Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

Ποίηση

ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ[1]

«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες ;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία
Εδώθε». – «Έχω έν’ ανίψι, τον Ευκλέα,
Τρί’ αδέρφια, γυιο, πατέρα Ολυμπιονίκες.

Να μ’ αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
Κ’ εγώ να καμαρώσω μες τα ωραία
Κορμιά, που για τ’ αγρίλι του Ηρακλέα
Παλεύουν, θαυμαστές ψυχές αντρίκιες.

Με τες άλλες γυναίκες δεν είμ’ όμοια.
‘Σ τον αιώνα το σόϊ μου θα φαντάζη
Με της αντρειάς τ’ αμάραντα προνόμια.

Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
‘Σ αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
Ύμνος χρυσός τ’ αθάνατου Πινδάρου !»
_____________________________


[1] Λορέντζου Μαβίλη, «Τα Ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1990. [Νοέμβριος 1895, πρώτη δημοσίευση : περ. Τέχνη, αριθ. 4 Φεβρουάριος 1899, σ. 107].

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008

Δίκαιο

Παράνομοι έρωτες στο Βυζάντιο[1]

…, μοιχεία στοιχειοθετούσε η εξώγαμη ερωτική δραστηριότητα μόνο των έγγαμων γυναικών. Αν ένας άνδρας, ακόμη και έγγαμος, δημιουργούσε ερωτικό δεσμό με μη έγγαμη γυναίκα, η σχέση αυτή χαρακτηριζόταν γενικώς ως πορνεία. Μια πορνική σχέση δεν ήταν όμως οπωσδήποτε αξιόποινη.

Ας περιοριστούμε σε έναν από τους ιστορικούς που περιγράφει με πολλή ακρίβεια, αλλά και γλαφυρότητα τα γεγονότα του 12ου αιώνα, τον Νικήτα Χωνιάτη[2].

Αναφερόμενος στον Μανουήλ Α΄ γράφει ο Νικήτας, ότι ο αυτοκράτορας, έχοντας γυναίκα Αλαμανή που φρόντιζε όμως περισσότερο το ψυχικό κάλλος από το σωματικό, έδειχνε καταφανή προτίμηση προς άλλες με θηλυκότερη εμφάνιση. Έτσι, λόγω της ακάθεκτης ορμής του για ερωτικές απολαύσεις, προτιμούσε να «διαπερνά» τα εγχώρια προίόντα[3]. Για τον Αλέξιο Β΄ που σπατάλησε σε ακολασίες πολύ δημόσιο χρήμα : εις έντερον πόρνης πολλάκις μεταρρυΐσκεσθαι τα χρόνω και πόνω συλλεγέντα μακρώ. Τέλος, για τον Ανδρόνικο Α΄, ότι έφευγε μακριά από την πρωτεύουσα μετά χορείας εταιρίδων και παλλακών, ως όρνιθας κατοικιδίους αλεκτρυών ή αίγας τράγος ηγούμενος αιπολίου και ότι προσπαθώντας να μιμηθεί ατέχνως τον Ηρακλή κατά την των πεντήκοντα και μόνον του Θυέστου θυγατέρων φθοράν, για να επαυξήσει τις δυνατότητές του, έκανε άφθονη χρήση αφροδισιακών παρασκευασμάτων[4].

Η κριτική δεν άφηνε … άθικτες ούτε τις αυτοκράτειρες, όταν παρείχαν αφορμές. Το «κακό παράδειγμα» έδωσε ο Προκόπιος που στα Ανέκδοτά του παρουσίασε με πολύ παραστατικό τρόπο την ερωτική δραστηριότητα της Θεοδώρας τόσο πριν όσο και μετά το γάμο της με τον Ιουστινιανό[5]. Αλλά και αργότερα ο Ιωάννης Ζωναράς, παρά το συγκρατημένο ύφος του, περιγράφει με ζωηρά χρώματα τους έρωτες της Ζωής με τον μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Παφλαγόνα, όταν ήταν ακόμη θαλαμηπόλος στα ανάκτορα : Τούτου τω έρωτι αλούσα η βασιλίς επυρπολείτο την ψυχήν και το πυρ το εκείνου κάλλος καθ’ εκάστην ορώμενον υπανέφλεγε. Προφανώς θα είχε ο νεαρός Μιχαήλ κάποιους δισταγμούς που ο αδελφός του (για ευνόητους λόγους) προσπαθούσε να τον πείσει να υπερνικήσει, γι αυτό τον παρακινούσε να μην αποφεύγει την αυτοκράτειρα (που, σημειωτέον, είχε τότε ήδη περάσει τα πενήντα) αλλά και άψασθαι και φιλήσαι και προσφύναι αυτή. Οι συμβουλές έπιασαν τόπο, ώστε μέχρι και συνουσιασμού τα του έρωτος κατηντήκεσαν και προϊόντος του χρόνου εις προύπτον σχεδόν το περί τον Μιχαήλ εξερράγη φίλτρον. Και ην υποψιθυριζόμενον ου τοις περί τα βασίλεια μόνον, αλλά και τοις εν ταις τριόδοις, μόνω δ’ ηγνοείτο τω αυτοκράτορι[6].

Στη νομολογία του πατριαρχικού δικαστηρίου αρκετές φορές εμφανίστηκαν περιπτώσεις, στις οποίες η πορνεία έπαιξε σημαντικό ρόλο. Περιορίζομαι στην παρουσίαση μίας μόνο (από τα μέσα περίπου του 14ου αιώνα, το 1352) που είναι ιδιαίτερα γραφική, αλλά συνάμα και διαφωτιστική. Δύο μοναχοί, ο ένας μάλιστα ιερομόναχος της γνωστής μονής της Περιβλέπτου στην Κωνσταντινούπολη, σύχναζαν στο σπίτι μιας μοναχής, πρώην μαστρωπού, που είχε μεταβάλει το κατάλυμά της σε πορνείο, όπου εξέδιδε νεαρές μοναχές. Φαίνεται ότι ο άσωτος αυτός βίος τους δεν ήταν τελείως άγνωστος στο πατριαρχείο και ότι τους είχαν γίνει συχνά παραινέσεις, χωρίς όμως – προφανώς – αποτέλεσμα, μέχρις ότου κάποια μέρα μερικοί αγανακτισμένοι γείτονες τους έπιασαν επ’ αυτοφώρω και τους παρέδωσαν στον δικαιοφύλακα της Μεγάλης Εκκλησίας. Από το κείμενο της σχετικής πατριαρχικής πράξης, φαίνεται ότι η όλη ιστορία σταμάτησε στην καθαίρεση του ιερομονάχου[7].

… τα χαμαιτυπεία ήταν ανθούσες επιχειρήσεις που δεν δυσκολεύονταν πολύ να βρούν ανθρώπινο υλικό και μάλιστα «πλήρους αλλά μη αποκλειστικής απασχολήσεως», ακόμα και στρατολογώντας το ανάμεσα από νοικοκυρές :

Και άλλες όταν παντρευτούν,
θέλουν διά να ποπευτούν,
δοκιμάζουν και άλλους θέλουν,
να σκολάσουν πλέο δε θέλουν.
Φαίνεταί της ωσάν το μέλι
και γοργά πάει εις το μπουρδέλι,
νέον, γέρον, δεν την μέλει,
βάνει και μικρόν κοπέλι
και τον άνδρα της ου θέλει,
επειδή τον έχει ως τρέλι.
_________________________

[1] Αποσπάσματα από την ομιλία με τίτλο «Έρως και νόμος στο Βυζάντιο» του ομ. Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπύρου Τρωιάνου, «Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο», Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1997.
[2] Η επιλογή του Χωνιάτη οφείλεται τόσο στην γλαφυρότητα του ύφους του όσο και στο εξεζητημένο λεξιλόγιό του, ιδιαίτερα κατάλληλο για την περιγραφή «λεπτών» καταστάσεων. Άλλοι ιστορικοί παρουσιάζουν ανάλογα περιστατικά με πολύ περισσότερο συγκρατημένο τρόπο, όπως π.χ. ο Μιχαήλ Ψελλός τον 11ο αιώνα, για τις ερωτικές συνήθειες του Αλεξάνδρου ή του Ρωμανού Β΄ και, κυρίως, για τις διαδοχικές περιπέτειες του Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου (Ιστορία σύντομος 101 και 103, Χρονογραφία 6.50-56 και 151-155). Μετριοπαθής στη διήγησή του για τον Κωνσταντίνο Θ΄ είναι και ο Ιωάννης Ζωναράς (Σύνοψις ιστοριών 17.21.10-28). Άλλοι ιστορικοί περιορίζονται σε γενικές περιγραφές, όπως ο Κωνσταντίνος Μανασσής στο Χρονικό του (εκδ. I. Bekker, Βόννη 1837, στ. 6044-6947).
[3] Ηγάγετο δε γυναίκα ο βασιλεύς ούτος εξ’ Αλαμανών, γένους των επί δόξης και πάνυ λαμπρών. Αύτη μέντοι ου τοσούτον του σωματικού κάλλους εφρόντιζεν, όσο του ένδον και περί ψυχήν επεμέλετο. … Όθεν ουδ’ ο βασιλεύς προσείχεν αυτή τα πολλά, αλλά τιμής μεν και δορυφορίας και της λοιπής λαμπροφορίας βασιλικωτάτης μετείχε, τα δ’ ες την κοίτην ηδίκητο. Νέος γαρ ων ο Μανουήλ και ερωτικός τω τε ανειμένω βίω και ταις τρυφαίς προσανέκειτο … και όσα το νεοτήσιον άνθος υπέβαλλε και εμύουν οι πάνδημοι έρωτες διεπράττετο. Και προς τας μίξεις ακάθεκτος ων και πολλαίς θηλυτέραις επιθορνύμενος έλαθε και δι’ ομογνίου τρυμαλιάς αθεμίτως εμπερονών. Έκδοση I.A. van Dieten, Nicetae Choniatae Historia, [CFHB, 11/1], Βερολίνο κ.α. 1975, σελ. 53 επ.
[4] Ουκ έχων δε την ίσην προς το ακολασταίνειν ισχύν, ως Ιόλεων εκείνος κατά της παλιμφυούς Ύδρας συνέριθον, ούτω και ούτος τα υπό γαστρός προς συνουσίαν αλοιφαίς και περιττοίς σκευάσμασιν ανερρώννυεν. Ήσθιε δε και ζώον Νειλώον, κροκοδείλω πάνυ τι εμφερές, απόσιτον μεν τοις μη τα τοιαύτα βρωτέα κρίνουσι, διερεθίζον δ’ όμως και διανιστών εν ταις ομιλίαις προς απουσαισμόν.
[5] Ιδού μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα : Η δε κακ τριών τρυπημάτων εργαζομένη ενεκάλει τη φύση δυσφορούμενη ότι δη μη και τους τιτθούς αυτή ευρύτερον ή νυν εισι τρυπώη, όπως και άλλην ενταύθα μίξιν επιτεχνάσθαι δυνατή είη. … Ούτω δε ακολάστως ες το σώμα το αυτής ύβριζεν, ώστε την αιδώ ουκ εν τη της φύσεως χώρα κατά ταυτά ταις άλλαις γυναιξίν, αλλ’ εν τω προσώπω έχειν εδόκει (ΙΧ 18 και 24, εκδ. O. Veh, Μόναχο 1981, σελ. 80 και 82).
[6] Σύνοψις ιστοριών 17.13.10-14 (εκδ. Buttner-Wobst, ό.π., τ. 3, σελ. 582, 11-583,7).
[7] J. Darrouzes, “Les regestes des actes du Patriarcat de Constantinople”, τ. 1: Les actes des patriarches, fasc. 5, Παρίσι 1977, αριθμ. 2339

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

Φιλοσοφία

Αριστοτέλους
«Συμπόσιον ή περί μέθης»
[1]

Τα αποσπάσματα του χαμένου για μας έργου του Αριστοτέλη «Συμπόσιον ή περί μέθης» έχουν τα χαρακτηριστικά όλων των αριστοτελικών αποσπασμάτων, τα οποία εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1863 στην Λειψία από τον Βαλεντίνο Ρόζε με τον τίτλο “Aristoteles Pseudepigraphus”.

Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα εξής : α) Τα πρωτότυπα παραθέματα, αυτά δηλ. που αποδίδονται ευθέως στον Αριστοτέλη, είναι ελάχιστα, ενώ σε μεγαλύτερο ποσοστό τα αποσπάσματα είναι δοξογραφικά. β) Η κατάταξη των αποσπασμάτων έγινε με βάση αφ’ ενός τον κατάλογο των τίτλων των απολεσθέντων έργων του Αριστοτέλη που παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος (και με τον οποίο συμφωνεί στα περισσότερα σημεία ο Ησύχιος) και αφετέρου στην κατά την κρίση του Ρόζε[2] συμφωνία του περιεχομένου των αποσπασμάτων με τους παραδεδομένους τίτλους.
…

Ορισμένα από τα έργα αυτά [του Αριστοτέλη] θεωρούνται διάλογοι, με βάση εσωτερικές ή εξωτερικές μαρτυρίες. Το «Συμπόσιον ή περί μέθης» ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία, μάλιστα δε στους πρώιμους διαλόγους του Αριστοτέλη, αν δεχτούμε την άποψη του Ρος[3] (και πολλών άλλων μελετητών) ότι οι πρώιμοι διάλογοι του Αριστοτέλη μαρτυρούν έντονη την πλατωνική επίδραση, πράγμα που δηλώνεται και από την σύμπτωση των τίτλων με τους τίτλους των πλατωνικών διαλόγων (Μενέξενος, Συμπόσιον, Σοφοστής).

Η χρονολόγηση των αποσπασμάτων παραμένει επισφαλής. … Για το «Συμπόσιον ή περί μέθης» δεν παραδίδεται μαρτυρία, ούτε καν εικασία. Καλύπτεται από την γενική κατάταξή του στους πρώιμους διαλόγους του Αριστοτέλη.

Οι απόψεις που εκθέτει ο Αριστοτέλης στους πρώιμους αυτούς διαλόγους και η σχέση τους με τις πλατωνικές απόψεις απετέλεσε το βασικό κριτήριο αρχικώς της γνησιότητάς τους (Ρόζε) και στην συνέχεις κριτήριο για την αξιολόγησή τους.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

I (R2 175, R3 100)

ATH. 178 e-f. Ο Όμηρος, σ’ όλα του ακριβής, μήτε και τούτο το ασήμαντο δεν παρέλειψε, πως με το σώμα καθαρό και φροντισμένο πρέπει να πηγαίνουμε στο δείπνο. Λέει λοιπόν για τον Οδησσέα πριν από το γεύμα στους Φαίακες : «αυτόδιον δ’ άρα μιν ταμίην λούσασθαι άνωγεν»[4]. Και για τους συντρόφους του Τηλέμαχου λέει : «ες ρ’ ασαμίνθους βάντες εϋξέστας λούσαντο»[5]. Γιατί ήταν ανάρμοστο, καθώς λέει ο Αριστοτέλης, να φτάνεις στο συμπόσιο μες στον ιδρώτα και τη σκόνη. Εξάλλου κατά τον Ηράκλειτο, ο άνθρωπος του κόσμου δεν πρέπει να βρωμίζει μήτε να βρωμάει μήτε να χαίρεται μες στη βρωμιά του.

