Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

Μάχες

Μετά την Σαλαμίνα[1]

…ο Ξέρξης αντιλήφθηκε το μέγεθος της καταστροφής του και με ψυχραιμία λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μην παραλύσει εντελώς το κλονισμένο ηθικό των στρατευμάτων του. Μόνο ο Μαρδόνιος διαισθάνεται τα σχέδιά του και τις αγωνίες του. Έτσι, ενώ στα Σούσα πληροφορούνται πολύ γρήγορα πώς έχουν στ’ αλήθεια τα πράγματα, μέσω ενός ευφυούς ταχυδρομικού συστήματος και ανησυχούν για τους μεγάλους κινδύνους που απειλούν τον στρατό και τον ίδιο τον βασιλιά, στο στρατόπεδο και στον στόλο βασιλεύει η ηρεμία, μέχρι που δίνεται το σήμα της αναχώρησης, με διαφορά μερικών ημερών. Αυτό το σήμα ωστόσο, όταν δόθηκε, όντας η επίσημη επιβεβαίωση της ήττας, προκάλεσε σύγχυση στον στόλο. Τότε κατάλαβαν ότι είχαν ηττηθεί οριστικά, εφ’ όσον εγκατέλειπαν τα πάντα και τρέπονταν σε φυγή μπροστά στον νικητή εχθρό. Η ώρα του απόπλου, μέσα στην νύχτα, μεγαλώνει ακόμη πιο πολύ τον γενικό φόβο. Ρίχνουν εσπευσμένα τα πλοία στο νερό και η διαταγή να πάνε γρήγορα να σώσουν τις γέφυρες που κινδύνευαν εκνευρίζει ακόμη πιο πολύ διοικητές και πληρώματα. Βγαίνουν από τον κόλπο όπως-όπως και βάζουν πλώρη προς τα νοτιοανατολικά, πλέοντες μέσα στον Σαρωνικό. Φαντάζονται ότι οι Έλληνες τους έχουν στήσει ενέδρα στο ύψος του ακρωτηρίου Ζωστήρα ή μέσα στο σκοτάδι. Οι μυτερές άκρες των σκοπέλων περνιούνται για καράβια. Τότε τα ερετικά αρχίζουν να κωπηλατούν φρενιασμένα χωρίς ρυθμό, με κομμένη την ανάσα. Οι κωπηλάτες χτυπούν ή ανατρέπουν ο ένας τον άλλο, τα παραγγέλματα των κελευστών που είναι εκτός εαυτού δεν μπορούν πια ν’ ακουστούν. Οι τριήρεις έντρομες σκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις και οι αρχηγοί με μεγάλη δυσκολία καταφέρνουν να αποκαταστήσουν την τάξη και την συνοχή. Το πρωί, οι Έλληνες βλέποντας τον περσικό στρατό στις θέσεις του απέναντι στην Σαλαμίνα, υπέθεσαν ότι ο εχθρικός στόλος βρισκόταν ακόμη στο Φάληρο και ότι σκεφτόταν μια νέα επίθεση. Έτσι ετοιμάστηκαν αμέσως να την αποκρούσουν. Βλέπουμε ότι η Σαλαμίνα, ναυτική βάση των Ελλήνων, παραμένει σε άμυνα όσο τα βαρβαρικά στρατεύματα είναι παρόντα. Είναι απομονωμένη και κατά κάποιο τρόπο αποκλεισμένη. Πολύ αργότερα μαθαίνουν τελικά, σίγουρα από περιπόλους που είχαν σταλεί εκτός των περασμάτων, ότι ο εχθρικός στόλος είχε εξαφανιστεί. Πόσο μεγάλη συγκίνηση πρέπει να προκάλεσε αυτό το καταπληκτικό νέο στις τάξεις των συμμάχων, πόση ανακούφιση θα αισθάνθηκαν ! Ο εχθρός λοιπόν ομολογεί ότι νικήθηκε και φεύγει. Όμως μας ξεφεύγει ! Τα πληρώματα τρέχουν στις τριήρεις για να επιβιβαστούν και το σήμα του απόπλου δίνεται με ένα χτύπημα στα κατάρτια των ναυαρχίδων. Αρχίζουν την καταδίωξη του εχθρού, αλλά είναι πολύ αργά, η επαφή έχει χαθεί. Με πόση μανία θα κωπηλατούσαν τα ερετικά σ’ αυτήν την γιγαντιαία λεμβοδρομία των τετρακοσίων πλοίων, των 65.000 κουπιών που όργωναν την θάλασσα του Αιγαίου και κάλυπταν με λευκούς αφρούς κυμάτων την γαλάζια επιφάνεια ! Οι κωπηλάτες όμως δεν είναι μηχανές από σίδερο και τελικά κουράζονται. Εξουθενωμένοι, γέρνουν στους πάγκους τους. Είναι ανάγκη να σταματήσουν. Και σταματούν στην Άνδρο. Την άλλη ημέρα όλοι έχουν συνέλθει και οι κωπηλάτες είναι έτοιμοι να συνεχίσουν την καταδίωξη. Ο Θεμιστοκλής δεν κατάφερε να πείσει τον Ευρυβιάδη για μια επίθεση μέχρις εσχάτων. Από την στιγμή που ο βάρβαρος αποκρούστηκε στην θάλασσα, οι Πελοποννήσιοι αναρωτιόνταν ήδη αν είχε έρθει η ώρα να στρέψουν όλη τους την προσοχή στην ξηρά, όπου μια ωραία αντίσταση κατά του Μαρδόνιου θα εξισορροπούσε την ναυτική νίκη που ήταν προς όφελος των Αθηναίων. Ο Θεμιστοκλής πάντως δεν έχασε τον καιρό του και προσπάθησε, κάνοντας αρχή από την Άνδρο, να συνηθίσει το Αρχιπέλαγος στον φόρο υποτελείας ο οποίος, όταν εδραιώθηκε αργότερα και επεκτάθηκε στην Ιωνία, στην Καρία, στην Θράκη και στα νησιά, δημιούργησε την ισχυρή ναυτική ηγεμονία της Αθήνας. Ο Αθηναίος στρατηγός θα είδε με χαρά την γενική υποχώρηση του στρατού του Ξέρξη και έκανε ό,τι μπορούσε για να τον διώξει, στέλνοντας στον μεγάλο βασιλέα τον πιστό και ικανό Σίκιννο για να τον τρομάξει, λέγοντάς του ότι ετοιμαζόταν να επιτεθεί στις γέφυρες. …

