Τρίτη 8 Απριλίου 2008

Ποίηση

Οι σύντροφοι στον Άδη[1]

νήπιοι, οι κατά βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον. Αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμον ήμαρ.
[2]

ΟΔΥΣΣΕΙΑ
______________________

Αφού μας μέναν παξιμάδια
τί κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιαλιά
του Ήλιου τ’ αργά γελάδια

που το καθένα κι ένα κάστρο
για να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας κι άστρο !

Πεινούσαμε στης γης την πλάτη,
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι.
_______________________


[1] Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος, 1972, 1981
[2] Οι άσεβοι, που φάγανε τ’ Ουρανοδρόμου Ήλιου
τα βόδια και τους στέρησε του γυρισμού τη μέρα.
(α 8-9, μετάφραση Ζ. Σιδέρη)

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

εθνικές ιδεολογίες

Δυτικισμός και ραγιαδισμός[1]

Γιατί η αντίληψή μας για το έθνος να είναι σαν την κλίνη του Προκρούστη ; Γιατί να μην είναι «πλουραλιστική» ώστε να χωράει όλους τους Έλληνες, ανεξαρτήτως πολιτικοθρησκευτικών τοποθετήσεων ; … το έθνος κακώς θεωρείται σαν κάτι το ομογενές και μονολιθικό και όχι σαν κάτι το πολύτροπο, το πολυεκδοχικό ή «πλουραλιστικό».

[από τον πρόλογο του συγγραφέα]

Κατά την κυρίαρχη αντίληψη στους κόλπους της εκκλησιαστικής διανόησης η επιβίωση «εθνικών» (μη χριστιανικών) στοιχείων αποτελεί «ενδημική νόσο του Γένους». Αντί να αναγνωρίσει στον «πνευματικό δυϊσμό» Ορθοδοξίας – «ελληνισμού» την γόνιμη εσωτερική κινητήρια αντίθεση του Γένους, την βλέπει σαν κατάρα.

Η αντίληψη αυτή, εμπνέοντας πρακτικές μονολιθικότητας, που μόνο πνευματική αγκύλωση είναι σε θέση να προκαλούν, πρέπει να χαρακτηριστεί ως η βασική αιτία της απουσίας πλουραλιστικής εθνικής και οικουμενικής συνείδησης που χαρακτηρίζει τις ασώματες σήμερα κεφαλές του Γένους μας. Η βασική ευθύνη για την απουσία πλουραλιστικής συνείδησης, κατά το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία, πρέπει να αποδοθεί στην τότε θρησκευτική διανόηση. Για την περίοδο της «ανεξάρτητης» κρατικής μας υπόστασης η ιστορική ευθύνη αλλάζει φορέα και πρέπει φυσικά να αποδοθεί στην φωταδιστική διανόηση.

Ο εκδυτικισμός συνδέεται με την «εθνική» («ελληνίζουσα») συνιστώσα, αφού αυτή είναι που πρωτοστατεί στην εισαγωγή του κατά τους τελευταίους αιώνες. Νομιμοποιεί όμως αυτό την αναδρομική δικαίωση των δυκιτιστών, τώρα που αποδείχνεται ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι ο χειρότερος που θα μπορούσε να λάχει στην ανθρωπότητα (αφού είναι ο μόνος καταστρέφει ολικά τόσο το πρόσωπο όσο και τη φύση); Κάτι τέτοιο θα είναι παντελώς αστήρικτο. Ο εκδυτικισμός δεν μπορεί να φορτωθεί αποκλειστικά στους «ελληνίζοντες», αφού και οι «αντιδυτικιστές» δεν ήταν λιγότερο τυφλωμένοι από τα φώτα της Εσπερίας. Ούτε λύνει άλλωστε κανένα πρόβλημα μια τέτοια βολική για ορισμένους ταξινόμηση του παρελθόντος.

Όταν κρίνουμε τους ελληνίζοντες δυτικιστές της Τουρκοκρατίας δεν πρέπει να ξεχνάμε την πραγματικότητα του ραγιαδισμού. Η στάση απέναντι στον ραγιαδισμό είναι, την περίοδο αυτή, η λυδία λίθος για την αποφυγή των αναχρονιστικών προσλήψεων της Ιστορίας. Κύρια πλευρά της εθνικής αλλοτρίωσης και κύρια απειλή για το Γένος ήταν ο ραγιαδισμός. Αν ο δυτικισμός ήταν μια εκφυλιστική ασθένεια που μας κατέστρεφε από πάνω, από το κεφάλι, ο ραγιαδισμός ήταν η αρρώστια που μας κατέτρωγε από τα κάτω, από την καρδιά και το ένστικτο. Οι ελληνίζοντες δυτικιστές λειτούργησαν, και είναι προς τιμήν τους, σαν ζωτική προωθητική δύναμη που συνετέλεσε τα μέγιστα στη διατήρηση της θέλησης του έθνους για επιβίωση και μάλιστα εντελώς συμπληρωματικά με το χρησμολογικό ένστικτο της λαϊκής προφητολογίας, που ξεκινάει από τον μαρμαρωμένο βασιλιά και φτάνει στον «περιούσιο λαό» που είναι εντεταλμένος άνωθεν να σώσει τον κόσμο. Χάρη πρωτίστως στους δυτικιστές-ελληνίζοντες κι αυτούς τους αφανέις χρησμοδότες (καλόγήρους ως επί το πλέιστον), βγήκαμε από τη λήθη της Ιστορίας και γινήκαμε «σύγχρονο έθνος» - δηλαδή δεν καταντήσαμε ένα από τα τόσα ξεχασμένα εθνικά υποζύγια της «θείω βουλήματι» αγιωτάτης των οθωμανών βασιλείας.
…
[1] Θεοδώρου Ζιάκα, «Έθνος και Παράδοση», εκδόσεις Αιγαίον & εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 1993

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Β΄ παγκόσμιος πόλεμος

Ο Ελληνικός Χρυσός[1]

Το Απρίλιο του 1941, αμέσως μετά την γερμανική προσβολή, ο ελληνικός χρυσός είχε μεταφερθεί στην Κρήτη και είχε εναποτεθεί στο υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδας στο Ηράκλειο. Από το Ηράκλειο φορτώθηκε σε ένα μικρό αγγλικό ρυμουλκό, το «Σάλβυα», με προορισμό τη Σούδα, όπου θα τον παρελάμβανε για την Αλεξάνδρεια ένα βρετανικό πολεμικό. Όταν το «Σάλβυα» απέπλευσε, δέχθηκε επίθεση των «Στούκας», ενώ το πολύτιμο χρυσάφι, ήταν ριγμένο στο κατάστρωμα. Το ρυμουλκό ήταν εξοπλισμένο με αντιεροπορικά πολυβόλα και αμύνθηκε απεγνωσμένα. Διέφυγε πάντως την καταστροφή και έφθασε στη Σούδα, όπου το ενέμενε το αγγλικό καταδρομικό «Διδώ». Κατά αφήγηση του Διοικητού της Τραπέζης Γ. Ματζαβίνου :

«… Πάλιν υπό συνεχή συναγερμόν και βομβαρδισμόν των στούκας, ο χρυσός μετεφορτώθη εις το καταδρομικόν με την βοήθειαν και των Άγγλων ναυτών. Πλάι εις το «Διδώ» που τα πυροβόλα της διαρκώς έβαλλαν, ήρχισε βληθέν να καίεται ένα Δανικόν πλοίον. Όλη αυτή η εργασία εγίνετο με απιστεύτως νευρικόν ρυθμόν, διότι ο Άγγλος κυβερνήτης φοβούμενος δια το πλοίον του, εβιάζετο να το θέση σε κίνησιν και υπήρχε ένα μέρος του πολυτίμου φορτίου, καθώς μετεφορτώνετο, να πέση εις την θάλασσαν. Ευτυχώς η μεταφορά έγινεν εις τα κύτη του «Διδώ» χωρίς καμίαν ζημίαν. Μόνον ένα κιβώτιον, ενώ μετεφέρετο εις το κύτος του καταδρομικού, έσπασε και το κύτος εγέμισεν από χρυσάς λίρας. Αυτό ανησύχησε πολύ τον Άγγλον κυβερνήτην και διέταξε ένα συνεργείον ναυτών, ενώ το «Διδώ» έπλεε προς Αλεξάνδρειαν, να μαζέψη τας χρυσάς λίρας. Όλαι αι λίραι ευρέθησαν εκτός μίας».

(Ηλία Βενέζη : «Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος», Αθήναι 1955, σελ. 246.)

Στις 22 Μαΐου, ο χρυσός εναποθηκεύθηκε στο υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης της Αιγύπτου, στην Αλεξάνδρεια, προσωρινά. Η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής δέχτηκε να τον φιλοξενήσει σε όλη την διάρκεια του πολέμου στα θησαυροφυλάκιά της.

Όταν οι ελληνικές αρχές θα αναχωρούσαν με το «Νιου Άμστερνταμ», παρουσιάστηκαν εκπρόσωποι της Τραπέζης της Ελλάδος στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου για να παραλάβουν το χρυσό. Έκπληκτοι όμως άκουσαν εκπρόσωπο της τραπέζης να τους λέει :

- Να πάρετε τον χρυσόν ; Αλλ’ εμείς γνωρίζουμε, ότι η Τράπεζα της Ελλάδος εδρεύει στην Αθήνα. Πρέπει να λάβουμε εντολή από την Αθήνα για να επιτρέψουμε την εξαγωγή του !

Τα έχασαν οι υπάλληλοι από την απίθανη δικαιολογία των Αιγυπτίων. Το άρθρο 2 του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος όπως τροποποιήθηκε με τον Α,Ν, 3004/1941 στα Χανιά έχει ως εξής : «Η Τράπεζα της Ελλάδος εδρεύει εν τη πόλει, εν η εδρεύει η νόμιμος Κυβέρνησις της Χώρας. Εν τη αυτή πόλει ευρίσκεται το Κεντρικόν Κατάστημα αυτής». Τελικά μετά από διαβήματα της κυβέρνησης, ο χρυσός φορτώθηκε σε καμιόνια και με την συνοδεία αρμάτων μεταφέρθηκε διά μέσου της ερήμου στο Σουέζ. Εκεί τον παρέλαβε ένα επίτακτο εμπορικό σκάφος που μετείχε στην νηοπομπή και έφθασε στο Ντάρμπαν της Νοτίου Αφρικής. Με ισχυρά φρουρούμενη αμαξοστοιχία που διέθεσε ο πρωθυπουργός Γιαν Σματς, μεταφέρθηκε στο Γκέρμιστον, όπου έλιωσε και μετατράπηκε σε ομοιογενείς ράβδους. Προέκυψε χρυσός της κεκανομισμένης καθαρότητας βάρους ουγγιών 608.350 και 790/000, (η ζύγιση πολυτίμων μετάλλων ισούται με το 1/12 της λίτρας, δηλαδή 31,1035 γραμμάρια). Από το Γκρέμιστον, μεταφέρθηκε στην Πραιτώρια και αποθηκεύθηκε στα θησαυροφυλάκια της εκδοτικής Τραπέζης της Νοτίου Αφρικής.
…

Αυτό είναι το χρονικόν της διάσωσης του εις χρυσόν αποθέματος της Τραπέζης της Ελλάδος. Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα από τις καταληφθείσες που ο χρυσός μετεφέρθη εξ ολοκλήρου στο εξωτερικό και διέφυγε την γερμανική αρπαγή.
…

Μετά από επίμονες συζητήσεις της ελληνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο και της βρετανικής κυβέρνησης υπεγράφη συμφωνία στις 9 Μαρτίου 1942, με την οποίαν η βρετανική κυβέρνηση ανελάμβανε όλες τις δαπάνες εξοπλισμού, εξαρτήσεως, παροχής των ειδών διατροφής και ιματισμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, η δε ελληνική κυβέρνηση όλες τις άλλες δαπάνες.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, από το Λονδίνο, όπου έδρευε προσωρινά, θα μπορούσε μόνο να χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμα στην Τράπεζα της Ελλάδος που ανήκαν στο Δημόσιο. Τα άλλα διαθέσιμα της Τραπέζης της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένου του χρυσού, του προπολεμικού καλύμματος της Τραπέζης και των 35 εκατομμυρίων λιρών περίπου, τις οποίες είχε αποκτήσει η Τράπεζα εξ αγοράς από το δημόσιο, ανήκαν στον ελληνικό λαό και έπρεπε να διαφυλαχθούν για τις μεταπολεμικές ανάγκες.

Η Διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος κατέβαλε κάθε προσπάθεια να αντιμετωπίσει τις δαπάνες του Κράτους στο εξωτερικό μέσω, κυρίως, της Εμπορικής μας Ναυτιλίας και των εις πίστωσιν του Δημοσίου διαθεσίμων και των ενισχύσεων των κυβερνήσεων της Αμερικής, της Αγγλίας και του Καναδά και να διαφυλάξει άθικτον το εις χρυσόν απόθεμα της Τραπέζης και τα προπολεμικά διαθέσιμά της σε συνάλλαγμα, τα οποία θα χρησίμευαν για τη μεταπολεμική περίοδο της χώρας.

Τί έγινε ο Χρυσός ;

Το 1945-1946 όταν η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε από τους Άγγλους επιστροφή του χρυσού, η απάντηση ήταν ότι ο χρυσός κάλυψε τις δαπάνες του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή. Όμως με την από 9 Μαρτίου 1942 συμφωνία [που προαναφέρθηκε] μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως στο Λονδίνο και της βρετανικής, η δεύτερη αναλάμβανε όλες τις δαπάνες του ελληνικού στρατού Μέσης Ανατολής.


[1] Γεωργίου Κωστή, «Στην Κορυφή της Δόξας», εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2007.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2008

Λογοτεχνία

Το στρατόπεδο[1]

Το πρώτο – πρώτο που πρόσεξε ξαναγυρίζοντας είναι ότι ένας από την ομάδα του ο Καίσαρας καπνίζει. Και δεν είναι τσιμπούκι, αλλά τσιγάρο. Μπορεί λοιπόν να οικονομήση τη γοπίτσα του. Αλλά δεν του τη ζητάει καθόλου. Στέκεται μόνο δίπλα του, όχι φάτσα, και κοιτάζει αλλού.