3 (R2 98, R3 102)

ATH. 40 c-d. Ο Σέλευκος αναφέρει πως οι παληοί δεν τόχανε συνήθεια να πίνουν περισσότερο απ’ το κανονικό ή άλλες να γεύονται απολαύσεις αν δεν ήταν προς τιμήν των θεών. Γι’ αυτό κι οι λέξεις που δήλωναν τέτοιες δραστηριότητες ήταν «θοίναι» και «μέθαι». «Θοίναι» διότι θεωρούσαν πως χάριν των θεών έπρεπε να πίνουν, «θάλειαο» διότι πάλι χάριν των θεών συγκεντρώνονταν στα συμπόσια – αυτό εξάλλου σημαίνει το «δαίτα θάλειαν» του Ομήρου. Τέλος το «μεθύειν», λέει ο Αριστοτέλης πως δήλωνε ότι έπιναν μετά τις θυσίες προς τους θεούς (μετά το «θύειν»).

PHILO. De Plant. 34.141. Τα όσα ανέφερε ο νομοθέτης περί μέθης θα τα δούμε αργότερα. Τώρα ας εξετάσουμε τί πίστευαν οι άλλοι. Πάρα πολλοί φιλόσοφοι ασχολήθηκαν και μάλιστα εκτενώς με το θέμα, που τίθεται ως εξής : «Πρέπει να μεθάει ο σοφός ;» Το να μεθάει κανείς έχει δύο όψεις : η μια είναι απλώς να πίνει κι η άλλη να παραμιλάει από τη μέθη. Απ’ όσους ασχολήθηκαν με το πρόβλημα, άλλοι υποστήριξαν πως ο σοφός δεν πρέπει μήτε κατάχρηση να κάνει στο ποτό μήτα να φτάσει να παραμιλάει… 35.144 Άλλοι πως το ποτό αρμόζει και στους αγαθούς, στους οποίους όμως η μέθη δεν αρμόζει… 38.154 Το δυνατό κρασί, το ανέρωτο, οι παλιοί και «μέθυ» το ονόμαζαν. Σε πολλά τουλάχιστον ποιητικά κείμενα έτσι αποκαλείται, ώστε αν τα συνώνυμα αναφέρονται σ’ ένα πράγμα, όπως «οίνος» και «μέθυ», εύλογο θα ήταν πως και όσα απ’ αυτά παράγονται, δηλ. το «οινούσθαι» και το «μεθύειν», να μην διαφέρουν παρά μόνο στον ήχο… 155. Αν λέμε δηλ. πως ο σοφός επιτρέπεται να πίνει κρασί, είναι σαν να λέμε πως επιτρέπεται και να μεθάει…40.165-6. …ορισμένοι πιστεύουν πως η μέθη δεν ονομάζεται έτσι διότι ακολουθεί τις θυσίες (μετά το θύειν), αλλά διότι γίνεται αιτία «μεθέσεως» (χαλάρωσης) της ψυχής. Των άμυαλών λοιπόν ο λογισμός παραδίνεται στην δίνη πολλών υπερβολών, ενώ των μυαλομένων παραδίνεται στην απόλαυση της άνεσης, της ευθυμίας και της ιλαρότητας. Διότι πιο άνετος και ήπιος γίνεται ο σοφός σαν πιει, απ’ ό,τι είναι νηφάλιος, έτσι ώστε δεν κάνουμε λάθος αν πούμε και ως προς αυτό, πως πράγματι ο σοφός μπορεί να μεθάει…

5 (R2 102, R3 104)

ATH. 641 d-e. Ο Αριστοτέλης στο «περί μέθης» το ονομάζει, όπως κι εμείς «δεύτερο πιάτο», μ’ αυτά τα λόγια : «πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως το επιδόρπιο διαφέρει εντελώς από το κυρίως φαγητό όσο και το έδεσμα από τους ξηρούς καρπούς, γιατί αυτό το όνομα είναι το γνωστό στους Έλληνες όταν κάποιες τροφές προσφέρονται ως επιδόρπια. Έτσι φαίνεται πως είχε δίκιο εκείνος που πρώτος το ονόμασε «δεύτερο πιάτο». Πράγματι το επιδόρπιο συνοδεύει το κυρίως φαγητό και προσφέρεται ως επιπλέον γεύμα».

6 (R2 218, R3 105)

PS-JUL., Ep. 391 b-c. Το σύκο δεν είναι μόνο ευχάριστο στην γεύση αλλά και άριστο για την πέψη. Τόσο πολύ δε είναι ωφέλιμο στους ανθρώπους ώστε ο Αριστοτέλης λέει πως είναι αντίδοτο σε κάθε βλαβερό δηλητήριο και πως στο δείπνο δεν χρειάζεται τίποτε άλλο να προσφέρεται πλην αυτού είτε ως ορεκτικό πριν το κυρίως φαγητό είτε ως επιδόρπιο, ως εάν επρόκειτο να προστατεύσει τον άνθρωπο από οποιαδήποτε παρενέργεια της τροφής αντί οποιασδήποτέ άλλης ιερής προφύλαξης. Και μάλιστα το ότι το σύκο προσφέρεται στους θεούς κι ότι συνοδεύει κάθε θυσία στον βωμό, όπως και το ότι είναι το καλύτερο λιβάνι για θυμίαμα, δεν είναι δική μου εκτίμηση, αλλά όποιος γνώρισε στην πράξη τη χρησιμότητά του ξέρει καλά πως αυτά λένε άνδρες σοφοί και γνώστες των ιερών.

7 (R2 101, R3 106)

ATH. 447 a-b. Αλλά όπως λέει ο Αριστοτέλης στο «περί μέθης», ανάσκελα πέφτουν όσοι πίνουν ποτό φτιαγμένο από κριθάρι, αυτό δηλ. που αποκαλούμε ζύθο. Κι αυτά αναφέρει : «μόνο που κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει με το ποτό που φτιάχνεται από κριθάρι, τον αποκαλούμενο ζύθο : όσοι μεθάνε με άλλα ποτά πέφτουν προς όλες τις μεριές κι αριστερά και δεξιά και μπρούμυτα κι ανάσκελα. Μόνο όσοι μεθάνε από ζύθο γέρνουν προς τα πίσω και πέφτουν ανάσκελα».

11(R2 105-6, R3 110-111)

ATH. 464 c-d. Ο Αριστοτέλης αναφέρει στο «περί μέθης» πως «το ποτό που ονομάζουν Ροδιακό προσφέρεται στα συμπόσια και για την απόλαυση που δίνει και γιατί όταν ζεσταίνεται μεθάει λιγότερο. Διότι μέσα στο νερό που βράζει προσθέτουν σμύρνη και σχοίνα κι άλλα τέτοια μυρωδικά κι όταν το μίγμα αυτό το ρίξουν στο κρασί γίνεται πιο ελαφρύ». Και σε άλλο σημείο αναφέρει : «το ροδιακό ποτό γίνεται με την προσθήκη ενός ζεστού μίγματος από σμύρνη, σχοίνα, άνηθο, κρόκο, βάλσαμο, κάρδαμο και κανέλλα. Αυτό το μίγμα όταν προστεθεί στο κρασί το κάνει πιο ελαφρύ, έτσι ώστε και τις ερωτικές ορμές καταπαύει διατηρώντας το πνεύμα νηφάλιο.

________________________


[1] Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1989
[2] Ο ίδιος ο Ρόζε (Valentin Rose) θεωρούσε όλα τα αριστοτελικά αποσπάσματα που εξέδωσε ψευδεπίγραφα.
[3] W.D. Ross, “The works of Aristotle” v. XII, Select fragments Oxford, 1952, σελ. IX
[4] Οδ. Δ 449. μετ. Καζαντάκη-Κακριδή : «στην ώρα πάνω κι η κελάρισα τον κάλεσε ν’ ανέβει και να λουστεί».
[5] Οδ. Δ 48. μετ. Καζαντάκη-Κακριδή : «σε καλοσκαλισμένους κάθισαν για να λουστούν λουτήρες».

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

η εποποιΐα του ανθρώπου

Αρχαίοι τρόποι στην Κατμαντού

Οι πόλεις μιάς περίκλειστης κοιλάδας του Νεπάλ διαιωνίζουν πρότυπα ζωής όμοια μ’ εκείνα των πρώτων πολιτισμών.

Ανάμεσα στην Ινδία και το Θιβέτ υπάρχει μία στενή λωρίδα γης τριγυρισμένη από βουνά, όπου από αιώνες κατοικούν εκατομμύρια άνθρωποι. Είναι το βασίλειο του Νεπάλ. Οι περισσότεροι Νεπαλέζοι ζουν σε αραιούς οικισμούς και βόσκουν κοπάδια στις απόκρημνες πλαγιές των Ιμαλαϊων ή καλλιεργούν μια γη, που ποικίλλει από τα φτωχά και πετρώδη χωράφια ως τους εύφορους κάμπους. Πάντως στην κοιλάδα της Κατμαντού του Νεπάλ συνεχίζεται ένας πολιτισμός, που στην πολυσύνθετη δομή του και στην πολύμορφη θρησκεία του θυμίζει τη Σουμερία στην αυγή της ιστορίας και την αρχαία Αίγυπτο. Τρεις πόλεις της κοιλάδας συνεχίζουν αυτόν τον πολιτισμό. Είναι η πρωτεύουσα Κατμαντού, το Πατάν και η Μπατγκαόν. Η ηλικία και των τριών, πάνω από χίλια χρόνια.
Η κοιλάδα της Κατμαντού είναι το γόνιμο κεντρικό κόσμημα μιάς αλυσίδας από κοιλάδες των κεντρικών Ιμαλαϊων, που απλώνεται προς ανατολάς και προς δυσμάς σε όλο το μήκος των 800 χιλιομέτρων του βασιλείου. Στον βορρά τα βουνά ορθώνονται και σμίγουν σ’ ένα πελώριο λευκό τείχος που περιλαμβάνει εννιά από τις 14 υψηλότερες κορυφές του κόσμου. Στο νότο το πέρασμα φράζεται από μία ζώνη απόκρημνων λόφων, δασωμένων και πνιγμένων στην τύφη, που φτάνει σε ύψος τα πέντε μέτρα και από πυκνές ζούγκλες, που οι τίγρεις τις κάνουν επικίνδυνες. Από κάθε πλευρά οι προσβάσεις στο περίκλειστο βασίλειο είναι τόσο δύσκολες και απόκρημνες ώστε επί αιώνες τα μοναδικά εμπορεύματα που έφταναν ή που έφευγαν από την Κατμαντού μεταφέρονταν στις πλάτες αχθοφόρων.
Παρά τη γεωγραφική του προστασία, το Νεπάλ συχνά κατακτήθηκε από ισχυρούς και αποφασιστικούς λαούς. Το νότιο τείχος του ήταν ίσως το πρώτο που διασπάσθηκε – από κάποιο νεγροειδή λαό, που πιστεύεται ότι πρώτος αυτός εγκαταστάθηκε στην Ινδική χερσόνησο. Ακολούθησαν μογγολικοί λαοί, μερικοί από αυτούς διωγμένοι προς βορράν από τους Ινδοαρίους που επεκτείνανε την κυριαρχία τους στη βόρειο Ινδία. Οι ίδιοι οι Ινδοάριοι έφτασαν στο Νεπάλ ανάμεσα στο 1000 και το 700π.Χ. Τον 7ο αιώνα μ.Χ. μια στρατιά εισβολέων από το Θιβέτ, ενώ κατευθυνόταν προς τις Ινδίες, κατέλυσε το Νεπάλ. Τον 14ο αιώνα έφτασε μία νέα ηγεμονική δυναστεία, οι βασιλείς Μάλλα. Και στα 1769 το καταθρυμματισμένο βασίλειο των Μάλλα κατακτήθηκε από τους πολεμικούς Γκούρκα, που και αυτούς τους είχαν διώξει από τις Ινδίες μουσουλμάνοι επιδρομείς. Απ’ όλους τους επήλυδες ο πολιτισμός της κοιλάδας της Κατμαντού δανείστηκε στοιχεία και τα προσάρμοσε. Απορρόφησε μάλλον παρά απορροφήθηκε. Οι Νεβάρ, ο λαός που κυρίως επωμίστηκε την ανάπτυξη του πολιτισμού, αναδύονται συγκεχυμένα μέσα από τους θρύλους του Νεπάλ. Δεν είναι ακριβώς γνωστό από πού ήλθαν ή πότε έφθασαν, αλλά φαίνεται πιθανόν ότι ο πολιτισμός τους είχε εγκατασταθεί στην κοιλάδα της Κατμαντού το 563π.Χ., όταν ο ιδρυτής του βουδισμού, ο Γοτάμα Βούδας, γεννήθηκε στο σημερινό νοτιοδυτικό Νεπάλ. Οι Νεβάρ επιδείξανε από πολύ νωρίς μία ασυνήθιστη ιδιοφυία σαν οργανωτές και τεχνίτες. Χαράξανε το αρδευτικό σύστημα, που απλώνει ένα πυκνό πλέγμα στα χαμηλά της κοιλάδας, και από τότε οι Νεβάρ γεωργοί εδώ καλλιεργούν το ρύζι, τη βασική και πατροπαράδοτη τροφή τους. Έκοψαν πεζούλες στις ιλιγγιώδεις βουνοπλαγιές και καλλιέργησαν αγρούς, που ποτίζονται από τις βροχές των μουσώνων. Οι ξυλογλύφοι τους έπλασαν τους θεούς του ινδουισμού και του βουδισμού. Οι αρχιτέκτονές τους σχεδίασαν ναούς για να τους στεγάσουν. Οι οικοδόμοι τους έχτισαν τους ναούς με ξύλο, πέτρα και ορείχαλκο. Χρησιμοποίησαν οπτόπλινθους στα πολυόροφα σπίτια για τις τεράστιες οικογένειες των Νεβάρ. Οι τρεις πόλεις των Νεβάρ Κατμαντού, Πατάν και Μπατγκαόν, αναπτύχθηκαν σε απόσταση μικρότερη από 12 χιλιόμετρα. Παρά τους πολέμους, τις κατοχές, τους σεισμούς, οι πόλεις αυτές πέρασαν μέσα από τους αιώνες παραμένοντας σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτες. Είναι ο πυρήνας ενός μεσαιωνικού κράτους που μόλις τελευταία άνοιξε τις πύλες του στον σύγχρονο νέο κόσμο.
Κοντόσωμοι και μελαμψοί οι κάτοικοι των πόλεων αυτών ζουν ανάμεσα σε πανύψηλους ναούς και μονολίθους, κλεισμένοι στο παρελθόν τους όπως και στην κοιλάδα τους από το τείχος των βουνών που τους περιζώνει. Μένουν προσκολλημένοι στον βουδισμό και στον ινδουισμό, και πολλοί απ’ αυτούς τιμούν και τις δύο θρησκείες σε κοινές ιεροτελεστίες. Μ’ επιμέλεια τηρούν ένα περίπλοκο σύστημα κάστας, θεμελιωμένο στα παραδοσιακά επαγγέλματα και τέχνες, που τους χωρίζουν σε αναρίθμητα κοινωνικά στεγανά. Παρά την ανομοιότητα των θεών τους, οι άνθρωποι αυτοί ουσιαστικά είναι ενωμένοι στη θρησκεία τους και παρ’ όλα τα στεγανά της κάστας, ανέχονται τις εξαιρέσεις και την κοινωνική άνοδο. Μία ζωή πλούσια σε εθιμοτυπία και μία κοινωνία ικανοποιητική για τη σταθερή τάξη της τους στηρίζει, καθώς ο σύγχρονος κόσμος προσπαθεί να παραβιάσει το απομονωμένο αρχαίο Νεπάλ.
______________________________________________

« Η Εποποιία του Ανθρώπου», του συντακτικού επιτελείου του LIFE, εκδ. «Λύκειος Απόλλων», 1962.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Λογοτεχνία

Όταν ένα απλό ταξίδι, μετατρέπεται σε ταξίδι και ανύψωση της ψυχής. Ο Χένρυ Μίλλερ δεν περιφέρεται απλώς από τόπο σε τόπο. Βιώνει με κάθε κύτταρο του κορμιού του το τοπίο, το καταπίνει, το μυρηκάζει και το κάνει μέρος του εαυτού του. Ένας μεγάλος συγγραφέας αποκαλύπτει στο παγκόσμιο κοινό έναν αληθινό Άνθρωπο.