Όταν επιστρέφουν στην Σαλαμίνα, οι σύμμαχοι γεμάτοι ευγνωμοσύνη μοιράζουν πρώτα τα λάφυρα και κάνουν αφιερώματα στους θεούς τους. Ανάμεσα στα άλλα πλούσια αναθήματα είναι και τρεις φοινικικές τριήρεις, λάφυρα πολέμου. Την μία την έπιασαν στον Ισθμό – ο Ηρόδοτος μάλιστα ήταν αυτόπτης μάρτυς – την άλλη στο Σούνιο και την Τρίτη στην Σαλαμίνα, προς τιμή του Αίαντα, γιου του Τελαμώνα. Κατόπιν μοίρασαν τη λεία, φροντίζοντας να βάλουν στην άκρη τα καλύτερα λάφυρα για τους Δελφούς. Με αυτά έφτιαξαν ένα τεράστιο άγαλμα [7μ. 68εκ.] που κρατούσε στα χέρια του το έμβολο μιας τριήρους. Αλλά ο Απόλλων δεν θα ήταν απόλυτα ευχαριστημένος, αν δεν έπαιρνε ειδικό ανάθημα από τους Αιγινήτες. Ήταν ένας τρόπος να αναδείξουν τις πραγματικά λαμπρές υπηρεσίες που προσέφεραν οι Αιγινήτες κατά την ναυμαχία. Ήταν επίσης μια πράξη των Δωριέων συμμάχων με σκοπό να προκαλέσουν την ζήλια των Αθηναίων. Οι Αιγινήτες πρόσφεραν προς τιμήν του θεού και σε ανάμνηση των κατορθωμάτων τους στην Σαλαμίνα τρεις χάλκινους ιστούς μα τρία χρυσά πανιά. Ο Ηρόδοτος μας επιτρέπει να διακρίνουμε, με την απαράμιλλη τέχνη του ιστορικού ο οποίος αφηγείται αμερόληπτα τα γεγονότα, όλες αυτές τις απογοητευτικές πράξεις. Η Αθήνα, η ψυχή της αντίστασης, ιδρύτρια της συμμαχίας, έχοντας παρατάξει στη μάχη ένα στόλο διακοσίων τριήρων, που είχε νικήσει ήδη τον Βάρβαρο στον Μαραθώνα πριν τη Σαλαμίνα, δεν θεωρείται άξια παρά μόνο για το δεύτερο έπαθλο. Το πρώτο πήγε στην μικρή Αίγινα. Υπήρξαν πιο δίκαιοι όσον αφορά στην προσωπική ανδρεία, έτσι οι Αθηναίοι τριήραρχοι, ο Ευμένης από τον δήμο Αναγύρου και ο Αμεινίας από την Παλλήνη που καταδίωξε την Αρτεμισία, έλαβαν τις ίδιες τιμητικές διακρίσεις με τον Αιγινήτη Πολύκριτο.

