Σάββατο 12 Μαΐου 2012
σαν όνειρο ...
Άξαφνα, το κοριτσάκι πετάγεται πάνω κλαίγοντας ... Αλαφιασμένος ο πατέρας τρέχει κοντά της ... την παίρνει στην αγκαλιά του ...
- "όνειρο ήτανε αγάπη μου", την παρηγορεί, "πάει ... πέρασε πια" ...
... εκείνη συνεχίζει να κλαίει ...
- "δεν θέλω να το ξαναδώ μπαμπάκα", λέει μέσα σε αναφιλητά ... "πονάει πολύ" ...
- "πάει πέρασε καλή μου", επαναλαμβάνει ο πατέρας ... "δεν πρόκειται να το ξαναδείς ... ησύχασε ... ησύχασε βλαστάρι μου γλυκό" ...
... την σφίγγει ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του ... αρχίζει να την νανουρίζει ... η μικρή ηρεμεί ... σιγά - σιγά, τα βλέφαρα βαραίνουν ...
- "καληνύχτα αγαπούλα" ... της ψιθυρίζει ήρεμα εκείνος ... εξακολουθεί να την κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του ... "καληνύχτα άγγελέ μου" ... επαναλαμβάνει ...
* αφιερωμένο στην Αγγελική Χρυσικοπούλου, που έφυγε τόσο πρόωρα από κοντά μας και τώρα βρίσκεται στην αγκαλιά του πατέρα της
Μαρίνα και Γιάννης
Τετάρτη 18 Απριλίου 2012
Ηθικά

Αν αρκούμασταν στα απαραίτητα, οι δανειστές δεν θα υπήρχαν ως είδος, όπως δεν υπάρχουν Κένταυροι και Γοργόνες. Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή …
Άνθρωπος όμως που μπλέκει μια φορά, μένει χρεωστής για πάντα και, σαν άλογο που του έχουν φορέσει χαλινάρι, δέχεται στη ράχη του τον έναν αναβάτη μετά τον άλλον· και μη βρίσκοντας κανένα καταφύγιο σ’ εκείνα τα λιβάδια και τα βοσκοτόπια, περιπλανιέται μάταια, όπως οι δαίμονες που λέει ο Εμπεδοκλής, οι διωγμένοι απ’ τους θεούς κι απ’ τα ουράνια …
«Ο ένας λοιπόν τον άλλον διαδέχεται», τοκογλύφος ή μεσάζοντας …
Αν πέσει κάποιος μες στη λάσπη πρέπει ή να σηκωθεί αμέσως ή να μείνει ακίνητος· αν στριφογυρνάει και κυλιέται με το σώμα του μουσκεμένο, μαζεύει επάνω του ακόμη περισσότερη βρωμιά. Αντιστοίχως και οι οφειλέτες, δανειζόμενοι από τον έναν για να πληρώσουν τον άλλον και μετακυλίοντας τα χρέη τους, φορτώνονται όλο και περισσότερους τόκους και δυσχεραίνουν όλο και πιο πολύ τη θέση τους· και δεν διαφέρουν σε τίποτε από ανθρώπους που πάσχουν από χολέρα …
Έτσι λοιπόν και οι οφειλέτες, δεν φροντίζουν να γλιτώσουν οριστικά από τα χρέη και, κάθε φορά που φτάνει η στιγμή, με οδύνη και σπαραγμό πληρώνουν τον τόκο, που ευθύς αμέσως τον διαδέχεται άλλος …
Η Καλυψώ έντυσε τον Οδυσσέα «με ρούχα ευωδιαστά» που ανέδιδαν θεϊκή πνοή, δώρα και ενθύμια της αγάπης της. Μα όταν το πλεούμενό του ανατράπηκε, κι ο ίδιος πάλευε με τα κύματα, καταφέρνοντας μετά βίας να κρατηθεί στην επιφάνεια, έβγαλε από πάνω του τα ρούχα της Καλυψώς, που είχαν μουσκέψει και βαρύνει, τύλιξε το γυμνό του στήθος μ’ ένα μαντίλι και πέρα απ’ την ακτή κολύμπησε, με βλέμμα πάντα στη στεριά· κι όταν πια ήταν ασφαλής, δεν του λείψανε ούτε ρούχα ούτε τροφή.
Μήπως δεν βρίσκει φουρτούνα τους οφειλέτες, όταν εμφανίζεται κάθε τόσο ο δανειστής και λέει «πλήρωνε» ; … Έτσι κι οι τόκοι σωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο·κι ο άνθρωπος που βλέπει να τον πνίγουν τα χρέη, αγωνίζεται να μείνει στην επιφάνεια, μα δεν μπορεί να κολυμπήσει μακριά απ’ όσα τον βαραίνουν και να γλιτώσει· τον παρασύρουν στον βυθό και αφανίζεται …
(1) Πλούταρχος, «περὶ τοῦ μὴ δεῖν δανείζεσθαι», μτφρ. Πολυξένη Παπαπάνου, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2011
Δευτέρα 9 Απριλίου 2012
ιστορικές αναφορές
Βαυαρική αποικία[1]
Έλληνες και ξένοι ιστοριογράφοι επισημαίνουν μια «αφύπνιση του φιλελληνισμού» στην Ευρώπη μετά το 1826. Στην πραγματικότητα πρόκειται για αφύπνιση του ενδιαφέροντος των Δυνάμεων για το ελληνικό πρόβλημα ύστερα από την αιγυπτιακή εισβολή στην Ελλάδα και την απειλητική για τα συμφέροντά τους κατάσταση του δημιουργούσε το προγεφύρωμα του Μεχμέτ Αλή στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Το φιλελληνικό κίνημα, σύμφυτο με τον φιλελευθερισμό των λαών, αν όχι ταυτόσημο, ελεγχόταν σταθερά σε όλα τα χρόνια του Αγώνα από τις κυβερνήσεις και χρησιμοποιούνταν επιδέξια για την προσέγγιση πολιτικών σκοπών και εξυπηρέτηση εθνικών συμφερόντων. Άλλοτε συμπιεζόταν, άλλοτε αφηνόταν ελεύθερο και άλλοτε υποδαυλιζόταν. Ουσιαστικά το λεγόμενο φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη και στην Αμερική δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην πολιτική λύση του ελληνικού προβλήματος. Οι ευρωπαϊκοί λαοί έτρεφαν φιλελληνικά αισθήματα αλλά η φωνή τους μεταστοιχειωνόταν και απενεργοποιόταν από τον μηχανισμό των Κομιτάτων που ελέγχονταν απόλυτα από τις κυβερνήσεις και τις μυστικές υπηρεσίες.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, οι φιλελληνικές εκδηλώσεις ερμηνεύονταν ως προοίμιο και εγγύηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Μέσα στο 1826 οργίαζαν οι φήμες και οι διαδόσεις για άμεση στρατιωτική βοήθεια. Το φθινόπωρο μια χαρμόσυνη είδηση κυκλοφορούσε σ’ ολόκληρη την Ελλάδα προκαλώντας ενθουσιασμό και αναπτερώνοντας τις ελπίδες. Από στιγμή σε στιγμή φθάνει από τη Βαυαρία τακτικό στράτευμα τριάντα χιλιάδων ανδρών. Έφθασαν – τον Δεκέμβριο του 1826 – πραγματικά οι Βαυαροί, αλλά ήταν μόνο δώδεκα. Μια μικρή ομάδα – αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιωτικοί γιατροί – με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κάρολο Χάιντεκ. Δεν ήταν εθελοντές αλλά μέλη «στρατιωτικής αποστολής». Υπηρετούσαν όλοι στο βαυαρικό στράτευμα, φορούσαν τις στολές τους και ταξίδευαν στην Ελλάδα επίσημα, με κανονική άδεια, ως συγκροτημένη ομάδα, με εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου[2]. Ήταν η πρώτη φορά που μια ξένη χώρα έστελνε στην Ελλάδα, ανοιχτά και απροσχημάτιστα, στρατιωτικούς. Αλλά η Βαυαρία ήταν ένα κρατίδιο στην καρδιά της Ευρώπης, χωρίς ειδικά συμφέροντα στην Ανατολή, χωρίς εμπορικό στόλο στη Μεσόγειο και οικονομικοπολιτικές σχέσεις με την Τουρκία. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων και της Αμερικής απέφευγαν κάθε φανερή ανάμιξη στις φιλελληνικές εκδηλώσεις και στην αποστολή βοήθειας. Κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους τα Κομιτάτα ή καθοδηγούσαν τους εθελοντές άμεσα ή έμμεσα και τους χρησιμοποιούσαν ως όργανα εθνικής πολιτικής, τηρούσαν τα προσχήματα και υποκρίνονταν ουδετερότητα για να μην διακινδυνεύσουν τα συμφέροντά τους στην οθωμανική αυτοκρατορία και να μην διαταραχθούν οι σχέσεις τους με την Πύλη. Για τον Λουδοβίκο, όμως, της Βαυαρίας αυτή η συμβολική χειρονομία αποτελούσε εφαρμογή μιας πολιτικής που επέτρεπε διασυνδέσεις με τον ελληνικό χώρο και καλλιέργεια επιρροής χωρίς κανένα κίνδυνο περιπλοκών με την Πύλη. Και όπως είναι γνωστό, με την φιλελληνική εκείνη πρωτοβουλία, ο Λουδοβίκος πέτυχε την έκδοση μιας συναλλαγματικής που θα εξαργυρωθεί αργότερα με την ανάρρηση στο θρόνο του ανήλικου γιου του. Ο συνταγματάρχης Χάιντεκ θα ξαναγυρίσει σε λίγα χρόνια στην Ελλάδα ως μέλος της τριμελούς αντιβασιλείας[3]. Υπερκερδοφόρα η αποπληρωμή. Η Ελλάδα θα γίνει για ένα διάστημα βαυαρική αποικία.
[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 289-290, Αθήνα 1984
[2] Στην βαυαρική αποστολή υπό τον Χάιντεκ πήραν μέρος οι λοχαγοί Θ. Χύγκλερ και Φρ. Σνίτσλαιν, οι υπολοχαγοί Σενχάμμερ, Κραζάιζεν, Αντ. Σίλτσερ και Γ. φον Ας, ο στρατιωτικός γιατρός Σεμπ. Σράινερ, οι λοχίες Μέζινγκ, Γκορτ, Βιλντ, Μάντλερ και Μάγιερ, ο δεκανέας Γκυρτελάιν και ο πυροβολητής Ρύππρεχτ. Ο φον Ας αρρώστησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και γύρισε στο Μόναχο τον Νοέμβριο του 1827. Ο υπολοχαγός Σίλτσερ πέθανε στην Ελλάδα.
[3] το 1844 έγινε βαρώνος. Αποστρατεύθηκε το 1855.
Παρασκευή 6 Απριλίου 2012
Δίκαιο
μικρά κείμενα
νομικά ζητήματα στον καιρό του Καποδίστρια[1]
Στις 28 Ιουλίου 1828 κατέπλευσε στον Πόρο το αμερικανικό βρίκι «Χέραλντ». Ήταν το έβδομο φορτίο με αμερικανικά βοηθήματα που έφθανε στην Ελλάδα. Το συνόδευαν ο δικαστής Σαμουήλ Γούντρουφ και ο Ιωάννης Στύβενσαντ. Ο δικαστής κράτησε ημερολόγιο του ταξιδιού και των εμπειριών του στην Ελλάδα. Κυκλοφόρησε το 1831.