Α.Χ.

Ξυπνήσαμε νωρίς και πήραμε ένα αυτοκίνητο να μας πάει στην Επίδαυρο. Η μέρα άρχισε με μία υπέροχη γαλήνη. Ήταν η πρώτη μου πραγματική επαφή με την Πελοπόννησο. Και δεν ήταν μια απλή ματιά, αλλά ένα ολόκληρο θέαμα που άνοιγε πάνω από ένα κόσμο ακόμα σιωπηλό, τέτοιο που ίσως κληρονομήσει κάποια μέρα η ανθρωπότητα, όταν πάψει να επιδίδεται σε σφαγές κι εγκλήματα. Αναρωτιέμαι πως συμβαίνει και κανένας ζωγράφος μέχρι σήμερα δε μας έχει δώσει τη μαγεία αυτού του ειδυλλιακού τοπίου. Μήπως είναι υπερβολικά ξένο προς το δράμα, μήπως είναι υπερβολικά ειδυλλιακό ; Είναι μήπως το φως υπερβολικά αιθέριο για να συλληφθεί απ’ το χρωστήρα ; Αυτό μόνο μπορώ να πω κι ίσως αποθαρρύνω τον υπεραισιόδοξο καλλιτέχνη : δεν υπάρχει ίχνος ασχήμιας εδώ, είτε γραμμής, είτε χρώματος, είτε μορφής, χαρακτηριστικού ή εντύπωσης. Είναι απόλυτη τελειότητα, όπως η μουσική του Μότσαρτ. Πράγματι, τολμώ να πω πως εδώ κρύβεται περισσότερος Μότσαρτ παρά οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Ο δρόμος προς την Επίδαυρο είναι σαν το δρόμο προς τη δημιουργία. Σταματά κανείς την αναζήτηση. Μένει σιωπηλός, ακινητοποιημένος απ’ τη σιωπή μυστηριακών αρχών. Αν μπορούσε να μιλήσει κανείς, τα λόγια του θα γίνονταν μελωδία. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς ν’ αδράξεις, να απομονώσεις ή ν’ αποθησαυρίσεις: το μόνο που υπάρχει είναι η κατάρρευση των τειχών που κρατούν φυλακισμένο το πνεύμα. Το τοπίο δεν υποχωρεί, αλλά εγκαθίσταται στους ανοιχτούς τόπους της καρδιάς. Συσσωρεύεται, μαζεύεται μέσα, κατακτά. Παύεις πλέον να διασχίζεις κάτι – ονόμασέ το Φύση, αν θέλεις – αλλά συμμετέχεις σε μια αναστάτωση, μια αναστάτωση των δυνάμεων της πλεονεξίας, της κακίας, του εγωισμού, της ματαιοδοξίας, της σκληρότητας, της αλαζονείας, του εγωισμού, της πανουργίας και τόσων άλλων.

Είναι η ανατολή της πρώτης ημέρας της μεγάλης ειρήνης, της ειρήνης της καρδιάς, που έρχεται πριν την παράδοση. Δεν θα γνώριζα ποτέ το νόημα της ειρήνης αν δεν πήγαινα στην Επίδαυρο. Όπως όλοι, χρησιμοποιούσα σ’ όλη μου τη ζωή αυτή τη λέξη, χωρίς ποτέ να συνειδητοποιώ ότι χρησιμοποιούσα κάτι πλαστό. Η ειρήνη δεν είναι αντίθετο του πολέμου περισσότερο απ’ ό,τι ο θάνατος είναι το αντίθετο της ζωής. Η φτώχεια της γλώσσας, που είναι το ίδιο πράγμα σα να λέμε η φτώχεια της ανθρώπινης φαντασίας ή η φτώχεια της εσωτερικής ζωής μας, έχει δημιουργήσει μια αμφισημία απόλυτα λάθος. Μιλώ φυσικά για την ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Δεν υπάρχει άλλο είδος ειρήνης. Η ειρήνη που οι περισσότεροί μας ξέρουμε δεν είναι παύση των εχθροτήτων, μια ανακωχή, ένα διάλειμμα, μια ανάπαυλα, ένα αποκοίμισμα. Όλα αρνητικά. Η ειρήνη της καρδιάς είναι κάτι το θετικό και ακατανίκητο, που δεν χρειάζεται συνθήκες και προστασία. Απλώς υπάρχει. Αν είναι νίκη, είναι παράξενη νίκη γιατί βασίζεται ολότελα στην παράδοση, τη θεληματική βέβαια παράδοση. Για μένα δεν υπάρχει κανένα μυστήριο στις θεραπείες που πετύχαιναν εδώ οι αρχαίοι, σ’ αυτό το μέγα θρησκευτικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Εδώ ο ίδιος ο θεραπευτής θεραπεύεται, που είναι το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα στην ανάπτυξη της θρησκευτικής τέχνης, που δεν είναι ιατρική αλλά θρησκευτική. Ύστερα, ο ασθενής θεραπευόταν πριν καν αρχίσει η θεραπεία. Οι μεγάλοι γιατροί πάντα μιλούσαν για την Φύση σαν τον Μέγα Θεραπευτή. Αυτό μερικά μόνο είναι αλήθεια. Η φύση από μόνη της δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Η φύση είναι σε θέση να θεραπεύσει μόνο όταν ο άνθρωπος αναγνωρίσει τη θέση του στον κόσμο, που δε βρίσκεται στη φύση, όπως συμβαίνει με το ζώο, αλλά στο ανθρώπινο βασίλειο, τον κρίκο ανάμεσα στο φυσικό και το θείο.

Στα μάτια των υποανθρώπινων δειγμάτων αυτής της σκοταδιστικής επιστημονικής εποχής, οι τελετουργίες και η λατρεία που συνδέονταν με τη θεραπευτική τέχνη όπως εφαρμοζόταν στην Επίδαυρο μοιάζουν καθαρή φάρσα. Στον κόσμο μας οι τυφλοί οδηγούν τους τυφλούς και οι άρρωστοι τρέχουν στους άρρωστους για θεραπεία. Κάνουμε συνεχή πρόοδο, είναι μια πρόοδος όμως που οδηγεί στο χειρουργικό τραπέζι, στις καλύβες των φτωχών, στα άσυλα φρενοβλαβών, στα χαρακώματα. Δεν έχουμε θεραπευτές – μόνο σφαγείς διαθέτουμε, οι ανατομικές γνώσεις των οποίων τους δίνουν το δικαίωμα να αποχτούν κάποιο δίπλωμα, το οποίο με τη σειρά του τους δίνει το δικαίωμα να ξεριζώνουν με το νυστέρι αρρώστιες έτσι που να συνεχίζουμε σαν ανάπηροι τη ζωή μας ώσπου να καταλήξουμε κάποτε στο σφαγείο. Αναγγέλλουμε την ανακάλυψη της μιας και της άλλης θεραπείας αλλά δεν κάνουμε καμιά αναφορά στις καινούριες αρρώστιες που δημιουργήσαμε εν τω μεταξύ. Η ιατρική τάξη λειτουργεί απαράλλαχτα όπως το Υπουργείο Αμύνης – οι θρίαμβοι που αναγγέλλονται είναι συνθήματα που ρίχνονται για να συγκαλύψουν τον θάνατο και την καταστροφή. Οι γιατροί, όπως και οι στρατιωτικοί ηγέτες, είναι καταδικασμένοι απ’ την αρχή, οι μάχες τους δεν έχουν καμιά ελπίδα ποτέ να ευοδωθούν. Εκείνο που χρειάζεται για να ζήσει ο άνθρωπος είναι η ειρήνη. Το να νικήσουμε τον γείτονά μας δεν μας φέρνει ειρήνη όπως και η θεραπεία του καρκίνου δεν μας φέρνει υγεία. Δεν αρχίζει να ζει ο άνθρωπος θριαμβεύοντας πάνω στον εχθρό του ούτε αρχίζει να αποχτά υγεία κάνοντας ατέλειωτες θεραπείες. Η χαρά της ζωής βγαίνει από την ειρήνη, που δεν είναι κάτι το στατικό αλλά το δυναμικό. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πει πραγματικά πως ξέρει τί είναι η χαρά αν δεν έχει πρώτα εμπειρία της ειρήνης. Και χωρίς χαρά δεν υπάρχει ζωή, ακόμη κι αν έχεις δέκα αυτοκίνητα, έξι μπάτλερ, κάστρο, ιδιωτικό παρεκκλήσι και αντιεροπορικό καταφύγιο. Οι αρρώστιες μας είναι όλα εκείνα που μας δεσμεύουν, είτε λέγονται συνήθειες, είτε ιδεολογίες, είτε ιδανικά, αρχές πλούτη, φοβίες, θεοί, πίστεις, θρησκείες, οτιδήποτε. Οι καλοί μισθοί μπορεί να είναι το ίδιο μεγάλη αρρώστια όσο και η δουλειά. Σ’ οτιδήποτε αγκιστρωνόμαστε, έστω κι αν αυτό είναι ελπίδα ή πίστη, μπορεί να είναι η αρρώστια που μας κουβαλά μαζί της. Η παράδοση είναι απόλυτη: αν αγκιστρωθείς κι απ’ το παραμικρό πράγμα, θρέφεις το σπέρμα που θα σε καταβροχθίσει. Όσο για τον Θεό, εκείνος μας έχει εγκαταλείψει για να μπορέσουμε κάποτε να συνειδητοποιήσουμε τη χαρά να προσεγγίσουμε το θεϊκό με τις δικές μας και μόνο προσπάθειες. Όλα αυτά τα κλαψουρίσματα στα σκοτεινά, αυτή η επιμονή, πανάθλια αναζήτηση για ειρήνη, που θα θεριέψει όσο μεγαλώνει ο πόνος και η δυστυχία, πού μπορεί να βρεθεί ; Ειρήνη ! Μα νομίζει ο κόσμος πως είναι κάτι που το μαζεύεις σαν το στάρι και τη σίκαλη ; Είναι κάτι που μπορείς να πέσεις πάνω του και να το καταβροχθίσεις, όπως κάνει ο λύκος με τα ψοφίμια ; Ακούω τον κόσμο να μιλάει για ειρήνη και βλέπω πρόσωπα να σκοτεινιάζουν από θυμό ή μίσος ή με καταφρόνηση κι ακαταδεξία, με αλαζονεία κι εγωισμό. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να πολεμήσουν για να φέρουν την ειρήνη – αυτοί τα ‘χουν περισσότερο χαμένα απ’ όλους. Ειρήνη δε θα υπάρξει παρά μόνο αφού έχει εξαλειφθεί απ’ το νου και την καρδιά μας κάθε ίχνος αγριότητας. Ο φόνος είναι στην κορυφή της πλατιάς πυραμίδας που έχει για βάση της το εγώ. Αυτό που στέκεται θα πρέπει να πέσει. Όλα εκείνα για τα οποία πολέμησε ο άνθρωπος θα πρέπει να εγκαταλειφθούν πριν μπορέσει ν’ αρχίσει να ζει σαν άνθρωπος. Μέχρι τώρα υπήρξε ένα άρρωστο κτήνος, που ακόμα κι οι θεοί του βρωμούν. Είναι κύριος πολλών κόσμων και σκλάβος στον δικό του. Εκείνο που κυριαρχεί στον κόσμο είναι η καρδία, όχι ο εγκέφαλος. Σε κάθε χώρο οι κατακτήσεις μας μόνο θάνατο φέρνουν. Έχουμε γυρίσει τις πλάτες μας σ’ εκείνο το μοναδικό χώρο όπου κρύβεται η πραγματική ελευθερία. Στην Επίδαυρο, στην ακινησία του τοπίου, στην μεγάλη ειρήνη που με κατέλαβε άκουσα την καρδιά του κόσμου να χτυπά. Ξέρω ποια είναι η γιατρειά: είναι μια κίνηση παράδοσης, μια κίνηση εγκατάλειψης έτσι που οι μικρές μας καρδιές να χτυπούν σ’ αρμονία με την μεγάλη καρδιά του κόσμου.[1]
_______________________________


[1] Χένρυ Μίλλερ, «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού», εκδόσεις Κάκτος, 1981

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Λόγια και Έργα

Ιστορικά ανέκδοτα

Ελισάβετ (1533-1608)

Περίφημη βασίλισσα της Αγγλίας, κόρη του Ερρίκου του Η΄. Κήρυξε την ανεξαρτησία της Αγγλικής Εκκλησίας από τον Πάπα και θεμελίωσε τη ναυτική υπεροχή και τη μεγάλη εμπορική ανάπτυξη της χώρας της.

Η βασίλισσα ήταν συνετή. Δεν της άρεσαν οι λιβανωτοί των κολάκων και των καλογήρων. Μία φορά, βλέποντας τους μοναχούς να ‘ρχονται να την προϋπαντήσουν μετά φανών και λαμπάδων, τους απεμάκρυνε λέγοντας:
- Πάρτε αυτά τα κεριά, βλέπομε αρκετά καλά και χωρίς αυτά.