Στον Ισθμό, όπου κατέπλευσαν οι σύμμαχοι αμέσως μετά την μοιρασιά των λαφύρων, κάθε πόλη αποφεύγει να ομολογήσει ότι μια άλλη έκανε περισσότερα για την σωτηρία της Ελλάδας, πόσο μάλλον η Αθήνα. Οι στρατηγοί, συγκεντρωμένοι στον ναό του Ποσειδώνα για να ανακηρύξουν αυτόν που υπήρξε πιο γενναίος και πιο σπουδαίος την αλησμόνητη εκείνη ημέρα που σώθηκε η Ελλάδα, εναπόθεσαν τις ψήφους τους πάνω στον βωμό. Μόνο που ο καθένας κράτησε για τον εαυτό του, στρατηγός της πόλης του γαρ, την πρώτη θέση με την ψήφο του, δίνοντας την δεύτερη στον Θεμιστοκλή που δεν ήταν κατώτερος κανενός. Έτσι, όταν καταμετρήθηκαν οι ψήφοι, οι στρατηγοί όλων των άλλων πόλεων βρέθηκαν να έχουν πάρει μόνο μια ψήφο, τη δική τους, ενώ ο στρατηγός της Αθήνας τις συγκέντρωσε όλες, έστω και δεύτερες. Τότε οι στόλοι χωρίστηκαν και ο καθένας γύρισε στο λιμάνι του χωρίς να δοθεί ικανοποιητική λύση στην υπόθεση του πρωτείου, λόγω των αντιπαλοτήτων μεταξύ των πόλεων αλλά και των αρχηγών. Ωστόσο, παρατηρεί ο Ηρόδοτος, όλη η Ελλάδα ανακήρυξε τον Θεμιστοκλή ως τον κυριότερο και ευφυέστερο πρωτεργάτη της ελληνικής ανεξαρτησίας.
__________________________

[1] Από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Ράδου, «Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας – Η μάχη που διέσωσε τον δυτικό πολιτισμό», εκδόσεις Ενάλιος, 2004. Ο Κωνσταντίνος Ράδος [1862-1931], λόγιος και ιστορικός, διαπρεπής καθηγητής Ιστορίας στα πανεπιστήμια των Αθηνών και των Παρισίων, έχει γράψει πλήθος ιστορικών μελετών, όπως την «Γενική Ιστορία του Ναυτικού» [1896], την «Ιστορία του Υπέρ της Ανεξαρτησίας των Ελλήνων Αγώνος» [1894] και την «Μάχη του Άστιγγξ». Το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 1915.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008

Ιστορία

Οι επιπτώσεις της Γαλλικής επανάστασης στην Ελλαδικό χώρο[1]

…στα τέλη του 19ου αιώνα είχε αναπτυχθεί μια ισχυρή αστική τάξη, κυρίως στην διασπορά, ανοιχτή στις νέες ιδέες. Στις τάξεις της περιελάμβανε έναν σημαντικό αριθμό διανοουμένων, θερμών οπαδών των ιδεών του διαφωτισμού. Συγκεκριμένα, το Βουκουρέστι είχε καταστεί εστία Ελλήνων διανοουμένων επηρεασμένων από το γαλλικό πολιτισμό, όπως άλλωστε και η Βιέννη υπήρξε ο τόπος έκδοσης του ελληνικού περιοδικού «Λόγιος Ερμής», που διοχέτευε τις ιδέες του Διαφωτισμού και το Παρίσι ο τόπος συγκέντρωσης μιας ομάδας νεωτεριστών λογίων γύρω από τον Αδαμάντιο Κοραή.

Μέσα σε αυτό το κλίμα γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αναγγελία της γαλλικής επανάστασης έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους Έλληνες. Ο Κοραής, που ήταν στην γαλλική πρωτεύουσα, αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων, εκφραζόταν με θαυμασμό για τις εξελίξεις στην Γαλλία. Άλλωστε με την μεταλαμπάδευση των ιδεωδών της γαλλικής επανάστασης στον χώρο και τις πολύ ιδιαίτερες συνθήκες της Οθωμανικής δεσποτείας, οι Έλληνες διείδαν στις διακηρύξεις περί ελευθερίας τον προάγγελο της δικής τους εθνικής ελευθερίας.

Σε πρακτικό επίπεδο, η πορεία των γαλλικών στρατευμάτων στην Ιταλία, σε μικρή σχετικά απόσταση από τον κατεχόμενο Ελλαδικό χώρο, γέμισε τους Έλληνες με ελπίδα. … ακόμα και ο Ρήγας, από το Βουκουρέστι, είχε επιχειρήσει, ανεπιτυχώς, να έρθει σε άμεση επαφή με τον Βοναπάρτη. Ο τελευταίος είχε δείξει την ίδια εποχή μεγάλο ενδιαφέρον για την τύχη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία βρισκόταν επάνω στον δρόμο της θελκτικής για τους Γάλλους βρεταννικής κτήσης των Δυτικών Ινδιών. «Άδικα», έγραφε από την Ιταλία το 1797 προς το Διευθυντήριο, «θα θέλαμε να υποστηρίξουμε την υπόθεση της Τουρκίας. Θα ιδούμε την πτώση της στις ημέρες μας». Την ίδια εποχή διατηρούσε αλληλογραφία με τον μπέη της Μάνης, χαρακτηρίζοντας τους Μανιάτες[2] «άξιους απογόνους της Σπάρτης, τον μόνο λαό της αρχαίας Ελλάδας που κατόρθωσε να διατηρήσει την ανεξαρτησία του». Αυτά έγραφε στους Μανιάτες ο ένδοξος Γάλλος στρατηγός, ο «ελευθερωτής των λαών».