…
Ο Γούντρουφ εξεικονίζει στο χρονικό του τις συμφορές που άφησε ο απελευθερωτικός πόλεμος: «Οχτώ σχεδόν χρόνια κράτησε ο ωραίος αγώνας της Ελλάδας για ζωή και ελευθερία εναντίον των άγριων δυναστών της. Οι καταστροφές του πολέμου και οι δηώσεις είναι αποτυπωμένες στο μεγαλύτερο μέρος της όμορφης χώρας. Τα τέκνα της έπεσαν στο πεδίο της μάχης· πολλές από τις ωραίες θυγατέρες της βιάσθησαν και σφαγιάσθησαν· ολόκληρες πόλεις έχουν παραδοθεί στη σφαγή χωρίς διάκριση· χιλιάδες παιδιά πετάχθηκαν από τα παράθυρα στα καλντερίμια ή εκτινάχθηκαν στους τοίχους των σπιτιών, χιλιάδες χήρες και ορφανά χωρίς στέγη, χωρίς χρήματα, χωρίς προστασία υψώνουν τα μάτια και τα χέρια εκλιπαρώντας τη χριστιανική φιλανθρωπία».
Για να αποκαταστήσει την τάξη και την ασφάλεια στην ελληνική επικράτεια ο Καποδίστριας έλαβε, γράφει ο Γούντρουφ, ‘’δύο τολμηρά και αποφασιστικά μέτρα’’. Εγκατέστησε τελωνειακές αρχές σε όλα τα λιμάνια, με ένοπλη φρουρά και έδωσε εντολή να εφοδιασθούν όλα τα καράβια, μικρά και μεγάλα, με ναυτιλιακά έγγραφα, όπου θα αναφέρονται όλα τα στοιχεία του πλοίου, τα ονόματα των μελών του πληρώματος και των επιβατών, ο σκοπός του ταξιδιού, ο προορισμός κ.λπ. Το καράβι που δεν ήταν εφοδιασμένο με τέτοια έγγραφα χαρακτηριζόταν πειρατικό και δημευόταν, ενώ το πλήρωμα δικαζόταν και καταδικαζόταν. Το δεύτερο μέτρο ήταν ο αφοπλισμός όλων των πολιτών, εκτός εκείνων που βρίσκονταν σε κρατική υπηρεσία. ‘’Και τα δύο μέτρα πέτυχαν χωρίς σημαντικές αντιδράσεις’’.
…
Ο Καποδίστριας είπε στους Αμερικανούς ότι μελέτησε το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών και ήθελε να το εφαρμόσει στην Ελλάδα. Πρόσθεσε όμως: «Η κατάστασή μας είναι κρίσιμη. Ο λαός είναι ασυνήθιστος σε ελεύθερη διακυβέρνηση. Ο χρόνος και το μέλλον θα το αποφασίσουν».
Πέμπτη 5 Απριλίου 2012
Πολιτική

σαν σήμερα
τα κόμματα και η Πατρίδα[1]
Το Μεσολόγγι αποτελεί μια ένδοξη αλλά και μαύρη σελίδα της ιστορίας του Αγώνα. Ένδοξη για τη γενναιότητα και την καρτερία, την ανένδοτη αντίσταση και την αντοχή των αγωνιστών, για το ολοκαύτωμα της Εξόδου. Μαύρη για τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή – πράξεις και παραλείψεις ιδιοτελείς, πάθη και αθλιότητες, ψυχροί υπολογισμοί και τύφλωση. Το Μεσολόγγι αφέθηκε στη μοίρα του εν ψυχρώ. Συναγωνίσθηκαν για το χαμό του, από αδυναμία ή αμέλεια, από εγωισμό ή σκοπιμότητες, η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία. Ακόμα και οι ίδιοι οι πολιορκημένοι. Όλοι και όλα εναντίον του. Και η τραγική ειρωνεία: η τουρκοαιγυπτιακή νίκη ήρθε τη στιγμή που τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και του Κιουταχή είχαν φθάσει στα έσχατα της αντοχής και αντιμετώπιζαν ακόμα και εγκατάλειψη της πολιορκίας.
…
Εδώ προβάλλει το ερώτημα: Ήταν δυνατή η διάσπαση του κλοιού, η διάλυση του τουρκοαιγυπτιακού στρατοπέδου και η σωτηρία του Μεσολογγίου ; Όλα δείχνουν πως υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την ανατροπή των εχθρικών σχεδίων. Είχαν γίνει εισηγήσεις για συντονισμένη πολεμική δράση και σχέδια καταστρώθηκαν για εκστρατεία ναυτική και χερσαία. Αλλά οι εσωτερικές διαμάχες, η αχρηματία, η ιδιοτέλεια και η διαφθορά δεν άφηναν περιθώρια για βοήθεια. Όλων η προσοχή είχε στραφεί, μήνες πριν, στην Γ΄ Εθνική Συνέλευση που είχε ορισθεί για τον Μάρτιο του 1826. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, τα τρία ξενοκίνητα κόμματα, πολιτικοί και στρατιωτικοί, άτομα και ομάδες αγωνίζονταν για την ανάδειξη δικών τους πληρεξουσίων με στόχο την εξουσία. Η Διοίκηση Κουντουριώτη έβλεπε την προσωρινότητά της και αδιαφορούσε, οι αντίπαλοί της πάσχιζαν με μανία για την άλωση της Αρχής. ο αγωνιστής Σπυρομίλιος, ένας από τους απεσταλμένους της Φρουράς, κομιστής απεγνωσμένου μηνύματος από το Μεσολόγγι, εξεικονίζει στα ενθυμήματά του το χάος, την ακυβερνησία, την αδράνεια, την αδιαφορία και την ιδιοτέλεια που επικρατούσε στ’ Ανάπλι. «Αλλά κατά δυστυχίαν είχε προκηρυχθεί να συγκροτηθεί Εθνική Συνέλευσις και εις αυτόν τον καιρόν ενεργούνται όλαι αι σκευωρίαι και αι ραδιουργίαι διά τας εκλογάς των πληρεξουσίων και των κομμάτων· άρα ήταν εις τον μεγαλύτερον βρασμό ναι φατρίαι»[2]. Κι’ επειδή οι απεσταλμένοι της Φρουράς δεν είχαν προσχωρήσει σε καμμία παράταξη, κανείς δεν τους πρόσεχε, κανείς δεν ενδιαφερόταν. «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το ‘’ναι, έχετε δίκαιον’’, αλλά δεν συνέπραττον υπέρ αυτού με ζήλον»[3]
[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 15-16 & 39-41, Αθήνα 1984
[2] Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Αθήναι 1926, σ. 111
[3] Ένθ’ αν., σ. 112. Δεν αποτελούσε κάτι καινούργιο η πολιτική διαφθορά που επικρατούσε στ’ Ανάπλι. Έγραφαν οι Σπετσιώτες (16 Ιουνίου 1825) στην Κυβέρνηση: «Αν δεν εξέλθωσιν οι εν Ναυπλίω εις τας ηδονάς κυλιόμενοι να υπάγωσιν εις τον πόλεμον, ήθελον μετακαλέσει και εκείνοι τα πλοία των» (Ν. Σπηλιάδη, τ. Β΄, σ. 464-465)
Σάββατο 31 Μαρτίου 2012
Λογοτεχνία
Διάλογοι Ελλήνων και ξένων στην Αθήνα του 19ου αιώνα
- Πιστεύω … ότι, αφού γνωρίσετε τας Αθήνας, δεν θέλετε τας εύρει τόσον φευκτάς.
- Αι Αθήναι μας αρέσκουν, πλην είμεθα ξένοι …
- Τι προς αυτό ; οι ξένοι μάλιστα συχνάζουν τας κλείνας Αθήνας. Εκ περάτων της γης έρχονται οι επισκεπτόμενοι. Προχθές έφυγεν ο εκ Παρισίων φίλος μου κόμης Σαβώ· ο αστείος φίλος μου λόρδος Βέκσων θέλει διατρίψει όλον τον χειμώνα, και ο Πρίγκιψ Φουφόρ εκ Μόσχας, τον οποίον προ ολίγων ημερών εγνώρισα, με είπεν ότι κετεγοητεύθη υπό των ενταύθα καλλονών.
- Οι φίλοι σας ούτοι είναι περιηγηταί, και αυτοί βέβαια αρέσκονται εις τα ξένα, αλλ’ ημείς …
- Ό,τι θέλετε ευρίσκετε εδώ. Είναι εν μικρογραφία το Παρίσιον· έχετε χορούς, θέατρον, αμαξηλασίας, εργαστήρια γέμοντα όλων των ειδών της πολυτελείας· εντός ολίγων ημερών μάλιστα γίνεται και ιπποδρόμιον, το οποίον θέλουν προεδρεύσει οι Άνακτες, απονέμοντες εις τους αριστεύοντας το βραβείον, θέλω δε φροντίσει να έχετε κατάλληλον θέσιν εις το θέαμα τούτο.
- Σας ευχαριστώ, είμαι περίεργος να ίδω τους ίππους σας και την ιππικήν τέχνην σας· υποθέτω ότι θέλει ομοιάζει το τουρκικόν τζιρίτ.
- Και άλλα θεάματα δυνάμεθα να σας προσφέρωμεν …
(*) Παύλου Καλλιγά, Θάνος Βλέκας, σ.σ. 121-122, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1991
Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012
Ποίηση

Μικρά κείμενα
Μορφές ηρώων(*)
Από τις ηρωικές μορφές του νέου Ελληνισμού είναι ο Κωστής Παλαμάς. Ο Σικελιανός τον λέει κάπου άγιο. Μας θυμίζει μάλιστα ότι δεν είναι ο πρώτος στη γενιά των Παλαμάδων. Ένας άλλος Παλαμάς έχεο αγιάσει, ο Γρηγόριος, επίσκοπος Θεσσαλονίκης, που ψέλνεται η ακολουθία του τη δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστής. Μα είναι αυτός προγονός του ; Νομίζω, όχι. Όπως κι’ αν είναι, δεν αλλάζει τίποτα.
