νικόλαος Γ. Πολίτης (1852 – 1921), ο οποίος ανέλυσε την έννοια της ομαδικότητας του δημοτικού τραγουδιού και περιέγραψε ως εξής τον τρόπο, με τον οποίο γίνεται αυτή η λαϊκή δημιουργία: «Εις των πολλών, έχων το χάρισμα της στιχουργικής δεξιότητος και το μουσικόν αίσθημα ανεπτυγμένον, υπείκων εις εσωτερικήν ώθησιν, εν στιγμή εξάρσεως συνθέτει άσμα, ταυτοχρόνως εξευρίσκων τον ρυθμόν και το μέλος ή προσαρμόζων εις γνωστά»[3]. Το τραγούδι αυτό το ακούει ένας άλλος άνθρωπος του λαού, του αρέσει – βλέπει ότι τον εκφράζει – και το παίρνει, κάποτε μάλιστα επιφέροντας και μερικές αλλαγές, για να το κάνει τελικά περισσότερο σύμφωνο με τα προσωπικά του συναισθήματα. Και συνεχίζει ο Ν. Γ. Πολίτης: «Ούτω δ’ από στόματος εις στόμα διαδιδόμενον καθίσταται κοινόν κτήμα. Έκαστος τραγουδιστής ιδιοποείται αυτό τρόπον τινά ανεπιγνώστως, το ιδιοποιείται απλούστατα και φυσικώτατα καθόσον φέρεται αδέσποτον, και όπερ σπουδαιότερον, καθόσον ευρίσκει εν αυτώ τα πάντα γνώριμα, ουδέν δε ξένον ή ανώτερον των ιδίων νοημάτων και συναισθημάτων, ή και αν εύρει τι τυχόν αλλότριον ή απρόσιτον εις αυτόν το μεταβάλλει ή το αποβάλλει. Είναι δε αδέσποτον το τραγούδι διότι ο πρώτος δημιουργός αυτού δεν κατείχετο υπό του πόθου να καταστήση γνωστόν το όνομά του, αλλ’ αμοιρών φιλολογικής φιλοδοξίας το εποίησε, διότι του το επέβαλεν ανάγκη της καρδίας του»[4].

Οι διάφορες, επομένως μετατροπές, που γίνονται από τραγουδιστή σε τραγουδιστή, μας δίνουν το δικαίωμα να πούμε ότι, τελικά, «ο λαός απεργάζεται την οριστικήν μορφήν των δημοτικών ασμάτων»[5].

Η οριστική, βέβαια, μορφή ενός δημοτικού τραγουδιού δημιουργείται με τον καιρό. Όπως μας πληροφορεί ο Ν. Πολίτης, όταν κάποτε ο Αδαμάντιος Αδαμαντίου (1875 – 1937) άκουσε στην Τήνο ένα κακό τραγούδι και ρώτησε να μάθει τον λόγο της ατέλειάς του, οι χωρικοί του απάντησαν: «Ακόμα δεν το ταίριασαν οι κοπέλλαις το τραγούδι. Θα το ταιριάσουν τον άλλον χρόνο». Δηλαδή, επεξηγεί ο Πολίτης, τον επόμενο χρόνο το τραγούδι θα έπαιρνε την «οριστικήν του διατύπωσιν»[6].

Σύμφωνα με την παραπάνω θεωρία, το δημοτικό τραγούδι είναι γνήσιο λαϊκό δημιούργημα, πλάστηκε από την αρχή και τελειοποιήθηκε μέσα στην καρδιά και το στόμα του λαού.