Κοιτάζει αλλού κάνοντας τον αδιάφορο, βλέπει όμως την κόκκινη καύτρα που όλο κι’ ανεβαίνει προς το πάνω μέρος του τσιγάρου, ύστερα από κάθε ρουφηξιά. Ο Kαίσαρας, βυθισμένος στις σκέψεις του, το τραβάει με μεγάλα διαλείμματα και το τσιγάρο όλο λιγοστεύει και κοντεύει πια να φτάση στην πίπα.

Και τότε νάσου ο Φετιούκοβ που του γίνεται τσιμπούρι, πεινάλας καθώς είναι πάντοτε. Στέκεται ακριβώς κατάφατσα στον Καίσαρα κοιτάζοντάς τον στο στόμα, με τα μάτια γουρλωμένα.

Ο Σουκώβ δεν έχει πια καπνό, ούτε δράμι, και δεν βλέπει πώς μπορεί να οικονομήση λίδο ώσπου να βραδυάση. Σφίγγεται λοιπόν ολόκληρος περιμένοντας και του φαίνεται εκείνη τη στιγμή πως τη λαχταράει τη γοπίτσα πιο πολύ κι’ απ’ την ελευθερία του ακόμα. Αλλά δεν θα το καταδεχότανε ποτέ να ξεπέση ως το σημείο να στηλώνη τα μάτια του στο στόμα των άλλων, όπως έκανε ο Φετιούκοφ.

Ο Καίσαρας είναι ένα μίγμα απ’ όλα τα έθμη : Έλληνας, Εβραίος ή Τσιγγάνος – κανείς δεν ξέρει καλά. Νέος ακόμα. Γύριζε φιλμ κινηματογραφικά αλλά τον έκαναν πέρα πριν ακόμα τελειώσει το πρώτο του. Έχει κάτι μουστάκια, πολύ παχειά. Δεν του τα ξύρισαν γιατί είναι φωτογραφισμένος με αυτά στο φάκελλό του.

«Καίσαρα Μάρκοβιτς», του λέει ο Φετιούκοβ καταπίνοντας το σάλιο του και μην αντέχοντας πια, «άφησέ μου λίγο να τραβήξω μία».

Ήτανε τέτοια η λαχτάρα του που το πρόσωπό του είχε συσπασθή. Ο Καίσαρας μισάνοιξε τα βλέφαρά του που ήτανε χαμηλωμένα λίγο και κοίταξε το Φετιούκοβ με τα μαύρα μάτια του. Δεν του άρεσε καθόλου να τον διακόπτουν την ώρα που κάπνιζε και να του γυρεύουν τις τελευταίες ρουφηξιές του τσιγάρου που είχε στην πίπα του. Δεν τόκανε για τον καπνό αλλά γύριζαν τα συκώτια του όταν του διέκοπταν τον ειρμό των σκέψεών του. Κάπνιζε για ν’ ακονίζη το μυαλό του, για να κατεβάζη ιδέες, αλλά μόλις έκανε ν’ ανάψη τσιγάρο έβλεπε ένα σωρό μάτια να του λένε : «Θα μ’ αφήσης να το αποτελειώσω εγώ ;».

Ο Καίσαρας γύρισε κατά τον Σουκώβ.

«Πάρτο, Ιβάν Ντενίσιτς», είπε.

Και με το μεγάλο του δάχτυλο έβγαλε απ’ την κεχριμπαρένια πίπα του την καυτή γόπα.

Ο Σουκώβ τινάχτηκς (το περίμενε να του προσφέρη ο ίδιος τη γόπα) την άρπαξε ανυπόμονα και μ’ ευγνωμοσύνη, βάζοντας και την άλλη χούφτα του από κάτω, μήπως τύχει και του πέση. Δεν του κακοφάνηκε καθόλου που ο Καίσαρας δεν τούδωσε την πίπα του … και δεν κάηκαν διόλου τα ροζιασμένα δάχτυλά του καθώς έπιανε την καύτρα. Προπάντων όμως φχαριστήθηκε που την έπαθε αυτός ο πεινάλας ο Φετιούκοβ.
_____________________


[1] Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, «Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς»

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

Πολιτική

Απανθίσματα[1]

Οι Άγγλοι

«Αν είχε η Ελλάδα υποκύψει στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι», θα υπογραμμίσει χαρακτηριστικά μέλος της βρετανικής κυβέρνησης, ο Φίλιπ Νόελ Μπαίκερ, «τότε ο Άξονας θα είχε στη διάθεσή του ολόκληρη την Ευρώπη για να αναπτύξει τα μέσα επικοινωνίας του ενώ τα αεροπλάνα και τα υποβρύχιά του θα κυριαρχούσαν από τις ακτές της Ελλάδας και κατά μήκος ολόκληρης της Μεσογείου. Το έργο της άμυνάς μας στην Αίγυπτο θα είχε αποδειχθεί πολύ δυσκολότερο. Η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, η Κύπρος θα είχαν καταληφθεί από τον Άξονα. Η Τουρκία θα είχε περικυκλωθεί. Οι πετρελαιοπηγές της Εγγύς ανατολής θα ήταν στη διάθεσή του. Η κάτω πύλη του Καυκάσου θα ήταν ανοιχτή. Πιστεύουμε, χωρίς δισταγμό, ότι θα είχαμε χάσει ολόκληρη τη Μέση ανατολή και ίσως τον πόλεμο !».


Οι Γερμανοί

«Εν τω σημερινώ αγώνι περί υπάρξεως μεταξύ Άξονος και Αγγλίας, υφιστάμενα μικρά κράτη δεν δύνανται ληφθώσιν υπ’ όψιν, εφ’ όσον ταύτα παρεμβαίνουσιν ως εμπόδια», επισήμαινε ωμά ο Γερμανός πρεσβευτής στον Έλληνα ομόλογό του στο Βελιγράδι, δύο ημέρες ακριβώς μετά την ιταλική επίθεση.


Οι γείτονες

Οι πραγματικές προθέσεις των γειτονικών βαλκανικών κρατών έμελλαν τελικά να αποκαλυφθούν όταν θα δημοσιοποιούνταν οι διπλωματικές πράξεις που συνομολόγησαν με την κυβέρνηση του Τρίτου Ράιχ : 1η Μαρτίου και 25 Μαρτίου [1941], προσχώρηση στο τριμερές Σύμφωνο της Βουλγαρίας, αντίστοιχα και της Γιουγκοσλαβίας[2], με αντάλλαγμα, στη δεύτερη περίπτωση, την επέκταση ως τον Θερμαϊκό κόλπο (!). 8 Ιουνίου, τουρκογερμανικό Σύμφωνο Φιλίας. Σύμπτωση μονιμότερων συμφερόντων ή μήπως, πιθανότερα, εκδήλωση βραχυπρόθεσμου καιροσκοπισμού ; Ή ακόμη, ειδικό φαινόμενο κρατών, τα οποία, όπως χαρακτηριστικά επισήμαναν κύκλοι του Φόρεϊν Όφφις, «εν τη επιθυμία τους όπως αποφύγωσιν ενέργειαν ην η Γερμανία θα εθεώρει προκλητικήν, αδρανούσιν επί τοσούτω ώστε αι μεταγενέστεραι γερμανικαί πιέσεις ευρίσκουσι ταύτα ανίκανα προς άμυναν» ;


Η Τουρκία

Στο μέτρο που γινόταν αντιληπτή, έστω και με αισθητή καθυστέρηση, η κατολίσθηση των βαλκανικών γειτόνων της Ελλάδας στη σφαίρα άμεσης επιρροής της χιτλερικής Γερμανίας, οι συμμαχικές ελπίδες ολοένα και συρρικνώνονταν για να εντοπιστούν, στις παραμονές της γερμανικής εισβολής, σε μόνη την Τουρκία. «Είναι αναμφισβήτητο ότι οι Tούρκοι θα πολεμήσουν και μάλιστα γενναία», είχε προαναγγείλει στα μέσα του 1940 ο Λόρδος Χάλιφαξ, υπουργός των Εξωτερικών σε μια εποχή που η πρόταξη από την Ελλάδα αποτελεσματικής άμυνας απέναντι σε ενδεχόμενη ιταλική επίθεση δεν θεωρούνταν από την κυβέρνησή του πολύ πιθανή. Σύμφωνα, μάλιστα, με την εκτίμηση του βρετανικού Γενικού Επιτελείου, το πρόβλημα ήταν η προσέλκυση της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προς την πλευρά της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Τουρκίας (!)

Η μόνη αντίσταση

Στις 6 Απριλίου του 1941, οι γερμανικές δυνάμεις προσέβαλαν ταυτόχρονα τις ελληνικές και τις γιουγκοσλαβικές θέσεις.

Η επίγνωση της συντριπτικής υπεροχής του εχθρού δεν έμελλε να κάμψει την απόφαση των Ελλήνων να αντισταθούν και στην νέα εισβολή. Στο μέτωπο της ανατολικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης, κατά μήκος των οχυρών της Νυμφαίας, του Εχίνου, του Λύσσε, του Περιθωρίου, του Ρούπελ, του Ιστίμπεϋ, οι Έλληνες μαχητές επιτέλεσαν με αυταπάρνηση ένα ύστατο χρέος τιμής. Η οχυρή γραμμή αποδεικνυόταν και στην πράξη ικανή να αναστείλει ακόμη και επιθετικές ενέργειες ευρείας κλίμακας με ισχυρή υποστήριξη πυρός από τον αέρα. Οι υπερασπιστές της, αντιμετωπίζοντας για τέσσερα εικοσιτετράωρα τις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις με σθένος και επιδεξιότητα, υπέκυψαν οριστικά μόνον όταν οι θωρακισμένες γερμανικές μεραρχίες, μετά την αστραπιαία διάσπαση του γιουγκοσλαβικού μετώπου, εισέδυσαν στην κοιλάδα του Αξιού και υπερκέρασαν την αμυντική γραμμή του Στρυμόνα. …

Ήρωες και γραικύλοι

Η κατάρρευση του μετώπου σημείωσε την απαρχή δεινής δοκιμασίας για το έθνος. Το κράτος έδινε την εικόνα καθολικής αποσυνθέσεως, λανθάνουσες ηττοπαθείς και φιλοαξονικές τάσεις έρχονταν στην επιφάνεια, κορυφαία στελέχη του στρατεύματος επιζητούσαν άμεση σύναψη ανακωχής. Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής, ευαίσθητος στην αντίληψη του ηθικού χρέους, θα αυτοκτονήσει στις 18 Απριλίου – ημέρα Μεγάλης Παρασκευής. Στις 20 Απριλίου, παραβιάζοντας τη ρητή εντολή της κυβερνήσεως για αντίσταση «μέχρις εσχάτων», ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου, Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου, θα αναλάβει την πρωτοβουλία να συνθηκολογήσει με τον εισβολέα. «Στρατός δέον αγωνισθή μέχρις εσχάτου ορίου δυνατοτήτων του. Αντικαταστήσατε αμέσως Τσολάκογλου», θα τηλεγραφήσει ο αρχιστράτηγος Παπάγος, χωρίς όμως τελικά να αποτρέψει τη διάλυση του στρατεύματος. Όταν, στις 27 Απριλίου, οι γερμανικές δυνάμεις φθάσουν στην Αθήνα, ο Γεώργιος Β΄, ο νέος πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου θα έχουν ήδη μεταφέρει την έδρα της κυβερνήσεως στην Κρήτη. Η Μεγαλόνησος, σημείο στρατηγικής στηρίξεως ιδιαίτερης σημασίας για τον έλεγχο της ευρύτερης γεωγραφικής ζώνης που οριοθετείται από τις νότιες παρυφές της Ρωσίας, στο βορρά, ως τις βορειοαφρικανικές ακτές, στο νότο, θα γίνει το θέατρο της ύστατης μεγάλης μάχης σε ελληνικό έδαφος


________________________

[1] Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, «Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1900-1945», κεφ. Ζ΄, Εστία, Αθήνα 1992
[2] Στις 27 Μαρτίου, επικρατούσε στο Βελιγράδι το φιλοσυμμαχικό πραξικόπημα του πρίγκιπα Πέτρου. Η καθυστερημένη, όμως, συμπαράταξη της Γιουγκοσλαβίας δεν θα μεταβάλει ριζικά τους διπλωματικούς συσχετισμούς, αλλ’ ούτε, όπως έμελλε σύντομα να αποδειχτεί, και το συσχετισμό των πολεμικών δυνάμεων.

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Ψυχολογία

Τα αποσπάσματα[1] που ακολουθούν δεν αναφέρονται στα Σκόπια, ούτε στις περί την διπλωματία μεθοδεύσεις. Παραδόξως όμως η συμπεριφορά των νηπίων μοιάζει καταπληκτικά με αυτήν της γειτονικής μας δημοκρατίας, που καθώς φαίνεται διανύει την νηπιακή ηλικία με ό,τι αυτή η φάση συνεπάγεται και γι’ αυτήν και για εμάς. Υπομονή.

Ι.Λ.

Αποφύγετε τις καταστάσεις που δεν μπορείτε να κερδίσετε

Είναι επώδυνο και αντιπαραγωγικό να χτυπάμε το κεφάλι μας σε τοίχο. Αν αναζητάτε μια ειρηνική ύπαρξη, είναι σοφό να φυλάτε χρόνο και ενέργεια για αγώνες που έχουν αξία και να αποφεύγετε με κάθε κόστος αυτούς που δεν μπορείτε να κερδίσετε. Ο έξυπνος γονιός γρήγορα εντοπίζει πότε παίζει στην ομάδα που χάνει και αποσύρεται με χάρη.

Οι βασικές χαμένες περιοχές είναι φαγητό, τουαλέτα και ύπνος. Άλλα προβλήματα ανακύπτουν όταν ο χρόνος είναι περιορισμένος, ο χώρος είναι δημόσιος ή υπάρχουν πολλοί ενήλικες που επεμβαίνουν.

Εμείς οι γονείς πρέπει να είμαστε συνετοί. Μερικές φορές τα παιδιά μας ρίχνουν το δόλωμα ενώ κολυμπάμε στον ωκεανό της ζωής και όταν αυτό συμβεί είναι προτιμότερο να κολυμπήσουμε γύρω του παρά να το δαγκώσουμε με όλη μας τη δύναμη και να προκαλέσουμε μια τρομερή αντιπαράθεση.