Ο Βοναπάρτης, αρχικά, εκδήλωσε τις βλέψεις του για τα Ιόνια νησία, πού τότε βρίσκονταν, ακόμα, υπό ενετική κυριαρχία, «φυσικούς σταθμούς», κατά την έκφρασή του, «στον δρόμο της Ανατολής». Στην ίδια επιστολή προς το Διευθυντήριο σημείωνε : «Τα νησιά της Κέρκυρας, της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς είναι περισσότερο ενδιαφέροντα για μας από όλη μαζί την Ιταλία». Θα επιφορτίσει λοιπόν τον στρατηγό Ζεντιλί να καταλάβει τα νησιά αυτά και να κάνει «κάθε δυνατό για να προσελκύσει τον λαό». Και θα του προσθέσει, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο : «Δεν θα παραλείψετε στις διάφορες διακηρύξεις σας να μιλάτε για την Ελλάδα, την Αθήνα και την Σπάρτη». Είναι αυτονόητο ότι ο στρατηγός Ζεντιλί έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τον ελληνικό πληθυσμό. Όλα έδειχναν λοιπόν ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας άρχιζε ήδη από τα Ιόνια νησιά.

Στην πραγματικότητα, τίποτε δεν θα γίνει. Η απελευθέρωση της Ελλάδας δεν ήταν, ως φαίνεται, στις προθέσεις του Βοναπάρτη. Ούτως ή άλλως τα γεγονότα πήραν διαφορετική τροπή. Οι Ρώσοι και οι Τούρκοι, συμπράττοντας στιγμιαία, θα καταλάβουν τα Ιόνια νησιά το 1798-9, για να σχηματίσουν το επόμενο έτος [1800] την «Δημοκρατία των επτανήσων» υπό την προστασία της Ρωσίας και της Τουρκίας. Τα επτάνησα θα αποδοθούν πάντως και πάλι στους Γάλλους το 1807 με βάση τη συνθήκη του Τίλσιτ, για να καταληφθούν όμως από τους Άγγλους [εκτός από την Κέρκυρα] το 1809.

…οι Έλληνες θα απογοητευθούν από τα γεγονότα, αλλά οι ελπίδες τους θα αναπτερωθούν καθώς διαρρέουν τα σχέδια για την διανομή της οθωμανικής αυτοκρατορίας μεταξύ του Ναπολέοντα και του Ρώσου τσάρου αμέσως μετά το Τίλσιτ, διανομή που, οποιαδήποτε μορφή κι αν είχε, θα απήλλασσε οριστικά την Ελλάδα από την οθωμανική κυριαρχία.

Τελικά τα σχέδια αυτά ουδέποτε συγκεκριμενοποιήθηκαν, η οθωμανική αυτοκρατορία παρέμεινε στην θέση της και οι Έλληνες δεν έμελλε να απελευθερωθούν επί Ναπολέοντα. Εντούτοις, οι αναστατώσεις που γνώρισε ο κόσμος αυτήν την εποχή θα καλλιεργήσουν την πεποίθηση πως τίποτε δεν παραμένει αμετάβλητο και πως η οθωμανική κυριαρχία μπορεί να εκριζωθεί. … οι ιδέες της γαλλικής επανάστασης είχαν διεισδύσει τόσο, ώστε η επανάσταση του 1821, μολονότι εθνική ως προς τους στόχους της, να διαποτιστεί από το φιλελεύθερο πνεύμα των ιδεών που ευαγγελίζονταν οι Γάλλοι επαναστάτες. … όταν οι Έλληνες επιχείρησαν για πρώτη φορά μετά την επανάσταση να εγκαθιδρύσουν στα επαναστατημένα εδάφη κεντρικό σύστημα διακυβέρνησης, συγκάλεσαν συντακτική συνέλευση και ψήφισαν σύνταγμα, το οποίο προέβλεπε αφενός την διάκριση των εξουσιών και αφετέρου την λαϊκή αντιπροσώπευση. Και αυτό την εποχή της Παλινόρθωσης, σε μια κατ’ εξοχήν αντεπαναστατική περίοδο, κατά την οποία κάθε πολιτική δομή στηριγμένη στην λαϊκή θέληση θα δημιουργούσε τις χείριστες των εντυπώσεων στις συντηρητικές δυνάμεις και θα επέτρεπε στους αντιδραστικούς κύκλους να εξομοιώνουν την ελληνική επανάσταση με τα φιλελεύθερα πολιτικά επαναστατικά κινήματα που είχαν παράλληλα ξεσπάσει στην Ιταλία και την Ισπανία. Οι Έλληνες … διαμαρτύρονταν με σθένος και επέμεναν στον εθνικό χαρακτήρα του εγχειρήματός τους. Παρέμενε όμως το γεγονός πως το πολιτικό σύστημα στο οποίο προσβλέπαν πρόδιδε τις φιλελεύθερες επιρροές τους.