[1] Π. Δ. Μαστροδημήτρη, «Η ποίηση του Νέου Ελληνισμού», σελ. 48-49, Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν, Αθήνα 1991.
[2] Οι λέξεις δημοτικό και λαϊκό χρησιμοποιούνται εδώ ως συνώνυμες. Ειδικότερα, θα λέγαμε, ότι το δημοτικό είναι «το λαϊκό της παράδοσης».
[3] Ν. Γ. Πολίτης, «Γνωστοί ποιηταί δημοτικών ασμάτων», Λαογραφία 5 (1916) 493.
[4] ό.π., σ. 493
[5] ό.π., σ. 494
[6] ό.π., σ. 495

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Πολιτική

περί της ανόδου και της πτώσεως των ισχυρών[1]

Ο ρόλος του θύματος που αποδίδει ο Ιώβ στον εαυτό του είναι αναγκαστικά σημαντικός μέσα σ’ ένα σύνολο κειμένων της Βίβλου, η οποία προβάλλει, πάντα και παντού, τα θύματα σε πρώτο επίπεδο. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για ν’ αντιληφθεί κανείς ότι οφείλει ν’ αναζητήσει σε μια κοινή προοπτική, εκείνη του θύματος που περιβάλλεται από πολλούς εχθρούς, το λόγο της εκπληκτικής ομοιότητας ανάμεσα στα λόγια του Ιώβ και στους επιλεγόμενους εξιλαστήριους Ψαλμούς του Δαυΐδ.

Ο Ιώβ θεωρείται ενάρετος, αλλά, κατά το παράδειγμα ίσως του Οιδίποδα, διέπραξε κάποιο κρυφό έγκλημα. Αν δεν το έκανε αυτός, το έκανε κάποιος γιος του ή άλλο μέλος της οικογένειάς του. Ένας άνθρωπος, καταδικασμένος από την κοινή γνώμη, δεν θα μπορούσε να είναι αθώος. Ο Ιώβ όμως υπερασπίζεται τον εαυτό του με ζέση και τελικά καμιά κατηγορία δεν ευσταθεί. Το κατηγορητήριο καταρρέει σαν χάρτινος πύργος.

Ορισμένοι σχολιαστές καταλογίζουν στον Ιώβ τις πολύ ζωηρές απαντήσεις του. Του λείπει η ταπεινοφροσύνη και οι φίλοι του έχουν δίκιο να σκανδαλίζονται.

Προτού γίνει αποδιοπομπαίος τράγος, ο Ιώβ έζησε μια περίοδο τέτοιας δημοτικότητας, που άγγιζε τα όρια της ειδωλολατρίας. … Αν ο Ιώβ είχε πραγματικά χάσει τα κοπάδια του και τα παιδιά του, η θύμιση του παρελθόντος ήταν μια μοναδική ευκαιρία για να μιλήσει γι’ αυτά. Άρα, δεν υπάρχει τέτοιο θέμα.

Η αντίθεση ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, δεν παραπέμπει από τον πλούτο στη φτώχεια, από την υγεία στην αρρώστια, αλλά από την εύνοια στη δυσμένεια ενός και του αυτού κοινού. Οι Διάλογοι δεν πραγματεύονται ένα δράμα καθαρά προσωπικό, έναν απλό άνθρωπο που γίνεται διαφορετικός, αλλά τη συμπεριφορά ενός ολόκληρου λαού απέναντι σ’ ένα είδος «κρατικού αξιωματούχου», που η καριέρα του καταστράφηκε.

Όσο αμφίβολες κι αν είναι, οι κατηγορίες που απευθύνονται εναντίον του Ιώβ είναι αποκαλυπτικές. Εκείνο που καταλογίζουν κυρίως στον έκπτωτο δυνάστη είναι οι καταχρήσεις της εξουσίας και οι καταχρήσεις αυτές είναι τέτοιας έκτασης, που δεν θα μπορούσαν να προέρχονται από έναν απλό γαιοκτήμονα, όσο πλούσιο κι αν τον υποθέσουμε. Ο Ιώβ μας φέρνει μάλλον στο νου τους τυράννους των ελληνικών πόλεων. Γιατί, ρωτάει ο Ελιφάζ[2], ο Θεός στράφηκε εναντίον σου ;