Αυστηρότητα ή ανεκτικότητα

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να πειθαρχήσουμε τα παιδιά μας και ο καθένας είναι εξίσου σωστός με τους άλλους. Υπάρχουν, όμως, δύο προσεγγίσεις που είναι παγκοσμίως λανθασμένες – τα άκρα της αυστηρότητας και της ανεκτικότητας.

Οι γονείς που είναι υπερβολικά αυστηροί και τιμωροί ληστεύουν από τα παιδιά τους την ανεξαρτησία της σκέψης και μακροπρόθεσμα, όταν ελευθερωθούν από αυτή την καταπίεση, υπάρχει η πιθανότητα τα αγανακτισμένα παιδιά να επαναστατήσουν. Στο άλλο άκρο, δεν επιβάλλουμε κανένα όριο, θεμελιώνοντας φτωχές βάσεις για το σχολείο και τη ζωή. Με την υπερβολική ελευθερία, τα παιδιά μπορεί να αισθανθούν πως οι γονείς δεν νοιάζονται αρκετά για αυτά ώστε να τους απασχολήσει το τί κάνουν. Αν οι γονείς είναι αδύναμοι αυτό δεν τους εξαγοράζει την αγάπη, αλλά τους αφαιρεί και το σεβασμό.

Αν απομακρυνθούμε από τα ποινικά και τα ανεκτικά άκρα, αυτό μας αφήνει ένα μεσοδιάστημα από όπου μπορούμε να επιλέξουμε το στυλ που μας ταιριάζει. Ο κάθε γονιός και το κάθε παιδί είναι ξεχωριστοί άνθρωποι με ξεχωριστές ανάγκες πειθαρχίας και στυλ επιβολής της. Η επιλογή είναι δική μας.

Και τί θα γίνει στο μέλλον ; Πάρτε για παράδειγμα δύο ευτυχισμένες και σταθερές οικογένειες, που και οι δύο είναι αφοσιωμένες στο να προσφέρουν στα παιδιά τους το καλύτερο. Η μία χρησιμοποιεί πειθαρχία που είναι αυστηρή σε λογικά πλαίσια και η άλλη προτιμάει μία πιο χαλαρή προσέγγιση. Αν θα ακολουθούσαμε αυτά τα παιδιά στην ηλικία των 20 θα δυσκολευόμασταν να βρούμε διαφορές στη συμπεριφορά, συναισθηματική προσαρμογή ή ευτυχία. Εκείνο που θα είναι διαφορετικό θα είναι οι απόψεις περί ανατροφής παιδιών οι οποίες θα αναδυθούν όταν θα γίνουν οι ίδιοι γονείς. Οι αυστηροί μπορεί να είναι αυστηροί ενώ οι ανεκτικοί μπορεί να προτιμήσουν αυτήν την προσέγγιση. Καθώς ένας ενήλικας εισέρχεται στο κλαμπ των παντρεμένων, με απόψεις περί ανατροφής, που ενώ δεν έχουν καν συζητηθεί ακόμα, είναι βαθιά ριζωμένες, αυτό θα προσθέσει ενδιαφέρον στη ζωή του ζευγαριού όταν θα αρχίσουν να καταφτάνουν στη σκηνή τα παιδιά.

Διάλογος, συζήτηση – υπάρχει θέση για δημοκρατία ;

Με την μοντέρνα τάση προς την δημοκρατία για παιδιά, πολλοί σύγχρονοι γονείς πιστεύουν πως πρέπει να εξηγούν στο νήπιό τους και την τελευταία λεπτομέρεια για όσα συμβαίνουν στην ζωή. Αυτή είναι αξιέπαινη και ευαγής πράξη όμως συχνά οδηγεί σε μπελάδες όταν ένας ευφυέστατος αλλά πρακτικά τυφλός γονιός δεν συνειδητοποιεί πως άγεται και φέρεται από ένα βρέφος, που φτάνει δεν φτάνει μέχρι το γόνατό του.

Μία εντυπωσιακή ποσότητα γονικής ενέργειας καταναλώνεται κάθε μέρα, με συζητήσεις και αντιπαραθέσεις και δημοκρατικές διαδικασίες με μικρά παιδιά. Έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας στο επάγγελμά μου και μου φαίνεται τόσο χρήσιμο όσο το να συζητάς διαφορετικό λογισμό με έναν πολεμιστή Μασάι.

Τα νήπια 3 έως 4 χρόνων λατρεύουν να τους δίνεις σημασία και ένα από τα βασικά τεχνάσματα που εγγυάται συνεχή ροή αυτού του αγαθού είναι να κάνεις ατελείωτες ερωτήσεις. Όταν εξετάσεις τί ερωτάται, διαπιστώνεις πως η γκάμα είναι εκπληκτικά μικρή, η σημασία που δίνεται στις απαντήσεις ελάχιστη και πως η ίδια η ερώτηση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, όσες φορές εμείς οι γονείς τσιμπάμε το δόλωμα.
______________________

[1] Δρ. Κρίστοφερ Γκρην, «Δαμάζοντας τα Νήπια», Πλατύπους εκδοτική, 2004.

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008

Δίκαιο

Βυζαντινών βίος και πολιτεία, μέσα από την Ζ΄ οικουμενική σύνοδο[1] .

Στην διάρκεια της Ζ΄ οικουμενικής συνόδου, η οποία έλαβε χώρα στην Νίκαια της Βιθυνίας το έτος 787, εκτός από τα πρωτεύοντα ζητήματα, της επίλυσης των δογματικών διαφορών που προήλθαν από τις επονομαζόμενες εικονομαχικές έριδες, συζητήθηκαν και δευτερεύοντα ζητήματα που άπτονταν του καθημερινού βίου και αναφέρονταν κυρίως σε κληρικούς και μοναχούς, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις και στους λαϊκούς. Οι σχετικοί νομοθετικοί κανόνες που υιοθετήθηκαν επιδίωκαν να ρυθμίσουν, στην λεπτομέρειά τους, τις πράξεις και τις συμπεριφορές των πληθυσμιακών αυτών κατηγοριών. Έτσι, πέρα από το νομικό ενδιαφέρον που έχουν, αποκτούν, λόγω της ιδιομορφίας των ρυθμιζομένων ζητημάτων και επιπρόσθετο χρονογραφικό.

Διπλοθεσίτες

Στο αφηγηματικό μέρος μιας νεαράς του αυτοκράτορα Ηρακλείου του έτους 617 περιέχεται με σαφήνεια η πληροφορία, ότι δεν ήταν λίγοι οι κληρικοί που προσπαθούσαν να επιτύχουν θέση σε δύο ή και περισσότερους ναούς, πράγμα που – όπως τονίζεται στη νεαρά – είναι αντίθετο με τους ιερούς κανόνες και προκαλεί μεγάλη αταξία και σύγχυση. Στη συνέχεια απαγορεύει η διάταξη την τοποθέτηση του ίδιου προσώπου σε δύο θέσεις, υπό την απειλή ολόκληρης σειράς ποινών, τόσο εκκλησιαστικών όσο και κοσμικών. Ειδικότερα, εκτός από το ανίσχυρο της πράξεως, ο διπλός διορισμός συνεπάγεται ποινή πέντε λίτρων χρυσού για αυτόν που πραγματοποίηση τον διορισμό και τριετή αργία χωρίς αποδοχές για τον διοριζόμενο, εκτός από άλλες (εκκλησιαστικές) ποινές, των οποίων η επιβολή επαφίεται στην κρίση του πατριάρχη. Η ίδια ακριβώς απαγόρευση περιέχεται και στον κανόνα 15. Για την θεμελίωση της απαγορεύσεως γίνεται επίκληση των λόγων του Κυρίου (Ματθαίου 6.24) και του Αποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. 7.21). Προφανώς όμως κρίθηκε περιττή η αναφορά στην προηγηθείσα αυτοκρατορική νομοθεσία που ρύθμισε το ίδιο θέμα.

Το κείμενο του κανόνα περιέχει ακολούθως δύο διατάξεις που είναι ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτες, γιατί παρέχουν ενδιαφέροντα στοιχεία που επιτρέπουν την συναγωγή συμπερασμάτων για την οικονομική κατάσταση του κλήρου στο δεύτερο ήμισυ του 8ου αιώνα. Πρώτον : Η απαγόρευση της διπλοθεσίας ισχύει μόνο στην πρωτεύουσα, ενώ στην ύπαιθρο χώρα μπορεί να γίνει ανεκτή «διά την έλλειψιν των ανθρώπων». Από την φράση αυτή είναι δυνατό να συναγάγει κανείς, ότι έξω από την Κωνσταντινούπολη δεν υπήρχαν αρκετά πρόσωπα, που ήταν κατάλληλα για την ανάληψη εκκλησιαστικών καθηκόντων ή που ήταν διατεθειμένα να αναδεχθούν τα βάρη τα οποία τα καθήκοντα αυτά συνεπάγονται. Δεύτερον : Οι συντάκτες του κανόνα έλαβαν υπ’ όψη το ενδεχόμενο, να μην εξαρκούν τα εισοδήματα ενός κληρικού για την συντήρησή του. Στην περίπτωση αυτή παραπέμπουν στους λόγους του Αποστόλου Παύλου (Πραξ. 20.34, Α΄ Κορ. 4.12), όπου αυτός βεβαιώνει ότι η εργασία των χειρών του κάλυψε τις ανάγκες τόσο τις δικές του όσο και των συντρόφων του. Με την υπόμνηση αυτή υποδεικνυόταν στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα να συμπληρώσουν το γλισχρό εισόδημά τους με την άσκηση κάποιου επαγγέλαμτος, κατά προτίμηση όμως χειρωνακτικού. Η υπόδειξη αυτή απευθυνόταν κυρίως – όχι όμως και αποκλειστικώς – προς τους κληρικούς της Κωνσταντινουπόλεως, γιατί αυτούς αφορούσε η απαγόρευση της καταλήψεως δύο εκκλησιαστικών θέσεων.

Συγκατοίκηση κληρικών με ξένες γυναίκες

Η συνήθεια της συγκατοικήσεως των κληρικών με ξένες, δηλαδή όχι συγγενείς τους γυναίκες είτε με το σκοπό της ηθικής τελειώσεως διά της ασκήσεως, είτε ακόμη και για την διοίκηση του νοικοκυριού και την εκτέλεση των οικιακών εργασιών (συνείσακτοι, αδελφαί, αγαπηταί, virgines subintroductae), ανάγεται, ως γνωστόν, στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Εξ ίσου παλαιές είναι και οι προσπάθειες του νομοθέτη, τόσο του εκκλησιαστικού όσο και του πολιτειακού, να εξαφανίσουν το κακό αυτό. Η συνεχής όμως επανάληψη της απαγορεύσεως δείχνει, ότι η εκρίζωση αυτού του «εθίμου» δεν ήταν καθόλου εύκολη. Αντιθέτως μάλιστα φαίνεται πως το κακό χειροτέρευε, γιατί από το κείμενο του παρόντα κανόνα, που απαγορεύει να κατοικούν γυναίκες σε επισκοπεία και σε μονές, προκύπτει ότι κατά την εποχή εκείνη δεν ήταν ασυνήθιστη η παρουσία γυναικών μέσα σε ανδρικά μοναστικά ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως σε παλαιότερους χρόνους, στους οποίους ακόμη και η είσοδος γυναικών σε ανδρικές μονές απαγορευόταν αυστηρά, ήταν αδιανόητο.

Οι «μικτές» μονές

Στους πρώτους χρόνους με τα την εμφάνιση του μοναχισμού η ύπαρξη κοινών μονών για άνδρες και γυναίκες δεν ήταν κάτι το άγνωστο. Επειδή όμως μοναχικά καθιδρύματα αυτής της μορφής έρχονταν σε άμεση αντίθεση με το πνεύμα και την ουσία του μοναχικού βίου, απαγορεύθηκαν από τον Ιουστινιανό. Εκτός από αυτά τα γνησίως «μικτά» μοναστήρια, υπήρχαν και τα λεγόμενα «διπλά», στα οποία μοναχοί και μονάστριες διαβιούσαν χωριστά μεν, αλλά σε οικήματα που δεν απείχαν πολύ μεταξύ τους, και υπό κοινή διοίκηση. Είναι όμως δυνατό να μην γινόταν πια κατά την εποχή της Ζ΄ οικουμενικής συνόδου ορολογική διάκριση ανάμεσα στους δύο αυτούς τύπους μονών. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί η διατύπωση του κειμένου στις πρώτες φράσεις του κανόνα αυτού.

Από άποψη περιεχομένου των διατάξεων μπορεί εύκολα να παρατηρηθεί, ότι όλες αυτές οι επιταγές και απαγορεύσεις σχετικά με τη διαβίωση των μοναχών και των δύο φύλων υπάρχουν – και μάλιστα με πολύ λεπτομερέστερη διατύπωση – στις ρυθμίσεις των ιουστινιάνειων νεαρών.

Κώδικας καλής συμπεριφοράς «γύρω από την τράπεζα»

Ο κανόνας 22 της συνόδου αναφέρεται στη συμπεριφορά κατά την ώρα του φαγητού γενικότερα μεν των χριστιανών, αλλά πιο συγκεκριμένα των κληρικών και των μοναχών. Επί των λαϊκών, γράφει το κείμενό μας, δεν απαγορεύεται να συντρώγουν με πρόσωπα διαφορετικού φύλου. Οφείλουν όμως να αποφεύγουν τις μιμικές παραστάσεις, τα σατανικά άσματα και τις άσεμνες κινήσεις, αλλιώς υποβάλλονται σε κανονικά επιτίμια. Από τα περιγραφικά στοιχεία των απαγορεύσεων προκύπτει βεβαίως, ότι οι συντάκτες του κανόνα είχαν κατά νουν συνεστιάσεις εορταστικού χαρακτήρα και όχι ασφαλώς το καθημερινό τραπέζι μιας οικογένειας. Οι κληρικοί όμως, συνεχίζει το κείμενο, δεν επιτρέπεται να έχουν ως συνδαιτημόνες πρόσωπα θηλυκού γένους, εκτός αν παρευρίσκονται πολλοί ακόμη ευσεβείς άνδρες και γυναίκες. Πολύ περισσότερο ισχύουν οι περιορισμοί αυτοί για τους μοναχούς, που είναι υποχρεωμένοι κατά τη διάρκεια του φαγητού να κάθονται μόνοι και σιωπηλοί – εξυπακούεται, όταν ευρίσκονται εκτός της μονής τους.