Η πτώση του Ναπολέοντα θα θέσει τέρμα στην περιπέτεια που, με αφετηρία την γαλλική επανάσταση, συγκλόνισε και αναστάτωσε την Ευρώπη στο σύνολό της. Παρά την μοναρχική παλινόρθωση τίποτε δεν ήταν πλέον όπως πριν. Οι μεταμορφώσεις που είχαν υποστεί η Γαλλία και η υπόλοιπη Ευρώπη δεν θα μπορούσαν παρά ν’ αφήσουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους.


[1] Από το βιβλίο «τρεις μελέτες για την Γαλλική Επανάσταση» του Ιωάννη Δημάκη, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993.
[2] Πολλοί κάτοικοι της δυσπρόσιτης Μάνης, πιεζόμενοι από την οθωμανική πλημμυρίδα, είχαν στο παρελθόν μεταναστεύσει στην Κορσική, τόπο καταγωγής του ίδιου του Ναπολέοντα. Εξ’ ου και η φήμη περί της Ελληνικής καταγωγής του Βοναπάρτη, φήμη που πρωτοδιαδόθηκε την εποχή εκείνη της ακμής του Ναπολεόντειου επεκτατισμού.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Οικογενειακό Δίκαιο

Στους Βυζαντινούς χρόνους το διαζύγιο δεν ήταν υπόθεση των ανδρών, όπως εσφαλμένα πιστεύεται. Οι γυναίκες, όπως αποδεικνύεται και από τα αποσπάσματα που ακολουθούν, από σχετική εργασία του ομότιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπύρου Τρωιάνου, είχαν την δυνατότητα και αυτές να διεκδικήσουν την ελευθερία τους, ακόμα και αν η λύση του γάμου δεν προβλεπόταν ρητώς από τον νόμο.

Ι.Λ.

Περί διαζυγίου[1]

… σε μία από τις υποθέσεις…ισχυρίστηκε η αιτούσα ότι ο άνδρας της στα δέκα χρόνια και πλέον που ήταν παντρεμένοι αραιά και πότε εμφανιζόταν για να κάνει τη φιγούρα του στην Ναύπακτο και ακόμη για να την αφήσει έγκυο, χωρίς ποτέ να νοιαστεί για την συντήρησή της. Περιγράφοντας με πολλή παραστατικότητα ο Απόκαυκος[2] αυτήν την ιδιόρυθμη κατάσταση, παρατηρεί «ως εντεύθεν την ευδοκίαν κατά τούτους τους λόγους και χήραν είναι και ύπανδρον». Στα τελευταία όμως πέντε χρόνια ο σύζυγος εξαφανίστηκε τελείως και η γυναίκα για την οποία ο Απόκαυκος δεν παραλείπει να σημειώσει ότι ήταν νέα και χαριτωμένη και «των σαρκικών πολέμων εντός», δήλωσε «άνδρα εθέλειν και της εξ αυτού προνοίας επιθυμείν». Για την αλήθεια των ισχυρισμών της αιτούσας δεν υπήρχε αμφιβολία, όπως αναγράφεται στην απόφαση, «λόγος διαρρέει περί τούτων κοινός και τα λαληθέντα πάντες επίστανται».

Προκειμένου όμως να λύσει αυτό το γάμο ήλθε ο μητροπολίτης σε δύσκολή θέση, γιατί η κακόβουλη εγκατάλειψη δεν συνιστούσε λόγο διαζυγίου ούτε στο πολιτειακό ούτε στο κανονικό δίκαιο. Σε περίπτωση μακράς απουσίας του ενός συζύγου χωρίς ειδήσεις του δεν ήταν ο άλλος ελεύθερος να συνάψει νέο γάμο, παρά αφού πειθόταν για τον θάνατο του απόντος. Μόνον επί απουσίας λόγω αιχμαλωσίας εδημιοπυργείτο τεκμήριο, αν είχε παρέλθει πενταετία. Εδά ο Απόκαυκος θαρραλέα ξεπέρασε το δίλημμα και παρόλο ότι αναγνώρισε πως η Εκκλησία δύσκολα παρέχει άδεια για δεύτερο γάμο στην αιτούσα το διαζύγιο, σταθμίζοντας τα πράγματα και κρίνοντας ότι η συναπτή αποδημία του συζύγου για πέντε χρόνια είναι αρκετή, αποβλέποντας δε και στο να σθγκρατηθεί η γυναίκα από μελλοντικά παραπτώματα ηθικής μορφής, που τα θεώρησε βέβαια ύστερα από τις παραπάνω ανεπιφύλακτες δηλώσεις της[3], προχώρησε στη λύση του γάμου και στην χορήγηση της αιτούμενης άδειας για σύναψη δεύτερου.