Η φύση, η πανσοφία της, χαρίζει κάθε τόσο στις ομάδες τους ήρωες, για να υψώνει τη μέση ανθρωπότητα σ’ άμεση και ζεστή κοινωνία με την ανώτερη ουσία της ζωής, ξεσκεπάζοντας το λαμπρό νόημά της. Πλάθει μ’ άλλα λόγια, τα όργανα, που παιδαγωγούν τους λαούς και τους οδηγούν στους αιώνιους, μεγάλους σκοπούς της. Μέσα σ’ αυτήν, την εξαίσια φάλαγγα των διαλεχτών της, που είναι όλοι αδέρφια, γιατί βγαίνουν απ’ την ίδια φύτρα – αδιάφορο σε πια μορφή ενέργεια φανερώνονται – και ξεσκεπάζουν κάθε φορά ο καθένας με τον τρόπο του, το μυστικό θέλημά της, ο ήρωας του λόγου έχει μια θέση ξεχωριστή. Αν η πράξη είναι στην αρχή, όπως λέει ο Γκαίτε, ο λόγος είναι το φως της, το φως που την δείχνει, την θερμαίνει και την γονιμοποιεί. … Απ’ την μαγεία της λέξης δημιουργήθηκε η άλλη, μεγάλη μαγεία του παραμυθιού, που μας έφερε στην κατάκτηση του κόσμου και της ζωής, για να μας ανεβάσει στην σημερινή μας αξιοπρέπεια. Χωρίς το παραμύθι δεν θα υπήρχε τίποτα· ούτε φύση, ούτε ζωή, ούτε άνθρωπος, ούτε λαός, ούτε θεοί, ούτε λατρείες, ούτε ιστορίες και πολιτισμός, ούτε ποίηση και τέχνη, ούτε έρωτας και ομορφιά. Αγρίμι, μέσα στ’ αγρίμια, θ’ απόμενε ο άνθρωπος, το πιο αξιοδάκρυτο απ’ όλα, κατατρεγμένος, περίφοβος και ζαρωμένος στα βάθη μιας σκοτεινής σπηλιάς. Ο λόγος τον τράβηξε στο φως, το παραμύθι τον έστησε στην σημερινή του κυριαρχία. Γι’ αυτό, στην περίλαμπρη φάλαγγα των ηρώων έχει την πρώτη θέση ο ήρωας του λόγου, ο πλάστης του μύθου. Είναι ο ιερέας τους.
(*) Σπύρου Μελά, Δάσκαλοι του Γένους, σ. 217, εκδόσεις Μπίρης, Αθήναι 1972
Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012
Ιστορία

Μικρά κείμενα
Κλέφτες (*)
Οι κλέπται διέφεραν από τους αρματωλούς εις τούτο πρηγουμένως, ότι επροτιμούσαν φανεράν επανάστασιν κατά των Τούρκων παρά συμφώνησιν μ’ αυτούς οποιανδήποτε. Η μόνη διάκρισις, μα την αλήθειαν, ηφανίζετο, όταν, ως πολλάκις συνέβαινεν, ο δυσαρεστημένος ή καταδυναστευόμενος αρματωλός εγίνετο κλέπτης, ή όταν εσυνέφερεν εις κανένα Πασάν να τους περιλάβη εις το ίδιον όνομα. Εξ αιτίας τούτου, εκατάντησεν ώστε συχνά να μεταχειρίζωνται τας λέξεις αδιακρίτως· και εις την Θεσσαλίαν δε η λέξις κλέπτης εσήμαινεν ή τον ένα ή τον άλλον, ή και τους δύο. Ο γενικός των χαρακτήρ και αι έξεις των ζωγραφούνται ως ακολούθως από θερμόν τινά φίλον της Ελληνικής ελευθερίας.
«Των κλεπτών η ευρωστία ήτον υπερβολή μεγάλη. Μην έχοντες σκήνωμα στερεόν, επεριφέροντο το καλοκαίριον εις τους πλέον υψηλούς, και τον χειμώνα εις τους πλέον χαμηλούς βουνώδεις τόπους. Είχαν όμως πάντοτε μέρος τι, όπου εσυναθροίζοντο και ενίοτε επαροικούσαν, λεγόμενον λιμέρι, και τοποθετημένον πλησίον εις το αρματωλίκιον εκ του οποίου είχαν διωχθήν. Όταν δεν ήσαν απασχολημένοι εις εκστρατείαν, επερνούσαν καιρόν ως επιτοπλείστον καταγινόμενοι εις πολεμικούς αγώνας, και ιδιαιτέρως πυροβολούντες εις σημάδιόν τι. Αδιάλειπτος δε γυμνάσια εις τούτο τους έφερεν εις εκπληκτικόν βαθμόν εμπειρίας. Την ημέραν ηδύναντο να κτυπήσωσιν αυγόν, ή και να περάσωσιν πάλαν διά μέσω δακτυλιδίου σχδόν του αυτού διαμέτρου, ενώ έστεκαν 200 βήματα μακράν· και εις το πλέον δε πισσώδες σκότος, ημπόρουν να πληγώσωσιν εχθρόν, διευθυνόμενοι μόνον από την λάμψιν του τουφεκίου του. …»
(*) Σάμιουελ Σέρινταν Γουΐλσων, Το Παλληκάριον, σ.σ. 30-31, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα & Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1990
Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012
Φιλοσοφία

Μικρά κείμενα (*)
Η στωική αντίληψη για τον θάνατο
Σύμφωνα με την άποψη του Επίκτητου για τη ζωή, ακόμα και η τελική σκηνή μας ίσως να έχει κάτι το ιδιαίτερο να μας προσφέρει. Αντί να φοβάσαι τον θάνατό σου, ο Επίκτητος υποστηρίζει ότι πρέπει «να τον κάνεις δόξα σου, ή μια ευκαιρία για ‘σένα που θα δείξει στην πράξη τι είδος προσώπου είναι ο άνθρωπος ο οποίος συμμορφώνεται με τη θέληση της φύσης»(1). Αφού επισημάνει ότι «δεν μπορώ να αποφύγω τον θάνατο», ο Επίκτητος ρωτά ρητορικά: «αντί να αποφύγω τον φόβο του θανάτου, θα πεθάνω μέσα στη θλίψη και τον τρόμο ;»(2). Αποδεχόμενος το αναπόδραστο του θανάτου ο φιλόσοφος ελευθερώνει τον εαυτό του για να εστιάσει το ενδιαφέρον του στη διατήρηση της ειρήνης του νου του. Όταν εξετάζει την θνητότητά του, ο Επίκτητος ελπίζει πως «ας με βρει ο θάνατος τη στιγμή που δεν θα φροντίζω τίποτε άλλο παρά την προαίρεσή μου, για να είμαι απαθής, ανεμπόδιστος, χωρίς εξαναγκασμούς, ελεύθερος»(3)
(*) Μαρκ Κουζνέφσκι & Ρόναλντ Πολάνσκυ, Βιοηθική, σ. 453, εκδόσεις Τραυλός, Αθήνα 2007
(1) Διατριβαί ΙΙΙ.20.13
(2) Διατριβαί Ι.27.9-10
(3) Διατριβαί ΙΙΙ.5.7
Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012
δοκιμιογραφικές ασκήσεις
ο εχθρός[1]
Το τέρας είναι ο πιο πολύτιμος ανάμεσα στους εχθρούς, γι’ αυτό και αναζητείται. Οι υπόλοιποι εχθροί μπορούν απλούστατα να επιτεθούν· είναι οι Γίγαντες, οι Τιτάνες, εκπρόσωποι μιας τάξης που ετοιμάζεται να υποσκελισθεί ή θέλει να εκδικηθεί γιατί υποσκελίσθηκε. Εντελώς διαφορετική είναι η φύση του τέρατος. Το τέρας περιμένει κοντά στην πηγή, το τέρας είναι η πηγή και δεν έχει ανάγκη τον ήρωα. Ενώ ο ήρωας το έχει ανάγκη για να υπάρξει, γιατί η δύναμή του θα προστατευθεί από το τέρας και από το τέρας πρέπει να την αρπάξει. Όταν ο ήρωας αντιμετωπίζει το τέρας δεν έχει ακόμη δύναμη, αλλά ούτε γνώση. Το τέρας είναι ο κρυφός του πατέρας, που θα τον ντύσει με τη δύναμη και τη σοφία που είναι μόνον ενός ατόμου και μόνον το τέρας μπορεί να του μεταβιβάσει.
Το τέρας, στην απαρχή, βρισκόταν στο κέντρο, στο κέντρο της γης και τ’ ουρανού, εκεί όπου αναβρύζουν τα νερά. Όταν το τέρας σκοτώθηκε από τον ήρωα, το διαμελισμένο σώμα του μετακινήθηκε και ανασυντέθηκε στις τέσσερις γωνιές του κόσμου. Μετά περιέβαλε τον κόσμο σ’ έναν κύκλο από φολίδες και νερά. Ήταν το σύνθετο όριο των πάντων, ήταν η κορνίζα.
[1] Ρομπέρτο Καλάσσο, «οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας», σ. 382, εκδόσεις Γνώση 1991.
Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012
Απολογία

Η διάκριση που έκανε ο Μπωντλαίρ, στο περίφημο δοκίμιό του για την «ουσία του γέλιου» παραμένει. Υπάρχει ένα κωμικό αθώο και ένα κωμικό πονηρό. Το πρώτο προκαλεί το αυθόρμητο και ηχηρό γέλιο που το χαιρόμαστε στα παιδιά και στους απλοϊκούς ανθρώπους και διασκεδάζει χωρίς αναχαιτίσεις όσους το συναντούν. Το δεύτερο γίνεται αντιληπτό μόνο από εκείνους που γνωρίζουν τα υπονοούμενά του και ευχαριστιούνται όταν συμμετέχουν στην πρόθεση του δημιουργού να «πειράξει» με τα τεχνάσματά του και τους υπαινιγμούς του· αλλιώς στενοχωριούνται ή και θυμώνουν. Το αθώο κωμικό είναι – ας πούμε – διδιάστατο, σκέτη επιφάνεια, δεν έχει «από πίσω» τίποτα και για τούτο μας κάνει να γελούμε «με την καρδιά μας». … Αντίθετα στο πονηρό κωμικό υπάρχει τρίτη διάσταση, βάθος, «σημασία» και απαιτεί σκέψη. Κάτι εννοεί και πρέπει να το συλλάβεις αυτό το νόημά του για να διεγερθείς και να ευθυμήσεις ή να οργιστείς. …
Επικρατέστερο κοινωνικά και για την Τέχνη σπουδαιότερο είναι όχι το αθώο, αλλά το πονηρό κωμικό. Προϊόν του καλλιεργημένου πνεύματος, άνθος προηγμένου πολιτισμού. Και αμαρτωλό, όπως πολλές άλλες ανθρώπινες επιτυχίες. Αυτή τη φυσιογνωμία του στοχάζεται, ασφαλώς, ο Μπωντλαίρ όταν γράφει για το γέλιο ότι έχει διαβολική καταγωγή· «είναι ένα από τα κουκούτσια του συμβολικού μήλου της αμαρτίας». … Το πονηρό κωμικό μόνο ο πονηρός μπορεί να το γευθεί και του είδους τούτου η πονηριά δεν βρίσκει έδαφος στις πρωτόγονα αγνές ψυχές για να βλαστήσει.
Στην κατηγορία του πονηρού κωμικού ανήκει το δηκτικό χιούμορ, η σάτιρα, που από τους πολύ αρχαίους χρόνους καλλιεργείται και ευδοκιμεί στις πολιτισμένες κοινωνίες. Ακόμη και στην ιστορία της Τέχνης έχει περίβλεπτη θέση· ας θυμηθούμε τον μεγάλο της μάστορα στο χώρο του θεάτρου, τον ανυπέρβλητο Αριστοφάνη. Σάτιρα δεν είναι απλώς το «χωρατό που πειράζει», γιατί το χωρατό, καθώς το λέει άλλωστε και το όνομά του, είναι συνήθως μια χονδροειδής και άτεχνη κοροϊδία. Αλλά ένα έξυπνο παιχνίδι με απομιμήσεις ή λόγια, μια αστειότητα που, καθώς πάλι το λέει η ίδια η λέξη – αστεία είναι τα ήθη του «άστεος» – γίνεται με πνεύμα και λεπτό χειρισμό, για να μπορεί να βρει το στόχο και να «καρφώσει».