Μην μπορώντας όμως ο κανονικός νομοθέτης να αγνοήσει τις δυσκολίες του καθημερινού βίου, έκανε μία υποχώρηση : Αν ένας κληρικός ή μοναχός οδοιπορεί και δεν είναι εφοδιασμένος με τα απαραίτητα για την διατροφή του, εφ’ όσον πιέζεται από την ανάγκη, μπορεί – με την επιβαλλόμενη πάντοτε ευλάβεια – να καταφύγει σε δημόσιο πανδοχείο ή σε ιδιωτική οικία.
_____________________________

[1] Αποσπάσματα από το βιβλίο του καθηγητή του ομ. παν/μίου Αθηνών, Σπύρου Τρωιάνου, "Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος και το Νομοθετικόν αυτής Έργον", Εκκλησιαστικόν Επιστημονικόν και Μορφωτικόν Ίδρυμα Ιωάννου και Εριέττης Γρηγοριάδου, Αθήνα 1989

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

Ιστορία

Περί του κράτους των Αθηνών

Το Βασίλειον της Αττικής[1] ην εξ αρχής πολυανθρωπότερον, ή αι πλησιόχωροι ισόχρονοι δυναστείαι. Ο πρώτος βασιλεύς ονομάζεται Ώγυγος, εφ’ ού έγινεν ο Ωγύγιος καλούμενος κατακλυσμός επί της Αττικής. Η αληθής όμως σύστασίς της ήρξατο από του Κέκροπος. Ούτος ορμώμενος από της εν Αιγύπτω Σαΐδος, κατήχθη μετά των εταίρων του εις την Αττικήν, όπου ο τότε βασιλεύων Ακταίος, αφ’ ού ωνομάζετο και η Αττική, Ακτή, υποδεξάμενος αυτόν, και συζεύξας αυτώ την θυγατέρα του Άγραυλον, άφησε διαδοχον του θρόνου. Ο Κέκροψ εν τοις 50 έτεσιν οπού διώκησε, μετέπλασε θείως τωόντι τας αγρίας ψυχάς των υπηκόων του, έδειξεν αυτοίς πολλά κάρπιμα δένδρα προς συντήρησίν των, διέταξε τα γαμικά καθήκοντα προς εταιρικήν ησυχίαν, συνέστησε το σεβασμιώτατον κριτήριον του Αρείου πάγου[2] , το οποίον έδειξεν εις τους Έλληνας πρωϊμώτατα την εκ της δικαιοσύνης σωτηρίαν, διώρισεν άκρως σοφώς να θάπτωσι τους νεκρούς, συνήψε τους Αθηναίους προς ασφάλειάν των εις δώδεκα δήμους, ήτοι πόλεις, και εισήγαγε την Αιγυπτιακήν θεοκρατίαν[3] . Διά ταύτα και αποθανών ετιμήθη ως θεός[4] . Τον Κέκροπα διεδέχθη ένας ιθαγενής Αθηναίος, Καρναός τούνομα, όστις καταλύεται υπό του Αμφικτύονος, του οποίου η σοφία γνωρίζεται εκ της Συνόδου, οπού συνέστησε μεταξύ των δώδεκα δυνατωτέρων εθνών της Ελλάδος, συνδέων την Ελλάδα όλην με την Αμφικτυονικήν καλουμένην σύνοδον εις εν σώμα τω όντι ακαταμάχητον. Τον αυτόν σκοπόν είχε βέβαια, όταν ήθελε να συστήση τα Παναθήναια, το οποίον όμως δεν επρόφθασεν, εκβληθείς τω δεκάτω έτει της βασιλείας υπό του Εριχθονίου. Ούτος χαλινώσας πρώτος ίππους, και ευρών την άμαξαν, έπαυσε τρόπον τινά τον άνθρωπον από το να είναι υποζύγιον, ανεκάλυψε τον γλυκύτατον καρπόν των μελισσών, και έδωκεν ιδέαν του εμπορίου εις τους υπηκόους του, τους οποίους συνήψε στενότερον δια της εορτής των παναθηναίων. Εις τον καιρόν του υιού του Πανδίονος εισήχθη εις την Αττικήν η χρήσις του οίνου και σίτου, δώρον της τον δήμον τηρούσης Γεωργίας. Και το όνομα του Τριπτολέμου[5] , όστις εκοινολόγησεν αυτό το άκρον αγαθόν, πρέπει να είναι εγκεχαραγμένον εις κάθε φιλάνθρωπον ψυχήν, ως μεγίστου ευεργέτου της ανθρωπότητος[6] .

Η αληθής όμως λαμπρότης των Αθηνών χρονολογείται από του Θησέως, δεκάτου βασιλέως της Αττικής από του Κέκροπος. Ούτος ην υιός του Αιγέως και της Αίθρας[7] . Ανατραφείς δε εν Τροιζήνι, εις την οποίαν η εύκλεια των άθλων του συγγενούς του Ηρακλέους ανηρέθισε την φιλαυτία ντε, απεφάσισε να μιμηθή αυτόν τον Ήρωα. Η κατάλυσις πολλών κακούργων, η νίκη κατά των Παλλαντιδών, οίτινες εζήτουν να κυριευσωσι τον θρόνον, η θυσία ενός αγρίου ταύρου, όστις έφθειρε τα πέριξ του Μαραθώνος, χαρακτηρίζουσι την ιδιωτικήν του ζωήν. Ιδιαιτέρως δε είλκυσε την ευνοια των Αθηναίων, ηλευθέρωσεν αυτούς από τον φόρον, οπού έδοδον κατά καιρούς εις τον Μίνωα βασιλέα της Κρήτης, του οποίου τον υιόν δολοφονήσαντες οι Αθηναίοι, κατεδικάσθησαν απ’ αυτόν, όστις πρώτος εν τη Ελλάδι εκτήσατο ναυτικόν, και υπέταξε τας Κυκλάδας νήσους, να προσφέρωσι κατ’ έτος επτά νέους, και ισαρίθμούς νέας. Ο Θησεύς κινδυνεύσας την ζωήν του, υπήγεν, εις των επτά, εις την Κρήτην, όπου θαυμασθείς διά την ανδρείαν του, και λαβών γυναίκα την Αριάδνην, θυγατέρα του Μίνωος, ηλευθέρωσε το γένος του της δουλέιας, άξιος της βασιλέιας έργω φανείς, ης και έτυχε μετά την από της Κρήτης επιστροφήν του. Ευθύς έπιετα συνήψε τους Αθηναίους εις μίαν πόλιν, και περιορίσας μόνος του την βασιλικήν αξίαν, συνέστησε το δημοκρατικόν σύστημα, και εκήρυξε τον εαυτόν του μόνομ υπερασπιστήν των νόμων, και αρχηγόν της Δημοκρατίας. Ο Θησεύς ήθελεν υπερβή βεβαίως όλους τους απ’ αιώνος βασιλείς κατά το μέγεθος της δόξης, αν δεν ετυφλούτο από μίαν άκαιρον φιλονικίαν να μιμηθή τον Ηρακλέα, αρπάσας την Ελένην ενναετή ούσα μετά Πειρίθου του ειλικρινεστάτου φίλου του, δι ού παρώξυνε τους αδελφούς της κατ’ αυτού, και προυξένησε μίαν εισβολήν εις την Αττικήν, απών αυτός προς εκτέλεσιν μικρών κατορθωμάτων, και φυλακωθείς εν Ηπείρω υπό του Αϊδωνέως, του οποίου την θυγατέρα έμελλε να αρπάση διά τον Πειρίθουν. Οι υπήκοοί του τον εμίσησαν, το οποίον βλέπων, ανεχώρησεν εις Σκύρον, όπου απέθανεν, έτη βασιλεύσας τριάκοντα. Ο δέκατος έβδομος και ύσταοτς βασιλεύς των Αθηναίων ο Κόδρος, εθυσιάσθη εκών υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος του, ότε ήλθον οι Ηρακλείδαι εις ακμήν να κυριεύσωσι τας Αθήνας μετά την πελοπόννησον, όστις μεταμορφωθείς, κατά τον χρησμόν οπού εκήρυττε νικητάς, ώντινων ο βασιλεύς ήθελεν αποθάνη εν τη μάχη, υπό το σχήμα ενός χωριάτου, και παροργίσας ένα των στρατιωτών του εχθρού, εφονεύθη. Όπερ μαθών ο εχθρός παρά των Αθηναίων ζητούντων το λέιψανόν του διά κήρυκος, ανεχώρησεν απράκτως, έντρομος γενόμενος επί τω συμβάντι. Μετά τον θάνατον του Κόδρου, διώρισαν έπειτα οι Αθηναίοι αρχηγούς της Δημοκρατίας τους Άρχοντας, ων πρώτος ονομάζεταο Μέδων, ο υιός του Κόδρου. Το αξίωμα του Άρχοντος διωρίσθη πρώτον διά βίου, έπειτα περιωρίσθη διά δεκαετίας, και τέλος αυξανόντων των πλουσίων και αριστοκρατικών, φοβούμενος ο Δήμος μη κινδυνεύση η ελευθερία του, περιέστειλε το αξίωμα εις ένα μόνον ενιαυτόν. Ο πρώτος των ενιαύσιων Αρχόντων ονομάζεται Κρέων.
_________________________

[1] Ολιβιέρου Γολσμιθίου, «Ιστορία της Ελλάδος», μετάφραση Δ. Αλεξανδρίδης, Βιέννη Οκτώβριος 1805 _ Βιβλιοθήκη Ιωάννου Β. Παραγυιού
[2] Ο Άρειος πάγος ωνομάσθη αφ’ ενός όρους πλησίον του φρουρίου, αφιερωμένου τω Άρεϊ. Τούτο το σεβάσμιον κριτήριον συνιστάμενον από τους ευγενεστέρους, πλουσιωτέρους, και εναρετωτέρους πολίτας, ετιμάτο τόσον υπό πάντων, ώστε όλαι αι πόλεις της Ελλάδος εκρίνοντο εις τας ιδιαιτέρας διχονοίας εκουσίως υπ’ αυτού, του οποίου η γενική υπόληψις διεσώθη άχρι του Περικλέους, όστις μη δυνάμενος να γένη Αρειοπαγίτης διά το μη είναι άρχοντα, ηχρείωσε παντοίω τρόπω τούτο το κριτήριον, φθείρας την τε υπόληψιν και την δύναμιν.
[3] Μάλιστα δε την λατρείαν του Διός επονομαζομένου υψίστου, και της Αθηνάς, αφ’ ής και η πόλις ωνομάσθη.
[4] Ο Κέκροψ ωνομάσθη διφυής. Η αιτία τούτου είναι έτι άγνωστος. Οι μεν λέγουσι, διότι διώρισε τον γάμον. Άλλοι δε, διότι εγίγνωσκε δύο διαλέκτους, την πάτριον και την Ελληνικήν και άλλοι άλλως προς το δοκούν υποτιθέντες.
[5] Ο Τριπτόλεμος εδιδάχθη, καθώς λέγουσι, την Γεωργίαν από την θεάν Δήμητρα, ης και προς τιμήν διωρισθησαν τα Ελευσίνια, από της πόλεως Ελευσίνος επονομασθέντα.
[6] Μετά τον Πανδίονα βασιλεύει ο Ερεχθεύς, παρ’ ώ ευρίσκετο ο του Έλληνος υιός Ξούθος μετά των υιών του Αχαιού και Ίωνος. Μετ’ αυτόν ο Κέκροψ ο δεύτερος. Μεθ’ όν Πανδίων ο δεύτερος, και είτα ο Αιγεύς.
[7] Ο Αιγεύς προβεβηκώς ων τη ηλικία, έμεινεν άτεκνος, καίτοι δις υπανδρευθείς. Δι’ όπερ επιβουλευόμενος και καταφρονούμενος υπό των πολυαρίθμων υιών του Πάλλαντος, νεωτάτου αδελφού του, ελθών εις Δελφούς, ηρώτησε τον χρησμόν περί διαδόχου. Επειδή δε η απόκρισις ην σκοτεινή και δυσνόητος κατά το σύνηθες, προσέδραμε προς εξήγησιν εις τον Πελοπίδη Πιτθέα, βασιλέα της Τροιζήνος, όστις συνείς τον χρησμόν, συγκατέκλινε τον Αιγέα μεθύσαντα μετά της θυγατρός του Αίθρας, ήτις και ου πολύ μετά την αναχώρησιν του Αιγέως εγέννησε τον Θησέα, ο οποίος κατελθών διά της ξηράς μετά πολλούς κινδύνους και ανδραγαθίας εις Αθήνας, ολίγον έλειψε να φαρμακωθή εις εν συμπόσιον υπό της ζηλοτύπου Μηδείας αυτόσε ευρισκομένης. Αναγνωρισθείς δε παρά του πατρός του από τινα σημέια, ανεκηρύχθη διάδοχος, νικήσας έπειτα μάχη τους επιβουλεύοντας Παλλαντίδας. Ούτος συνέστησε την κοινή των Αθηναίων εορτήν Αθήναια ονομαζομένη, ύστερον δε αυτώ Παναθήναια κληθείσαν. Και έκτοτε οι Αθηναίοι ωνομάζοντο ενί και τω αυτώ ονόματι. Επειδή πρώτον εκαλούντο το διαφόρως, δηλ. από το γένος Ίωνες, από την χώραν Αττικοί, από τους βασιλείς Κραναοί, Κεκρόπιοι, Ερεχθείδαι. Αυτός σύνηψε τους δώδεκα δήμους του Κέκροπος, όθεν προήρχοντο πολλά άτοπα διά το πολυκέφαλον, εις μίαν πόλινμ και συν΄στησε τους Ισθμιακούς αγώνας. Μετ’ αυτόν παραλαβών ο Μενεσθεύς την βασιλέιαν, εστρατήγει των Αθηναίων εις τον Τρωϊκόν πόλεμον.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

Δίκαιο

Το δικαίωμα της αντίστασης[1]

Η νομοθετική μέριμνα για την προστασία του πολιτεύματος έχει τις ρίζες της στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία[2]. Ο όρος «κατάλυση της δημοκρατίας» απαντάται στο Ψήφισμα του Δημοφάντους (410 π.Χ.), που παρατίθεται αυτούσιο στον Ανδροκίδη (Περί των Μυστηρίων, 96-98) : «Εάν τις δημοκρατίαν καταλύη την αθήνησιν ή αρχήν τινα άρχη καταλελυμένης της δημοκρατίας, πολέμιος έστω των αθηναίων και νηποινί τεθνάτω, και τα χρήματα αυτού δημόσια έστω, και της θεού το επιδέκατον. Ο δε αποκτείνας τον ταύτα ποιήσαντα και ο συμβουλέυσας όσιος έστω και ευαγής…». Παρεμφερής είναι και η διατύπωση του μεταγενέστερου Νόμου του Ευκράτους (336 π.Χ.).