Μήπως φοβούμενός σε θέλει σέ ελέγξει
Και θέλει ελθεί εις κρίσιν μετά σου ;
Η κακία σου δεν είναι μεγάλη ;
Και αι ανομίαι σου άπειροι ;
Διότι έλαβες ενέχυρον παρά του αδελφού σου αναιτίως
Και εστέρησας τους γυμνούς από του ενδύματος αυτών.
Δεν επότισας ύδωρ τον διψώντα,
Και ηρνήθης άρτον εις τον πεινώντα.
Ο δε ισχυρός άνθρωπος ελάμβανεν την γην.
Και ο περίβλεπτος κατώκει εν αυτή.
Χήρας απέβαλες αβοηθήτους,
Και οι βραχίονες των ορφανών συνετρίβησαν υπό σου.
(22, 4-9)

Ο σύγχρονος αναγνώστης υιοθετεί ευχαρίστως την άποψη του προλόγου, γιατί του θυμίζει τον κόσμο μας, ή τουλάχιστον την ιδέα που έχουμε σχηματίσει γι’ αυτόν. Η ευτυχία συνίσταται στο να κατέχεις, όσο πιο πολλά πράγματα είναι δυνατό, χωρίς ν’ αρρωσταίνεις ποτέ, ζώντας μέσα σε μια αιώνια φρενίτιδα καταναλωτικής απόλαυσης. Στους Διαλόγους, αντίθετα, εκείνο που έχει βασική σημασία είναι οι σχέσεις του Ιώβ με την κοινότητα.

Ο Ιώβ παρουσιάζει την περίοδο του θριάμβου του σαν το φθινόπωρο της ζωής του, δηλαδή σαν την εποχή που προηγείται από τον παγωμένο χειμώνα του κατατρεγμού του. Είναι πιθανό η δυστυχία του να είναι πρόσφατη και να υπήρξε ξαφνική. Ο υπέρτατος ενθουσιασμός του Ιώβ πρέπει να μεταπήδησε μονομιάς σε υπέρτατη αποστροφή. Και μέχρι την τελευταία στιγμή, φαίνεται, ο Ιώβ δεν υποψιάστηκε τίποτε για την μεταστροφή που ετοιμαζόταν.

Η «αρχαία οδός των ασεβών» αρχίζει με το μεγαλείο, τον πλούτο, τη δύναμη, αλλά ολοκληρώνεται με μια κεραυνοβόλα καταστροφή. Αυτές τις δύο φάσεις ακριβώς ανακαλύπτουμε στην περιπέτεια του Ιώβ, το ίδιο ακριβώς σενάριο.

Από μέρα σε μέρα, ο Ιώβ μπορούσε να φιγουράρει στη λίστα εκείνων των ανώνυμων που μιλάνε γι’ αυτούς με μισόλογα, γιατί τ’ όνομά τους είναι «σβησμένο». Είναι ένας από κείνους που η σταδιοδρομία τους κινδυνεύει να τελειώσει πολύ άσχημα, επειδή άρχισε πολύ καλά.

Σε κάποια στιγμή, ο Θεός:

…Θέλει συντρίψει αναριθμήτους ισχυρούς
Και βάλει άλλους αντ’ αυτών
Διότι γνωρίζει τα έργα αυτών,
Και ανατρέπει αυτούς την νύκτα,
Και συντρίβονται.
Κτυπά αυτούς ως ασεβείς
Εν τω τόπω των θεατών.
(34, 24-26)