Όταν ο Μελβίλ, πρεσβευτής της Μαρίας Στιούαρτ, ήρθε στο Λονδίνο, η Ελισάβετ έκαμε το παν, για να τον σαγηνεύσει. Μεταξύ άλλων, χόρεψε μπροστά του και τον ρώτησε αν και η Μαρία χόρευε τόσο χαριτωμένα και ποια, τέλος πάντων, από τις δύο ήταν η ομορφότερη.
-Εσείς είστε η ωραιότερη από τις βασίλισσες της Αγγλίας και η Μαρία η ωραιότερη από τις βασίλισσες της Σκωτίας, απάντησε μ’ ευστροφία ο Μελβίλ.
- Και ποια είναι ψηλότερη; ρώτησε πάλι η Ελισάβετ.
- Η Μαρία, είπε ο Μελβίλ.
- Τότε, είπε η Ελισάβετ, είναι πάρα πολύ ψηλή!

Ο κόμης του Έσσεξ, ευνοούμενος της Ελισάβετ, και ικανός στρατηγός, αποπειράθηκε να την εκθρονίσει. Εκείνη τον εξουδετέρωσε εγκαίρως λέγοντας:
- Όσοι εγγίζουν το σκήπτρο των ηγεμόνων δεν αξίζουν κανέναν οίκτο.
Ο ωραίος Έσσεξ αποκεφαλίστηκε στον Πύργο του Λονδίνου.

Λουδοβίκος ΙΔ΄ (1638-1715)

Περίφημος βασιλιάς της Γαλλίας. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του η χώρα αυτή έγινε το ενδοξότερο και το ισχυρότερο κράτος της Ευρώπης. Έλεγε με υπερηφάνεια: «Εγώ είμαι το κράτος». Εν τούτοις πεθαίνοντας άφησε τη Γαλλία σε κακή οικονομική κατάσταση.

Κάποια κυρία είχε μιλήσει άσχημα για το βασιλιά. Εκείνος το ‘μαθε και ζήτησε ευθύνες από τον αδερφό της. Αυτός έτρεξε στην αδερφή του κι άρχισε να την παρακινεί ν’ αρνηθεί την ενοχή της. Εκείνη όμως δεν δέχτηκε:
-Δεν μπορώ, είπε, να διορθώσω ένα σφάλμα μου μ’ ένα μεγαλύτερο, βγάζοντας ψεύτη τον καταδότη μου.
Κι έτρεξε στο βασιλιά, στον οποίο ομολόγησε την ενοχή της. Εκείνος όχι μόνο τη συγχώρησε, αλλά και της έδωσε πολλά δείγματα της εκτιμήσεώς του.

Στους τρόπους ο Λουδοβίκος ήταν τέλειος. Δεν αγαπούσε την ειρωνεία και δεν περνούσε ποτέ μπροστά σε γυναίκα χωρίς να βγάλει το καπέλο του. Αυτό δεν συνέβαινε μόνο με τις κυρίες της Αυλής, αλλά και με τις καμαριέρες, που συναντούσε στο δρόμο του. Κάποιος από τους βιογράφους του γράφει χαρακτηριστικά: «και από τις κοινότερες ομιλίες του δεν έλειπε κάποιο φυσικό κι ευγενικό μεγαλείο».
Ήταν από τη φύση του ήπιος και υπομονετικός, αλλά είχε αδυναμία στην κολακεία.

Οι σύζυγοι τού θυσίαζαν τις γυναίκες τους, κάνοντας τη σκέψη ότι:
- Μία μοιρασιά με το Δία δεν έχει τίποτε το ατιμωτικό!

Σε κάποιον από τους συνεργάτες του, που του συνιστούσε να φυλάγεται από τις πολλές ερωμένες του, απαντούσε:
-Μείνε ήσυχος φίλε μου. Όλες αυτές μπορεί να βασιλεύουν, αλλά δεν κυβερνούν.

Ο Γάλλος φυσιοδίφης Μπυφφόν ήταν το χαϊδεμένο παιδί στην Αυλή του Λουδοβίκου. Μία μέρα ο βασιλιάς, για να δοκιμάσει την ευστροφία του, λέει:
- Μπορείς να κάνεις μία τέτοια πράξη, που η δικαιολογία της να είναι χειρότερη από την πράξη;
- Θα δούμε, μεγαλειότατε.
Ύστερ’ από κάμποσες μέρες ο Μπυφφόν βλέπει το Λουδοβίκο να είναι σκυμμένος στον εξώστη των Βερσαλλιών, απ’ όπου παρακολουθούσε μία στρατιωτική παρέλαση. Χωρίς να χάσει τότε καιρό πλησίασε και χάϊδεψε τα πισινά του βασιλιά! Έξω φρενών ο « Βασιλεύς Ήλιος»:
-Τι έκανες εκεί; ! φώναξε.
- Συγγνώμη, μεγαλειότατε, λέει ο Μπυφφόν. Σας εξέλαβα για τη βασίλισσα!

Ο πατέρας του και προκάτοχός του στο θρόνο είχε μείνει 23 χρόνια άτεκνος. Ξαφνικά έγινε το θαύμα και η Άννα η Αυστριακή έφερε στον κόσμο ένα αγόρι. Το πράγμα έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση στη Γαλλία, η οποία ονόμασε το νεογέννητο «Δώρο του Θεού».
Το παιδί βαφτίστηκε σε ηλικία πέντε ετών. Αμέσως έπειτα το ρώτησε ο πατέρας του:
- Πώς σε λένε παιδί μου;
- Λουδοβίκο ΙΔ΄, απάντησε ο μικρός χωρίς δισταγμό.
- Όχι ακόμη, παιδί μου, όχι ακόμη!... βιάστηκε να προσθέσει ο Λουδοβίκος ΙΓ΄.

Όταν ο Λουδοβίκος πληροφορήθηκε το θάνατο του πρωθυπουργού του Μαζαρέν, έλειπε σε κυνήγι. Γυρίζει λοιπόν αμέσως στ’ ανάκτορα, τρέχει στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπως ήταν με το μαστίγιο στο χέρι, και λέει στους συνέδρους πως δεν έπρεπε να μπουν στον κόπο να εκλέξουν νέο πρωθυπουργό.
- Κύριοι, είπε απευθυνόμενος σε όλους, από σήμερα δεν χρειάζομαι πρωθυπουργό. Θα είμαι εγώ ο πρωθυπουργός του εαυτού μου.

Όταν ήρθε ο θάνατος, ο Λουδοβίκος τον δέχτηκε με τη συνηθισμένη του αξιοπρέπεια.
- Παιδί μου, είπε στον μικρό Δελφίνο, που ήταν πέντε χρονών. Μπορείς να γίνεις ένας μεγάλος βασιλιάς. Μη με μιμηθείς στην κλίση, που είχα να κτίζω μεγάλες οικοδομές, ούτε στην κλίση μου για πολέμους…
____________________________________________

Ευάγγελου Κ. Μιλλεούνη « Ανθολογία ιστορικών ανεκδότων», εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Ποίηση

Κωνσταντίνος Καβάφης
Κεριά

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα –
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων,
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω, με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τα’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω, να μη διώ και φρίξω
τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.
_____________________

Μανουήλ Κομνηνός

Ο βασιλεύς κυρ Μανουήλ ο Κομνηνός
μια μέρα μελαγχολική του Σεπτεμβρίου
αισθάνθηκε τον θάνατο κοντά. Οι αστρολόγοι
(οι πληρωμένοι) της αυλής εφλυαρούσαν
που άλλα πολλά χρόνια θα ζήσει ακόμη.
Ενώ όμως έλεγαν αυτοί, εκείνος
παληές συνήθειες ευλαβείς θυμάται,
κι απ’ τα κελλιά των μοναχών προστάζει
ενδύματα εκκλησιαστικά να φέρουν,
και τα φορεί, κ’ εφραίνεται που δείχνει
όψι σεμνήν ιερέως ή καλογήρου.

Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν,
και σαν τον βασιλέα κυρ Μανουήλ τελειώνουν
ντυμένοι μες στην πίστι των σεμνότατα.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

Ημερολόγια


Σκέψεις κι εντυπώσεις του Άγγελου Σικελιανού κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του με τον Νίκο Καζαντζάκη, το 1914, στο Άγιον Όρος. Στο Αγιορείτικο Ημερολόγιο «η «μυστική συμβίωση με το Παν» είναι διάχυτη σε κάθε σελίδα του ημερολογίου. Υπερευαίσθητες, οι αισθήσεις σκιρτούν στο παραμικρό ερέθισμα: στη δροσιά του νερού, στη μυρωδιά του δεντρολίβανου, στους πιο διαφορετικούς ήχους (χαρούμενο σήμαντρο, σφυράκι του ηγούμενου, κόχυλας του ρώσικου μοναστηριού…). Το κάθε δέντρο, το κάθε φυτό είναι μήνυμα: το έλατο, η λεύκα, το κυπαρίσσι, η βαλανιδιά, ο κισσός, ο άγριος μενεξές, η δάφνη … «Βαθύτατο μουσικό κάλεσμα της ζωής», η τέλεια ταύτιση με τα στοιχεία, η πανθεϊστική έξαρση του ποιητή, είναι συναφής με την αρχαιολατρία του και τη χριστιανική του αντίληψη…. Η Ποίηση έχει μυσταγωγικό χαρακτήρα κι ο Ποιητής είναι ιεροφάντης…».
(Απόσπασμα από την εισαγωγή στο Αγιορείτικο Ημερολόγιο της Ιωάννας Κωνσταντουλάκη-Χάντζιου.)

Αγιορείτικο Ημερολόγιο

Ο Νύσσης Παΐσιος, πιστεύει στην αιωνιότητα.
Η Δευτέρα Παρουσία δείχνει την κατεύθυνση προς την αθανασία (κατ’ αυτόν) ταχύτερα.

Η ανακομιδή αγίων λειψάνων γίνεται όταν μόνο ένας καλόγερος ή ιερέας ή ενάρετος άνθρωπος ονειρευθεί.

(Πηγαίνοντας κανείς σύμφωνα με τη φύση, είν’ εύκολο να σταματήσει. Γι’ αυτό μόνο είναι και το δυσκολότερο να την ακολουθήσουμε.)
Το πρόβλημα του έρωτα.

Μονή του Διονυσίου. Ανεβαίνομε απ’ τον αρσανά με το Νύσσης. Λαγκαδιά. Ο αέρας καταχνιασμένος χιμάει μέσαθε.
Μπαίνομε. Η στοά. Οι τοιχογραφίες της στοάς. Η Αποκάλυψις.

Τράπεζα Διονυσίου: Η Σύναξις των Ασωμάτων. Φωτεινός χορός.
Ο Ιησούς στη μέση, δωδεκαετής, παιδί. Όλοι με πυρά μαλλιά, φωτοστέφανα χρυσά,
χρυσές φτερούγες, χρυσά πετραχήλια και ζώνες.
Φωτεινότερο από θερισμό σταχυών σε ηλιοβασίλεμα καλοκαιρινό.
Οι χιτώνες τους είναι λευκοί, πού και πού αχνά φλογάτοι.

Απάνου απ’ τη χρυσή ρομφαία (;) του ήλιου στο πέλαγο όταν βασιλεύει.
Θάμα.

Το πρόσωπο του Ιησού στη Σύναξη των Ασωμάτων.
Μεγάλο, φωτεινό μέτωπο, φρύδια κυρτά, μικρό πρόσωπο.

Στη μέση η στιά. Βράζει ένας αμφορέας νερό για να ζεσταίνουν οι γέροι το κρασί τους.

Ο Βύθιος Δράκων.

Η Αγία Τριάς της Τραπέζης του Διονυσίου.
Σηκός.
Τρεις άγγελοι αριστερά, μεταξύ του πρώτου και μεσαίου αγγέλου ο Ιωσήφ, και μεταξύ του μεσαίου και τρίτου (δεξιά) το κεφάλι της Παναγίας. Οι άγγελοι έχουν πυρρή κόμη, όπως της συνάξεως των Ασωμάτων.

Ο δεξιά σηκός είναι οι Παίδες εν τη Καμίνω.

Απ’ τη λαγκάδα αεροπόταμος χιμάει- στου Διονυσίου εδώ είν’ αεροπόταμος, όταν φυσάει η λαγκάδα τρέμει το μοναστήρι, παίρνει τις βάρκες κτλ.

Κίνησις των αγγέλων miniature.
Οι άγγελοι κρατώντας την εικόνα του Ιησού, καθώς ο κολυμπιστής που πιάνεται στη θάλασσα από βάρκα κι εμπιστεύεται στα χέρια του το σώμα του και σηκώνεται λοξά.

«Έξελθε ψυχή και κρίνον κατ’ αξίαν.» Miniature. Η ψυχή σα βρέφος βγαίνει από το στόμα. Άγγελος, με μία ορμή φτερούγας αντίστροφη, όλη δύναμη, την παίρνει απ’ τα δύο χέρια, μαζί πιασμένα απ’ το σφυγμό. Τριγύρω μοναχοί μαζεμένοι και φοβισμένοι βλέπουνε. Στο κεφάλι ένας σκύβει με δέος και προσοχή, λοξοβλέπει ο δεξιά μοναχός (ο πρώτος, οι άλλοι σφιγμένοι απάνω του).

Κι η πέρδικα η κοκκινοπόδαρη στο βράχο απάνου λυγιστά επροβόδα.
Όλος ο νους μου ανάπνεε ρόδα.

Ο γυμνός βράχος (η καθαρή εκδήλωση της αγνής στο γυμνό βράχο διάθεσης).

Ήδη αναπαράγω το μοναστήρι του Διονυσίου.
Το κοιμητήρι. Ο τάφος του Αγίου Νήφωνος. Οι τάφοι εμπρός στη θάλασσα.
Η λαγκάδα χύνει ποταμό τον αέρα. Οι σβιλάδες θερίζουν κάτου το πέλαγος. Το κοίταγμα του έξω κόσμου από τ’ Άγιον Όρος.
Η εσωτερική δύναμη του έξω κόσμου ορατή.
______________________________________________

Άγγελου Σικελιανού « το Αγιορείτικο Ημερολόγιο», εισαγωγή- φιλολογική επιμέλεια Ιωάννα Κωνσταντουλάκη-Χάντζιου, Ακαδημία Αθηνών, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1988.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Ηθική φιλοσοφία

Απέναντι στον θάνατο

Ο θάνατος του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου επαναφέρει, δυναμικά, στο προσκήνιο καίρια βιοηθικά ζητήματα
[1] γύρω από τα προβλήματα της εγκαρτέρησης στην διάρκεια της αρρώστιας και της αντιμετώπισης του θανάτου. Ένα πρόσθετο ερώτημα που προκύπτει από την ομολογουμένως γενναία απόφαση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου να αντιμετωπίσει το αναπόδραστο γεγονός του επερχόμενου θανάτου του, εναποθέτοντας την ζήση του στα χέρια του Θεού, αρνούμενος την εισαγωγή του σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα και επιλέγοντας να τελευτήσει στο σπίτι του, σχετίζεται με το κατά πόσο μια τέτοια άρνηση συνιστά μορφή εκούσιας ευθανασίας, με την ενεργή συμμετοχή των θεραπόντων ιατρών, οι οποίοι, σεβόμενοι την βούληση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου, δεν αντέλεξαν δραστικά, εξαντλώντας στο έπακρο κάθε δυνατό μέσο στον αγώνα για την αποτροπή του μοιραίου. Η προβληματική αυτή μας οδηγεί στο να αναρωτηθούμε κατά πόσο τελικά ο όρκος του Ιπποκράτους[2] καλύπτει και εκείνες τις περιπτώσεις όπου η άρνηση του ασθενούς να δεχτεί την βοήθεια των θεραπόντων ιατρών, όσο μάταιη κι αν είναι η τελευταία, ακυρώνει την όποια θεραπευτική ενέργεια και κατά πόσο η λύση θα μπορούσε να είναι, σε αντίθεση με τον σεβασμό της βούλησης του ασθενούς, ο καταναγκασμός στο όνομα μιας ύστατης μάχης υπέρ του αγαθού της ζωής. Βεβαίως ο Ιπποκράτης, στην συγκεκριμένη ερώτηση, απαντά με επαρκή σαφήνεια, αφού κάνει λόγο για επέμβαση του θεράποντος ιατρού κατόπιν προσκλήσεως και όχι αυθαιρέτως και επιπλέον ζητά από τον ιατρό να μην οδηγεί με θετικές πράξεις ή συμβουλές τον ασθενή στο θάνατο, αλλά δεν παίρνει σαφή θέση κατά των αποθετικών ενεργειών.