Λέγεται ότι με τα νομοθετικά αυτά κέριμενα αναβίωσε η σχετική νομοθεσία του Σόλωνα. Ο Αριστοτέλης πάντως (Αθ. Πολ. VIII. 5) αναφέρει, σε σχέση με την προστασία της πόλης και τη διασφάλιση του πολιτεύματος, μόνο ένα νόμο του Σόλωνα, που υποχρέωνε τον πολίτη, σε περίοδο στάσης, να ταχθεί με το μέρος μιας από τις αντιμαχόμενες μερίδες. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής είχε ως συνέπεια την καταδίκη επί ατιμία.

Μια από τις πιο φημισμένες, που αποτελεί και την πρώτη νομοθετημένη εξαγγελία[3] του δικαιώματος αντίστασης, γίνεται στην Αγγλία, το 1215, με το Κεφάλαιο 61 της «Μάγκνα Κάρτα». Προϋπόθεση της άσκησης του δικαιώματος είναι η παραβίαση από τον βασιλέα μιας ή περισσοτέρων ελευθεριών από εκείνες που παραχώρησε.

Οι εξαγγελίες του δικαιώματος αντίστασης, που ακολουθούν στον ευρωπαϊκό χώρο κατά την περίοδο του όψιμου μεσαίωνα, αποβλέπουν στην δέσμευση του ηγεμόνα να τηρεί το δίκαιο γενικά. Τέτοιες εξαγγελίες γίνονται στην Ουγγαρία, το 1222, με το άρθρο 31 του Χρυσόβουλου του Ανδρέα Β΄, στη Σαξωνία, την ίδια περίπου εποχή, στην γνωστή κωδικοποίηση «Σάξεν Σπήγκελ» [Sachsenspiegel], έργο του Άικε φον Ρεπγκάου [Eike von Repgau], στην Φλαμανδική πόλη Μπραμπάντ, το 1312, με την Χάρτα του Κοντεμπέργκ [Charte de Contenberg] και λίγο αργότερα, το 1356, κατά τη στέψη του νέου ηγεμόνα και την ανάληψη των καθηκόντων του, με την περίφημη «Χαρούμενη Είσοδο» [“Joyeuse Entrée”], που έδωσε το όνομά της στον νέο Χάρτη. Η «Χαρούμενη Είσοδος», που επικαλούνταν από τότε όλοι οι ηγεμόνες της Μπραμπάντ, ίσχυσε μέχρι το 1794.

Στην Βαυαρία δικαίωμα αντίστασης εξαγγέλλεται αρχικά υπέρ των «τάξεων», το 1302, για την περίπτωση που ο ηγεμόνας αποτολμούσε να επιβάλει φόρους μονομερώς. Γενικεύεται όμως αργότερα για κάθε περίπτωση παράνομης συμπεριφοράς του ηγεμόνα, το 1311, και επιβεβαιώνεται πάλι το 1358, το 1392, το 1429 με τις γνωστές ως «βαυαρικές επιστολές της ελευθερίας» [bayerische freiheitsbriefe]. Δικαίωμα αντίστασης κατά της παράβασης του δικαίου γενικά, από τον ηγεμόνα, εξαγγέλλεται και στην Πρωσσία το 1413, στην Αραγωνία το 1461, στην Δανία το 1466, στην Πολωνία με τα articuli Henriciani του 1573 και το articulus de non praestanda oboedientia του 1607. Το «σουηδικό πολίτευμα» του 1720 καθιερώνει απαλλαγή από το καθήκον υπακοής στον βασιλέα, εάν αθετούσε τον όρκο του να τηρεί το δίκαιο.

Υπό την προϋπόθεση ότι η εξουσία ασκείται «τυραννικά» ή «καταπιεστικά» καταγράφεται το δικαίωμα αντίστασης στο Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας των Κάτω Χωρών από την Ισπανία το 1585.

Οι γνωστότερες καθιερώσεις του δικαιώματος αντίστασης κατά της «τυραννίας» ή της «καταπίεσης» γίνονται στις διακηρύξεις της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης.

Το 1775 το κογκρέσο της πολιτείας της Μασαχουσέτης διακηρύσσει ότι η αντίσταση κατά της τυραννικής καταπίεσης αποτελεί κοινωνικό και χριστιανικό χρέος κάθε ατόμου.

Στο Προοίμιο της αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του 1776 γίνεται λόγος δύο φορές για το δικαίωμα αντίστασης : «…Όταν οποιοδήποτε πολίτευμα αποβεί καταστρεπτικό για τους σκοπούς του κράτους, ο λαός δικαιούται να το μεταβάλει ή να το καταλύσει και να εγκαθιδρύσει νέο πολίτευμα … και όταν μια σειρά από καταχρήσεις … τείνουν να θέσουν τον λαό κάτω από απόλυτο δεσποτισμό, είναι δικαίωμά του και καθήκον του να ανατρέψει την κυβέρνηση και να εγκαταστήσει νέους φύλακες για την μελλοντική ασφάλειά του».

Παρόμοιες διατυπώσεις περιλαμβάνονται στην Διακήρυξη Δικαιωμάτων της πολιτείας της Βιρτζίνιας του 1776 (άρθρο 3), καθώς και στις Διακηρύξεις του Μέριλαντ του 1776 (άρθρο 1), της Πενσυλβάνιας του ίδιου έτους (άρθρο 2), του Βερμόντ του 1777 (άρθρο 7) και της Μασαχουσέτης του 1780 (άρθρο 7).

Στο σύνταγμα του Νιου Χαμσάιρ του 1784 το άρθρο 10 καθορίζει : «(Δικαίωμα επανάστασης) … όταν διαστραφούν οι σκοποί της εξουσίας και τεθεί σε προφανή κίνδυνο η δημόσια ελευθερία, ο λαός έχει δικαίωμα και καθήκον να ανατρέψει την κυβέρνηση και να εγκαταστήσει μια καινούργια, εφ’ όσον τα υπόλοιπα μέσα προστασίας του είναι αναποτελεσματικά. Η θεωρία της μη αντίστασης κατά της αυθαίρετης εξουσίας και κατά της καταπίεσης είναι παράλογη, δουλική και καταστρεπτική για το καλό και την ευτυχία της ανθρωπότητας».

Στη Γαλλία το δικαίωμα αντίστασης ορίζεται στην Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 (άρθρο 2) – που αποτελεί και σήμερα ισχύον δίκαιο βάσει του προοιμίου του Συντάγματος του 1958 – ως φυσικό και απαράγραπτο δικαίωμα : «Ο σκοπός κάθε κοινωνίας είναι η διατήρηση των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τα δικαιώματα αυτά είναι η ελευθερία, η ιδιοκτησία, η ασφάλεια και η αντίσταση στην καταπίεση».

Το γαλλικό Σύνταγμα του 1793 περιείχε πιο λεπτομερειακές ρυθμίσεις : «Κάθε πράξη σε βάρος ενός ανθρώπου, που δεν είναι σύμφωνη με τον νόμο κατ’ ουσία και κατά τον τύπο, είναι αυθαίρετη και τυραννική. Ο καθ’ ου η βίαιη εκτέλεση της πράξης έχει δικαίωμα να την αποκρούσει με τη βία» (άρθρο 11). «Η αντίσταση κατά της καταπίεσης είναι η συνέπεια των λοιπών δικαιωμάτων του ανθρώπου» (άρθρο 33). «Καταπίεση του κοινωνικού συνόλου υπάρχει, όταν και ένα μόνο μέλος του καταπιέζεται. Καταπίεση του ατόμου υφίσταται, όταν καταπιέζεται το κοινωνικό σύνολο» (άρθρο 34). «Όταν η κυβέρνηση παραβιάζει τα δικαιώματα του λαού, η εξέγερση είναι για τον λαό και για κάθε τμήμα του, το ιερώτερο από τα δικαιώματα και το πιο απαραίτητο από τα καθήκοντά του» (άρθρο 35). Σχετική με το δικαίωμα αντίστασης στο γαλλικό Σύνταγμα του 1793 είναι και η διάταξη του άρθρου 27, σύμφωνα με την οποία κάθε άτομο, που θα νοσφιζόταν την κυριαρχία, έπρεπε να θανατώνεται αμέσως από τους ελεύθερους πολίτες.

Οι διατάξεις αυτές του γαλλικού Συντάγματος του 1793 αποδόθηκαν για πρώτη φορά στα ελληνικά, όχι κατ’ ακριβή μετάφραση, αλλά κατά παράφραση, από τον «φιλόπατρη» Ρήγα Βελεστινλή, στην «Νέα Πολιτική Διοίκηση των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας – Υπέρ των Νόμων – Ελευθερία, Ισοτιμία, Αδελφότης – και της Πατρίδος». Η διεύρυνση των ταυτάριθμων διατάξεων του γαλλικού Συντάγματος από τον Ρήγα δεν αποκλείεται να οφείλεται στο ότι εγνώριζε το φερμάνι του Αμπντούλ Χαμήτ Α΄(1771), με το οποίο αναγνωριζόταν δικαίωμα αντίστασης των ραγιάδων της περιοχής του Πηλίου κατά των βοϊβοδάδων, βεζύριδων, πασάδων κλπ., εάν ζητούσαν φόρους πλέον των επιβεβλημένων : «…με το να είναι εναντίον και έξω της αγίας μου προσταγής με κανένα τρόπον να μην τους δίδουσιν, αλλά να παιδεύωνται και να τιμωρούνται βαρέως οι τοιούτοι, καθώς έχουσιν οι αυτοί ραγιάδες μου την περί τούτου άδειαν και ελευθερίαν».
_______________________

[1] Φίλιππου Σπυρόπουλου, «Το δικαίωμα της αντίστασης», Εκδόσεις Αντ. Σάκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1987
[2] Νομοθετημένο δικαίωμα προς αντίσταση λέγεται ότι υπήρξε, εκτός από την αρχαία Ελλάδα, και στους Χετταίους με το «Σύνταγμα του Τελεπίνου» του 1570 π.Χ., που διακήρυσσε τον κληρονομικό χαρακτήρα της βασιλείας, συγχρόνως όμως περιόριζε ρητά τον βασιλέα στα όρια της εξουσίας του. Η συνέπεια της παραβίασης του δικαίου εκ μέρους του μπορούσε να φθάσει μέχρι την επιβολή της θανατικής ποινής.
[3] Υποστηρίζεται (F. Kern, Recht, 87, Brunner, 30) ότι το δικαίωμα αντίστασης υπήρχε και στο εθιμικό δίκαιο του πρώιμου μεσαίωνα. Αποδέσμευση των υπηκόων από την υποχρέωση πίστης περιέχεται στους Όρκους του Στρασβούργου του 842 μ.Χ. και στα Capitula de Carisiaco του 856. Οι Όρκοι του Στρασβούργου μεταξύ Καρόλου του Φαλακρού και Λουδοβίκου του Γερμανού περιείχαν ρήτρα αποδέσμευσης των υπηκόων σε περίπτωση παράβασης των όρων της συμμαχίας. Στα Capitula de Carisiano ο Κάρολος ο Φαλακρός προέβη σε παραχωρήσεις προς τους εξεγερθέντες Φράγκους και Ακουϊτανούς και αποδέχθηκε άρση του καθήκοντος πίστης, για την περίπτωση της παραβίασης, εκ μέρους του, των υποσχέσεων και παραχωρήσεών του. Υποστηρίζεται πως το δικαίωμα αντίστασης «κατοχυρώνεται» στα δύο αυτά κείμενα (Heyland, 14 και Bertram, Widerstand, 17).

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Παιδεία

Έλληνες και ελληνική παιδεία[1]

Τα πανελλήνια θρησκευτικά ιερά αποτελούσαν τους συνήθεις χώρους και τα κατάλληλα «μέσα» για την προώθηση των ενοποιητικών τους επιδιώξεων. Το δελφικό μαντείο, λ.χ., παρά την αμφιλεγόμενη στάση του στα μηδικά, προέβη σε εκδηλώσεις πατριωτισμού και απέβη ζωτικό κέντρο της εθνικής ζωής τον 4ο π.Χ. αιώνα. Οι ρήτορες Γοργίας, Λυσίας και Ισοκράτης, έκριναν πως ο πανηγυρικός που εκφωνούσαν στο ιερό της Ολυμπίας ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία για να απευθύνουν επίσημα σε όλους τους Έλληνες έκκληση ενότητας και ομοψυχίας, επικαλούμενοι το κοινό γένος, την κοινή θρησκεία και την ανωτερότητα της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Ο Ισοκράτης, θα τονίσει ιδιαιτέρως την σημασία της ελληνικής παιδείας για την «διαλλαγή» και την «προς αλλήλους ομόνοιαν των Ελλήνων» και για την επιτυχία «της επί των βαρβάρων στρατείας». Με τον Ισοκράτη η παιδεία των Ελλήνων αποκτά προτεραιότητα έναντι του «γένους» και της «φύσεως». Κατά την χαρακτηριστική διατύπωση του ίδιου, «το Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας»[2]. Με τον ισοκρατικό ρητορικό λόγο κορυφώνονται οι προσπάθειες συμφιλίωσης και συνένωσης των Ελλήνων και ανοίγει ο δρόμος για τον ελληνιστικό κόσμο, την «πάγκοινον χώραν», τον κοσμοπολίτη, και την οικουμενικότητα της ελληνικής παιδείας και τέχνης. Τους ίδιους στόχους επεδίωκε και ο Αριστοφάνης με την Ειρήνη και την κωμωδία του Λυσισάστρη, να επαναφέρει την ειρήνη και την ευημερία στους Έλληνες – «διδόναι πλούτον τοις Έλλησιν», καλώντας τούς Πανέλληνες σε κοινή δράση για την σωτηρία των Ελλήνων από τα δεινά του πολέμου και επικαλούμενος την ύπαρξη των κοινών ιερών κέντρων της Ολυμπίας και της πυθικής αμφικτιονίας.