Παραπέμπω στο Βιβλίο της Ιερουσαλήμ: η μετάφρασή της υποβάλλει θαυμάσια την ταυτότητα του Θεού και του πλήθους. Ο Θεός ανατρέπει τους μεγάλους, αλλά εκείνος που τους συντρίβει είναι το πλήθος. Ο Θεός αλυσοδένει τα θύματα, αλλά η περέμβασή του είναι δημόσια : πραγματοποιείται ενώπιον αυτού του ίδιου πλήθους, που μάλλον δεν μένει αδιάφορο μπροστά σ’ ένα τόσο ενδιαφέρον θέαμα. Ας σημειώσουμε εδώ ότι οι ισχυροί συντρίβονται, χωρίς να ερευνηθούν οι αιτίες, πράγμα που υποπτευόμαστε κατά κάποιο τρόπο. Το πλήθος είναι πάντα έτοιμο να δώσει τη συγκατάθεσή του στη θεότητα, όταν αυτή αποφασίζει να τιμωρήσει τους κακούς. Κι αμέσως βρίσκονται άλλοι ισχυροί, για ν’ αντικαταστήσουν εκείνους που έπεσαν. Είναι ο Θεός ο ίδιος που τους ανεβάζει στο θρόνο, αλλά είναι το πλήθος που τους λατρεύει, για ν’ ανακαλύψει λίγο αργότερα, εννοείται, ότι κακώς εκλέχτηκαν, γι’ άλλη μια φορά, κι ότι δεν αξίζουν περισσότερο από τους προκατόχους τους.

Vox populi, vox dei. Όπως στην ελληνική τραγωδία, η άνοδος και η πτώση των ισχυρών αποτελούν ένα μυστήριο καθαρά ιερό και η κατάληξή τους είναι το πιο επιθυμητό κομμάτι. Αν και δεν αλλάζει ποτέ, αναμένεται πάντα με μεγάλη ανυπομονησία.

[1] αποσπάσματα από την «Αρχαία Οδό των Ασεβών» του Ρενέ Ζιράρ, σε μετάφραση Λουξά Θεοδωρακόπουλου, Εξάντας εκδοτική, 1991.
[2] ο ένας από τους τρεις φίλους του Ιώβ. Τα ονόματά τους Ελιφάζ ο Θαιμανίτης, Ελιού και ο Σωφάρ ο Νααμαθίτης.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

κοινωνικό κράτος

Ιστορίες Ζωής[1]
Νέα Ζωή

«Είχα βαρεθεί να ζω με τα επιδόματα. Από παιδί είχα μάθει να παλεύω για τη ζωή μου. Δούλευα στην οικοδομή και είχα σχέδια για το μέλλον. Δεν ήταν αυτό που είχα ονειρευτεί, αλλά όταν ο άνθρωπος έχει την υγειά του και παλεύει … Όλα πάνε καλά.

Ήθελα να παντρευτώ. Να κάνω οικογένεια. Η μοίρα, όμως, είχε τα δικά της σχέδια …

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το μεσημέρι. Σε λίγα λεπτά σχόλαγα απ’ την οικοδομή. Ήταν Παρασκευή και το Σαββατοκύριακο με περίμενε. Ξέρεις. Φίλοι, η κοπέλα μου και ό,τι κάνει ένας νέος άνθρωπος.

Στην αρχή, άκουσα έναν θόρυβο. Απροσδιόριστο. Ένα «κρακ» και μετά δεν θυμάμαι τίποτε άλλο. Στο νοσοκομείο, κατάλαβα ότι οι γιατροί έκαναν μεγάλη προσπάθεια. Ακόμη και τότε, απέφευγα να σκέπτομαι ότι αυτή η υπόθεση έχει σχέση με μένα.

Τί να κάνεις όμως; Όταν συνήλθα από την επέμβαση, ο γιατρός μού είπε, ορθά – κοφτά ότι είχα χάσει το πόδι μου. «Τη ζωή μου έχασα», σκέφτηκα και ξέσπασα σε λυγμούς. Ήμουν βέβαιος πως όλα είχαν τελειώσει. Η μοίρα όμως είχε και πάλι άλλα σχέδια. Ο φίλος μου, ο Γιώργος, με παρακίνησε: «Μην είσαι ηττοπαθής», μού είπε. «Μπορείς να κάνεις πολλά. Είσαι νέος ακόμη».