Ι.Λ.

Ο Επίκτητος…καθιστά την εγκαρτέρηση την πιο ενάρετη απάντηση σε μια αρρώστια.

Αν βλέπουμε τον θάνατό μας ως μέρος του ρόλου που παίζουμε στην ευρύτερη κοσμική τάξη, μπορούμε να βρούμε κάτι που έχει νόημα, ακόμη και σε έναν αξιοθρήνητα οδυνηρό σωματικό θάνατο. Σε ένα σημείο του εγχειριδίου του ο Επίκτητος υποστηρίζει ότι όλος ο κόσμος είναι μία σκηνή[3] :

«Μέμνησο, ότι υποκριτής ει δράματος, οίου αν θέλει ο διδάσκαλος, αν βραχύ, βραχέος, αν μακρόν, μακρού, αν πτωχόν υποκρίνασθαι σε θέλη, ίνα και τούτον ευφυώς υποκρίνη αν χωλόν, αν άρχοντα, αν ιδιώτην. Σον γαρ τούτ’ έστι, το δοθέν υποκρίνασθαι πρόσωπον καλώς, εκλέξασθαι δ’ αυτό άλλου.»[4]

«Να θυμάσαι ότι είσαι ηθοποιός θεατρικού έργου, τη φύση του οποίου θέλησε ο δάσκαλος, αν το θέλησε σύντομο, θα είναι σύντομο, αν μακρύ, θα είναι μακρύ, αν σε ιέλει να υποδύεσαι τον φτωχό, να τον υποδυθείς με επιδεξιότητα, όπως και τον χωλό, τον άρχοντα, τον απλό πολίτη. Γιατί αυτό είναι το καθήκον σου, να υποδύεσαι καλά το πρόσωπο που σου έχει ανατεθεί, η επιλογή όμως αυτού είναι άλλου δουλειά.»

Σύμφωνα με την άποψη του Επίκτητου για τη ζωή[5], ακόμη και η τελική σκηνή μας ίσως να έχει κάτι ιδιαίτερο να μας προσφέρει. Αντί να φοβάσαι το θάνατό σου, ο Επίκτητος υποστηρίζει ότι πρέπει «να τον κάνεις δόξα σου ή μια ευκαιρία για σένα που θα δείξει στην πράξη τί είδος προσώπου είναι ο άνθρωπος ο οποίος συμμορφώνεται με τη θέληση της φύσης»[6].
_______________________

[1] Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε από πολύ νωρίς καταπιαστεί με το σύνολο των βιοηθικών προβλημάτων, ως μέρους της συνολικής ηθικής.
[2] «Ου δώσω δε ουδέ φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμον, ουδέ υφηγήσομαι ξυμβουλίην τοιήνδε» και παρακάτω «Ες οικίας δε οκόσας αν εσίω, εσελεύσομαι επ’ ωφελείη καμνόντων»
[3] Πρβλ. δημοσίευση της 7ης Σεπτεμβρίου 2007
[4] Εγχειρίδιο, κεφ. 17
[5] Πρβλ. δημοσίευση 10ης Οκτωβρίου 2007
[6] Διατριβαί, Ι.27.9-10

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Λογοτεχνία

Ένα δωδεκάχρονο αγόρι, σ’ ένα ελληνικό χωριό της δεκαετίας του ’50, αφηγείται με συγκινητική παιδικότητα, τη ζωή του.

Τώρα θα δεις…

Με λένε Δημήτρη. Αυτό όμως το έμαθα αργότερα, μετά τα δώδεκά μου, όταν ήρθα στην Αθήνα. Μικρός είχα προβλήματα. Ο πατέρας μου με φώναζε Μήτσο, ο θείος ο Ντίνος Δήμο, ο αδερφός μου ο Γιώργης Μήτρο, τ’ άλλα μου αδέρφια και οι συμμαθητές μου Δημητριέ ή Δημητριό και σπανιότερα κάποιοι Μίμη ή Δημητράκη, η μητέρα Δημητρίξινο-και θα εξηγήσω πιο κάτω γιατί.
-Πώς σε λένε παιδάκι μου (ή ρε); Με ρωτούσαν, κι εγώ δεν ήξερα ποιο απ’ όλα να πω.
-Με λένε Δημητριό, έλεγα το πιο συχνό κι αγανακτούσα που δεν είχα ένα πιο βολικό όνομα, όπως τ’ άλλα μου τ’ αδέρφια: Παρασκευή, Βασίλης, Γιώργης, Κυριάκος, Νίκος, Ευγενία, Τάκης, Αλέκος- οχτώ αν τα μετρήσατε, κι ένα εγώ εννέα κι ένα που πέθανε μικρό δέκα.
Μόνο η μητέρα μας παραμόρφωνε τα ονόματα προσθέτοντας ένα –ξινο στο τέλος. Έτσι εγώ ήμουν ο Δημητρίξινος, ο Τάκης ο Τάξινος, ο Αλέκος Αλέξινος- για να σταθώ σ’ εμάς τα τρία τελευταία, γιατί κατά τριάδες μεγαλώναμε, άντε και στην Ευγενία ή Ευγενίξινο, λίγο μεγαλύτερή μας, που η μητέρα την άφηνε να μας προσέχει όταν έφευγε, κι όποιος τα ‘χε καλά μαζί της μπορούσε να κάνει καλά και τ’ άλλα.
Το –ξινο έμπαινε βέβαια όταν η μητέρα ήταν θυμωμένη, αλλά με εννιά δαίμονες, όπως μας έλεγε, γύρω της, πάντα ήταν θυμωμένη κι έτοιμη να μας καταχερίσει. Κι όταν καμιά φορά ξεγελιόταν και χαμογελούσε, βιαζόταν να μας προλάβει:
-Όλο φαρμάκι είναι το γέλιο μου, έτσι όπως με κάνετε!
Ο πατέρας σπάνια ασχολιόταν μαζί μας. Έφευγε το πρωί για το μαγαζί –άλλοι το λέγανε ταβέρνα, άλλοι εστιατόριο, απ’ έξω πάντως έγραφε « Ταβέρνα ο Κούκος»- και γύριζε αργά το βράδυ.

Με το επώνυμο δεν είχα προβλήματα γιατί έμοιαζε –και μάλλον ήταν- παρατσούκλι. Ωστόσο ένιωθα σαν να ‘τρωγα χαστούκι, όταν ο δάσκαλός μας ο Τζαναβάρας με φώναζε να σηκωθώ στον πίνακα:
-Σήκω απάνω, Κούκο!
Γι’αυτό εκτιμούσα αυτούς που με φώναζαν με το μικρό μου όνομα –όπως κι αν το ‘λεγαν.
Αλίμονο σ’ εκείνους που είχαν ένα κοινό όνομα –Κανελλόπουλος, ας πούμε. Τι θα πει Κανελλόπουλος; Του κολλούσαν ένα παρατσούκλι: Μαλλούρας (γιατί είχε πολλά μαλλιά). Και άλλους: Ξεροσφύρης (γιατί που τον έχανες, που τον έβρισκες, στην ταβέρνα να τα πίνει), Νασουπό (γιατί ό,τι κι αν έλεγε ξεκινούσε με το «να σου πω»), Κουμπάρος (γιατί τους έλεγε όλους κουμπάρους). Κι ανάμεσά τους μερικά αλλιώτικα, όπως ο Ψώλος (γιατί όταν γεννήθηκε, η μάνα του, απ’ την πολλή χαρά της, που ως τότε έκανε μόνο κορίτσια, ψώλο τον ανέβαζε, ψώλο τον κατέβαζε- και του ‘κατσε).
Κι από κοντά εκείνοι που ήταν γνωστοί από τη δουλειά που έκαναν: ο Γιάννης ο Μαραγκός, ο Κωστής ο Φαναρτζής, ο Μανάβης, ο Χασάπης, ο Τσαγκάρης, ο Φούρναρης, ο Σαμαράς κ.ά. Ή από ένα κουσούρι τους: ο Κουφοστάθης, ο Μουγγός, ο Κουτσοθανάσης. Και βέβαια, όπως σ’ όλα τα χωριά: ο Τρελοθανάσης, οι θεληματάρηδες Ταλούμης και Πλακωτάρης κι ακόμα ο Κασιδιάρης, γιατρός, λέγανε, κάποτε, που μουρλάθηκε από τα πολλά γράμματα και γύριζε πάντα μ’ ένα βιβλίο στη μασχάλη κι ήταν το άλλοθι όλων των αγράμματων του χωριού.
Παρατσούκλια και οι γυναίκες: Η Άγριενα (γιατί ήταν αγριομούρα), η Πορταρίνα (δεν την έβρισκες ποτέ σπίτι της –πήγαινε από πόρτα σε πόρτα), η Γκαβοτασία (το ‘να μάτι της έβλεπε τον Αϊ-Λια και τ’ άλλο τον κάμπο).
Με παρατσούκλια ήταν γνωστά και πολλά απ’ τα παιδιά-συμμαθητές μου: Κουρούνης (γιατί ήταν μαύρος σαν κουρούνα), Κομπορόζος (κοντόχοντρος σαν κόμπος), Λίμας (συνέχεια πεινασμένος), Απορίας (γιατί κάθε τόσο σηκωνόταν στην τάξη και ρωτούσε: «Κυρία-Κύριε, έχω μία απορία»), Βρακέλος (του πέφταν συνέχεια τα βρακιά), Αγριογούρουνο (τα μαλλιά του ήταν όρθια σαν καρφιά), Φορφόλιας (για άγνωστο λόγο) κ.ά.
Ήταν να μη σου κολλήσουν ένα παρατσούκλι –το κουβαλούσες σ’ όλη σου τη ζωή. Γι’ αυτό και η μητέρα, μόλις άκουγε κάποιο από εμάς να πειράζει το άλλο ( Δημήτρη-Κοψομύτη εμένα ο Τάκης, Αφρίλο και Μύξα τον Τάκη εγώ, που κάποια στιγμή είδα να σκάει μία φουσκάλα κάτω από τη μύτη του):
- Μη σας ξανακούσω να λέτε το ‘να στ’ άλλο παρατσούκλια, σας καρύδωσα!

_________________________

Δημήτρη Γκιώνη « Τώρα θα δεις…», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1994.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008

Υποκριτική

Η υποκριτική τέχνη ή αλλιώς η ηθοποιία, καθώς και η ρητορική εκτός των προφανών προσόντων απαιτεί και κάποιο, που δεν μας έρχεται εύκολα στο μυαλό, αν το σκεφτούμε ενδελεχώς: την ορθή χρήση της αναπνοής. Ο μεγάλος ηθοποιός Δημήτρης Μυράτ στο έργο του «η αγωγή του λόγου» μας διαφωτίζει.

A.X.