… εμφανίστηκε στο εκκλησιαστικό δικαστήριο ένας ιερέας και ανέφερε ότι πριν από τριάμισι χρόνια πάντρεψε την κόρη του με ένα νέο που του φάνηκε καλός. Ο γαμπρός όμως αποδείχθηκε φυγόπονος και κατεργάρης, «την κλεπτικήν δε μάλιστα εξασκήσας, ουδένα των οις υπηρέτει κατέλιπεν αζημίωτον». Ζητούσε δε ο παπάς τη λύση του γάμου της θυγατέρας του και την άδεια να την παντρέψει με άλλον. Εδώ … ο μητροπολίτης προβληματίστηκε σοβαρά. Ο νόμος, είπε στον αιτούντα, επιτρέπει τη λύση του γάμου μετά από τρία χρόνια συμβίωσης, αν διαπιστωθεί ανικανότητα του συζύγου για συνάφεια, «επί δε του παρόντος νόμος ου κείται απ’ αλλήλων χωρίζων της γυναικός τον ή διά χαυνότητα λογισμού ή δι’ ήθους παρατροπήν της συνοίκου αποχωρήσαντα». Έτσι για να τηρήσει το νόμο, αλλά προσπαθώντας συνάμα να περισώσει και το γάμο, αποφάσισε να κληθεί ο γαμπρός του παπά από τον επιχώριο επίσκοπο να γυρίσει στην γυναίκα του και να φροντίζει τίμια για την διατροφή της οικογένειάς του καλλιεργώντας τη γη. Αν δε υποτροπιάσει και αρχίσει την παλιά του τακτική, τότε έχει την άδεια ο παπάς να αναζητήσει άλλον άνδρα για την κόρη του. Το ίδιο μπορεί να κάνει και αν ο γαμπρός δεν εμφανιστεί «και το όλον άφαντος γένηται».

Η απόφαση αυτή υπαγορεύτηκε πιθανόν όχι μόνον από λόγους επιεικείας και κατανόησης προς τη γυναίκα και τα βιολογικά της προβλήματα, που η εγκατάλειψη της δημιουργούσε (με συναφή κίνδυνο να συνάψει έναν παράνομο δεσμό, διαπράττοντας μοιχεία), αλλά και κάτω από την πίεση παραγόντων οικονομικών, γιατί είναι ολοφάνερο ότι η επιλογή του γαμπρού από τον ιερέα πεθερό έγινε όχι μόνο για τα διάφορα πνευματικά και ψυχικά του χαρίσματα, αλλά, κυρίως, για να βοηθάει στις αγροτικές δουλειές, όπως προκύπτει από την υπερβολικά έντονη προβολή στην απόφαση αυτού του «μελανού» σημείου της συμπεριφοράς του : «αφείς γαρ βίον ζην τον αγρότην και περί γην κυπτάζειν και αύλακα και άροτρό ντε και υνίν μεταχειρίζεσθαι και πονείν περί α και ο πενθερός και όσοι τούτω οικογενείς, ο δε αλλά, θέμενος παρά φαύλον την μετά πόνου ζωήν και το ‘εν ιδρώτι του προσώπου άρτον εσθίειν’, τα μέχρις ημών καταβάντα ταύτα της προπατορικής αράς επιτίμια, βίον άλλον και άλλην δίαιταν ηρετίσατο». Επομένως η μείωση των εργατικών χεριών μέσα στην οικογένεια προξενούσε ανυπέρβλητα προβλήματα, που ο μητροπολίτης δεν μπορούσε να παραβλέψει.
___________________


[1] Σπύρου Τρωιάνου, «Οι λόγοι διαζυγίου στο νομολογιακό έργο του Ιωάννου Απόκαυκου», Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
[2] Ο Ιωάννης Απόκαυκος γεννήθηκε στη Ναύπακτο, μάλλον περί το 1155. Ύστερα από πολύ καλές εγκύκλιες σπουδές στην Κωνσταντινούπολή, εντάχθηκε, γύρω στο 1187 στο προσωπικό της πατριαρχικής γραμματείας, όπου υπηρέτησε υπό τους πατριάρχες Νικήτα Β΄Μουντάνη μέχρι και Ιωάννη Ι΄Καματηρό έως χειροτονία του σε επίσκοπο και την ανάδειξή του σε μητροπολίτη της Ναυπάκτου, γύρω στο 1200. Αυτήν την ιδιότητα διατήρησε μέχρι το 1232. Παραιτήθηκε μετά την ήττα του Θεοδώρου Αγγέλου στην Κλοκοτινίτσα. Δεν γνωρίζουμε τον ακριβή χρόνο του θανάτου του (ίσως το έτος 1233).
[3] «εντεύθεν πάντως ανασειράζουσα [ενν. η Εκκλησία] το της γυναικός δυσκάθετον εις παράπτωσιν και την περί τούτου ταύτης αναφανδά διαγόρευσιν κωλύουσα και συστέλλουσα».

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2008

Πολιτική

1936 – Το τέλος της δημοκρατίας

Τον Απρίλιο του 1936[1] η Βουλή των Ελλήνων με το εντυπωσιακό 241 υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης στον Ιωάννη Μεταξά, άνδρα που από παλιά δεν έκρυβε τις αντικοινοβουλευτικές θέσεις του. Στις 30 Απριλίου 1936 υιοθετεί το Γ΄ ψήφισμα «περί νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως» σύμφωνα με το οποίο :

(α) Η Βουλή διέκοπτε τις εργασίες της ως τις 30 Σεπτεμβρίου 1936 και
(β) Παρεχόταν εξουσιοδότηση στην εκτελεστική εξουσία να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα με ισχύ νόμου σε όλα τα θέματα, με σύμφωνη γνώμη μιας 40μελούς κοινοβουλευτικής επιτροπής που δεν έμελλε να λειτουργήσει.