Ήρθε το επόμενο πρωί και με πήρε με το αυτοκίνητό του. με πήγε σε μια υπηρεσία που δεν γνώριζα καν ότι υπήρχε. Διάβασα την επιγραφή. «Γραφείο Κοινωνικής Υποστήριξης» … «Τί είναι αυτό;»[2], λέω.

Ήταν η αφετηρία μιας νέας ζωής. Έκανα αίτηση.

«Για τον ΟΑΕΔ», μου είπε ευγενικά μια υπάλληλος. Είναι μια προκήρυξη για άτομα με αναπηρίες. Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ, που έκανα μια αίτηση για πρόσληψη ή να λυπηθώ που μου θύμισε την αναπηρία μου.

Ακόμη δεν έχω αποφασίσει.

Λίγες εβδομάδες μετά, δεν είχα αρκετό χρόνο για να σκέφτομαι αν πρέπει να λυπάμαι που έχω αναπηρία. Με προσέλαβαν στο Δήμο και η μέρα μου είναι πια γεμάτη.

Με δουλειά. Όχι με άσχημες σκέψεις, όπως πριν Και σχέδια. Πολλά σχέδια. Η ζωή μου επέστρεψε. Κι έχει μεγαλύτερη αξία τώρα. Γιατί ξέρω ότι θα μπορούσα να τα έχω χάσει όλα …

Β. Ν., ετών 27

Ελπίδα

Έζησα μια ζωή δίπλα στον Τάσο. «Φάγαμε τη φτώχεια με το κουτάλι», όπως έλεγε ο συγχωρεμένος.

Φτωχοί, αλλά είχαμε πάντα ο ένας τον άλλο. Σε καλά και σε κακά. Σε εύκολα και σε δύσκολα, μπορούσα να στηριχτώ σ’ αυτόν κι αυτός σε μένα. Ήμαστε δεμένοι, αλλά αυτός έφυγε νωρίς …

Μετά το θάνατό του, τα δύσκολα έγιναν ακόμη δυσκολότερα. Πώς να τα φέρω βόλτα; Απόφοιτος Δημοτικού, δούλευα από δω κι από κει, τις περισσότερες φορές χωρίς ένσημα. Πέρασαν κάποια χρόνια, δουλεύοντας πάλι περιστασιακά.

Μια δούλευα, μια όχι. Τί να πεις …

Μια γνωστή, μού μίλησε για το Γραφείο Κοινωνικής Στήριξης. Στο άκουσμά και μόνο της λέξης «στήριξη», ένιωσα δέος.

Έτρεξα την άλλη κιόλας μέρα.

Οι άνθρωποι με φρόντισαν. Ενδιαφέρθηκαν. Αγράμματη εγώ, με βοήθησαν να πάρω τα επιδόματα ανεργίας. Μάννα εξ ουρανού, που λέει κι ο παπάς …

Ήρθε η ώρα της σύνταξης. Τί σύνταξη δηλαδή … Με τόσα λίγα ένσημα, ήταν θαύμα που θα έπαιρνα κι αυτή τη μικρή σύνταξη. Και σε αυτή την περίπτωση, οι άνθρωποι ήταν στο πλευρό μου. Με βοήθησαν να συγκεντρώσω τα δικαιολογητικά και να κάνω τις αιτήσεις.

Βγήκε η σύνταξη και το τελευταίο διάστημα μπορώ να πω ότι τα πράγματα πάνε καλύτερα. Όχι καλά, αλλά καλύτερα. Μπορώ να πληρώνω τους λογαριασμούς μου και, κουτσά – στραβά, να ψωνίζω κάθε βδομάδα στη λαϊκή.

Μπορώ να πω ότι η ζωή μου οργανώθηκε κάπως

Δεν είμαι νέα, αλλά δεν μπορώ από τώρα να κλειστώ στο σπίτι μου και να περιμένω να τελειώσει η ζωή μου. Έχω την ελπίδα, ότι έστω και σε αυτή την ηλικία, θα μπορέσω να ζήσω κάποια πράγματα που στερήθηκα στη ζωή μου …».