[1] Λεωνίδα Μπαρτζελιώτη, «Η απελευθερωτική δύναμη της ελληνικής παιδείας και νεωτερικής επιστήμης»
[2] Πανηγυρικός, 50

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Μάρτυρες Ελευθερίας


Ο Κατσαντώνης είναι ο αντιπροσωπευτικός τύπος του ελευθέρου ανθρώπου, γι’ αυτό και τον αγκαλιάζει με τόση στοργή και αγάπη ο λαϊκός τραγουδιστής που βλέπει στον αγώνα του και τη δική του λαχτάρα για τη λευτεριά. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Αποστολάκη: «Ο ελεύθερος άνθρωπος, ο κλέφτης, ξεχωρίζει τον εαυτό του από τους άλλους που δεν στάθηκαν άξιοι να φυλάξουν τη λευτεριά τους παρά άφησαν τον εαυτό τους στη διάθεση του τούρκου».

«Δεν είναι εδώ τα Γιάννινα, δεν είναι οι ραϊάδες,
για να τους ψένης σαν τραγιά, σαν τα παχιά κριάρια.
Εδώ είν’ ανδρείος πόλεμος και κλέφτικα τουφέκια
»[1]

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, από το βιβλίο του Δημήτρη Σταμέλου, «Κατσαντώνης, η αποθέωση της παλικαριάς»[2] και μέσα από την εξιστόρηση των τελευταίων στιγμών του ήρωα σκιαγραφείται το διαφορετικό ήθος και η αδάμαστη θέληση από την οποία διαποτίζονταν οι ψυχές των μαρτύρων εκείνων της δικής μας λευτεριάς και ανεξαρτησίας.
_____________________________

- Μούφαγες τα καλύτερα παλικάρια μου, είπε σαν θυμωμένος τάχα ο Αλής, μα έδειξες έτσι και την αντρειοσύνη σου που δεν γίνεται να μην την λογαριάσω. Και τούτο με κάνει δίβουλο. Να σε χαλάσω, για να σε πάρω, σαν και του λόγου σου το θέλεις, στη δούλεψή μου, με το αζημίωτο βέβαια. Φροντίζω να γιάνεις από την αρρώστια, δίνεις την υποταγή σου στο δοβλέτι κι απέ παίρνεις στα χέρια σου το αγραφιώτικο αρματολίκι. Κ’ έτσι είμαστε κ’ οι δυο κερδισμένοι.
- Η πρότασή σου με ντροπιάζει, είπε ο Αντώνης. Δεν πολέμησα τόσα χρόνια την τουρκιά για καλοπέραση κι αρματολίκια. Για νάμαι λεύτερος πολέμησα και λόγου μου και τ’ ασκέρι κι οι συντοπίτες μου, ολάκερος ο τόπος που τον λέμε ρωμέικο.
- Το ξέρω, το ξέρω, τον πρόλαβε ο Αλής. Γι’ αυτείνη τη λευτεριά όλοι δουλεύουμε, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Εσύ με το καριοφίλι και το γιαταγάνι, του λόγου μου με το εμπόριο νάχει ο καθένας στο βιλαέτι το έχει του και να φυσήξει κ’ ένας αλλιώτικος αγέρας, ο αγέρας που έρχεται απόξω.
- Αυτός ο αγέρας είναι μολεμένος και δεν τον θέλουμε, είπε ο Αντώνης. Όσο για τη λευτεριά τη δικιά σου κι αυτή είναι μολεμένη και λευτεριά δεν λογαριάζεται. Γιομίζουν οι μπεζαχτάδες των μπέηδων και των αρχόντων και πιο πολύ το δικό σου το κεμέρι Αλή. Και γι’ αυτό πολεμάμε. Νάχει κ’ η φτωχολογιά το ψωμί της, το χωράφι της, το κοπάδι της και ν’ απολαβαίνει τον καρπό τους.
- Άσε τους άλλους, τον αντίκοψε ο Αλής. Κοίτα του λόγου σου να περάσεις καλά τούτη τη ζωή κι απέ οι άλλοι, ας κάμει ο καθένας ό,τι τον φωτίσει ο Θεός κ’ η καρδιά του.
- Του λόγου μου δεν είμαι ξέχωρα από τους άλλους. Έτσι και ξεκόψω και λόγου μου χάνομαι και τους άλλους μπορεί να πάρω στο λαιμό μου. Σαν το πρόβατο ξεκόψει από το κοπάδι εύκολα το γυροφέρνει και το τρώει ο λύκος, είπε ο Αντώνης.
- Και τ’ αρματολόκι; Δεν το λιμπίζεσαι; Νάσαι δερβέναγας σ’ όλες τις στράτες και τα χωριά από το κεφαλάρι του Άσπρου ως πέρα που γέρνουν τ’ αγραφιώτικα βουνά κατά τον κάμπο κι ως τη μεριά του Καρπενησιού και πέρα ίσαμε το Βάλτο.
- Άλη, είπε, στηλώνοντας το κορμί του ο Αντώνης. Ξέρεις καλά πως αυτά που μου τάζεις ούτε ποτέ τα λογάριασα, κι ούτε αντίβαρο με τη ζωή μου και τη λευτεριά μπορώ να βάλω με όποια λογής δοσίματα. Άδικα χάνεις καιρό και λόγια. Μ’ έχεις στα χέρια σου και μπορείς να με χαλάσεις. Ας όψεται η αρρώστια που με βρήκε. Κάμε ό,τι νομίζεις. Δεν θα λερώσω τη ζωή μου. Την κράτησα ολόσωστη ως τώρα και θα την κρατήσω ως το τέλος. Ξέρω καλά τί με προσμένει. Όμως η αποκοτιά ήταν πάντοτε δεμένη με τη ζωή μου.
- Σκέψου το καλά Αντώνη, είπε ο Αλής. Σαν θα γυρίσεις στο κελί σου, μπορεί άλλη καλύτερη απόφαση να πάρεις.
- Την καλύτερη την πήρα σαν βγήκα στο κλαρί για τη λευτεριά. Και δεν την αλλάζω με τίποτα, ούτε με τη ζωή μου.
- Καλά, καλά είπε ο Αλής. Θα ξανακουβεντιάσουμε.

Τέσσερις φορές έφεραν τον Κατσαντώνη από το κάτεργο στο σαράι κι ο Αλής να καμώνεται πως στεναχωριέται έτσι να χαθεί παλικαρόπουλο ακόμα ο Αντώνης κι ο κλέφτης να στέκεται στο ύψος της ασύντριφτης παλικαριάς και της θέλησης της αμετάθετης για λευτεριά και δικαιοσύνη.
…
«Η τιμωρία που αποφάσισε γι’ αυτούς (τον Κατσαντώνη, δηλαδή και τον συγκρατούμενό του και μικρότερο αδελφό του Γιώργο Χασιώτη) ο Αλής ήταν να τους σπάσουν τα άκρα τους χτυπώντας τους με μεγάλο σφυρί. Ο ανηψιός ενός από τους στρατηγούς[3] που είχε πέσει από το χέρι του Κατσαντώνη, ορίστηκε κι ο εκτελεστής της ποινής» γράφει ο Έμερσον[4].
…
Ο Κ. Πενταγιώτης, σε αφήγημά του για τον Κατσαντώνη, γράφει πως ο κλέφτης μαρτύρησε στις «23 του Τρυγητή, ανήμερα τ’Αγιανιού».
…
Μέσα σ’ ένα τραγούδι ποτ ερχόταν από τα βουνά και μιλούσε για τη λευτεριά που αχνορόδοζε στις κορυφούλες, έκλεισαν τα μάτια τους ο Κατσαντώνης[5] κι ο Χασιώτης. Κι αντάμωνε τούτος ο λεύτερος αγέρας των βουνών με το δικό τους το τραγούδι, πάνω στου βασανισμού τα σύνεργα ακονισμένο, ηρωικός παλικαριάς αντίλαλος.
…
Σύμφωνα με την εντολή του τυράννου έπρεπε (τα νεκρά σώματά τους) την ίδια νύχτα να ριχτούν στα νερά της λίμνης. Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Οι προύχοντες Σταύρος Ιωάννου και Κώστας Μαρίνος που είχαν μεγάλη επιρροή στον Αλή κατάφεραν να πάρουν τα τσακισμένα κορμιά των παλικαριών, πληρώνοντας τους δήμιους, και να τα θάψουν, μ’ όλη τη χριστιανική διαδικασία και με τη σχετική προφύλαξη, μην ξεσηκωθούν για τούτο αγάδες και μπέηδες, και μάλιστα στο προάυλιο της Μητρόπολης. …

Τέτοια όμως παλικαριά δεν μπορούσε νάμπει στη γης, στοχάστηκε ο λαός. Στον ουρανό ήθελε και τα κορμιά τους, στις ψηλές κορφάδες των βουνών, να παλεύουν αδιάκοπα τον τύραννο, βράχοι να κρατάνε, σε πλάτες σιδερόπετρες, τη λευτεριά.

«Κάποιοι είπαν πως ένας αϊτός πέταξε από πάνω και πήρε στα νύχια του τον Αντώνη και τον Χασιώτη και τους πήγε στα ουράνια, γιατί αγωνίστηκαν για να φέρουν το Ρωμέικο. Κείνοι ήταν σωστοί κλέφτες»[6].
…
Ο χαμός του Κατσαντώνη υπήρξε μέγα πλήγμα για τους κλέφτες κι όχο μονάχα των περιοχών Αγράφων, Βάλτου και Ξηρόμερου, μα ολάκερης της Ελλάδας. Όσο κι αν θέριεψε το μίσος για τούρκους κι αρβανίτες όχι μονάχα των Κατσαντωναίων που από δω και πέρα αρχηγό τους θάχαν τον Κώστα Λεπενιώτη μα κι άλλων κλέφτικων ασκεριών, ο χαμός αυτός του κλέφτη του περίφημου που αρχηγό τους πια τον είχαν λογαριάσει, θα έχει σύντομα ολέθρια αποτελέσματα για ολόκληρο το προεπαναστατικό κίνημα. Συμβιβασμοί και προσκυνήματα θ’ ακολουθήσουν κι όπου ο Αλής δεν θα κατορθώσει νάρθει σε κάποιο συμβιβασμό με τους κλέφτες, θα τους εξοντώσει με την αποστολή πολυάριθμων τουρκαρβανίτικων ασκεριών εναντίον τους ή με το σπάρσιμο της διχόνοιας ανάμεσά τους ή ξμε την συνεργασία των κοτσαμπάσηδων.

_______________________


[1] William Martin Leak, Travels in modern Greece, Vol. III, London, 1835, σ. 551
[2] βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1980
[3] Εννοεί το Βεληγκέκα. «Εξ όλων των κατορθωμάτων του Κατσαντώνη, ο θάνατος του Βελή Γκέκα επροκάλεσε την μεγαλυτέραν εντύπωσιν, γράφει ο Φωριέλ (Claude Fauriel). Εκορύφωσε τον τρόμον, τον οποίον, όλοι είχον ήδη διά το Κατσαντώνην και την οργήν του Αλή πασά εναντίον του». Σύμφωνα με τις βασικές ιστορικές μαρτυρίες, η σύγκρουση με τον Βεληγκέκα έγινε τον μάη του 1807. Ωστόσο μια ενθύμηση σε θεσσαλικό μονας΄τηρι, την τοποθετεί ένα χρόνο νωρίτερα. Βρίσκεται στον εξωνάρθηκα του μοναστηριού της Παναγιάς Κατουσιώτισσας κι αναφέρει: «1806 αλονάρης ενθύμηση όπου σκοτόθηκεν ο βελιγγέκας, τον έκατσε καρτέρι ο Κατζαντόνις … σκοτόθηκε με τέσσερις νομάτι».
[4] James Emerson, The history of modern Greece, vol. I, London 1830, p. 440
[5] Ο Κατσαντώνης μαρτύρησε 33 ετών.
[6] Δ. Λουκόπουλου, Στ’ Άγραφα, σ. 171.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

Ποίηση

Αγωνία και θυμός
σ’ έναν κόσμο ξένο
το αδιόρατο αισθητό
θαμπό όμως το πλασμένο

Ι.Λ.

Ίσως αυτοί οι στίχοι ν’ αποτελούν την καλύτερη παρουσίαση του έργου αλλά και της προσωπικότητας του ίδιου του δημιουργού. Η «Νομοσοφία» είχε την χαρά να φιλοξενήσει, στο παρελθόν, ποιήματα από την πρωτόλεια συλλογή του φίλου Νίκου Ανδρείου, που αυτές τις μέρες κάνει την πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα, με τη στήριξη των εκδόσεων Synergie[1].

Ο εκδότης Δανιήλ Σαπιρώφ χαρακτηρίζει τον «Περίπατο στον Άδη» ενδοσκόπηση του ποιητή επισημαίνοντας την καυστικότητα του λόγου του. Η ηθοποιός Βαρβάρα Γαρδενιώτη κάνει λόγο για συμφιλίωση και θαρραλέο αγκάλιασμα του σκοτεινού με την ύπαρξη. Και ο μουσικός Δημήτρης Τυπάλδος[2] επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην ικανότητα μετουσίωσης της ευαισθησίας του δημιουργού σε ποίηση.

Η βαθιά ευαισθησία και το αίσθημα κοινωνικής ευθύνης που διακρίνουν τον βίο του Νίκου Ανδρείου χαρακτηρίζουν, αναπόδραστα και τον ποιητικό του λόγο του, τον τόσο δραματικά αφυπνιστικό. Σαν νέος Οδυσσέας επιχειρεί να διεισδύσει στον ασαφή και σκοτεινό κόσμο των βιωμάτων, προσωπικών και ταυτόχρονα κοινών και πάλι να αναδυθεί στην επιφάνεια για να δώσει την μάχη την τελική.