Στις 4 Αυγούστου 1936, ο βασιλιάς εξέδωσε με πρόταση της κυβέρνησης Μεταξά δύο βασιλικά διατάγματα : με το πρώτο ανέστειλλε την ισχύ των σημαντικότερων συνταγματικών εγγυήσεων των ατομικών ελευθεριών. Με το δεύτερο διέλυε την Γ΄ αναθεωρητική Βουλή. Τα δύο διατάγματα προσυπέγραφαν ο πρωθυπουργός και όλα τα μέλη της κυβέρνησης, εκτός από τρεις υπουργούς[2], που παραιτήθηκαν για να μην υπογράψουν την ληξιαρχική πράξη του θανάτου της δημοκρατίας.

Για μεν τον βασιλιά, που η μακρόχρονη παραμονή του στην Αγγλία και οι σχέσεις του με το βρεττανικό στέμμα είχαν συντείνει, κατά τον κυριότερο βιογράφο του Π. Πιπινέλη, «η αγάπη του προς την χώρα εκείνην (…) να γίνη εις το τέλος εν από τα σοβαρότερα συστατικά του χαρακτήρος του», η δικτατορία ήταν κατ’ αρχήν μια αναγκαία παρένθεση, για την σταθεροποίηση του θρόνου και την επίλυση των προβλημάτων της χώρας σύμφωνα με την βασιλική αντίληψη των συμφερόντων του τόπου.

Αντίθετα, για τον Ι. Μεταξά, ο φιλογερμανικός προσανατολισμός, του οποίου είχε αποτελέσει σταθερό χαρακτηριστικό τόσο της στρατιωτικής, όσο και της πολιτικής του σταδιοδρομίας, η δικτατορία αποτελούσε το καταλληλότερο πολιτικό καθεστώς για την Ελλάδα του μεσοπολέμου. «(…) ημάς τους Έλληνας», έγραφε ήδη από το 1934 στην Καθημερινή, «το πρόβλημα δεν είναι πώς θα μείνωμεν εις τον κοινοβουλευτισμόν, αλλά διά ποίας θύρας θα εξέλθωμεν εξ αυτού. Διά της θύρας του κομμουνισμού ή διά της θύρας του εθνικού κράτους». Αυτοσκοπός και όχι μέσο για την επίτευξη κάποιου άλλου στόχου, η δικτατορία αποτελούσε για τον Μεταξά την αναγκαία προϋπόθεση για την θεμελίωση μιας πειθαρχημένης αυταρχικής κοινωνίας, πάνω στο πρότυπο των δικτατορικών καθεστώτων που είχαν επιβληθεί τότε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Οι διαφορετικές επιδιώξεις των δύο πρωταιτίων της εκτροπής, που εξέφραζαν στην κορυφή της κρατικής ιεραρχίας την αντιπαράθεση ανάμεσα στην φιλοβρεττανική και την φιλογερμανική μερίδα κυρίαρχων τάξεων, έμελλαν να σημαδέψουν τα έργα και τις ημέρες της δικτατορίας και να προσδώσουν στον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκε η εξουσία τον χαρακτηριστικό εκείνο εμπειρισμό …

Όσο για τα διατάγματα της 4ης Αυγούστου, εξέφραζαν τον συμβιβασμό στον οποίο βασιλιάς και δικτάτορας – πρωθυπουργός, είχαν καταλήξει, που ήταν η προσωρινή κατάργηση του κοινοβουλευτισμού, με κάποια προσχήματα νομιμότητας που έπρεπε να τηρηθούν, προκειμένου να δοθεί η εντύπωση ότι η επάνοδος στην ομαλότητα δεν θα έπρεπε να αποκλειστεί στο μέλλον. Από την άποψη αυτή, ο υπαινιγμός του Μεταξά για προσεχείς εκλογές – στην εισηγητική έκθεσή του προς τον βασιλιά για το δεύτερο διάταγμα της 4ης Αυγούστου – που θα μπορούσαν ενδεχομένως να διεξαχθούν «όταν η οριστική κατασφάλισις του κοινωνικού ημών καθεστώτος θα επιτρέψη την άρσιν του προς το σκοπόν τούτον επιβληθέντος Στρατιωτικού Νόμου», δεν ήταν τυχαία.
________________________


[1] Όλα τα κόμματα, με εξαίρεση το ΚΚΕ έσπευσαν να επικροτήσουν, εκ των υστέρων, την ερήμην τους προώθηση του Ιωάννη Μεταξά από τον βασιλιά στο υπουργείο Στρατιωτικών (5 Μαρτίου 1936), στην αντιπροεδρία της κυβέρνησης (14 Μαρτίου 1936) και τέλος στην πρωθυπουργία, μετά τον θάνατο του Κ. Δεμερτζή (13 Απριλίου 1936).
[2] Μαντζαβίνος, Ελευθεριάδης και Βαλαωρίτης.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2008