Λ. Π., 66 ετών

[1] 39 + 1 καθημερινές ιστορίες, Αφετηρία μιας νέας Ζωής, Ιστορίες από τα Γραφεία Παροχής Κοινωνικών Υποστηρικτικών Υπηρεσιών
[2] Τα Γραφεία παροχής Κοινωνικών Υποστηρικτικών Υπηρεσιών αποτελούν δράση του τρίτου άξονα του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Υγεία –Πρόνοια 2000-2008». Το πρόγραμμα υλοποιείται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής αλληλεγγύης με προϋπολογισμό 500 εκ. € περίπου, με τη συμβολή κατά 80% δύο Διαρθρωτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης συμβάλλει στην άμβλυνση των ανισοτήτων όσον αφορά στην ανάπτυξη και το βιοτικό επίπεδο μεταξύ των διαφόρων περιφερειών, καθώς και στη μείωση της καθυστέρησης των λιγότερο καθυστερημένων περιοχών. Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο συμβάλλει στην ανάπτυξη της απασχόλησης, της ικανότητας προσαρμογής και της ισότητας των ευκαιριών, επενδύοντας στους ανθρώπινους πόρους.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

το λογοτεχνείν εστί φιλοσοφείν

Μοναχικό ταξίδι στα Κύθηρα[1]

Εκείνο το βράδυ, το λιμάνι ήταν συννεφιασμένο και σταχτί – όπως είναι όλα τα λιμάνια την ημέρα της αναχώρησης. Ακόμα για μια φορά, έφευγα από τη μονοτονία της αθηναϊκής ζωής μου. Πήγαινα σε κάποιο νησί, όπου με περίμενε απασχόληση πιο πληχτική ακόμα. Δυο φίλοι αγαπητοί με ξεπροβόδισαν στο βαπόρι : ο στατικός κι ο κινητικός. Κι οι δυο τους ζουν κολλημένοι σαν στρείδια πάνω στους βράχους της Ακρόπολης και του Λυκαβηττού. Δεν ταξίδεψαν ποτέ. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να έχουν κατασταλαγμένες γνώμες για τα ταξίδια και τις περιπέτειές τους.

Ώσπου το βαπόρι να σαλπάρη, ξαπλωθήκαμε σε τρεις πολυθρόνες, στο κατάστρωμα. Και σιωπηλοί, χαιρόμαστε τη ρωμαλέα ποίηση του βραδινού λιμανιού. Ο σύνθετος αυτός οργανισμός της ζωής μέσα στο στενάχωρο υδάτινο χώρο, είναι σαν πρόλογος ηδονικής προσμονής, προτού ανοίξη η αυλαία του δράματος της φυγής.

- Αγαπημένε φίλε, μου είπε άξαφνα ο κινητικός ξεπροβοδιστής μου. Συλλογίστηκα πως ένα καλό βιβλίο, είναι ο χρησιμότερος σύντροφος του ταξιδιώτη. Έχοντας τη γνώμη πως οι επαγγελματικές σου ασχολίες δεν σε αποκτήνωσαν ακόμα εντελώς, δεν σου έφερα τον Μπαίντεκερ. Ίσως, ακολουθώντας την περί τεξιδίων θεωρία μου, θα ‘πρεπε να σου πρόσφερα κανένα τόμο του Τζακ Λάντον, του Λοτί, του μοράν, ή και του Ιουλίου Βερν. Μα προτίμησα να σου χαρίσω αυτό το βιβλιαράκι του Αλλαίν Φουρνιέ : «το «Μεγάλο Μωλν. Όπως θα δης, δεν είναι ανάγκη να ξεκινήση κανείς για μακρινούς ορίζοντες αν θέλη να βρη την περιπέτεια. Αρκεί να ξεφύγη, έστω κι ένα μίλι, από το σταύλο και το παχνί του. Το ασυνήθιστο, το παράξενο, το φανταστικό, είναι δυο βήματα από την πόρτα σου. Φίλε μου, είσαι ευτυχισμένος που ταξιδεύεις …

Πήρα το βιβλίο. Κι ευχαρίστησα μ’ ένα κίνημα του κεφαλιού.