Η λέξη αναπνοή σήμαινε για τους Έλληνες εισπνοή αέρα. Συγχρόνως, όπως και σήμερα, σήμαινε την ενέργεια εισπνοής και εκπνοής. Ο Πλάτων την χρησιμοποιεί μόνο μία φορά με την έννοια της εκπνοής, ενώ όλοι οι άλλοι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς χρησιμοποιούσαν κυρίως τη λέξη «πνοή» και, πιο σπάνια, «πνεύμα». Ταύτιζαν συχνά, καθώς εμείς, την πνοή με τη ζωή, όπως ο Αισχύλος στους Πέρσες, αλλά οι περισσότεροι, όπως ο Θουκιδίδης, που γράφει πως εκείνοι που είχαν μολυνθεί απ’ το λοιμό της Αθήνας, στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, αποπνέανε μίαν αηδέστατη και δυσωδέστατη οσμή, χρησιμοποιούν τη λέξη «πνεύμα» με τη σημασία της εκπνοής.
Αναπνοή, και ποιητικά «αμπνοά», σήμαινε αρχικά ανάκτηση της πνοής, αναζωπύρηση. Έτσι στον Πίνδαρο. Και το αναπνέω, ποιητικά «αμπνείω» ή «αμπνύω», σήμαινε, όπως και τώρα, ανασαίνω, αλλά και ξεκουράζομαι, και χαίρομαι την άνεσή μου, και αναπαύομαι, και γαληνεύω, δηλαδή όλα εκείνα που χαρίζει η ήρεμη και κανονική αναπνοή. Και κάτι ακόμα πιο σημαντικό: ζω.
Η τέλεια χρήση της αναπνοής, δηλαδή της εισπνοής και της εκπνοής, ήταν για τους αρχαίους Έλληνες υποκριτές ή τους ρήτορες προϋπόθεση για την απόδοση ρόλου ή την εκφώνηση λόγου.
Την υπόδυση προσώπου σε δράμα την έλεγαν «υπόκριση», συνηθέστερα όμως χρησιμοποιούσαν το ρήμα «διατίθημι». Βέβαια ήταν σε χρήση και ο όρος «υπόκρισις». Το «υποκρίνεσθαι» όμως ήταν όρος συνήθως μόνο για τους πρωταγωνιστές.
Οι απαιτήσεις που έθετε η θυμελική τέχνη στους αρχαίους Έλληνες υποκριτές ήταν μεγάλες, όσες είναι και σήμερα στις πολιτισμένες και ανεπτυγμένες χώρες. Και πολύ περισσότερες. Γιατί σήμερα οι ηθοποιοί χωρίζονται σε λυρικούς και δραματικούς, ενώ τότε ο θυμελικός καλλιτέχνης έπρεπε να έχει τις ικανότητες του τραγουδιστή και του δραματικού υποκριτή, να τραγουδάει και ταυτόχρονα να απαγγέλει. Τέλεια έπρεπε να είναι και η κίνηση του σώματος καθώς και οι χειρονομίες, τα «σχήματα», όπως ονομάζανε οι αρχαίοι τις παντομιμικές κινήσεις.
Αλλά και χορού γνώσεις έπρεπε να έχει ο αρχαίος ηθοποιός. Γιατί στ’ αρχαία δράματα μόνο τα ιαμβικά τρίμετρα των διαλόγων απαγγέλανε. Το μέτρο αυτό εφαρμοζότανε σ’ αυτά τα σημεία του δράματος, επειδή είναι πλησιέστερο προς τη συνηθισμένη, καθημερινή ομιλία. Μερικοί σημαντικοί φιλόλογοι αμφισβητούν πως αυτό ήταν κανόνας, αναφερόμενοι στον Πλούταρχο και τον Λουκιανό, οπωσδήποτε όμως είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως ο αρχαίος υποκριτής τραγουδούσε και μιλούσε. Είναι γνωστό σε κάθε άνθρωπο που έχει ασχοληθεί με το τραγούδι, πως η πρόζα καταστρέφει τη φωνή του τραγουδιστή και ηθοποιοί που μεταπηδούν απ’ το λυρικό θέατρο στο δραματικό χάνουν τις φωνητικές ικανότητες που είχαν αναπτύξει με το στούντιο, κι αν χρειαστεί να γυρίσουν στο μελόδραμα, είναι υποχρεωμένοι να ξαναρχίσουν τις ασκήσεις του αοιδού με έμπειρο δάσκαλο. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς πόσο αποτελεσματική κι έντεχνη ήταν η διαπαιδαγώγηση της φωνής των, ώστε ν’ αντεπεξέρχονται στις φωνητικές απαιτήσεις, τραγουδιστικές κι απαγγελτικές, όταν μάλιστα λάβει υπ’ όψη του τα μεγάλα θέατρα, όπου ήταν υποχρεωμένοι να παριστάνουν και να καλύπτουν το θόρυβο των όχι και πολύ ευήνιων θεατών της εποχής. Γιατί δεν πρέπει να θητεύουμε στην ψευδαίσθηση ότι το κοινό της αρχαίας Ελλάδας έμοιαζε μ’ ευλαβικό εκκλησίασμα. Απετελείτο από ξένους επίσημους, πολίτες Αθηναίους και μέτοικους. Στους δούλους δεν επιτρεπότανε η είσοδος, κι αυτό όχι πάντα. Αλλά οι μέτοικοι δεν είχαν πολλή εκτίμηση στην Αθήνα. Στα θεατρικά αυτά πανηγύρια ξεκίναγαν οικογένειες ολόκληρες απ’ το πρωί με τα φαγιά τους, άντρες, γυναίκες, παιδιά, βυζανιάρικα μωρά, και γινότανε τόση φασαρία στη διάρκεια της παράστασης, ώστε αναγκάζονταν οι ραβδούχοι, αστυνόμοι που κρατούσαν ραβδιά, να επεμβαίνουν συχνά και να κοπανάνε τα κεφάλια των θορυβούντων για να ησυχάσουν. Κουβαλούσανε φαγιά, τραγήματα και κρασιά και γλένταγαν ολόψυχα το σπάνιο αυτό πανηγύρι. Έπειτα ήταν και εκείνοι που έφθαναν καθυστερημένοι, πολλοί απ’ αυτούς επίτηδες, για να γλυτώσουν την πληρωμή στην είσοδο, γιατί ο ταμίας, όταν προχωρούσε ο αγώνας, έφευγε και πήγαινε να παραδώσει την είσπραξη στους θεατρώνες. Η παράσταση άρχιζε νωρίς, όχι όμως πριν από το άριστον, που ήταν το πρωινό γεύμα. Αυτό από τον Όμηρο μέχρι τα χρόνια του Αισχύλου. Έπειτα όμως επικράτησε το φαΐ που έτρωγαν χαράματα να ονομάζεται ακράτισμα, ενώ το άριστον ήταν το δικό μας κολατσιό. Όπως είναι φυσικό, στη διάρκεια της μέρας που κρατούσαν οι παραστάσεις, οι θεατές πεινούσαν. Έτρωγαν αυτά που είχαν κουβαλήσει μαζί τους, αγόραζαν όμως κι απ’ τους μικροπωλητές, που τριγύριζαν στις κερκίδες και διαλαλούσαν, ανάμεσα βέβαια στα δράματα, τις πραμάτειες των. Όταν όμως τύχαινε να μην αρέσει το έργο ή οι ηθοποιοί, καλούσαν τους μικροπωλητές κι αγόραζαν θορυβώδικα ξηρούς καρπούς κ.ά. Αλλά και οι ποιητές, για να πετύχουν την εύνοια του κοινού, του πετούσαν, με δούλους από καλάθια, ξερά σύκα κ.ά., θέλοντας να εξασφαλίσουν το γέλιο που δεν μπορούσαν να προκαλέσουν τ’ αστεία τους με την ψυχρότητά τους. Ακόμα και κρασί κερνούσαν τους θεατές οι ενδιαφερόμενοι. Γενικά το κοινόν είχε πολλές αφορμές να θορυβήσει, έξω απ’ τις στιγμές που τα δρώμενα τους συνεπαίρνανε, και κλαίγανε και χειροκροτούσανε. Αν κάποιο κομμάτι του έργου δεν τους άρεσε, οι θεατές εκδηλώνανε βίαια, χυδαία, και με πολύ θόρυβο την απαρέσκειά τους, με σφυρίγματα, πλατάγισμα της γλώσσας, που το λέγανε «κλώζειν», κ.ά.. Ας μη νομιστεί βέβαια πως το θεατρικό κοινό της Αθήνας ήταν σύμφυρση μόνο χυδαίων και άγροικων ανθρώπων. «Ο Αθηναϊκός όχλος», λέει ο Μακώλεϋ, «ξεπερνούσε κατά πολύ τις κατώτερες τάξεις όλων των κοινωνιών που σχηματίστηκαν από τότε. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο κάθε πολίτης ήταν νομοθέτης, στρατιώτης και στρατηγός και δικαστής, και πως η τύχη του κράτους, ή του πιο σημαντικού άντρα, εξαρτιότανε απ’ την ψήφο του…. Τα βιβλία ήταν σπάνια, αλλά θαυμάσια, και τα γνώριζαν καλά. Το πνεύμα δεν αναπτύσσεται με το ξεφύλλισμα ολόκληρων βιβλιοθηκών, αλλά με την ενδελεχή και συχνά επαναλαμβανόμενη ανάγνωση και την προσεκτική θεώρηση των μεγάλων προτύπων. Λένε ότι ο Δημοσθένης είχεν αντιγράψει έξι φορές την Ιστορία του Θουκιδίδη. Αν ήταν κανένας πολιτικός της εποχής μας, θα είχε διαβάσει το πολύ-πολύ τις εφημερίδες…».
Σίγουρα έχει δίκιο ο σοφός άγγλος δοκιμιογράφος στην άποψή του, πως ο αθηναϊκός όχλος βρισκότανε πιο ψηλά, σε πνευματική στάθμη, από οποιονδήποτε όχλο άλλης μεγαλόπολης στην παγκόσμια ιστορία, αλλά όπως είπαμε πιο πάνω, δεν έμοιαζε διόλου με σεμνό εκκλησίασμα.
…Ακόμα και πέτρες πέφτανε στην περίπτωση που κάποιος ηθοποιός δεν ικανοποιούσε τους θεατές. Πολλοί απ’ τους ηθοποιούς, συνηθισμένοι, φαίνεται, στις αποδοκιμασίες, έβαζαν πληρωμένη «κλάκα» [ο θεσμός αυτός νομιμοποιήθηκε αργότερα στο ρωμαϊκό θέατρο] να τους χειροκροτάει και να τους ζητοκραυγάζει, για να καλύψει το θόρυβο των κλωγμών και των σφυριγμάτων. Ο υποκριτής αναγκαζότανε τότε να εντείνει τη φωνή του για να καλύψει το θόρυβο. Αν αναλογισθεί κανείς πως επί μήνες αγωνιζότανε να ποστάρει τη φωνή σε μία ορισμένη ένταση και ξαφνικά βρισκότανε αναγκασμένος να κραυγάζει για ν’ ακουστεί, σφίγγοντας τους μυς του λαιμού με την ψευδαίσθηση πως θα βγάλει περισσότερη φωνή καταλαβαίνει τι είχε ν’ αντιμετωπίσει ο αρχαίος υποκριτής στην εκτέλεση του καλλιτεχνικού του έργου.

_____________________________________________

Δημήτρη Μυράτ « Η Αγωγή του Λόγου», Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 1980.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008

Λογοτεχνία

Η Ιωάννα Τσάτσου στο βιβλίο της «ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης» σκιαγραφεί με απαράμιλλη τρυφερότητα και σεβασμό μία μορφή ιερή, τη μητέρα της.

Α.Χ.

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΠΟΧΗ

Η μάνα ήταν γυναίκα βιβλική. Όσο και να σκεφτώ, δε βρίσκω επίθετο να της ταιριάζει καλύτερα. Όπως τη βλέπω στο περιβάλλον της ομηρικής οικονομίας της Ιωνίας, με την ασάλευτη πίστη της και το φόβο του Θεού, μου θυμίζει μορφές της Παλιάς Διαθήκης. Προχωρούσε πάντα με την καρδιά της και ποτέ δεν έχανε το δρόμο της.
Ο πατέρας της ο καπετάν Γεωργάκης, πλούσιος γαιοκτήμονας. Από κείνον είχε κληρονομήσει μία πηγαία αγάπη για τη γη.
Το σπίτι της Σμύρνης δεν το ξαναείδα από τα παιδικά μου χρόνια. Ένα μεγάλο σπίτι με τρία πατώματα, με πλατιά μαονένια σκάλα. Στα υπόγεια οι αποθήκες. Εκεί έμπαιναν οι σοδιές της χρονιάς. Στο πρώτο πάτωμα η μεγάλη κλειστή αυλή, η τραπεζαρία με τα πορτραίτα των παππούδων και τις βαθιές πολυθρόνες, η σάλα, το σαλόνι Ήταν και μία υπαίθρια μικρή αυλή με τη φανταχτερή γλυσίνα, τη γούρνα της και τη βρύση της. Στο δεύτερο πάτωμα το δωμάτιο των εικονισμάτων, οι κρεβατοκάμαρες. Μία μεγάλη κάμαρα με το κλειστό μπαλκόνι προς το δρόμο, προς τη θάλασσα όπου τα τρία παιδιά παίζαμε. Αυτή ήταν το βασίλειό μας. Εκεί όλες οι αταξίες και τα μαλώματα.
Ο Γιώργος είχε το δικό του δωμάτιο, μ’ ένα μικρό γραφείο για τη μελέτη του. Ο Άγγελος κι εγώ το δικό μας. Τα κρεβατάκια μας ήταν πλάϊ – πλάϊ. Θυμάμαι, συχνά τις νύχτες άκουα να τρίζουν τα ξύλα. Φοβόμουνα, ξυπνούσα τον Άγγελο. Φλυαρούσαμε ενθουσιασμένοι για την παρανομία μας. Έπειτα τα λόγια αραίωναν, η νύστα μας ζάλιζε, και πάλι ο γλυκύτατος ύπνος.
Το δωμάτιο «των κονισματιών», όπως τόλεγαν, δε μου φεύγει από το νου. Έμοιαζε εκκλησιά. Φωτεινό, ευρύχωρο. Μύριζε λιβάνι. Στον ένα τοίχο στη γωνιά, πλάϊ στο παράθυρο, το μεγάλο εικονοστάσι ακουμπούσε σ’ ένα τραπέζι. Πρωτοστατούσαν βέβαια οι άγιοι του σπιτιού. Ο Άη Στυλιανός, ο Άη Γιώργης, ο Άη Γιάννης. Στον άλλο τοίχο της γωνιάς, η μεγάλη θαυματουργή ασημένια Παναγιά και η άλλη, η Γλυκοφιλούσα όπου ήταν κρεμασμένα τα τάματα. Το καντήλι έκαιε μέρα νύχτα. Ένα μανουάλι για τ’ αγιοκέρια. Εκεί κάθε βράδυ τα τρία παιδιά πριν κοιμηθούμε κάναμε την προσευχή μας. Συχνά ψάχνοντας τη μάνα την εύρισκα εκεί γονατιστή. Καθόμουνα τότε στο σκαλοπάτι αμίλητη και περίμενα. Εκείνη βγαίνοντας με σήκωνε στα χέρια και μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά της.
Τα Χριστούγεννα, στη μέση της κάμαρας έμπαινε το μπρούτζινο μαγκάλι. Απάνω στα αναμένα κάρβουνα έβραζαν ως τα Φώτα, νύχτα μέρα, μήλα καρφωμένα με κανέλλα και γαρούφαλα. Μοσχομύριζε το σπίτι ολόκληρο. Από τα μήλα αυτά πλάθανε το λιβάνι της χρονιάς. Γιατί η μάνα κάθε μέρα, το πρωϊνό και στο σούρουπο θύμιαζε τις εικόνες.
Ένιωθε την κατάνυξη μα και το χρέος της χριστιανής. Κάθε φτωχό που χτυπούσε την πόρτα μας, τον κρατούσαμε για φαγητό. Ακόμα και στην Αθήνα, με λιγοστά τα χρήματα, η συνήθεια αυτή δε στάθηκε βολετό να κοπεί. Δεν ήταν μόνο από καλωσύνη. Ήταν ο σεβασμός για τον αναγκεμένο.
Τη θυμάμαι στη Σκάλα ένα πρωί του Σεπτέμβρη να κατεβαίνει ανταριασμένη. Τρέξαμε με τα νυχτικά μας στη τραπεζαρία όπου είχαν μαζευτεί όλοι. Εκεί ήταν ο βαρκάρης ο Στεφανής με τις βράκες του. Γύρω του πέντε μικρά ξενυχτισμένα, και η γυναίκα του με το μωρό στην αγκαλιά. Ανοίγοντας η μάνα μας το παράθυρό της, τους είδε όλους πλαγιασμένους μέσα στη βάρκα και τους φώναξε μέσα. Μιλούσε στον άντρα:
- Μα είσαι με τα καλά σου, Στεφανή, να περάσεις τη νύχτα στη βάρκα με μωρά παιδιά; Κι έχουμε Σεπτέμβρη μήνα κι ο καιρός είναι κρύος.
Εκείνος εξηγούσε. Δεν είχε να πληρώσει το νοίκι, τον έδιωξε ο νοικοκύρης. Τι να κάνει; Κατάφυγε στη βάρκα του.
Η μάνα είχε πολύ στενοχωρεθεί. Πώς δεν πρόλαβε το κακό; Τους εγκατέστησε προσωρινά σ’ ένα δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού μας. Έπειτα τους χάρισε ένα οικόπεδο αντίκρυ στον Άη Νικόλα Μπορούσε να το κάνει, είχε γη. Ο Στεφανής έχτισε το σπιτάκι του. Όλο το χωριό βοήθησε. Το καλό είναι μεταδοτικό, όπως και το κακό. Άλλος κουβαλούσε πέτρες, άλλος λάσπη. Κάθε σκαλιώτης τεχνίτης έβαλε ένα χέρι. Για μας τα παιδιά, το μεγάλο μας παιχνίδι ήταν αυτό το χτίσιμο. Φυτέψαμε γύρω και χωνάκι που ανθίζει γρήγορα. Οι τοίχοι ηχούσαν από τα γέλια μας και φάνταζαν μεσ’ την περιπλοκάδα. Τόσο άμεση και καρδιακή η αλληλεγγύη της, και σιγανή σαν να ζητούσε συγχώρηση. Ταυτίζονταν με τον δυστυχισμένο. Έτρεμε να μην προσβάλει την ανθρωπιά του, την περηφάνια του. Γνώριζε όλες τις οικογένειες του χωριού και τις πιο απόμακρες με τα μικρά τους ονόματα. Ταχτικά τα πρωϊνά πήγαινε και τους έβλεπε Παρακολουθούσε με αγάπη την υγεία των παιδιών τους, το σκολειό τους. Ο Γιώργος συχνά κοιμότανε στα σπίτια τους.

