Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Πολιτική

σύστημα κομμάτων[1]

Στις πολυκομματικές δημοκρατίες το κάθε κόμμα δεν υπάρχει παρά σε σχέση με τα άλλα. Η λειτουργία του προσδιορίζεται όχι μόνο από την εσωτερική δομή του, αλλά κι από το συνολικό αριθμό των κομμάτων, τις μεταξύ τους σχέσεις, τις συγκριτικές διαστάσεις και οργανωτικές μορφές τους, καθώς και τη σχετική τους θέση μέσα στην πολιτική κονίστρα. Δηλαδή από όλα τα στοιχεία που συναποτελούν το λεγόμενο σύστημα κομμάτων.

Δεν είναι βέβαια ανάγκη να είναι κανείς μαρξιστής για να παραδεχθεί ότι η κομματική πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό αντανακλά την εκάστοτε κοινωνική υποδομή. Ο κυρίαρχος σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες το 19ο αι. δικομματισμός συντηρητικοί εναντίον φιλελεύθερων κατά σημαντικό ποσοστό ανταποκρινόταν στην κοινωνική αντιπαράθεση αστών εναντίον των ευγενών γαιοκτημόνων. Ο δικομματισμός δε του αιώνα μας (συντηρητικοί ή φιλελεύθεροι, συγχωνευμένοι πια, εναντίον εργατικών ή σοσιαλιστών), αντανακλά συχνά τις κοινωνικές αντιφάσεις του καπιταλισμού που βαδίζει προς την ωριμότητα. Αλλά εάν η ανταπόκριση ήταν απόλυτη δεν θα είχαμε την άπειρη ποικιλία των κομματικών συνδυασμών σε πολλές χώρες σε παρεμφερές επίπεδο κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης.

Τα πολυκομματικά συστήματα ειδικότερα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την πλευρά της ερμηνείας τους. Τα κόμματα στα συστήματα αυτά είναι δυνατό ν’ ανταποκρίνονται στην αυτόνομη και αντιπαραθετική συνύπαρξη στο πολιτικό πεδίο πολλών στρωμάτων ή τάξεων π.χ. εργατικής, αγροτικής, μικρό – και μεγαλοαστικής, μεταπρατών και βιομηχάνων, κοκ. Μπορεί όμως και να εκφράζουν την για συναισθηματικούς ή ιστορικούς λόγους πολυδιάσπαση των βασικών πολιτικών τάσεων (αυτών δηλ. που έχουν καθαρή κοινωνική ανταπόκριση). Ή ακόμη την πρόσκαιρη συνύπαρξη μιας κοινωνικοπολιτικής αντίθεσης, που σιγά-σιγά σβήνει με μια άλλη που γεννιέται. Ή τέλος, τη μερική αλληλοεπικάλυψη ιστορικά, ιδεολογικά και κοινωνικά διαμορφωμένων συγκρούσεων. Π.χ. ο βαθύτατος χωρισμός ενός λαού για θρησκευτικούς λόγους, είναι δυνατό να διαπερνά και τους δύο βασικούς κοινωνικούς αντίπαλους με αποτέλεσμα την ύπαρξη τεσσάρων κομμάτων. Παράλληλα είναι πιθανό την κοινωνικά ή ιστορικά διαμορφούμενη τάση προς κάποιο σύστημα κομμάτων να την ευνοούν ή να την παρεμποδίζουν και τεχνικοί παράγοντες: το εκλογικό σύστημα και το μέγεθος της εκλογικής περιφέρειας.

Σύμφωνα με την κλασική πρόταση του Ντυβερζέ [Duverger], η απλή αναλογική ευνοεί τον πολυκομματισμό, το πλειοψηφικό σύστημα το δικομματισμό, ενώ το πλειοψηφικό σύστημα σε δύο γύρους ενισχύει τη δισυμμαχία[2]. (Είναι άλλωστε απόλυτα χαρακτηριστικό ότι μέσα σε 20 χρόνια, 1910-1930, ο βρετανικός δικομματισμός συντηρητικοί-φιλελεύθεροι, αντικαταστάθηκε απόλυτα χάρη και στο πλειοψηφικό σύστημα, από το δικομματισμό συντηρητικοί-εργατικοί. Στο Βέλγιο αντίθετα, όπου παρόμοια τάση είχε αρχίσει να διαφαίνεται από το τέλος του 19ου αι., η πορεία του κόμματος των φιλελευθέρων προς την εξαφάνιση ανακόπηκε χάρη στην εκλογική μεταρρύθμιση του 1899, που καθιέρωσε την απλή αναλογική). Ο Ρέη [D.W. Rae] συμπληρώνοντας την πιο πάνω πρόταση, επισημαίνει πως αντίστοιχη αν όχι μεγαλύτερη σημασία έχει και το μέγεθος της εκλογικής περιφέρειας[3]. Όσο μικρότερη είναι αυτή, τόσο ευνοείται κι ο περιορισμός των κομμάτων με λογική κατάληξη η μονοεδρική περιφέρεια να ευνοεί ιδιαίτερα τη διαμόρφωση δικομματικού συστήματος.