- Την ίδια σκέψη με τον αγαπητό συμφίλο είχα κι εγώ, είπε ο στατικός. Δεν σου έφερα τα έργα του Εστωνιέ. Η ευτυχία στην ακινησία δεν είναι το δυνατότερο ατού της θεωρίας μας. Προτίμησα τους «Καταχτητές» του Μαλρώ. Σ’ αυτό το θαυμαστό βιβλίο, θα ιδής πως καμιά φυγή δεν μπορεί να πνίξη την αρρώστια της εποχής μας : δηλαδή την ανήσθχη ανία της ανθρώπινης ψυχής. Ίσως μονάχα ο θάνατος να μας χάριζε τη λήθη και την ανυπαρξία. Μα οι θρησκείες, με τις μεταφυσικές προεκτάσεις της επίγειας ζωής, κλόνισαν μέσα μας το στερνό αυτό νόημα.


- Σας ευχαριστώ, φίλοι μου, είπα παίρνοντας και το δεύτερο βιβλίο. Ίσως να ‘χετε κι οι δυο σας δίκιο. Μα αυτό, ούτε η λογική ούτε ο χρόνος μπορούν να το αποδείξουν. Εγώ, όταν ταξιδεύω, προτιμώ ν’ αφήνω το σώμα και την ψυχή μου να παρασέρνουνται άβουλα από τα γεγονότα και τις καταστάσεις. Κι όταν νιώθω μεγάλη ανία, διαβάζω κανένα βιβλίο μάλλον μη σοβαρό.

Κι έβγαλα, από την τσέπη μου, τις «Περιπέτειες του Μπαλτάζαρ» του Μωρίς Λεμπλάν.

Η σφυρίχτρα του βαποριού γέμισε τ’ αυτιά μας βοή και τα ρούχα μας πιτσιλάδες. Έτοιμοι προς αναχώρησιν ! Οι δυο φίλοι μου με χαιρέτησαν. Κι έφυγαν.

- Επί τέλους μόνοι ! όπως λέν στα γαλλικά ρομάντζα.

[1] Απ’ το «Μεγάλο Συναξάρι» του Μ. Καραγάτση, σ. 71-72, Εστία, Αθήνα 1996.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

πολιτική φιλοσοφία

Εθνισμός και Εθνικισμός[1]

Το αέναο γίγγνεσθαι της ανθρωπότητας, η τάση της προς μια ενότητα ολοένα πιο εσωτερική και πιο απόλυτη, πραγματοποιείται προοδευτικά με το ανέβασμα των ομάδων προς τα συγκροτήματα των φυλών και των εθνών. Όσο ατελέστερη και περιορισμένη παρουσιάζεται η ενότητα των μερών, τόσο χαμηλότερα βρίσκεται η στάθμη της ανθρωπότητας. Άλλο είναι το επίπεδό της, όταν τον πλανήτη σκεπάζει σκόνη ατελείωτη ομάδων, που φυτοζωούν και άλλο με το σχηματισμό των μεγάλων φυλών, όταν βλέπουμε την ιστορία να μπαίνει με τιτανικά βήματα στις λαμπρές περιόδους της. Τότε παρουσιάζονται στη σκηνή του κόσμου οι μεγάλοι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες θεμελιώτες. Τότε πλάθονται τα μεγάλα σύμβολα με το βαθύ κι’ ανεξάντλητο νόημα. Τότε σημειώνονται οι μεγάλες δημιουργίες, θρησκευτικές, γλωσσικές, καλλιτεχνικές. Τότε λάμπουν οι μεγάλες πράξεις.