Η μάνα δε συμπαθούσε τις εσωτερικές ξένες δασκάλες. Η ιδέα πως δε θα ήταν βολετό να μπαίνει στο δωμάτιό μας όποια ώρα της μέρας και της νύχτας, της ήταν ανυπόφορη. Είχε πάντα η ίδια τη φροντίδα μας. Δεν ήταν εύκολο. Ο Γιώργος ήταν πολύ άτακτος, και φυσικά, για μας τα μικρά, ο ήρωας. Μία μέρα είχε σκαρφαλώσει στα ράφια της αποθήκης των γλυκών του κουταλιού. Έψαχνε το βάζο με το πορτοκάλι. Το ράφι έγειρε, και μέσα σ’ ένα τρομερό σαματά ο Γιώργος και μερικά βάζα γκρεμίστηκαν. Η μάνα τρόμαξε. Έτρεξε και τράβηξε το γιό της μέσ’ απ’ τα γυαλιά και τα σιρόπια. Όταν τον είδε σώο, του έδωσε ένα μπάτσο κι έπειτα τον έβαλε στο μπάνιο. Όλο εκείνο το απόγευμα δε μας μίλησε. Αυτή ήταν σοβαρή τιμωρία. Θυμάμαι την απελπισία μου. Είχαμε τόση ανάγκη από τη ζεστή αγάπη της. Και οι τρεις είμαστε πρόθυμοι να γίνουμε άγιοι για το χαμόγελό της.
Μου φαίνονταν βασίλισσα σαν κατέβαινε ψηλή, στητή τα σκαλοπάτια. Άνοιγα την παιδική μου αγκαλιά και της έλεγα:
- Πέσε, καλίτσα μου.
Η μάνα, χωρίς ποτέ να μας διδάξει, μας άφησε ανυπολόγιστη κληρονομιά: την πίστη στην παρουσία του Θεού. Τ’ αγόρια με την αντρίκεια τους αιδώ δεν εκφράζονταν εύκολα, δεν πήγαιναν συχνά στην εκκλησιά. Όμως λίγο να τους γνώριζες, ένιωθες ν’ αναπνέουν αυτή την παρουσία, να ζουν την ορθοδοξία ολόκληρη.
Αυτή η πίστη παραστάθηκε το Γιώργο ως το τέλος. Κι’ η προσευχή που γνώρισε παιδάκι ήταν έτοιμη να βρει το δρόμο της. Στις ώρες τις κρίσιμες, στις ώρες τις γόνιμες, την έβλεπα αυτή την εκ βαθέων έκκληση ν’ ανεβαίνει στα μάτια του.
Μόνο εκείνο το ιερό: «Δοσμένα» λέει πολλά. Τόλεγε και τόγραφε ο Γιώργος σε κύριο τίτλο για τους στίχους του.
- Τι καλό ποίημα, «ο Βασιλιάς της Ασίνης».
- Αυτά είναι από το Θεό.
Χαμογέλασε σαν μου χάρισε τη μετάφρασή του της Αποκάλυψης:
- Βλέπεις, Ιωάννα, καθένας έχει το δικό του τρόπο να κάνει τη προσευχή του.
Και στο τέλος, στην αρρώστιά του, ακίνητος στο δωμάτιο της ανάνηψης κι εγώ καθισμένη στο πλαϊνό του σκαμνάκι μ’ αγκάλιαζε με το δεμένο του χέρι, όλο μάτια. Όταν ακόμη μπορούσε να μιλήσει:
- Άναψε το κεράκι σου για μένα.
_______________________________

Ιωάννας Τσάτσου «Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης», εκδ. «Εστίας», Αθήνα 1973.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008

Παιδεία

Η Απελευθερωτική δύναμη της ελληνικής παιδείας και νεωτερικής επιστήμης
Του ομότιμου καθηγητή Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λεωνίδα Μπαρτζελιώτη

«Εξοπλιστικά προγράμματα» - για να χρησιμοποιήσουμε σύγχρονη ορολογία – για την ανάπτυξη φιλελεύθερης παιδείας και επιστήμης με απώτερο στόχο την σφυρηλάτηση και εξοπλισμό της ελληνικής ψυχής έχουν εκπονηθεί σε όλες τις περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουν οι εξοπλισμοί της κλασσικής και της ύστερης βυζαντινής περιόδου, αλλά και της επώδυνης εκείνης περιόδου της «αιχμαλωσίας» του Γένους μας. Τα χρησιμοποιηθέντα και στις τρεις αυτές περιόδους όπλα προς ανάπτυξη της θύραθεν παιδείας και του επιστημονικού προβληματισμού, αποδείχτηκαν ανθεκτικά και αποτελεσματικά. Η αντοχή και η αποτελεσματικότητά τους είναι όντως συγκινητική αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι εκείνα εχρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να φωτίσουν τα «διψαλέα λυχνάρια» για την προστασία του «αιχμαλώτου» Γένους των Ελλήνων, για την μη απόσβεση εξ ολοκλήρου των «σωζομένων έτι των Ελλήνων λόγων», αλλά και για την προετοιμασία του Γένους τούτου διά της νεωτερικής επιστήμης, της διάνοιξης δηλαδή της ευρείας λεωφόρου για την μετακένωση και ανάκληση των Μουσών εξ Ευρώπης στον πάτριον Ελικώνα τους και την κατάκτηση, συνεπώς, του «φέγγους ελευθερίης». Τα ίδια όπλα εχρησιμοποίησαν οι «αραιότατοι», αλλά άκρως τολμηροί και γενναίοι «λογάδες», «νεοεπιστήμονες» και «άθεοι μαθηματικοί», καθώς και ο «απανταχού της οικουμένης χορός» των φιλελεύθερων και προοδευτικών φιλοσόφων και εκπαιδευτικών. Όλοι τους είχαν συνειδητοποιήσει ότι το φως της ελευθερίας μπορούσε να γίνει ορατό από το «αιχμάλωτο» γένος των Ελλήνων, μόνον αν καθίστατο δυνατή η προσβολή του εχθρού «εκ των ένδον», από την δύναμη δηλαδή που προέρχεται από την αναβίωση των παλαιών πολιτιστικών αξιών και επιστημονικών επιτευγμάτων. Εξοπλισμένοι με τα όπλα του «ομόγλωσσου», του «ομόθρησκου» και της «πατρίου παιδείας» οι Έλληνες αυτοί λόγιοι πατριώτες δεν συνέβαλαν μόνο στην διατήρηση της συνέχειας του φιλοσοφικού και επιστημονικού προβληματισμού, αλλά και στην σφυρηλάτηση και στον εξοπλισμό της ελληνικής ψυχής για την επιβίωσή της στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν. Από το πλούσιο αυτό οπλοστάσιο θα επιλέξωμε λίγους μόνον αλλά επίλεκτους αγωνιστές που πολέμησαν με τα όπλα της παιδείας και της επιστήμης της εποχής τους για την ανάπτυξη, της διατήρηση και την επιβίωση της ελληνικής συνειδήσεως.
…
Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αποτελούν ανεξάντλητη πηγή επιχειρημάτων. Αν και οι δύο φιλόσοφοι διαφωνούν σε πολλά σημεία, συμφωνούν στο ότι η «αρχή» της φιλοσοφίας είναι το «πάθος του θαυμάζειν»[1] και ότι «διά το ειδέναι το επίστασθαι εδίωκον και ου χρήσεώς τινος ένεκεν»[2].

Ο Πλάτων εξαίρει ιδιατέρως την σημασία της ανακάλυψης των τεχνών και των επιστημών, της τέχνης και της γραφής περιλαμβανομένης, την οποία ο ίδιος αποκαλεί «φάρμακον μνήμης τε και σοφίας». Ορθώς ετονίσθη ότι «αν δεν υπήρχε η Ακαδημία, δεν θα είχε πού να στηριχθεί η ελληνική παιδεία»[3] και η πνευματική καλλιέργεια, που αποτελούν την μόνη σωτηρία των κρατών.
…
Ο Αριστοτέλης, παρομοίως, δεν συνδυάζει μόνο τον φιλόσοφον με τον φιλόμυθον, τους θαυμαστές του λόγου και της σοφίας, το κατεξοχήν δημιούργημα του Ελληνισμού, με τον μύθο, το αδιαφοροποίητο κατασκεύασμα της μυθολογίας, αλλά προβαίνει και στην σχετική ιεράρχηση και αξιολόγηση των επιστημών. Το σπουδαιότερο είδος γνώσεως είναι εκείνο που διώκεται χάριν του «ειδέναι», το οποίο σαφώς αναφέρεται στην ελληνική επιστημονική μέθοδο προσέγγισης του προβλήματος της αρχής της φιλοσοφίας, της επιστήμης και του πολιτισμού και το οποίο ο «εραστής» της σοφίας μπορεί να το πραγματώσει, να επικοινωνήσει μαζί του και να το διευρύνει.
…
Ο Βησσαρίων ανακεφαλαιώνει με «ηπιότητα» και «μετριοφροσύνη» τη συμβολή των δύο φιλοσόφων στην παιδεία και την επιστήμης. Ο Πλάτων, τονίζει ο Βησσαρίων, έφθασε στο ύψιστο σημείο της παιδείας και της επιστήμης. Οι διάλογοί του, δεν αποκαλύπτουν μόνο τις ικανότητές του στις τέχνες της γραμματικής και της ρητορικής, στην λογική και στην διαλεκτική, αλλά, επίσης και στην ακριβή φυσική θεωρία. Ο Αριστοτέλης, επίσης, αν και έπεται του Πλάτωνα, είναι, ως «καθηγεμών πάσης επιστήμης», εξ ίσου άξιος τιμής και θαυμασμού[4].
__________________

[1] Θεαίτητος, 155c-156a, και Φαίδρος 274c-d
[2] Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά, 882b 21-23
[3] G. H. Sabine, Ιστορία των πολιτικών θεωριών, μετ. Μ. Κρίσπη, Αθήνα 1961, σ. 77
[4] Βησσαρίωνος, [επιστολή] Μιχαήλωι τωι Αποστόλη, εκδ. L. Mohler, σελ. 511-513

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

Στρατιωτικά

Η πρώτη στρατιωτική οργάνωση του νέου Ελληνικού κράτους[1]

Κύριον μέλημα του Κυβερνήτου εγένετο η οργάνωσις του κατά την άφιξιν αυτού ολοτελώς παραλελυμένου στρατού, όπως αφ’ ενός μεν καταργηθώσιν αι επικρατήσασαι καταχρήσεις, αφ’ ετέρου δε στρατιώται και αξιωματικοί αναγνωρίσωσιν εαυτούς μόνον τη πολιτεία ανήκοντας και παύσωσι να θεωρώνται υποτελείς μιας ή ετέρας φατρίας και καταλυθή ούτω ο τέως εις άκρον επιζήμιος δεσμός της απολύτου του στρατιώτου εξαρτήσεως από του διατηρούντος αυτόν αρχηγού.

Την γνώμην του Υψηλάντου και του στρατηγού Τσωρτς αποδεξάμενος ο Κυβερνήτης ενέκρινε τον κατά χιλιαρχίας οργανισμόν του στρατού. Οργανωθείσας δε εν Τροιζήνι τας χιλιαρχίας υπό τους χιλιάρχους Κίτσον Τζαβέλαν, Θ. Γρίβαν, Χατζή Πέτρον, Ιω. Στράτον, Δυοβουνιώτην, Δ. Ζέρβαν, καπιτάν Κώσταν, πλην του σώματος των Ολυμπίων και της φρουράς του στρατάρχου, τας μεν έπεμψεν εις Ελευσίνα υπό τον Υψηλάντην ως στρατάρχην, τας μεν έπεμψεν εις Ελευσίνα υπό τον Υψηλάντην ως στρατάρχην της Ανατολικής Ελλάδος, τας δε διέταξε να μεταβώσι και συμπληρωθώσιν εις το εν Δραγαμέστω στρατόπεδον όπου ο στρατηγός Τσωρτς διωργάνου τους υπ’ αυτόν. Και συντελεσθέντος του οργανισμού ο Κυβερνήτης μετέβη εις το στρατόπεδον, όπου παρουσία των διοικητών και αξιωματικών της ναυτικής μοίρας των συμμάχων παρέδωκε τας σημαίας τοις χιλιάρχοις, παρήνεσε τους αρχηγούς εις τήρησιν της απαραιτήτου τω στρατώ πειθαρχίας και εξέδωκεν αυστηράς διαταγάς εις παύσιν των στρατιωτικών αυθαιρεσιών και πιέσεων καθόσον ουχί ολίγα παράπονα τω εγένοντο. Συστήσας δε εν Πόρω Επιμελητήριον, εφρόντισε τα πάντα λεπτομερώς να κανονίσεη κατά τας περιστάσεις, υπό την εποπτείαν και προσωπικήν ευθύνην των χιλιάρχων, όπως μόνον μετά την βεβαίωσιν της πραγματικής εν τω στρατώ κατατάξεως παρέχηται εκάστω, αναλόγως του βαθμού, καθ’ ημέραν ο άρτος και το συσσίτιον, ανά τριμηνίαν δε η μισθοδοσία κατά τα κεκανονισμένα. Προ πάντων δε συνέστησε άκραν οικονομίαν. Διότι το ποσόν 300.000 φράγκων άτινα εκ συνεισφοράς ομογενών και φιλελλήνων κατά την άφιξίν του εκόμισεν, εντός του πρώτου μηνός της κυβερνήσεώς του εξηντλήθη εις τας επέιγουσας ανάγκας του στρατού, του ναυτικού και της διοικήσεως, ουδέν δε είχε λάβη εισέτι εκ της χρηματικής επικουρίας ην επανειλημμένως ητήσατο και αι σύμμαχοι Δυνάμεις τω υπεσχέθησαν, Όθεν και ηναγκάσθη να επιζητήση δάνειον προσωρινόν δέκα χιλιάδων ταλλήρων παρά του εν Κερκύρα αρμοστού σιρ Φρειδ, Αδάμ και έτερον εκατόν χιλιάδων ταλλήρων παρά της Ιονικής κυβερνήσεως όπως επαρκέση εις τας ανάγκας της Ελληνικής πολιτείας.