Η σάτιρα είναι ένας τρόπος επιθετικής συμπεριφοράς που κρύβει μέσα του και συχνά τη φανερώνει με πολλήν αυθάδεια, μια δόση κακίας· τουλάχιστον την έλλειψη επιείκειας. Τρόπος ίσως όχι γενναίος, γιατί το χτύπημα δίνεται στον αντίπαλο από πίσω και με μάσκα, στα «αστεία». Σκοπός είναι κι εδώ η «σφαγή», αλλά επιδιώκεται χωρίς τον κίνδυνο της απευθείας αναμέτρησης. Σάτιρα αθώα δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει, αφού πάντα πληγώνει και πληγώνει – επικρίνει, στηλιτεύει, διαπομπεύει – με πρόθεση να πληγώσει. Γι’ αυτό αναζητεί και προκρίνει την πιο ευαίσθητη πλευρά, το πιο νευραλγικό σημείο του εχθρού κι εκεί χτυπάει αδυσώπητα. Και, όπως είπα, εκ του ασφαλούς. Θα ονομάσουμε άραγε τη σάτιρα άνανδρο είδος πολέμου ; Θα την ειπούμε δειλία, μικροψυχία, ευτέλεια ; Πριν αποφανθούμε οριστικά, ας σκεφτούμε ότι όταν απεχθάνεσαι έναν ισχυρό γιατί κάνει απάνθρωπη κατάχρηση της δύναμής του, ή μια κατάσταση πραγμάτων που επιβάλλεται με τη ρομφαία της βίας, και δεν έχει άλλο τρόπο να εκδηλώσεις την αντίθεσή σου, θα καταφύγεις αναγκαστικά στο μόνο μέσον που σου παρέχουν οι μικρές δυνάμεις σου στη σάτιρα. «Ο έρως του καλού» γράφει ο Εμμανουήλ Ρόϊδης – στις περίφημες επιστολές «Αγρινιώτου Σουρλή» – «καλείται ενθουσιασμός και γεννά τους Πινδάρους και τους Μίλτωνας· το μίσος του κακού καλείται σάτιρα και γεννά τους Λουκιανούς και τους Βολταίρους».
Ρίζα λοιπόν της σάτιρας δεν είναι μόνο η κακεντρέχεια ή η μνησικακία του δειλού και αποστρεφόμενου τον κίνδυνο ανθρώπου, αλλά κυρίως το μίσος του κακού, η εξέγερση που προκαλεί στον ανίσχυρο η φυσική ή η ηθική καταδυνάστευσή του από πρόσωπα και καθεστώτα τυραννικά.
(1) Ε.Π. Παπανούτσου, «το Δίκαιο της Πυγμής», σ.σ. 161-163, εκδόσεις Δωδώνη 1989
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012
πολιτική φιλοσοφία

Έχουν, άραγε, κατά έναν αδυσώπητο νόμο, καταδικαστεί οι μικροί και οι αδύνατοι – είτε είναι άτομα είτε ολόκληροι λαοί – να υποτάσσονται στους μεγάλους και στους δυνατούς και όταν δυσανασχετούν ή εξεγείρονται γι’ αυτή τη μεταχείριση, να εξοντώνονται από τούτους αλύπητα ; Ότι η ιστορία του ανθρώπου βεβαιώνει το πράγμα (ακόμα και με σπάνιες εξαιρέσεις στον κανόνα) δύσκολα μπορεί κανείς να το αρνηθεί. Είναι όμως όχι μόνο ιστορικό γεγονός, αλλά και φυσικού νόμου επιταγή ο άοπλος και ο αφελής να γίνεται παίγνιο, δούλος και βορά του αρματωμένου και του πανούργου ;
Ως θεωρία ηθική και πολιτική φιλοσοφία η γνώμη αυτή είναι πανάρχαιη· τη βρίσκομε κιόλας άριστα διατυπωμένη στους χρόνους των Ελλήνων σοφιστών. Ο Πλάτων μέσα στο «Γοργία» βάζει τον μαθητή τους Καλλικλή να την υποστηρίζει αδιάλλακτα απέναντι στον ίδιο το Σωκράτη, που όμως δεν εννοεί να παραδεχτεί ότι σε τελική ανάλυση την ευτυχία του ανθρώπου την τρέφει και την ασφαλίζει η υπεροχή – έστω και με τη βία. "Η ίδια η Φύση" λέγει ο Καλλικλής «δηλώνει, νομίζω, καθαρά ότι το δίκαιο είναι να έχει ο καλύτερος περισσότερα από τον χειρότερο και ο δυνατότερος περισσότερα απ’ τον αδύναμο. Τούτο γίνεται φανερό σε πολλές περιπτώσεις, και στων άλλων ζώων τις σχέσεις και στων ανθρώπων, καθώς και στις σχέσεις ολόκληρων πόλεων και γενών· έτσι έχει κριθεί το δίκαιο, ο καλύτερος να εξουσιάζει τον χειρότερο και να έχει περισσότερα απ’ αυτόν» (483 d) . Η βία, λοιπόν, είναι «νόμος της φύσεως», «το της φύσεως δίκαιον».
Όπως είναι γνωστό, αυτό κατά τον Θουκυδίδη υποστήριξαν και οι Αθηναίοι στον περίφημο διάλογό τους με τους Μηλίους : «Και μεις γνωρίζομε και σεις ότι κατά τον ανθρώπινο νόμο τα δίκαιο κρίνονται μόνο από ίσους, ενώ τα δυνατά τα πράττουν οι ισχυροί και τα παραδέχονται οι ασθενείς». «Και οι θεοί, όπως πιστεύουν οι άνθρωποι, και αναμφισβήτητα οι άνθρωποι αναγκάζονται πάντοτε από φυσικήν ορμή να εξουσιάζουν εκείνους από τους οποίους υπερτερούν» (Ε 89, 105).
Τώρα, πώς συμβαίνει αρχαίες και νέες νομοθεσίες να καταδικάζουν την αυθαιρεσία και την πλεονεξία των ισχυρών εις βάρος των ασθενών – τούτο, λέγει ο Καλλικλής του πλατωνικού διαλόγου (24 ολόκληρους αιώνες πριν το επαναλάβει ο Νίτσε), δεν είναι καθόλου δύσκολο να το εξηγήσομε: "Τους νόμους τους θέτουν οι αδύνατοι άνθρωποι και το πλήθος. Κατά τα δικά τους λοιπόν μέτρα και σύμφωνα με το δικό τους συμφέρον νομοθετούν … διακηρύσσοντας, για να εκφοβίζουν όσους έχουν τη ρώμη και την ικανότητα να πλεονεκτούν, ώστε να μην αρπάζουν τα περισσότερα, ότι είναι άσχημο και άδικο πράγμα η πλεονεξία, και αδικία η απαίτηση να έχει κανείς πιο πολλά από τους άλλους" (483 b, c).
Με τις ελληνικές ρίζες του το «δίκαιο της πυγμής» σταδιοδρόμησε λαμπρά στο θεωρητικό πεδίο, όπως άλλωστε είχε και στο πρακτικό ευδοκιμήσει μυριάδες χρόνια πριν από τη φιλοσοφική γραφή του, και εξακολουθεί, αλίμονο, να ακμάζει.
(1) Ε.Π. Παπανούτσου, «το Δίκαιο της Πυγμής», σ.σ. 11-12, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1989.
Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012
Λογοτεχνία

η ιστορία της διχόνοιας[1]
Στην ακτή της Σιδώνας, ένας ταύρος προσπαθούσε να μιμηθεί το ερωτικό γουργούρισμα. Ήταν ο Δίας. Ένα ρίγος τον διαπέρασε, όπως όταν τον τσιμπούσαν οι βοϊδόμυγες. Μόνο που αυτή τη φορά η ανατριχίλα ήταν γλυκιά. Ο Έρωτας που ανέβαζε στη ράχη τη νεαρή Ευρώπη. Ύστερα, ο άσπρος ταύρος ρίχτηκε στη θάλασσα, αλλά κράτησε το επιβλητικό σώμα του αρκετά έξω από το νερό για να μη βραχεί η νέα. Τον είδαν πολλοί. Ο Τρίτωνας αποκρίθηκε στο γαμήλιο μουγκάνισμα φυσώντας το κοχύλι του και στέλνοντας μαγευτικούς ήχους. Η Ευρώπη, τρέμοντας, είχε αρπάξει ένα από τα μακριά κέρατα του ταύρου για να κρατηθεί. Τους είδε κι ο Βορέας καθώς έσχιζαν τα κύματα. Πονηρός και ζηλιάρης, αναστέναξε βλέποντας εκείνα τα άγουρα στήθη, που φανερώνονταν με το φύσημά του. Η Αθηνά, βλέποντας από ψηλά τον πατέρα της να έχει στη ράχη του μια γυναίκα, κοκκίνισε. Κι ένα Αχαιός ναύτης τους είδε και σάστισε. Μήπως ήταν η Θέτις, περίεργη να δει τον ουρανό ; Ή μήπως ήταν μια Νηρηίδα, ντυμένη για πρώτη φορά ; Ή μήπως ο ορμητικός Ποσειδώνας είχε αρπάξει κάποια άλλη νέα ;
Η Ευρώπη, ωστόσο, δεν έβλεπε το τέλος εκείνου του τρελού ταξιδιού. Αλλά φανταζόταν ποια τύχη την περίμενε, όταν θα πατούσαν πάλι στη στεριά. Και φώναξε στους ανέμους και στη θάλασσα : «Πέστε στον πατέρα μου, ότι η Ευρώπη άφησε τη χώρα στη ράχη ενός ταύρου … Δώστε, σας παρακαλώ, αυτό το περιδέραιο στη μητέρα μου». Ετοιμαζόταν να καλέσει τον Βορέα, για να την πάρει με τα φτερά του, όπως είχε κάνει με τη σύντροφό του, την Αθηναία Ωρείθυια. Αλλά δάγκωσε τη γλώσσα της : γιατί να περάσει από τον ένα απαγωγέα στον άλλο ;
…
Εάν θέλουμε την ιστορία, τότε είναι η ιστορία της διχόνοιας. Και η διχόνοια γεννιέται από την απαγωγή ή τη θυσία μια νέας. Το ένα μεταγγίζεται αδιάκοπα στο άλλο. Ήταν οι «λύκοι έμποροι», που βγήκαν στη Φοινίκη και έφεραν στο Άργος την ταυροπάρθενο, την αφιερωμένη στον ταύρο παρθένα, που την έλεγαν Ιώ. Σαν τον άνεμο που κατεβαίνει από το βουνό, το γεγονός αυτό άναψε τη φωτιά του μίσους ανάμεσα στις δύο ηπείρους. Η Ευρώπη και η Ασία αντιμάχονται και χτύπημα διαδέχεται το χτύπημα. Έτσι οι Κρήτες, «κάπροι της Ίδης», έκλεψαν από την Ασία τη νεαρή Ευρώπη. Γύρισαν στην πατρίδα τους με τα ταυρόσχημα πλοία τους και πρόσφεραν την Ευρώπη, νύφη στο βασιλιά τους Αστέριο. Αυτό το ουράνιο όνομα θα έπαιρνε κι ένας εγγονός της Ευρώπης : ο ταυροκέφαλος νέος που ζούσε στο κέντρο του Λαβύρινθου κι εκεί περίμενε τα θύματά του …
Όταν έφτασαν στην Αργολίδα οι Φοίνικες έμποροι, χρειάστηκαν πέντε με έξι μέρες για να πουλήσουν τα εμπορεύματα που έφερναν από την Ερυθρά Θάλασσα, την Αίγυπτο και την Ασσυρία. το πλοίο τους ήταν ακόμη αγκυροβολημένο και στην ακτή οι κάτοικοι της περιοχής κοίταζαν, άγγιζαν, παζάρευαν εκείνα τα εμπορεύματα που έρχονταν από τόσο μακριά. Ελάχιστα είχαν απομείνει απούλητα, όταν έφτασε μια ομάδα γυναικών· ανάμεσά τους και η κόρη του βασιλιά, η Ιώ. Τα παζάρια και οι αγορές συνεχίζονταν. Άξαφνα, οι έμποροι ναύτες ρίχτηκαν πάνω τους. Μερικές κατάφεραν να ξεφύγουν, αλλά την Ιώ την άρπαξαν. Σ’ αυτήν την αρπαγή απάντησαν οι Κρήτες όταν έκλεψαν από τη Φοινίκη την κόρη του βασιλιά, την Ευρώπη. Οι Φοίνικες, όμως, διηγούνται την ιστορία εντελώς διαφορετικά : η Ιώ ; λένε, είχε ρωτευτεί τον καπετάνιο του ξένου πλοίου. Είχε μείνει έγκυος, ντρεπόταν για την κατάστασή της κι έτσι αποφάσισε να επιβιβαστεί στο πλοίο μαζί με τους Φοίνικες.