Το Έ θ ν ο ς όπως μας παρουσιάζεται σήμερα, είναι αναμφισβήτητα μορφή ανώτερη απ’ αυτές πούχουν προηγηθεί. Η δημιουργία και το φανέρωμα της μορφής αυτής, μέσα στην ιστορία, είναι μια νίκη περίλαμπρη της αδάμαστης τάσης της ζωής για την ενότητα, απάνω στα συμπτωματικά στοιχεία που χαρακτήριζαν τα πιο παλιά ανθρώπινα σύνολα. Γιατί το περιεχόμενό του στέκει όλο στη συνείδηση. Αυτή και μόνη ρίχνει τώρα το φως της στο βαθύ μυστήριο της συνοχής που κάνει, προ πάντων μερικές μεγάλες ώρες, εκατομμύρια λαό να χαίρεται ή να σπαράζει, ν’ αποφασίζει, να μάχεται, να θυσιάζεται, με τον ίδιο παλμό, σαν ένας άνθρωπος.

Πρέπει νάχουν δίκιο σε κάποιο σημείο κι’ αυτοί που βλέπουν τις εθνικές αξίες σαν εμπόδιο στην τάση για το καθολικό. Θα υπάρχει κάποιος λόγος που τους έχει σπρώξει να φανταστούν σ’ αντιθετική σχέση τις έννοιες έθνος και ανθρωπότητα. Η αυθαίρετη αυτή βεβαίωση προέρχεταο, νομίζω, από μια χοντροκομμένη σύγχυση ανάμεσα στις έννοιες εθνισμός και σωβινισμός, ε θ ν ι σ μ ό ς κι’ ε θ ν ι κ ι σ μ ό ς. Η σύγχυση αυτή αρχίζει να καλλιεργείται από τη στιγμή που τα έθνη λευτερώνονται και σχηματίζονται σ’ εθνικά κράτη. Τα εθνικά κράτη μεταχειρίζονται την εθνική συνείδηση για σκοπούς κρατικούς, έξω από την πνευματική της φύση : Σκοπούς κρατικής αίγλης, επιρροής κι’ αχτινοβολίας, οικονομικούς, βιομηχανικούς, εμπορικούς. Έτσι εκμεταλλεύονται την εθνική συνείδηση, νοθεύουν τη φύση και τη λειτουργία της, για να την κάμουν από πηγή πνευματικής ζωής, υπηρέτρια των πιο πεζών και στενόκαρδων λογαριασμών. Έτσι δημιουργείται ο σωβινισμός κι’ ο εθνικισμός, άτοπες εκτροπές κι’ ακάθαρτες παραμορφώσεις του εθνισμού – αληθινά εμπόδια όχι μόνο για τη δημιουργία καθολικών αξιών, μα και για την πιο στοιχειώδη συνεννόηση μεταξύ των εθνών. Το ένα έθνος φαίνεται σα να γυρεύει να επιβληθεί στα άλλα και να τα μεταχειριστεί σαν απλό μέσο : Να τα εκμεταλλευτεί. Το φυσικό αίσθημα της αλληλεγγύης των εθνών διαδέχεται η φιλυποψία και η διχόνοια. Η τάση της ζωής προς μια ενότητα ολοένα πιο εσωτερική, πιο πνευματική, διαστρέφεται και παίρνει τη μορφή μιας φριχτής γελοιογραφίας – του ιμπεριαλισμού : Κάθε εθνικό κράτος ονειρεύεται να δουλώσει όλα τα άλλα.

Αυτές οι παρεχτροπές όμως δε βαραίνουν ούτε το έθνος, ούτε τον εθνισμό. Είναι αρρώστιες. Ενδημικές ή επιδημικές, θα περάσουν. Καμμιά αρρώστια δεν είναι αιώνια. Η ζωή που τις φέρνει, έχει μαζί της και τα φάρμακα.

[1] Σπύρου Μελά, «Δάσκαλοι του Γένους», της Ακαδημίας Αθηνών, σελ. 7-9, εκδόσεις Μπίρη.