Απαραίτητον θεωρών ο Κυβερνήτης την σύστασιν σώματος πυροβολητών καλώς γεγυμνασμένων περί την χρήσιν του πεδινού και του τοπομαχικού πυροβολικού συνέστησε τάγμα επί τούτω εκ λόχων εξ εκάστου λόχου μετά των αξιωματικών και υπαξιωματικών αποτελουμένου εξ εκατόν ανδρών, χωρίς των του επιτελείου. Εις συμπλήρωσιν του τάγματος προσελήφθησαν οι των δύο υφισταμένων λόχων και εθελονταί εκ πάσης επαρχίας, ιδίως νέοι των ωαυτικών νήσων, επί υποχρεώσει τετραετούς θητείας. Ωρίσθησαν δε τα περί συσσιτίου και μισθοδοσίας αξιωματικών, υπαξιωματικών και λοιπών ανδρών και ιδιαιτέρως τα περί ιματισμού και εκδόσεως τριμήνων κατ’ έτος αδειών. Ταυτοχρόνως εκανονίσθη η υπηρεσία του στρατιωτικού και του ναυτικού φροντιστηρίου.

Επειδή ένεκα της δεινότητος των περιστάσεων δεν υπήρξε δυνατόν να τεθή εις πλήρη ενέργειαν ο περί στρατολογίας νόμος, εκ πείρας δε απαδείχθη ωφέλιμος η επενεχθείσα μεταρρύθμισις της συστάσεως ταγμάτων αντί συνταγμάτων, ακούσας την γνώμην του Πανελληνίου ο Κυβερνήτης εξέδωκε βραδύτερον ψήφισμα δι ου προσωρινώς εκανόνισε τα της στρατολογίας. Τότε συνέστη και ο λόχος των ευελπίδων το πρώτον εκ πεντήκοντα νέων προωρισμένων να καταταχθώσιν ως αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί εν τω τακτικών στρατώ.


[1] Α. Μ. Ιδρωμένου, «Ιωάννης Καποδίστριας, Κυβερνήτης της Ελλάδος», σελ. 82-85, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 1900

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2008

Οικονομία

Το «φθίνον Βυζάντιο»[1]

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όταν ανασυστάθηκε μετά την εκδίωξη των Λατίνων, ήταν μια περιορισμένη εδαφικά κυριαρχία που δεν μπορούσε να καλύψει με τα έσοδά της τις δημοσιονομικές δαπάνες που δημιουργούνταν. Οι δαπάνες αυτές, μέχρι το τέλος του βίου της υπήρξαν παραδοσιακά υψηλές και επαχθείς … Πέρα όμως από την περιορισμένη έκταση του Βυζαντινού κράτους … , πρέπει να αποδώσουμε την πενιχρή οικονομική κατάσταση και στην τακτική των ιταλικών ναυτικών πόλεων, της Βενετίας, της Γένουας και της Πίζας. Οι πόλεις αυτές, ενεργώντας συστηματικά και μεθοδικά από τους πριν από την άλωση χρόνους, έγιναν η κυριότερη αιτία της οικονομικής καταρρεύσεως του Βυζαντίου, δανείζοντας τους αυτοκράτορες και απομυζώντας τους πόρους της Αυτοκρατορίας.

Η αναδρομή στην δράση των ιταλικών πόλεων πείθει για την καταστρεπτική τους επίδραση στην οικονομία κατά την περίοδο της αγωνίας του Βυζαντίου[2], αν λάβουμε υπ’ όψιν και τις διάφορες ατέλειες, εξαιρέσεις, απαλλαγές και παραχωρήσεις που είχαν επιτύχει σε διάφορες χρονικές περιόδους.

Στην περίοδο … της λατινικής κυριαρχίας (1204-1261), πρέπει να αποδώσουμε την επερχόμενη εξουθένωση της Βυζαντινής οικονομίας (δημόσιας και ιδιωτικής), η οποία άγγιξε το όριο της ολικής ανυπαρξίας επί Παλαιολόγων.

Κατά συνέπεια δεν θα ήταν δίκαιο να καταλογίσουμε όλες τις ευθύνες στην τελευταία δυναστεία της Αυτοκρατορίας, γιατί ακριβώς η τότε κατάσταση δεν ήταν τίποτε άλλο παρά, η φυσική, βέβαια όχι χωρίς σοβαρή αντίδραση εκ μέρους του Βυζαντίου, κατάληξη του οικονομικού χάους που δημιουργήθηκε επί λατινικής κυριαρχίας.

Το χάος υπήρξε έργο κυρίως της επικρατήσεως των ιταλικών ναυτικών πόλεων, η οποία έπληξε ανεπανόρθωτα την ιδιωτική και δημόσια οικονομία του περιορισμένου σε δυνατότητες Βυζαντίου. Παραστατική είναι η εικόνα του ρόλου των ξένων εμπόρων στην εθνική οικονομία των χωρών που μας παρέχει ο Γάλλος εμποροκράτης Μονκρετιέν : «οι ξένοι έμποροι παραβάλλονται χαρακτηριστικώς προς αντλίαν που αντλεί το αίμα του εντοπίου λαού και τον οποίον τότε μόνο αφήνουν όταν είναι νεκρός».

Παράλληλα όμως με τις ιταλικές πόλεις και η απολιθωμένη … αντίληψη και τακτική ως προς την αντιμετώπιση των οικονομικών ζητημάτων συνετέλεσε στην θλιβερή οικονομική κατάσταση, στην οποία περιήλθε το Βυζάντιο κατά τους τελευταίους αιώνες. … με το να αρνούνται οι Βυζαντινοί τις νέες μεθόδους ασκήσεως του εμπορίου [την ανάπτυξη του θεσμού του εμπορικού συνεταιρισμού, την κατανομή της ευθύνης, την αξία της εμπορικής πίστεως, τους τύπους των συμβολαιογραφικών πράξεων, την αποστολή του μεσίτη, τα πρωτοδημιουργούμενα εμποροδικεία του πτωχευτικού δικαίου, την μεταβίβαση αξιών και εμπορευμάτων με οπισθογράφηση, την ανάπτυξη της τραπεζικής εργασίας, την έκδοση τραπεζικών γραμματίων «πληρωτέων εν όψει» που κυκλοφορούσαν αντί χρημάτων, την προεξόφληση γραμματίων μακράς λήξεως, καθώς επίσης και τα νέα συστήματα εμπορικής επικρατήσεως, δηλαδή τον συνδυασμό ξένου κεφαλαίου για την αναπλήρωση του ακινητοποιημένου ρευστού σε διάφορες επιχειρήσεις, τον συνδυασμό ξένου κεφαλαίου για την αναπλήρωση του ακινητοποιημένου ρευστού σε διάφορες επιχειρήσεις, τον συνδυασμό κεφαλαίου που ανήκε σε τρίτους και εμπορικής επιχειρήσεως που ασκείται από έμπορο ή ναυλομεσίτη] δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τις νέες εξελίξεις, ώστε να επιβιώσουν στον οξύτατο ανταγωνισμό της οικονομικής ζωής.

Ένας από τους σοβαρότερους … λόγους της οικονομικής καταπτώσεως του Βυζαντίου πρέπει να αναζητηθεί στην επικράτηση της μεγάλης αγροτικής ιδιοκτησίας από τον 11ο αιώνα και μετά με όλα τα … επακόλουθα (στείρα μορφή κεφαλαιοκρατίας). Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες η οικονομία του βυζαντίου περιορίσθηκε μεταβαλλόμενη διαρκώς από παραγωγική σε καταναλωτική. … Τέτοια οικονομικά φαινόμενα αποτελούν σαφείς εκδηλώσεις όχι παροδικής κάμψεως, αλλά επερχόμενης μοιραίας παρακμής. … κάτω από αυτό το πρίσμα θα έπρεπε να εκτιμηθεί η συνεχής επιδείνωση της βυζαντινής οικονομίας και η έλλειψη ανταγωνιστικότητας απέναντι στις αναπτυσσόμενες τάσεις της Δύσεως.

Η πλήρης οικονομική κάμψη της βυζαντινής οικονομίας προήλθε αρχικά από την εξασθένιση της Διοικήσεως σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό του κράτους και την παράλληλη εμφάνιση των «ισχυρών» που ενισχύθηκαν με διαφόρους τρόπους.

Από εκεί προήλθε και η κάμψη των δημοσίων οικονομικών, μα αποτέλεσμα την παραμέληση των αμυντικών μέσων. Ο άμεσος αντίκτυπος εκδηλώθηκε στην εμπορική ναυτιλία και όταν μάλιστα εμφανίστηκε η πειρατεία, χάθηκε και ο πρώτος παράγων της βυζαντινής οικονομίας.

Αφού η ναυτιλία περιήλθε σε αδράνεια, ακολούθησε η κάμψη του διαμετακομιστικού εμπορίου και η πτώση των εξαγωγών. Παράλληλη ήταν και η διακοπή της βιοτεχνική παραγωγής. Στην περιοχή μάλιστα της Κωνσταντινούπολής δεν παρατηρούνται πια ονόματα Ελλήνων που ασκούν εμπορία-βιοτεχνία, ενώ αντίθετα οι ξένες παροικίες ανθούν.

… οι ξένες παροικίες εφοδιασμένες, αφενός … με ατέλεια εισαγωγής- εξαγωγής, με απαλλαγές από την φορολογία, προστατευμένες από το ίδιο τους το δίκαιο, αφετέρου αντιτάσσοντας όλη τους τη δυναμικότητας απέναντι στην βυζαντινή αδράνεια, πέτυχαν τελικά τον σκοπό τους. Έτσι συγκεντρώθηκε η παραγωγική δραστηριότητα στα χέρια των ξένων κοινοτήτων, προς όφελος όχι των ελληνικών πληθυσμών, αλλά των ιταλικών μητροπόλεων. Εκεί τελικά κατέληγαν οι καρποί της ξένης δραστηριότητας.

… προκειμένου να πραγματοποιήσουν οικονομικά οφέλη οι ξένες κοινότητες μετέρχονταν όλα τα μέσα, αδιαφορώντας αν οι ενέργειές τους δεν συμφωνούσαν προς τον στοιχειώδη ανθρωπισμό και αν ήταν αντίθετες προς την υπάρχουσα νομοθεσία με τις αυστηρές κυρώσεις ή ακόμη και με τους αφορισμούς της Εκκλησίας[3]. Εκμεταλλεύονταν μέλιστα ληστρικά τις περιοχές, υιοθετώντας συμπεριφορά και μεταχείριση αποικιακής μορφής, δανείζοντας με υψηλό τόκο, συνεργαζόμενες με άπιστους εναντίον Σταυροφόρων, όταν … επρόκειτο να προσπορίσουν οικονομικά οφέλη. Από την τακτική αυτή μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι επικρατεί και διέπει τη σκέψη τους ωμή κερδοσκοπική αντίληψη. Με την εγκατάσταση μάλιστα και στα παράλια της Συρίας και της Μικράς Ασίας δυτικών εμπόρων, ιδρύονται και νέες κοινότητες που χρησιμεύουν ως ορμητήρια και βάσεις ασκήσεως του εμπορίου των ιταλικών μητροπόλεων. Από τότε έχουμε, κατά τον Κέτσκε[4], τα πρώτα κεφαλαιοκρατικά κέντρα.

… εκ μέρους του Βυζαντίου δεν παρατηρείται καμιά δραστηριότητα, παρά μόνο η τοποθέτηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου σε ακίνητα ή ο αποθησαυρισμός. Από τις πληροφορίες που έχουμε, προκύπτει ότι ο αποθησαυρισμός δεν πραγματοποιείτο σε μεγάλη κλίμακα, οι τοποθετήσεις όμως σε ακίνητα γίνονταν σε μεγάλο βαθμό, αν και η αξία τους δεν έμενε σταθερή, αντιθέτως μειωνόταν. … Αντίθετα … στην Ιταλία οι τιμές των ακινήτων ανέβαιναν. … η αύξηση ήταν αποτέλεσμα της ανοδικής πορείας της οικονομίας των ιταλικών πόλεων.
…
Την εποχή κατά την οποία το εμπόριο απορροφούσε περισσότερα κεφάλαια, επειδή πολλαπλασιάζονταν οι ανάγκες, οι Βυζαντινοί δεν διέβλεπαν την ανάγκη παραγωγικής απασχολήσεως του κεφαλαίου που πλεόναζε προς την κατεύθυνση αυτή. … υποστηρίζεται … ότι η κατάσταση είχε διαφοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι Βυζαντινοί σχεδόν έχασαν και αυτό το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως και άρχισε να αμβλύνεται ακόμα και η επιθυμία του κέρδους.

… κατά τον Ζ. Λίγκενθαλ, ασχολούνταν λεπτομερειακά και με υπερβολική σχολαστικότητα με τις ερμηνείες διαφόρων απηρχαιωμένων διατάξεων, χωρίς βέβαια να προσφέρουν τίποτε. Δεν δέχτηκαν τους νέους θεσμούς, ούτε αυτούς που διαμορφώθηκαν, ούτε αυτούς που διαμορφώνονταν, έμειναν αδρανείς, προσηλωμένοι στα έθιμά τους – ίσως να μην μπορούσαν να προσαρμοστούν – πάντως παρέμειναν απλοί θεατές της οικονομικής αναγεννήσεως των δυτικών.

Στον γεωγραφικό χώρο του Βυζαντίου αρχίζουν να εμφανίζονται ιταλικές βιοτεχνίες και να καταλαμβάνουν τη θέση που είχαν πριν αντίστοιχες βυζαντινές οικονομικές μονάδες.

… παντού σε όλους του τομείς της παραγωγής και της δραστηριότητας οι Βυζαντινοί υποχωρούν και φυσικοί τους αναπληρωτές στον ανατολικό χώρο αναδεικνύονται οι Γενουάτες, οι Βενετοί και οι Πιζάνοι.
__________________________

[1] Από το βιβλίο του Σάββα Σπέντζα «Γ. Γεμιστός – Πλήθων, ο φιλόσοφος του Μυστρά, οι οικονομικές, κοινωνικές και δημοσιονομικές του απόψεις», σελ. 24-29, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996
[2] Α. Διομήδη : Ανέκδοτον. Η οικονομική πολιτική του φθίνοντος Βυζαντίου, σελ. 192-193 : Υπήρξαν οι Ιταλικές πόλεις και ιδίως η Βενετία, πρωτεύοντες συντελεσταί της πολιτικής υποδουλώσεως του Βυζαντίου, της εδαφικής καταρρεύσεως αυτού περισφθίξασαι δε επί αιώνας ολοκλήρους τον ανατολικόν κόσμον έπεσαν ως ακρίδες επί των Βυζαντινών χωρών απομυζώσαι κάθε των ικμάδα.
[3] Αναφέρεται κυρίως η Βενετία ως ασκήσασα κατ’ εξοχήν το δουλεμπόριον και το σωματεμπόριον. Α. Διομήδη, Ανέκδοτον, σελ. 158
[4] R. Koetschke : Allgemeine Wirtschaftgeschichte des Mittelalters. Jena 1924, σελ. 538