Νίκο, «να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος για την Ιθάκη».

Ιωάννης Λιάκουρας
______________________________________

ΠΟΡΕΙΑ[3]

Μοναξιά ο δρόμος
της απόφασης κ’ η στράτα
που αφήνω και αφήνομαι ,
που - φτιάχνω - και σαρκώνομαι .
Στου τώρα , στου εδώ
τη λαιμητόμο
στου αύριο , στου ύστερα
το αμφίβολο .
Δεν έχω παρά να προχωρώ
και να αισθάνομαι ,
να δέχομαι σπρωξιές
από περαστικούς
που βιάζονται και χάνονται .
(να) Ριζώνω από φωνές
που με τραβάνε (κατά κάτω) .
Μα εγώ παρ’ όλα αυτά ...
δεν έχω ...
παρά να προχωρώ
και να αισθάνομαι.

[1] Εκδόσεις Synergie, Ψυχάρη 15, 111 41, Αθήνα
[2] Ιδρυτής και Μαέστρος της ομώνυμης παιδικής χορωδίας
[3] Από τη ποιητική συλλογή «Περίπατος στον Άδη» του Νίκου Ανδρείου

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

προεπαναστατικά

Η στάχτη των προεστών[1]

Την ώρα που οι ατμοί του καζανιού, πούβραζε κρυφά καλά σκαπασμένο, ξέσπαζαν και χτυπούσαν τα ρουθούνια των Τούρκων, μπήκε, άξαφνα, καβάλα, γαλήνιος και γελαστός, συντροφεμένος κι από άλλους προεστούς των χωριών, στην τρίπολη ο Θεόδωρος Δεληγιάννης, γνωστός κι ονομαστός σε Τούρκους και Έλληνες. Επιδειχτικά ξεκαβαλίκεψε μπροστά στην πόρτα του σαραγιού για να τον δει ο πασάς, οι άνθρωποί του κι όλος ο κόσμος. Αμέσως γίνηκε τούμπανο στην πολιτεία :

- Ο Δεληγιάννης ήρθε,

Στους Τούρκους έκανε μεγάλη εντύπωση. Αν ήταν αλήθεια – έλεγαν μεταξύ τους οι μπέηδες κι οι αγάδες – πως οι ραγιάδες ετοιμάζονται για «ντούσκο» - αποστασία – δεν θα τόξαιραν οι Δεληγιαναίοι, αρχοντική και δυνατή φαμίλια ; Και τότε πώς θάχε το κουράγιο νάρθει, απ’ την Καρύταινα στην Τρίπολη ο Θεόδωρος Δεληγιάννης, χωρίς κανένας να τον προσκαλέσει ;

Κι αλήθεια, δεν είχε πάρει «ντιβάν ντεσκερέ», διαταγή επίσημη, να ρθει. Οι Τούρκοι δεν ήξαιραν πως τον Θόδωρο Δεληγιάννη τον είχε φωνάξει στην τρίπολη ο Οικονόμος Παπαλέξης, με ειδικό ταχυδρόμο, παραγγέλοντάς του, για να τον κάμει να βιαστεί, πως «αν δεν πήγαινε, οι Τούρκοι θάστελναν «μπουμπασίρη κιουλλιεγιετλίδικο» - υπάλληλο μεγάλο του βαλή – κι ας φανταστεί ποια θα είναι τ’ αποτελέσματα». Ο Παπαλέξης αυτός, από την Αμπελιώνα, χωριό του Φαναριού, φτωχός κι αγράμματος, ψυχωμένος όμως και μυαλωμένος, προστατεύτηκε, όταν ήταν νέος, από το γέρο Τζανέτο, άρχοντα της επαρχίας του. Αυτός τον είχε προτείνει στον Χριστιανουπόλεως για παπά. Εκείνος όμως αρνήθηκε :

- Είναι αγράμματος.
- Μωρέ φτιάχτε με σεις παπά, είχε πει τότε ο διαβολάνθρωπος, και μαθαίνω στη στιγμή όσα γράμματα ξαίρουν κι οι άλλοι παπάδες.

Και τόσο είχε προκόψει, που γίνηκε γρήγορα και προεστός και «βεκίλης», επίτροπος του Μοριά στην Πόλη, και ξεχώρισε μέσα σ’ όλους για φρόνημα και καπατσοσύνη. Φώναζε τώρα το Δεληγιάννη στην Τρίπολη για να ησυχάσει τους Τούρκους. Και για την ώρα πέτυχε. Οι Τούρκοι άρχισαν νάχουν αμφιβολίες αν υπάρχει γενικό κίνημα και να πιστεύουν πως ο Κολοκοτρώνης είχε βγει στη Μάνη για «κλεφτοδουλειές»[2], πως όλες οι κινήσεις κι όλες οι διαδόσεις μπορεί νάταν προμήνυμα πως θ’ άρχιζε δράση της κλεφτουριάς, στα βουνά, σαν άλλες φορές, μα όχι επανάσταση των ραγιάδων.

Ο Δεληγιάννης ανέβηκε στο σαράϊ. Ο Χουρσίτ έλειπε στα Γιάννενα, πολεμούσε τον Αλή πασά. Στον μεγάλον οντά βρήκε τον καϊμακάμη, πούχε αφήσει στο ποδάρι του, τον Μεχμέτ Σαλήχ και πολλούς από τους αγάδες του τόπου. Προσκύνησε, σταύρωσε τα χέρια :

- Τί είν’ αυτά που γίνονται κι ακούμε, ορέ Δεληγιάννη ; ρώτησε ο καϊμακάμης.
- Η ενδοξότης σου, είπε ήσυχα ο προεστός, δεν καταλαβαίνει πως είναι όλα του Αλή πασά ; Απ’ αυτόνε βγαίνουν : Γυρεύει να ρίξει τ’ ασκέρι της βασιλείας στο Μοριά, για ν’ αλαφρώσει ο ίδιος. Ο ραγιάς όμως είναι ήσυχος. Δεν τρελάθηκε να χαλάσει τον τόπο.

Άφησαν τον Δεληγιάννη να πάει στο σπίτι του. Για να βεβαιωθούνε όμως κάπως καλύτερα, δοκίμασαν το μητροπολίτη της Τρίπολης Δανιήλ. Τον πρόσταξαν να πάει να κηρύξει, σ’ όλη την επαρχία, την ησυχία στους ραγιάδες. Κι από κοντά τούστειλαν ένα μπουλούμπαση, με την πρόφαση πως θα εισπράξει τάχα φόρους, πραγματικά όμως για κατάσκοπο. Κι άρχισε τότε κωμωδία : Την ημέρα ο Δανιήλ ευαγγελιζότανε την υποταγή στον σουλτάνο και την νύχτα, στους διαλεχτούς που μάζευε κρυφά, την επανάσταση. Με τους Τούρκους όμως, αυτόν τον καιρό, ήτανε μια ζέστη και μια κρύα, ως που ν’ ανάψει τέλος το τουφέκι. Ησύχαζαν για μια στιγμή, ύστερα όμως μάθαιναν κάτι καινούργιο και ξαναγύριζαν στις πρώτες υποψίες.

[1] Σπύρου Μελά, «Ο Γέρος του Μοριά», εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα 1957
[2] Ο Κολοκοτρώνης βγήκε στην Σκαρδαμούλα της Μάνης, στις 6 του Γενάρη 1821. Έβαλε μπροστά δύο σκοπούς. Να φιλιώσει τους δυνατούς Μανιάτες. Και να δώσει το σύνθημα της ετοιμασίας, σ’ όλες της επαρχίες του Μοριά. Σ’ όλους έλεγε : «Παλικάρια όσα μπορείτε, άρματα, μπαρούτι, βόλια. Εικοσιπέντε του Μάρτη, γενικός ξεσηκωμός. Ούτε στιγμή αναβολή. Με κανένα λόγο, με καμιά πρόφαση…».

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008

Λίβελοι

«Φιλέλληνες»[1]


Το 1332 ο Γερμανός ιεραπόστολος Βροκάρδιος[2] (Brocardus), υπέβαλε στον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο ΣΤ΄ σχέδιο σταυροφορίας, τελειωτικής αυτή τη φορά και νικηφόρας. Το υπόμνημα επιγράφεται «Κατευθυντήρια πρόταση για διάβαση στην Ανατολή»[3] και αποτελεί ένα φρικαλέο κήρυγμα μίσους κατά του βυζαντινού ελληνισμού. Επιστρατεύονται όλα τα μέσα και τα πιο βάρβαρα και ατιμωτικά. Κι ακόμα η χειρότερη ως εκείνη την εποχή μορφή γενοκτονίας. Ο αφελληνισμός με απαγόρευση και ολοσχερή εξαφάνιση της ελληνικής γλώσσας.

Κατά τον Βροκάρδιο, ο πόλεμος για την καταστροφή των Ελλήνων είναι δίκαιος και ιερός. Για τέσσερις λόγους: 1. Οι Έλληνες είναι άπιστοι και ο Θεός έχει αποστρέψει το πρόσωπό του απ’ αυτούς. 2. Έχουν χάσει τη φρόνηση – prudencia – και την ιερότητα της ζωής – vitae sanctitatem – και κυρίως την πολεμική αρετή – armorum probitatem. 3. Έχουν χάσει τη γενναιότητα που χρειάζεται για να κρατήσουν ψηλά τη βασιλεία, να υποτάξουν τους εχθρούς τους, να νικήσουν τους αντιπάλους τους και να δοξαστούν. 4. Είναι ανάξιοι, διεφθαρμένοι, δειλοί, βυθισμένοι στην κακομοιριά – sic Greci miseri sunt facti – νικημένοι, υποτελείς των εχθρών τους και εξευτελισμένοι. Τους τιμωρεί ο Θεός. Οι Τάταροι τους ποδοπατούν και τους σφάζουν, οι Τούρκοι τους υποδουλώνουν, οι Σκλαβούνοι και οι Βούλγαροι τους κυνηγούν, τους γκρεμίζουν στην άβυσσο. Μοναδική τους ελπίδα το «φύγε»! Αυτή τη λέξη ξέρουν, αυτή έχουν συνηθίσει. Ενώ άλλοτε κυριαρχούσαν στην Ανατολή κατάντησαν φόρου υποτελείς στους γειτονικούς εχθρούς τους. Καταισχύνη για το αυτοκρατορικό όνομα. Κι όσο για τον αυτοκράτορα είναι θηλυπρεπής και ακόλαστος, μεθύστακας, δόλιος, άπιστος, «παραπάνω από Έλληνας», υπερόπτης, φιλόδοξος, μεγαλομανής, τιποτένιος, κούφιος[4].

Ο Βροκάρδιος απαριθμεί στο υπόμνημά του τα κέρδη που θα αποκομίσει η Δύση από την καταστροφή των λειψάνων της αυτοκρατορίας και την υποταγή του ελληνισμού. … Προτείνει πέντε μέτρα απαραίτητα για να παραμείνουν αιώνια τα βυζαντινά εδάφη στη Δύση και να υποταχθούν ολοκληρωτικά οι Έλληνες [μεταξύ των οποίων και το ακόλουθο]:
…
Για να επιστρέψουν όλοι οι Έλληνες στην «ορθή πίστη», στον καθολικισμό, και να κοπεί οριστικά ο δρόμος επιστροφής στη δογματική πλάνη πρέπει να ξεχάσουν τη γλώσσα τους. Να μη μιλάνε και να μη καταλαβαίνουν ελληνικά. Για τη ριζική αυτή λύση θα απαγορευθεί η ελληνική γλώσσα και θα επιβληθεί η διδασκαλία αποκλειστικά των λατινικών. Τα παιδιά των Ελλήνων πρέπει να μαθαίνουν μόνο τη δική μας γλώσσα ώστε να διαβάζουν τα δικά μας μόνο βιβλία, να μαθαίνουν τις πλάνες τους και να ενστερνίζονται την άγια πίστη και το σωστό δόγμα.
…
Το εφιαλτικό αυτό σύστημα γενοκτονίας με την εξαφάνιση της γλώσσας που καθορίζει την ανθρώπινη υπόσταση και αποτελεί την ψυχή κάθε εθνότητας είναι, όσο γνωρίζω[5], το πρώτο που αναφέρεται στην παγκόσμια ιστορία. Η ωμή βία και η υποδούλωση συνδυάζεται με την πολιτιστική εκμηδένιση. Ο Γερμανός Βροκάρδιος είναι ο πρώτος που εισηγήθηκε όχι απλώς τον βίαιο εξανδραποδισμό των Ελλήνων του Βυζαντίου[6], αλλά και τον πλήρη εκλατινισμό τους, τον εθνικό και φυλετικό αφανισμό, την πνευματική τους εξουθένωση με απαγόρευση και μακροπρόθεσμο εξοβελισμό της γλώσσας τους. Είναι ο πρώτος που σχεδίασε εν ψυχρώ τη μαζική αποκήρυξη των ιδεών και τη συντριβή του ατόμου όταν προβάλλει αντίσταση, την καταδίωξη και την εκρίζωση ακόμα και της σκέψης με την καταστροφή όλων των βιβλίων που αντιμάχονται ή αμφισβητούν την ξένη κυριαρχία. Το σχέδιο είχε μεγάλη απήχηση. Συζητήθηκε στα ανακτοβούλια αλλά οι διεθνείς συνθήκες δεν επέτρεψαν την πραγμάτωσή του.

Θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι το σχέδιο του Βροκάρδιου[7] υπήρξε καταχθόνια σύλληψη ενός ατόμου, ενός φανατικού κληρικού με διεστραμμένη ψυχή ...