Όποιοι κι αν είναι πάντως οι παράγοντες που συμβάλουν στη διαμόρφωση των κομματικών συστημάτων, η σημασία κάθε τέτοιου στη γενικότερη διαμόρφωση της όλης πολιτικής πραγματικότητας είναι πάντοτε καθοριστική. Ένας αμιγής δικομματισμός λ.χ. οδηγεί στο σχηματισμό μονοκομματικών συμπαγών κυβερνήσεων που το πρόγραμμα τους υποβλήθηκε στο λαό κι εγκρίθηκε απ' αυτόν. Τα μαγειρέματα των κομματικών επιτελείων χάνουν τη σημασία τους, ενώ η κυβέρνηση ενισχύεται σε σχέση με το κοινοβούλιο. Ακόμη η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται σε ουσιώδη σημεία κι όχι σε αποχρώσεις. Οι λειτουργίες των κομμάτων, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μεταβάλλονται ριζικά . Από την άλλη μεριά τείνει να περιοριστεί και το φάσμα των δυνατών επιλογών του εκλογικού σώματος. Οι δύο μονομάχοι, στην προσπάθεια τους ν' αποσπάσουν τους κυμαινόμενους οριακούς ή κεντρώους ψηφοφόρους, τείνουν όλο και περισσότερο ν' αποχρωματίσουν το πρόγραμμα τους, να το πλησιάσουν προς το κέντρο, να το κάνουν ρευστό και ασαφές, με αποτέλεσμα κι οι σαφείς δεσμεύσεις τους να περιορίζονται αλλά κι οι διαφορές τους να ελαχιστοποιούνται. Το σύστημα γίνεται κεντρομόλο. (Ο διπολισμός των κομμάτων αντίθετα προς αυτά που διατείνονται οι προπαγανδιστικοί ισχυρισμοί, σπάνια και μόνο σε ειδικές περιπτώσεις κρίσεων λειτουργεί πολωτικά).

Τα ακριβώς αντίστροφα χαρακτηριστικά παρουσιάζει ο ευρύς πολυκομματισμός. Ο πολιτικός αγώνας ιδεολογικοποιείται ακόμη και σε επίπεδο αποχρώσεων. Οι αντίπαλοι για ν' αντιμετωπίσουν τις συγγενείς σ' αυτούς πολιτικές δυνάμεις υπερτονίζουν τις ιδιαιτερότητες τους. Το σύστημα ιδεολογικά είναι φυγόκεντρο, οι ακραίες τάσεις ενισχύονται. Μετεκλογικά όμως τα κομματικά επιτελεία έχουν το λόγο. Συνηθέστατα δημιουργούνται αδόκητες και κυμαινόμενες μάλιστα κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες (πρβλ. τις γαλλικές βουλές του 1936 και του 1954 που από τον Λεών Μπλουμ [L. Bloum] και τον Π. Μαντές-Φρανς [P. Mandes France], μετακινήθηκαν στη συνέχεια πολύ δεξιότερα). Κατά κανόνα δε αποκλείονται τα άκρα. Ο προεκλογικός φυγοκεντρισμός μετεκλογικά μετατρέπεται συνήθως σε κεντρομολισμό.

Ενδιάμεση τέλος είναι η κατάσταση στις δισυμμαχίες. Εκεί όπου οι δύο πολιτικοί πόλοι δεν αντιπαραθέτουν ενιαία κόμματα, αλλά συνασπισμούς κομμάτων. Επειδή δε οι συνασπισμοί αυτοί δημιουργούνται κατά κανόνα την προεκλογική περίοδο από κομματικούς σχηματισμούς της ίδιας μεν γενικής πολιτικής τάσης (π.χ. δεξιά - αριστερά), οι οποίοι όμως μέχρι τότε τόνιζαν την αυτονομία τους, πρόβαλλαν την ιδιαιτερότητα τους και, κάποιοι απ' αυτούς, κάλυπταν τους ακραίους πολιτικούς χώρους, τα πολιτικά προγράμματα, που καταρτίζονται είναι πολύ λιγότερο στραμμένα προς το κέντρο, απ' ό,τι των ενιαίων κομμάτων στα δικομματικά συστήματα. Ο διπολισμός των συμμαχιών μπορεί επομένως να είναι κάπως πολωτικός. Η συνοχή όμως είναι συνήθως μικρότερη .

Απ' όλες αυτές τις παρατηρήσεις γίνεται πιστεύουμε ήδη φανερή η σχέση ανάμεσα στο σύστημα και τις λειτουργίες των κομμάτων. Μια σχέση εξαιρετικά σημαντική, γιατί αυτό που ενδιαφέρει ιδιαίτερα στην ανάλυση των κομμάτων δεν είναι πόσα είναι αυτά, πώς συμπλέκονται μεταξύ τους και ποια είναι η εσωτερική τους δομή, αλλά το τι κάνουν, ποια είναι η λειτουργία τους, με ποιο τρόπο συμβάλλουν στη διαμόρφωση της πολιτικής πραγματικότητας.

[1] Θανάση Διαμαντόπουλου, Εισαγωγή στην πολιτική, σελ. 100-105, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1983.
[2] Βλ. Duverger, Les partis, σ. 269 επ.
[3] Βλ. D.W. Rae, The Political , Consequences of the Electoral Law, NewHaven.1971