Από παρόμοια γεγονότα γεννήθηκε η ιστορία : η αρπαγή της ωραίας Ελένης και ο Τρωικός πόλεμος, όπως και πιο πριν, η Αργοναυτική εκστρατεία και η αρπαγή της Μήδειας είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας.
…
Η Ευρώπη προχωρούσε με τις φίλες της, κρατώντας το υπέροχο χρυσό καλάθι της. Το είχε πλάσει ο Ήφαιστος, πριν από δύο γενεές, για να το χαρίσει στη Λιβύη. Η Λιβύη το χάρισε στην κόρη της Τηλέφασσα κι εκείνη, με τη σειρά της, στην κόρη της Ευρώπη. Ήταν το φυλαχτό της γενιά τους. Παρουσίαζε μια περιπλανώμενη αγελάδα, που έμοιαζε να κολυμπάει σε μια θάλασσα από σμάλτο. Όρθιοι στην ακτή, δύο μυστηριώδης άντρες, παρατηρούσαν τη σκηνή. Φαινόταν κι ένας ολόχρυσος Δίας, που άγγιζε με το χέρι τη μπρούτζινη αγελάδα. Στο βάθος, ο ασημένιος Νείλος. Εκείνη η αγελάδα ήταν η Ιώ, η προγιαγιά της Ευρώπης.
[1] Ρομπέρτο Καλάσσο, «οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας», σ.σ. 11 κ.επ., εκδόσεις Γνώση 1993-94
Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012
Λογοτεχνία
Οι δώδεκα μήνες Στρατής Δούκας
Το πρωί τράβηξα μόνος μου στο μοναστήρι, που βρισκόταν πάνω στο βουνό, καμιά μισή ώρα έξω απ’ το χωριό. Ήταν κι αυτό ρειπωμένο. Μονάχα το μπροστινό και λίγο απ’ το πλάγι του στεκόταν ακόμα, έτοιμο και αυτό να πέση. Από τη μισογκρεμισμένη του πόρτα μπήκα μέσα. Οι καλόγεροί του σαν να κοιμούνταν. Τα κελάρια του γεμάτα, τα μιντέρια του στρωμένα. Απ’ τα μικροπαραθυράκια του έβλεπα πέρα τα μαύρα βουνά, σαν κύματα που με κύκλωναν. Πατήματα δεν ακούονταν στις πλάκες της αυλής πού ‘ταν σκεπασμένες από αγριόχορτα και φύλλα. Η νύχτα έφτανε βουβή. Μονάχα ο ρύακας μουρμούριζε. Όταν το νυχτοπούλι άρχιζε τα ρυαχτά του, αποτραβιόμουνα στη φωτιά του τζακιού μου, συντροφευμένος από σκιές …
Το μοναστήρι είχε πολλά παλιά πράγματα. Το πιο πολύτιμο ήταν ένα βημόθυρο, από το τέμπλο της εκκλησίας. Απάνω στα δυο βαριά βουνίσια ξύλα του ήταν ζωγραφισμένος ο «Ευαγγελισμός» και σειρά, από πάνω προς τα κάτω, στη μεριά που θηλύκωναν, οι «δώδεκα μήνες» που παράσταιναν τη ζωή του τόπου, τον καιρό που ζωγραφίστηκαν. Μιλούν για το λαό, όπως ήταν τότε, με τους αρχόντους του, τις δουλειές και τα συνήθεια τους, επάνω κάτω έτσι όπως τά ‘νιωθα καθώς τους ξεσήκωνα.
Ιανουάριος : Είναι νύχτα ακόμα. Μέσα στο κατάκλειστο σπίτι, η παλιά αρχόντισσα με τα νυχτικά της, τα σγουρά μαλλιά αχτένιστα χυμένα στους ώμους της, κάθεται στην πολυθρόνα συρμένη δίπλα στο τζάκι. Δυο υπηρέτριες όρθιες την υπηρετούνε. Η μια μόλις μπαίνει κουβαλώντας ένα χοντρόξυλο. Η άλλη φεύγει από μπροστά της σαστισμένη. Η κυρά της, ανασηκωμένη στο κάθισμα, της φωνάζει θυμωμένα. Βιάζεται να ετοιμαστή για την εκκλησία της.
Φεβρουάριος : Παραμονή αποκριάς. Ο χωρικός κατεβάζει τα βόδια του με το βοδαμάξι του, να τα πουλήση. Κάποιος τα χτυπά από πίσω να προχωρήσουν. Το μεγάλο κολώνει μουγκρίζοντας. Το μικρό ακολουθεί φοβισμένο. Ο ζωέμπορας, ριγμένος βαριά πάνω στο ραβδί του, τα κοιτάζει λοξά σα να τα ζυγιάζη. Τα κοιτάζει κι ο χωρικός όπως τα σέρνει μπροστά του, σα για μια τελευταία φορά, λυπημένα …
Μάρτιος : Μέσα στο πυκνό δάσος, μέσα στην αστέναχτη φύση, τ’ όρνιο περνά ψηλά κρώζοντας. Έπειτα, μες στη σιγαλιά, ακούγεται το χτύπημα του ξυλοκόπου. Δυο άντρες κόβουν ξύλα. Η γυναίκα τα σηκώνει από χάμω με κόπο. Εδώ απάνω στα βουνά, που η ζωή είναι φτωχή με πολλά βάσανα, μονάχα τα νερά είναι μπόλικα και τα ξύλα …
Απρίλιος : Λιώσανε πια τα χιόνια. Τα κουδούνια λαλούν γλυκά, τα ποτάμια κατηφορίζουν. Στις πολιτείες, σε κιόσκια χωμένα μέσα σε πρασινάδες, οι κοπέλες κόβουν τα πρώτα λουλούδια. Τ’ αυλάκια, οι φράχτες κελαηδούν. Τ’ αυτιά γεμίζουν από ήχους. Στο σπίτι, μέσα στην αυλή, η τριανταφυλλιά μεγάλωσε και σκάλωσε ως το παράθυρο. Από κει απλώνει η κοπέλα το χέρι και κόβει το πρώτο τριαντάφυλλο, για να στολίση το κεφάλι …
Μάιος : Αυγή ακόμα, όλα είναι σκούρα και τ’ ανήλια μέρη είναι σκοτεινά σα νύχτα. Το χορτάρι μόλις χρυσίζει στην πρώτη αχτίδα. Τ’ αρχοντόπουλο με τον υποταχτικό του πάει καβάλα για κυνήγι. Το πρωινό αγέρι που φυσά, του παίρνει τη σάρπα. Το σκυλί τρέχει μπροστά μυρίζοντας. Μέσα απ’ τη φτέρη πετιέται ο λαγός … Μόλις προφταίνει να γυρίσει το κεφάλι …
Ιούνιος : Έφτασε το θέρος. Ο κόσμος είναι χυμένος έξω στα χωράφια και δουλεύει. Όλη τη μέρα θερίζουν, δεματίζουνε. Τα βράδια φτάνουνε κουρασμένα. Οι γυναίκες με τα γαϊδουράκια φεύγουν μονάχες για το χωριό. Οι άντρες κάθονται να φαν κι ύστερα ξαπλώνουν δίπλα στα δεμάτια. Περνούν μεσάνυχτα κι ακόμα ακούς κουβέντες. Τα γκρεμνά είναι γεμάτα από μια χρυσαφένια ημεράδα. Όλα, θαρρείς, μαζί τους αγρυπνούν και ξαποσταίνουνε …
Ιούλιος : Ο άρχοντας κρατώντας μπράτσο τη γυναίκα του, που δεν ξέχασε να πάρη μαζί της και το κανατάκι της, βγαίνει να δη τα υποστατικά του. Οι δούλοι του δουλεύουν. Κουρασμένοι, δεν έχουν τον καιρό ούτε να τον κοιτάξουν. Παίρνει τότε και αυτός κάτι απ’ τα χέρια τους, τάχα να τους βοηθήση …
Αύγουστος : Απ’ το πρωί, οι κοπέλες βγήκαν στ’ αμπέλια. Στις πλαγιές τώρα ακούονται τα γέλια τους και τα χάχανά τους. Μέσα στην πόλη ακούνται, πάλι, άλλοι χαρούμενοι κρότοι. Οι βαγενάδες που φτιάχνουν τα βαγένια τους …
Σεπτέμβριος : Τα σταφύλια κουβαλήθηκαν στα σπίτια και πέφτουν με κοφίνια και με κάδους μές στα πατητήρια. Τ’ ανοιχτά κατώγια των σπιτιών μυρίζουν. Βγαίνουν τα καινούρια τσίπουρα και τα πετιμέζια …
Οκτώβριος : Πέρασαν και τα πρωτοβρόχια. Η παλιά καλαμιά έχει μαυρίσει και σαπίσει. Τα βόδια ανασηκώνουνε παντού τ’ αφράτα χώματα, που χύνονται μαλακά γύρω από τ’ αλέτρι. Τα χωράφια απλώνονται σα βελούδο, ανεβαίνοντας ως το δάσος, σιμά στ’ αγριοβαλάνια. Από κει πάλι ακούεται το πελέκι που κόβει κλαδί για το χειμώνα. Δεμένο περιμένει τ’ άλογο στη ρίζα του χαμόπρινου. Όταν φορτώνεται να φύγη, ο τόπος γεμίζει από ερημιά. Πέρα, βαθιά, ακούονται φωνές και μακρινά γαυγίσματα.