_____________________________



[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια», Αθήνα 1990
[2] Γνωστός και ως Μπροκάρ (Brocard) ή Βροκάρδιος του όρους της Σιών (Brocardus de Monte Sion).
[3] Directorium ad passagium faciendum. Τον 1457 κυκλοφόρησε το χρονικό του Βροκάρδιου για τους Αγίους Τόπους με τίτλο: Libellus de Terra Sancta editus a fratre Brocardo, theutonico, ordinis fratrum predicatorum.
[4] Bibulous, ebriosus, lubricus, infidus plusquam Graecus, superbus, ambiciosus, elatus vanus et vacuus.
[5] Το 1318 ένας δομηνικανός κληρικός, ο Ραϋμούνδος Γκιγιώμ του Αντάμ (Raymond Guillaume d’ Adam), έμπιστος του πάπα Ιωάννη ΧΧΙΙ, υποβάλλει σχέδιο νέας σταυροφορίας «για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων» και άνοιγμα των εμπορικών δρόμων της Ανατολής. Προϋπόθεση, αναφέρει, για την εκδίωξη των μουσουλμάνων είναι η καταστροφή των Ελλήνων. Άλλωστε Έλληνες και μουσουλμάνοι είναι εξίσου εχθροί της ρωμαϊκής Εκκλησίας και το ίδιο άπιστοι. "Δεν κάνω καμιά διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και Μωαμεθανούς". Θεωρεί μάλιστα χειρότερους τους Έλληνες χριστιανούς από τους μουσουλμάνους. Γι’ αυτό πρέπει να χτυπηθούν πρώτοι και να εξοντωθούν. [Ad quod advertendum quod, quamvis uterque sint hostes Romamae Ecclesiae et fidei inimici Saraceni, videlicet et Greci inter quos distinctionem non facio in haec parte και item zelo vindicate, plus tenemur Graecos invadere quam Sarracenos [Recueil des Historiens des Croisades, Documents Armeniens, Paris 1869, τ. Β΄, σ. 536]
[6] Ο σοφός Καλαβρός Βαρλαάμ, απεσταλμένος του Ανδρόνικου Γ΄ στον πάπα (1339) δεν διστάζει να τονίσει ενώπιον του Ρωμαιοκαθολικού αρχιερέα πως εκείνο που χωρίζει Έλληνες και Δυτικούς δεν είναι οι δογματικές διαφωνίες αλλά το μίσος των Ελλήνων για όσα έπαθαν από τους Λατίνους. [Migne. Patrologia Graeca, τ. 151, σ. 1332]
[7] Οι Ισπανοί Κατακτητές (Conquistadores) ενστερνίστηκαν, ενάμισι αιώνα αργότερα, το σχέδιο του Βροκάρδιου, την ιδέα της ολοκληρωτικής νίκης, της κυριαρχίας όχι μόνο πάνω στο σώμα αλλά και στην ψυχή. Με την σφαγή και το εξανδραποδισμό αλλά και με την καταστροφή των κοινωνικών δομών, με την βασανιστική θανάτωση, με το γκρέμισμα των ναών, την καταστροφή των αντικειμένων λατρείας και των έργων τέχνης, το σχέδιο του Βροκάρδιου εφαρμόστηκε από αυτούς επάνω στους Μάγια.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Ιστορία

Όλους αξίους θανάτου[1]

Η Πύλη είχε προ τινος καιρού ατελείς και συγκεχυμένας ιδέας περί της Εταιρίας, αλλά τα συλληφθέντα γράμματα του Υψηλάντου, κομισταί των οποίων ήσαν ο Ύπατρος και ο Αριστείδης, δεν αφήκαν πλέον αμφιβολίαν περί της υπάρξεως και του σκοπού της Εταιρίας και περί της όσον ούπω ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος. Αλλά τόση ήτον η απάθεια αυτής, ώστε, αν και τα περί ων ο λόγος γράμματα επιάσθησαν περί τας αρχάς του Ιανουαρίου του 1821, δεν έδωκε σημεία της συνήθους κατά τας τοιαύτας περιστάσεις θηριώδους πολιτικής της ειμή αρχομένου του Μαρτίου. Αλλ’ ό,τι, ως φαίνεται, την κατετάραξε και την ηρέθισεν υπέρμετρα ήτον η ανακάλυψις του σχεδίου των Φιλικών εις καταστροφήν της ιδίας Κωνσταντινουπόλεως. Εξ αιτίας δε αυτής της ανακαλύψεως εδώθη προσταγή να φύγωσιν εκείθεν όσοι των Ελλήνων δεν ήσαν κάτοικοι. Έγειναν δε και κατ’ οίκους έρευναι εις εύρεσιν κρυπτομένων, ως υπώπτευεν η Αρχή, όπλων και πολεμεφοδίων, και παρετηρήθησαν και διάφορα μέρη της πόλεως όπου εψιθυρίζετο, ότι υπεσκάφθησαν υπόνομοι και άνθρωποι εκάθηντο και όπλα απεταμιεύθησαν εις χρήσιν, δοθέντος του σημείου. Τόσος φόβος και τρόμος κατέλαβε την Πύλην και εντεύθεν φαίνεται ότι προήλθε κυρίως η άπληστος αιμάτων παραφροσύνη της. Το πρωΐ της 1 Μαρτίου έφθασεν εκ’ Μολδαυΐας έκτακτος ταχυδρόμος προς τον εν Κωνσταντινουπόλει Ρωσσικόν πρέσβυν, όστις εκοινοποίησε τη Πύλη αυθημερόν τα κατά την Ηγεμονείαν εκείνην συμβάντα της 22 Φεβρουαρίου. Την δε εσπέραν της αυτής ημέρας τη εδόθη διά των τακτικών ταχυδρόμων η αυτή είδησις και κατ’ ευθείαν. Την επαύριον έφυγαν κρυφίως συν γυναιξί και τέκνοις εις Οδησσόν οι επίτροποι του αυθέντου της Μολδαυΐας ο Νικόλαος Σούτσος αδελφός του, ο Ιωάννης Σχινάς εξ αδελφής γαμβρός του και τινες άλλοι. Την 3 Μαρτίου ο μέγας διερμηνεύς Κωστάκης Μουρούζης ανεγνώσεν εν τω οικουμενικώ Πατριαρχείω φιρμάνι διαλαμβάνον, ότι η υψηλή Πύλη μαθούσα την κατά την Μολδαυΐαν στάσιν τινών απονενοημένων λυπείται την τύχην των, και προτρέπει την μεγάλην Εκκλησίαν να συμβουλεύση τους υπό την ποιμαντορίαν της πιστούς υπηκόους της κραταιάς βασιλείας, να μην αποπλανηθώσι και πέσωσι εις την δικαίαν και αδυσώπητον αγανάκτησιν και αυτής και των πιστών Οθωμανών. Κατά την βασιλικήν ταύτην διαταγήν εξέδωκεν η μεγάλη Εκκλησία εγκυκλίους καταρωμένη και αφορίζουσα τον Υψηλάντην και τον Σούτσον ονομαστί, και παραινούσα πατρικώς τους λοιπούς Χριστιανούς, όπως οι μέν πιστοί εμμείνωσι και του λοιπού εις την προς τον Σουλτάνον πίστιν των, οι δε αποπλανηθέντες επανέλθωσιν εις την προτέραν υποταγήν των. Απέλυσε δε και τους Φιλικούς του προς την Εταιρίαν όρκου των ως ασεβούς και ολεθρίου. Τα κεραυνοφόρα δε ταύτα έγγραφα υπεγράφησαν εις πλειοτέραν φρίκην επί της αγίας τραπέζης και εστάλησαν δι’ εξάρχων εις τας επαρχίας. Και εν μεν ταις Ηγεμονείαις έφεραν αποτέλεσμα, αλλ’ όχι και εν τη Ελλάδι. Τοιαύτα έγγραφα εκίνησαν άλλοτε τους ευλαβείς λαούς της Ελλάδος κατά των κλεπτών, αλλ’ οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο σημερινός αγών ήτον υψηλής φύσεως. Διά τούτο ούτε αι εκκλησιαστικαί αύται παραινέσεις ησύχασαν ως άλλοτε τους Έλληνας, ούτε αι απειλαί τους ετάραξαν, ούτε οι αφορισμοί και αι κατάραι τους αφώπλισαν. Τινές δε των Φαναριωτών βλέποντες την διαγωγήν της Πύλης προείδαν τί τοις έμελλε και ήρχισαν να φεύγωσι. Την 5 Μαρτίου έφυγεν ο πρώην αυθέντης Αλέξανδρος Χαντσερής μετά των υιών του και της λοιπής οικογενείας του και κατέφυγεν εις Οδησσόν. Την 6 έφυγαν και κατέφυγαν εις τον ίδιον τόπον πανοικί ο Γεώργιος υιός του πρώην αυθέντου Ιωάννου Καρατσά, ο έμπορος Γεώργιος Χρηστόπουλος και τινες άλλοι συγγενείς του. Την 8 ανεγνώσθη μυστικόν φιρμάνι καθ’ όλα τα ζαμία της Κωνσταντινουπόλεως δι’ ου παρηγγέλοντο όλοι οι πιστοί να ήναι διά παντός άγρυπνοι και έτοιμοι προς αντίκρουσιν των εν τοις κόλποις του κράτους εμφολευόντων εχθρών, και οι μη έχοντες όπλα ν’ αγοράσωσι πωλούντες και αυτά τα σκεπάσματά των, διότι ο κίνδυνος ήτο περί των όλων. Την 9 διετάχθη ο Οικουμενικός Πατριάρχης διά φιρμανίου να στείλη εις την Πύλην τινάς των εγκρίτων αρχιερέων χωρίς ποσώς να αιτιολογηθή η διαταγή αύτη, εστάλησαν δε ο Εφέσου Διονύσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο Ανδριανουπόλεως Δωρόθεος ο και Πρώϊος και ο Αγχιάλου Ευγένιος. Παρασταθέντες οι αρχιερείς ούτοι ενώπιον του ρεήζ-εφέντη απεστάλησαν εις Οθωμανικήν τινα οικίαν υπό πολιτικήν φύλαξιν έχοντες μεν τας αναπαύσεις των, αλλ’ όχι και την άδειαν να βλέπωσιν άλλους ειμή τους διακόνους των ως υπηρέτας των. Συγχρόνως η εξουσία έφερε εντός της βασιλευούσης και πλήθος Ασιανών στρατιωτών, και την 14 διέταξε να οπλισθώσι και όλοι οι Οθωμανοί της Κωνσταντινουπόλεως. Αφ’ ου δε έστησε παντού φυλακάς, εκίνησεν αμέσως χείρα βαρείαν και μιαιφόνον καθ’ όλων των σημαντικών Ελλήνων ανεξετάστως και ακρίτως. Αι οικίαι και οι γυναικωνίται των έκτοτε επατήθησαν, αι φυλακαί εγέμισαν εν τω άμα υπόπτων, αιμοχαρείς Ασιανοί σείοντες γυμνάς τας ρομφαίας των και φρυάττοντες περιέτρεχαν πληθηδόν τας οδούς και τας αγοράς θύοντες και απολύοντες όσους του κοινού λαού απήντων άνευ αδείας της κυβερνήσεώς των, αλλ’ άνευ και κωλύματος. Η πολιτική δε λύσσα συνώμοσε μετά του θρησκευτικού φανατισμού εναντίον των αποστατών και των απίστων. Άνευ αποδείξεων ή ενδείξεων αλλ’ επί απλή υποψία είλκυαν κατά διαταγήν της εξουσίας τους γνωστούς Χριστιανούς εις σφαγήν και εις την αγχόνην, άλλους έσφαζαν επί των οδών, άλλους εκρέμων έξωθεν των παραθύρων των ιδίων οικιών των και έμπροσθεν των συγγενών των, άλλους παρέδιδαν εις τα βασανιστήρια, εκκλησίας εμίαιναν και εγύμνοναν, οικίας κατεδάφιζαν, περιουσίας εδήμευαν, γυναίκας και κοράσια ήρπαζαν, πλοία υπό Ευρωπαϊκήν σημαίαν επεσκέπτοντο, και τους εις αυτά καταφυγόντας Έλληνας έσυραν εις την ξηράν υπό τους οφθαλμούς των πρέσβεων. Εν’ ενί λόγω ο Σουλτάνος εθεώρησε τους σημαντικούς Έλληνας, κληρικούς και κοσμικούς, όλους συνωμότας, και όλους αξίους θανάτου.
__________________________

[1] Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1996

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Ανθολογία

Η Ψωροκώσταινα[1]

Είναι γνωστό πως όλος ο κόσμος με τη λέξη «Ψωροκώσταινα» εννοεί το ελληνικό δημόσιο ταμείο, που δεν υπήρξε ποτέ γεμάτο. Η ιστορία του ονόματος αυτού είναι η εξής :

Ήταν μια γυναίκα, που την έλεγαν Πανώρια Χατζηκώστα, απ’ το Αϊβαλί. Στο μακελλειό, που έγινε το καλοκαίρι του 1821 στο Αϊβαλί, σφάξανε τον άντρα της και τα 4 παιδιά της κι αυτή μόλις κατάφερε να γλυτώση φεύγοντας στα Ψαρά. Ύστερα τη βρίσκουμε στο Ναύπλιο, όπου για να ζήση αναγκαζόταν να ξενοδουλεύη και να ζητιανεύη. Κακοφτιαγμένη όμως και κουρελιάρα καθώς ήταν, έγινε σιγά – σιγά ένας τύπος τ’ Αναπλιού. Τα παιδιά την έπαιρναν από πίσω και την πείραζαν, φωνάζοντας «Ψωροκώσταινα». Κι όμως η μεγάλη της καρδιά μοιραζόταν τα ξεροκόμματα με διάφορα ορφανά προσφυγόπουλα.

Όταν ο Καποδίστριας αργότερα έκαμε το Ορφανοτροφείο, προσέλαβαν την Ψωροκώσταινα για πλύστρα.
_______________________

Μια μέρα ο Καποδίστριας βγήκε περίπατο στο Ναύπλιο μ’ ένα γερουσιαστή. Εκεί που περπατούσανε συλλογισμένοι, λέει έξαφνα ο Κυβερνήτης :

- Ά ! Πόσα πλούτη έχει η Ελλάς !

Ο γερουσιαστής παραξενεμένος ρώτησε :

- Και πού είναι αυτά τα πλούτη ;
- Στα σπλάχνα της γης ! απάντησε ο Καποδίστριας, εννοώντας την προγονική κληρονομιά.

_______________________

Ο Κυβερνήτης συνήθιζε να λέη :

- Οι «επιτροπές» και η «προσωρινότης» κατέστρεψαν την Ελλάδα.

_____________________

[1] Ευαγγέλου Κ. Μιλλεούνη, «Ανθολογία Ιστορικών Ανεκδότων», εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1969