Νοέμβριος : Έχει πλακώσει πια ο χειμώνας. Έξω φυσά ο αγέρας σε μια πλάση πεθαμένη και σαβανωμένη. Τα γυμνά κλαριά της λεύκας δέρνονται. Τα χλωμά φυλλαράκια σιγοτρέμουν. Οι αχνοί σβήνουν μέσα στην ερημιά. Άξαφνα ακούγεται μια τουφεκιά στα πλάγια …
Δεκέμβριος : Παραμονή Χριστούγεννα. Σφάζονται τα γουρούνια. Μέσα στην αυλή κρέμονται μ’ ανοιγμένη την κοιλιά, ανάποδα. Ο νοικοκύρης όρθιος σιάζει το κρέας τους. Η νοικοκυρά, καθισμένη πιο πέρα, πλένει μέσα στο λεβέτι τ’ άντερα, μαλώνοντας τη γάτα. Έξω ακούονται οι γκάιντες, τα κάλαντα …
Όταν ξεσήκωσα και τους δώδεκα μήνες, είχε περάσει η άνοιξη. Μες στ’ αυγινό αγέρι, τα τριαντάφυλλα της αυλής άνοιγαν κι η μοσκοβολιά τους με μέθαγε. Έξω απ’ τα παράθυρά μου τα πουλιά κελαηδούσαν, ο ήλιος έλαμπε. Όταν βγήκα ν’ αποχαιρετίσω, διχαλωτά πέφταν τα ποτάμια, σμίγοντας βοερά, σα να διπλοχαιρετιούνταν. Έσκυψα κι ήπια. Ψιλές ψιχάλες μου ράντισαν το πρόσωπο. Ξαναγύρισα στο μοναστήρι να ευχαριστήσω τη «Δέξα Παναγιά» και να ετοιμάσω τα πράγματά μου …
(απ’ το βιβλίο Οδοιπόρος, εκδόσεις Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1968)
ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού, τρίτο μέρος, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1975, ανατύπωση από τις εκδόσεις Καλοκάθη
Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012
2012 ... σκέψεις

τα πάνω … κάτω
και που λες, ξυπνάς μια ωραία πρωία κι ενώ ως τα χθες ήταν όλα ανθηρά και ρόδινα, βρίσκεσαι ξαφνικά αντιμέτωπος με την μεγάλη κρίση …
η ζωή ανατρέπεται, τα σχέδια αλλάζουν, οι αντοχές δοκιμάζονται, βοήθεια καμμία κι από πουθενά … υποφέρουν οι άλλοι, υποφέρεις κι εσύ …
και το χθες, που έως πριν από λίγο φαινόταν τόσο κοντινό κι η ευχαρίστηση από τις θύμησες απλωνόταν νωχελικά στον αέρα, γίνεται, μεμιάς, μακρινό και θλιβερό συνάμα, γιατί έτσι γίνεται πάντα, όταν έντονες γεύσεις ή οσμές ή κι αναμνήσεις ακόμα έρχονται τόσο κοντά, σε τόσο σύντομο χρόνο …
κι εσύ μένεις εκεί, αποσβολωμένος κι ανήμπορος κι απορημένος …
πίσω να πας δεν γίνεται …
μόνο μπροστά …
κι ας φοβάσαι το εμπρός …
κι ας τρέμεις το μέλλον, κι ό,τι αυτό κρύβει …
μην φοβάσαι …
η ζωή είναι απρόβλεπτη …
όπως η ευτυχία γύρισε σε αναποδιά σε μια στιγμή …
έτσι κι αυτή σε ευτυχία θα γυρίσει …
στη στιγμή …
Ιωάννης Λιάκουρας
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
Λογοτεχνία
στον καιρό της επανάστασης*Εγώ ξέρω τον εχθρό μου, είστε εσείς, το αρχοντολόι, εσείς και στους χαφιεδισμούς είστε κύριοι, εσείς είστε παντού αντιπαθητικοί – άντρες και γυναίκες, συγγραφείς και μυστικοί αστυνομικοί. Και ξέρω το μέσον εναντίον σας, ενάντια στο αρχοντολόι, το ξέρω, βλέπω τι πρέπει να κάνω μαζί σας, πώς να σας εξοντώσω.
…
Ποιος οργανώνει τη ζωή ; Το αρχοντολόι ! Ποιος χάλασε το συμπαθητικό ζώο, τον άνθρωπο, τον έκανε βρωμερό κτήνος, άρρωστο θηρίο ; Εσείς το αρχοντολόι ! Έτσι, λοιπόν, όλ’ αυτά, όλη η ζωή πρέπει να στραφεί εναντίον σας, έτσι, λοιπόν, πρέπει να ξεσκεπάσουμε όλες τις πυορροούσες πληγές της ζωής και να σας πνίξουμε στον χείμαρρο της αισχρότητας, του εμετού των ανθρώπων, των δηλητηριασμένων από σας – και να είστε καταραμένοι ! Ήρθε ο καιρός της εκτέλεσης και του ολέθρου σας, θα ξεσηκωθεί εναντίον σας ό,τι έχει σακατευτεί από σας και θα σας στραγγαλίσει, θα σας συνθλίψει. Καταλάβατε ; Να τι θα γίνει. Έχουν κιόλας σε μερικές πόλεις δοκιμάσει πόσο γερά είναι τα κεφάλια των κυρίων. Το ξέρετε ; Ναι ;
…
Στο μεταξύ, στην πόλη μεγάλωνε με ασυγκράτητη ταχύτητα κάτι το παράξενο, σαν το όνειρο. Οι άνθρωποι χάσαν ολότελα το φόβο. Στα πρόσωπα, που πριν από λίγο ήταν ανέκφραστα και υποταγμένα, τώρα πρόβαλε καθαρά κι έντονα μια έκφραση ανήσυχη. Όλοι θύμιζαν μαραγκούς, που ετοιμάζονται να γκρεμίσουν το παλιό σπίτι και συζητούν με γνώση από πού πρέπει ν’ αρχίσουν τη δουλειά.
…
Και μια φορά που ένας ξεσηκωμένος φώναξε : «Μόνον ο λαός είναι ο πραγματικός και νόμιμος αφέντης της ζωής ! Σ’ αυτόν ανήκει όλη η γη κι όλη η θέληση !», σε απάντηση αντήχησε η θριαμβευτική βοή : «Σωστά, αδερφέ !»
…
Ήρθε το φθινόπωρο, όπως πάντα, ήρεμο και μελαγχολικό, μα οι άνθρωποι δεν αντιλήφθηκαν τον ερχομό του. Οι χθεσινοί αυθάδεις και σαματατζήδες κατέβαιναν σήμερα στους δρόμους ακόμα πιο θρασείς.
Έπειτα ήρθαν μέρες τρομερές, θαυμαστές όπως στα παραμύθια μέρες – οι άνθρωποι πάψαν να δουλεύουν, κι η συνηθισμένη ζωή, που τόσους χρόνους και καιρούς βασάνιζε τους πάντες με το σκληρό, το άσκοπο παιχνίδι της, σταμάτησε μονομιάς, πάγωσε, ζουληγμένη θαρρείς από κάποια πανίσχυρη αγκαλιά. Οι εργάτες αρνήθηκαν να δώσουν στην πόλη – τον κύριό τους – ψωμί, φως, νερό και κάμποσες νύχτες έμεινε στο σκοτάδι, νηστική, διψασμένη, σκυθρωπή και ταπεινωμένη. Σ’ εκείνες τις μαύρες, οργισμένες νύχτες, ο εργατικός κόσμος τριγυρνούσε στους δρόμους με τραγούδια, με παιδική χαρά στα μάτια, οι άνθρωποι για πρώτη φορά βλέπαν καθαρά τη δύναμή τους, και μόνοι τους θαύμαζαν τη σημασία της, κατάλαβαν την εξουσία τους πάνω στη ζωή και πανηγύριζαν αμέριμνα, κοιτώντας τα σπίτια που είχαν τυφλωθεί, τις ακίνητες, τις νεκρές μηχανές, την αστυνομία που τά ‘χε χαμένα, τα κλειστά στόματα των μαγαζιών και των ταβερνών, τα τρομαγμένα πρόσωπα, τις καταδεχτικές φυσιογνωμίες των ανθρώπων εκείνων, που επειδή δεν ξέραν να δουλεύουν κι έμαθαν να τρων πολύ, θεωρούσαν ότι ήταν οι καλύτεροι της πόλης. Τις μέρες εκείνες η εξουσία πάνω στη ζωή αποσπάστηκε από τα αδύναμα χέρια τους, αλλά η σκληρότητα και η πονηριά έμεινε μαζί τους.
* Μαξίμ Γκόρκι, «η ζωή ενός άχρηστου ανθρώπου», σ.σ. 232 κ. επ., εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος 1989
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
Λογοτεχνία
πατρίδα αγαπημένη(1) ιστορίες από το χθες που μοιάζει με το σήμερα
Ο Ναστρεντίν Χότζας, με το μαύρο γενάκι του πάνω στη μπρούτζινη φάτσα του και την πονηρή σπίθα μέσα στα γελαστά του μάτια, λάτρευε την πατρίδα του(2). Τίποτα στον κόσμο δεν αγαπούσε πιότερο απ’ αυτή. Όσο πιο μακριά έφευγε, περπατώντας με τα τρύπια στιβάλια του και τυλιγμένος μέσα στο μπαλωμένο και γεμάτο λαδιές καφτάνι του, τόσο πιότερο την αγαπούσε και την επιθυμούσε. Όλα τα χρόνια που πέρασε εξόριστος, θυμόταν αδιάκοπα τα στενά δρομάκια της, που σ’ αυτά οι ρόδες των κάρων έχουν ανοίξει δυο βαθιά αυλάκια. Και θυμόταν τους ψηλούς μιναρέδες με τους φαρφουρένιους πολύχρωμους τρούλους τους, τόσο περίτεχνα καμπυλωμένους, που ατραφτοκοπάνε, κάθε πρωί και κάθε βράδυ, στις αχτίδες του ήλιου. Θυμόταν τα γέρικα ιερά δέντρα, που πάνω στα κλαδιά τους χτίζουν φωλιές οι πελαργοί. Θυμόταν τους απόμερους καφενέδες, κάτω από την παιχνιδιάρικη σκιά που ρίχνουν οι φτελιές, τον καπνό από τα τζάκια των χανιών και τα ποικιλόμορφα πλήθη των παζαριών. Θυμόταν, ακόμα, τα βουνά, τα λουλούδια, τα χωριουδάκια, τα χωράφια, τους κάμπους και τις καλύβες της πατρικής του γης. Κι όταν κάπου κει πέρα, στη Βαγδάτη ή στη Δαμασκό, συναπαντιόταν με κανέναν πατριώτη, που τον αναγνώριζε από το κόψιμο του καφτανιού του, η καρδιά του ανασκιρτούσε.
Τώρα, που ξαναγύριζε σε τούτα τα χώματα, εύρισκε την πατρίδα του πιότερο δυστυχισμένη κι από τότες που την είχε αφήσει. Ο παλιός εμίρης από καιρό βρισκόταν κάτω από τη γη κι ο καινούργιος, μέσα στα οχτώ χρόνια της βασιλείας του, είχε καταφέρει να δυστυχήσει όσο ποτές άλλοτες η πολιτεία της Μπουχάρας.
Ο Ναστρεντίν Χότζας κοίταζε περίλυπα τα μικρά γκρεμισμένα γεφύρια, τα χωράφια του σταριού και του κριθαριού άσκημα οργωμένα και καμένα από τον ήλιο, τ’ αυλάκια του νερού για πότισμα ξεραμένα τόσο, που τα χώματά τους είχανε πέσει και τά ‘χανε θάψει. Ο κάμπος είταν πνιγμένος από βάτα, αγριόχορτα, μολόχες και τσουκνίδες. Τα περιβόλια είχαν τσουρουφλιστεί από την ξηρασία. Οι χωρικοί δεν είχαν ούτε ψωμί ούτε ζωντανά. Στους δρόμους μπουλούκια οι ζητιάνοι σπρώχνονταν ή κάθονταν, σε μακριές ουρές, κάνοντας το καθετί για να πετύχουν μια κάποια ελεημοσύνη απ’ όποιον κι αν έβλεπαν, ακόμα κι από ζητιάνους τόσο φτωχούς όσο κι οι ίδιοι. Ο καινούργιος εμίρης είχε βάλει ζαπτιέδες στο κάθε χωριουδάκι και πρόσταζε τους χωρικούς να τους ταΐζουν και να τους κοιμίζουν. Μεγαλοπράγμονας καθώς είταν, φιλοτιμήθηκε να θεμελιώσει αναρίθμητα τζαμιά κι ανάθεσε στο λαό του τη φροντίδα να τ’ αποτελειώσει. Ω ! είταν πολύ θρήσκος ο καινούργιος εμίρης· πήγαινε – ακόμα και με βροχή, ακόμα και με αγέρα – δυο φορές το χρόνο να προσκυνήσει τα θαυματουργά κόκαλα του ντερβίση Μπογκαεντίν, που το μαυσωλείο του υψώνεται σιμά στη Μπουχάρα. Στους παλιούς φόρους, που είτανε τεσσάρων διαφορετικών ειδών, πρόσθεσε τρεις νέους κι έβαλε, ακόμα, ένα βαρύ φόρο για τα περάσματα των ποταμιών με σάλια, που τά ‘κανε κρατικά. Αύξησε και τους δασμούς των τελωνείων, τα τέλη της δικαιοσύνης και, σα να μην έφταναν αυτά, έκοψε τεράστιες ποσότητες από κάλπικα νομίσματα. Η βιοτεχνία περνούσε μεγάλη κρίση. Το εμπόριο φυτοζωούσε. Πολύ θλιβερή στάθηκε η υποδοχή, που έκανε στο Ναστρεντίν Χότζα η αγαπημένη του πατρίδα.
(1) Λεωνίδα Σολοβιώφ, ο Ναστρεντίν Χότζας, απόδοση από τη γαλλική μετάφραση Δ. Φωτιάδη, σ. 19-20, εκδόσεις Δωρικός 1980
(2) Μπουχάρα
Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011
Δοκίμια
Η θυσία μάς δειχνόταν πανηγύρι. Η θέα του Σολωμού με την κόψη του σπαθιού την τρομερή, αλλά και με τη δύναμη όλα γύρω της φως να τα κάνη, σα να είχε κατεβή ανάμεσό μας μέσα σε δεύτερη όμοια επική ενσάρκωση. Πολύ καλά γνωρίζω πως μέσα στο βάθος όλων εκείνων των πραγμάτων και των ακουσμάτων που μας συντάραζαν, μας ηλέκτριζαν και μας ζωντάνευαν, στέκονταν κατακάθια γλιστερά, στρώματα σχηματίζονταν ύποπτα πολύ στη στερεότητα και στην πάστρα. Η πολιτική παντού θολώνει τα νερά. Ό,τι μας παρουσιάζεται στη σκηνή με αρχοντική μεγαλοπρέπεια στα παρασκήνια παραδέρνει με τα κουρέλλια. Ένας λαός, ο ίδιος, που δείχνετ’ έτοιμος να πεθάνη για το θρίαμβο μιας ιδέας, λίγο να μπορούσε να προσέξη, λίγο να τα στύλωνε ανοιγμένα τα μάτια του, μπορούσε να καταλάβη πώς γίνεται το παιγνίδι καλοθελητών ανίερων, και θα πάγωνε και θα σταματούσε. Η ιστορία συχνά πυκνά δεν είναι παρά σκηνοθεσία. Και όμως μέσα στη φρεναπάτη αυτή βρίσκεται ο οίστρος που κάνει και τους ανθρώπους χωριστά και τους λαούς ομαδικά να τραβάν’ εμπρός, και με τη φαντασία πως είναι κάτι, να γίνωνται «κάτι», αγάλια αγάλια, αργά αργά, και χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνουν, να ξημερώνωνται καλύτεροι. Προ ολίγου καιρού μέσα στην Εθνοσυνέλευση, σε συνεδρία ιστορική, που το Έθνος φαίνοταν σα να ήθελε να εξοφλήση μια για πάντα με τα περασμένα, μια φωνή ακούστηκεν· ένας πληρεξούσιος θέλησε να συνοψίση, να συμπυκνώση επιγραμματικά την καταφρόνησή του προς το καθεστώς που είτανε για να καταλυθή : «Ίσα με τα τώρα, έκραξε, ζούσαμε με τα παραμύθια !». Η κραυγή εκείνη έσπερνε τη μελαγχολία στη σκέψη που χτυπούσε μέσα της το βάρος μιας αλήθειας καθώς την έρριχνε το απελπιστικό εκείνο και ενθαρρυντικό μαζί ανάκρασμα.
Όμως το ερώτημα του Πιλάτου προς τον Κύριο «Τί ἐστὶν ἀλήθεια ;» μένει πάντα χωρίς απόκριση. Υπάρχει αλήθεια, καθώς τη στοχαζόμαστε ; Και αν υπάρχη, είναι μία η αλήθεια ; Είναι πολλές ; Ποιος ξέρει ! Ξέρω μονάχα πως η σκέψη αν άφηνε να τη θρέψουν αποκλειστικά, τα μελαγχολικά επακόλουθα τα εμπνευσμέν’ από κραυγές σαν εκείνη που ακούστηκε στην Εθνοσυνέλευση, γλήγορα θ’ απόμενε ατροφική, πια δε θα είχε τίποτε με τη ζωή να κάμη. Μέσα μας κράζει μια φωνή που είναι ικανή να σκεπάση, με την κρυσταλλένια μελωδία της, με την ασύγκριτή της ηχηρότητα, κάθε βοή· και μας λέει ! Πάντα ζούσαμε, ζούμε και θα ζούμε με τα παραμύθια ! Αυτά, η πρώτη αρχή και ο έσχατος λόγος της ζωής.
*Κωστή Παλαμά, «Άπαντα», τ. ΙΒ΄, σ. 269-270, εκδόσεις Γκοβόστη.
Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011
Φιλοσοφία
Ήρωες*Οι ομηρικοί ήρωες είναι αναμφίβολα ωραίοι και γενναίοι αλλά πάντοτε στο ανθρώπινο μέτρο … Όλοι οφείλουν να υποφέρουν και να πεθάνουν· οι πολλαπλές επεμβάσεις των θεοτήτων που τους παραστέκονται δεν μπορούν να τους απαλλάξουν από αυτό το διπλό πεπρωμένο.
Και ο ίδιος ο Αχιλλέας θα πεθάνει. … Και όταν πεθαίνει ο Πάτροκλος, ο Όμηρος δείχνει τον Αχιλλέα πεσμένο στη γη από την απελπισία του – όμοιο με νεκρό, γύρω από τον οποίον οι άλλοι θρηνούν.
Η Θέτις … δεν μπορεί να αντιδράσει. Ακόμα και ο Δίας είναι ανίσχυρος όταν πρόκειται για το δικό του γιο, το Σαρπηδόνα, πρίγκιπα της Λυδίας και σύμμαχο των Τρώων. Ο Όμηρος, για να δείξει καλύτερα ότι ακόμα και αυτός ο γιος του Δία είναι θνητός, εισάγει ένα σπαραχτικό δισταγμό. Ο Δίας βλέπει το γιο του στα πρόθυρα του θανάτου κι αναρωτιέται ανάστατος αν, παρόλα αυτά, θα μπορούσε να τον σώσει. Τότε η Ήρα διαμαρτύρεται : «Έναν άνθρωπο θνητό, που είναι από μιας αρχής γραμμένος να σκοτωθεί, θέλεις πάλι να γλιτώσεις από τον καταραμένο θάνατο ;» (Π 441 κ.εξ.). Και ο Δίας υποχωρεί. Σε ένδειξη πένθους ραντίζει τη γη με σταγόνες αίμα, αλλά αφήνει το γιο του να πεθάνει. Οι ήρωες είναι λοιπόν θνητοί έστω κι αν πρόκειται για παιδιά θεού ή θεάς. Και γι’ αυτούς υπάρχει το τέλος. …
Ο Αχιλλέας του Ομήρου δεν είναι άτρωτος. Και η Ιλιάδα δεν γνωρίζει το θρύλο της φτέρνας του. Τα όπλα του δεν είναι μαγικά ούτε η πανοπλία του αδιαπέραστη … Ο Αχιλλέας, γιος μιας θεάς, δεν διέθετε παρά ανθρώπινα μέσα.
Ακόμα και στην ηθική τάξη δεν είναι υπεράνθρωπος, κάθε άλλο. Η οργή του υπήρξε ένα σοβαρό σφάλμα που στοίχισε τη ζωή σε πολλούς ανθρώπους και πάνω σε αυτή τη διαπίστωση αρχίζει το ποίημα. Ο Αχιλλέας είναι οργισμένος, δεν έχει μέτρο, υποπίπτει σε σφάλματα.
Και τελικά, ακόμα και ο ηρωισμός παίρνει στον Όμηρο ανθρώπινη διάσταση που δεν ξανασυναντάμε ούτε σε άλλους πολιτισμούς ούτε στην Ελλάδα. Σχεδόν όλοι οι ήρωές του γνωρίζουν κάποτε την αμφιβολία και το δισταγμό· αυτές οι σύντομες στιγμές προβάλλουν τον ηρωισμό τους, αλλά φέρνουν αυτόν τον ηρωισμό πιο κοντά σε μας, τον κάνουν πιο ικανό να συγκινήσει.
Πριν ο Έκτορας … αποδεχτεί την τελική μάχη, ακούει τις πανικόβλητες ικεσίες του πατέρα του και της μητέρας του. Ο ίδιος, χωρίς να οπισθοχωρήσει, μετράει τον κίνδυνο που διατρέχει : «Αλίμονό μου ! Αν χωθώ μέσα στις πύλες και στα τείχη …». Αντιμετωπίζει ακόμα και μια ύστατη διαπραγμάτευση : «Αν πάλι βάλω κάτω την αφαλωτή ασπίδα και το δυνατό κράνος, κι ακουμπώντας το δόρυ μου στο τείχος προχωρήσω ο ίδιος και έρθω αντίκρυ στον αψεγάδιαστο Αχιλλέα και του υποσχεθώ …». Αναλογίζεται τις υποσχέσεις και τις εγγυήσεις και ύστερα συνέρχεται : «Όμως γιατί η ψυχή μου τα διαλογίστηκε αυτά ;». Και καταλήγει : «Πιο καλά να χτυπηθώ μια ώρα αρχύτερα. Ας δούμε σε ποιόν από τους δυο θα δώσει ο Ολύμπιος τη δόξα» (Χ 99-130).
Στον δικό μας κόσμο, όπου οι έννοιες της τιμής και της δόξας φαίνονται απογυμνωμένες από κάθε απήχηση και ακτινοβολία, αυτές οι τελικές δηλώσεις κινδυνεύουν να φανούν σχεδόν πομπώδεις. …
… «Αλίμονο, τι θα πάθω ; Μεγάλο κακό είναι να φύγω γιατί φοβήθηκα τον πολύ στρατό, χειρότερα όμως το να σκοτωθώ μονάχος …» λέει ο Οδυσσέας στην Ιλιάδα (Λ 404-412). Αλλά παίρνει τη μεγάλη απόφαση, όπως ο Έκτορας : «Όμως γιατί η ψυχή μου τα διαλογίστηκε αυτά ; Ξέρω πως οι δειλοί φεύγουν από τον πόλεμο …». Το ίδιο και ο Μενέλαος, στη ραψωδία Ρ (91-108) : «Αλίμονο σε μένα αν αφήσω τα όμορφα όπλα … Αν όμως πάλι, έτσι μόνος που είμαι, πολεμήσω με τον Έκτορα και με τους Τρώες από ντροπή, μήπως με περικυκλώσουν εμένα τον ένα πολλοί …». Ίσως να υποχωρούσε, αλλά μια επίθεση των Τρώων δεν τον αφήνει να ταλντευτεί περισσότερο.
… Οι ήρωες αψηφούν το θάνατο χωρίς ποτέ να αγνοούν την αξία της ζωής.
* Ζακλίν ντε Ρομιγύ, «Γιατί η Ελλάδα ;», σ. 38 κ.επ., εκδόσεις το Άστυ 1993
Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011
Μυθολογούμενα

Το τέλος του Πελία*
Παραπλέοντας τις Ακτές της Θράκης η Αργώ έπιασε στη Μαρώνεια. … αποχαιρέτησαν τον Ιάσονα και τη … Μήδεια … ο Ζήτης και ο Κάλαϊς … Οι υπόλοιποι τους συνόδεψαν ως την Ιωλκό.
Εκεί τους περίμενε μια απίστευτη είδηση : Βλέποντας πως ο Ιάσονας αργούσε να γυρίσει και βέβαιος πως δε θα ξαναγύριζε ποτέ, ο απαίσιος Πελίας έστειλε μ’ απατηλές υποσχέσεις κι έπεισε τον απονήρευτο Αίσωνα νάρθει μ’ όλη την οικογένειά του στην Ιωλκό, για να περιμένουν τάχα μαζί την επιστροφή της Αργώς. Κι άξαφνα μια μέρα έβαλε και τον σκότωσαν μαζί με τον μικρό του γιο, τον Πρόμαχο. Μαθαίνοντας το φριχτό θάνατο του αντρός και του παιδιού της η δυστυχισμένη μητέρα του, η Πολυδήμη, κρεμάστηκε στο σπίτι της την ίδια νύχτα. Έτσι ο κακούργος βασιλιάς μπορούσε πια, όπως πίστευε, να χαίρεται σίγουρος κι ανενόχλητος τον κλεμμένο θρόνο.
Ακούγοντας όλα τούτα τα φοβερά νέα ο Ιάσονας κέρωσε. Η πρώτη του σκέψη ήταν να βγεί αμέσως απ’ την Αργώ κι ορμώντας με τους φίλους του στο παλάτι να τιμωρήσει το δολοφόνο. Μα η Μήδεια τον σταμάτησε, επεμβάινοντας ζωηρά για πρώτη φορά ύστερα απ’ το θάνατο του Άψυρτου.
Δεν είναι φρόνιμο, του είπε, να εκτεθείς σ’ έναν τέτοιο κίνδυνο. Ούτε και σωστό να εκθέσεις σ’ αυτόν τους φίλους σου, που αρκετά σου πρόσφεραν και ταλαιπωρήθηκαν μαζί σου. Την τιμωρία του Πελία άφησέ την σε μένα. Θα τον εκδικηθώ, όπως τ’ αξίζει. Εσύ κι οι φίλοι σου κάντε πως πιστεύετε τις ψευτιές του. Δεχτείτε τη φιλοξενία του και πάρτε πρόθυμα μέρος στις γιορτές που θα κάνει για χάρη σας. Μόνο μην του παραδώσεις το χρυσόδερμα πριν σου πω εγώ.
Ο Ιάσονας την κοίταξε δισταχτικός. Οι άλλοι, για πρώτη φορά ύστερ’ απ’ το φοβερό διαμελισμό του αδερφού της, την τριγύρισαν μ’ εμπιστοσύνη και κάποια συμπάθεια.
Η Μήδεια είχε δίκιο. Ο Πελίας τους υποδέχτηκε με αλαλαγμούς χαράς … δικαιολογήθηκε για τον φόνο του αδερφού του και του ανεψιού του, λέγοντας πως οι φρουροί του τους σκότωσαν κατά λάθος ένα βράδυ που πήγαιναν να τον επισκεφτούν στο παλάτι, παίρνοντάς τους για κακοποιούς.
Ο Ιάσονας, κάτω απ’ την ακοίμητη ματιά της Μήδειας, καμώθηκε τόσο καλά πως το πίστεψε, ώστε ο Πελίας ξένοιασε ολότελα. Και τότε άρχισε μια ατέλειωτη σειρά από γιορτές … που θάκλειναν με την ανταλλαγή των συμφωνημένων : Ο Ιάσονας … το «χρυσόμαλλον δέρας», ο Πελίας το θρόνο του πατέρα του. Φυσικά ο … θείος δε σκόπευε να … δώσει ό,τι είχε υποσχεθεί. Αντίθετα, ετοίμαζε πώς θα ξαπόστελνε κι αυτόν να βρει το γρηγορότερο τους δικούς του.
Τότε παρουσιάστηκε σ’ όλη τη διαβολική παντοδυναμία της η Μήδεια. … σε λίγο δεν έμεινε άνθρωπος στην Ιωλκό … που να μην τη λατρεύει …
Άμα ένιωσε τη δύναμή της ατράνταχτα θεμελιωμένη, πήρε τη μεγάλη απόφαση : … ο κήρυκας του βασιλιά κάλεσε το λαό να συναχθεί στην πλατεία, μπρος στο παλάτι, για να θαυμάσει μιαν ακόμα επίδειξη της Μήδειας. … Δίπλα στο βωμό οι δούλοι άναψαν λαμπρή φωτιά κι απάνω της τοποθέτησαν πελώριο χάλκινο καζάνι. Ένα δωδεκάχρονο αγόρι οδήγησε στο βωμό ένα υπέργηρο λευκό κριάρι. Η Μήδεια συμβολικά ακούμπησε το χρυσό μαχαίρι της στο λαιμό του κι ο βασιλικός ιερέας τόσφαξε, το κομμάτιασε κι απόθεσε τα ματωμένα κομμάτια πάνω στο βώμο. Από κει τα πήρε η Μήδεια, βάφοντας τα χέρια της στο αίμα τους, και τάριξε στο καζάνι, όπου κόχλαζε το νερό. Συνάμα τα χείλη της άρχισαν να προφέρουν ακατάληπτες λέξεις σε μια γλώσσα βαρβαρική, πούμοιαζε με τον κοχλασμό του νερού, και τα γυμνά της χέρια να κινούνται παράξενα, κυκλικά, πάνω από τους καυτούς ατμούς. Άμα η φωτιά χώνεψε και το νερό έπαψε να κοχλάζει, η Μήδεια, με χέρια ολοκάθαρα, όπου δεν έβλεπες πια ούτε μια κηλίδα από αίμα, άρχισε ένα δαιμονικό χορό γύρω απ’ το βωμό, σκεπάζοντας με τα λευκά κύματα των πέπλων της πότε το βωμό πότε τη μισοσβησμένη φωτιά και το καζάνι. Στο τέλος, κουρασμένη, εξαντλημένη, έπιασε τα χείλια του καζανιού και τα’ αναποδογύρισε πάνω στη θράκα.
Μια μυριόστομη κραυγή βγήκε από τα στήθια του κατάπληχτου κόσμου. Μέσα απ’ το καζάνι είχε ξεπηδήσει ένα κάτασπρο αρνάκι, κάτασπρο σαν τα πέπλα της μάγισσας, και χοπήδαγε χαρούμενο γύρω της βελάζοντας γλυκά.
Τ’ άλλα όλα έγιναν γοργά κι αναπάντεχα μέσα σ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού. Όλοι πέφτανε στα πόδια της και την ικέτευαν, άλλος ν’ αναστήσει το πεθαμένο παιδί του, άλλος να ξαναδώσει υγεία και νιάτα στους εκατοχρονίτες γονιούς του. Η Μήδεια, ακουμπισμένη σε μια κολόνα, χλωμή, με μισάνοιχτα χείλια, τους κοίταζε άφωνη. Στο τέλος είπε με κόπο :
- Θα πρέπει εσείς να διαλέξετε τον τυχερό. Γιατί δεν έχω το δικαίωμα, ούτε τη δύναμη, παρά για ένα μόνο κάθε δυο χρόνια.
Τότε όρμησαν κι έπεσαν μπρος της γονατιστές οι τέσσερεις κόρες του Πελία, η Πεισιδίκη, η Πελοπία, η Ιπποθόη κι η γλυκιά, η στοργική Άλκηστη.
- Δώσε πρώτα στον δικό μας πατέρα τα νιάτα. Είναι τόσο γέρος κι ανήμπορος. Κι έπειτα είναι ο βασιλιάς. Δικαιωματικά του ανήκουν τα πρωτεία.
Η Μήδεια τις κοίταξε για λίγο σιωπηλή. Στο τέλος κατένευσε. Και μέσα σ’ έναν αφάνταστο ενθουσιασμό, μαζί και βαθιά θρησκευτική κατάνυξη, ο Πελίας σηκώθηκε απ’ το θρόνο του και γεμάτος εμπιστοσύνη πλησίασε στο βωμό. Εκεί η μάγισσα ακούμπησε πάλι συμβολικά το χρυσό της μαχαίρι στο γέρικο λαιμό του βασιλιά κι ο βασιλικός ιερέας, κάτω από τα’ άπληστα βλέμματα του πλήθους, επανέλαβε ό,τι ακριβώς είχε κάνει στο γέρικο κριάρι.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει στη δύση του, μια δύση κατακόκκινη, ματοβαμμένη, όταν η Μήδεια σταμάτησε τον ξέφρενο τελετουργικό χορό της γύρω απ’ το βωμό και το καζάνι. Ύστερ’ αργά, με χέρια που έτρεμαν, έπιασε το καζάνι και τ’ αναποδογύρισε. Μα τούτη τη φορά πάνω στη θράκας δεν πήδησε ένα νέο παλικάρι, όπως όλοι περίμεναν. Μονάχα ένας απαίσιος πολτός, καμωμένος από λειωμένες σάρκες και κόκαλα, απλώθηκε σα μαύρος λεκές πάνω στη φλογισμένη γη.
*Αντιγόνης Μπέλου – Θρεψιάδη, «μυθολογία», κ. Β΄ «Αργοναυτικά», σελ. 80 κ.επ., Εστία 1977.