Ιστορία

Προεπαναστατικά πολιτεύματα και η φιλοσοφία του Διαφωτισμού[1]

Η αφήγηση ενός Γάλλου περιηγητή, που εντυπωσιάστηκε το 1776, όταν ένας μοναχός τον ρώτησε στην Πάτμο αν ο Βολταίρος ζει ακόμη, αναφέρεται από τον Κ.Θ. Δημαρά ως ενδεικτική για την διάδοση της φιλοσοφίας του διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο. Πράγματι, για να χρησιμοποιήσουμε τον ορισμό του μεγάλου σύγχρονου ιστορικού της λογοτεχνίας μας, ο διαφωτισμός ως «σύνολο πνευματικών και συνειδησιακών φαινομένων», που «συμβαδίζουν με την γενική προαγωγή του ελληνισμού», αποτελώντας «μια γενναία ανάταση προς κάθε είδους ελευθερία», είχε ως φυσική κατάληξη την ελληνική επανάσταση, της οποίας το έδαφος προετοίμασε στον χώρο των ιδεών. Η οικονομική άνθιση της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, η ανάληψη σημαντικών κυβερνητικών ευθυνών από Έλληνες στις παρίστριες περιοχές, ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα και κυρίως η χωρίς προηγούμενο ανάπτυξη των σχέσεων με την δύση, χάρη στο εμπόριο και την ναυτιλία, που κατά μεγάλο μέρος βρίσκονταν σε ελληνικά χέρια[i], ήταν μερικοί από τους παράγοντες που επέτρεψαν την διάδοση των γραμμάτων και των νέων ιδεών στα Βαλκάνια και ιδίως στις ελληνικές επαρχίες της φθίνουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ελληνικό βιβλίο, με μεταφράσεις των σημαντικότερων ξένων έργων, αλλά και πρωτότυπες φιλοσοφικές και επιστημονικές συμβολές από Έλληνες διανοουμένους, ο περιοδικός τύπος και οι εφημερίδες γνωρίζουν τεράστια διάδοση καθώς, με πρωταγωνιστές τον Καταρτζή και τον Κοραή, παρατηρείται και στο γλωσσικό μια σημαντικότατη στροφή προς την «λαλούμενη» γλώσσα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ταχύτητας με την οποία διαδίδονταν τα φιλελεύθερα μηνύματα, είναι η δημοσίευση το 1792 από την ελληνόφωνη «Εφημερίδα» της Βιέννης μετάφρασης του γαλλικού συντάγματος και της διακήρυξης του 1791, λίγους μόλις μήνες μετά την ψήφισή τους στο Παρίσι.

Ένα από τα σημαντικότερα έργα της εποχής, που ενδιαφέρει άμεσα και τον μελετητή της συνταγματικής μας ιστορίας, είναι ασφαλώς η «Ελληνική Νομαρχία». Γραμμένη από άγνωστο συγγραφέα, με καλή γνώση των ευρωπαϊκών φιλοσοφικών ρευμάτων, η «Ελληνική Νομαρχία» κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1806 και αποτελεί, ίσως, το κορυφαίο έργο του ελληνικού διαφωτισμού. Καλεί τους υπόδουλους Έλληνες να εξεγερθούν κατά των Τούρκων, προκειμένου να αποκαταστήσουν την «Νομαρχία», πολίτευμα δηλαδή όπου άρχουν οι νόμοι και όχι η αυθαιρεσία των οποιωνδήποτε, στο όνομα της «Αρετής», της «Ομοιότητας» και της «Αδελφότητος». Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας σκιαγραφεί την προεπαναστατική ελληνική κοινωνία και καταγγέλλει με ιδιαίτερη σφοδρότητα μερικούς από τους υπευθύνους για την αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει : τους προεστούς «άφρονας και μωρούς ανθρώπους», του Φαναριώτες, «βρωμοάρχοντας της Κωνσταντινουπόλεως» και τους ιεράρχες, «ληστάς της εκκλησίας».

Το 1797, ο Ρήγας Βελεστινλής – Φερραίος κυκλοφόρησε σχέδιο συντάγματος με τίτλο «Ρήγα του φιλοπάτριδος, Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας. Υπέρ των νόμων – ελευθερία, ισοτιμία, αδελφότης – και της Πατρίδος». Εμπνευσμένο από τα γαλλικά συντάγματα του 1793 και 1795, πολλές από τις διατάξεις των οποίων αντέγραφε, το σχέδιο του Ρήγα περιελάμβανε προκήρυξη, διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου με 35 άρθρα και το κυρίως σχέδιο συντάγματος με 124 άρθρα, στο οποίο πρότεινε την οργάνωση σε ενιαίο κράτος όλων των υπόδουλων βαλκανικών λαών, με βάση την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, όπου όλες οι εξουσίες θα πήγαζαν από τον «αυτοκράτορα Λαό». Κείμενο μεγαλόπνοο, το σχέδιο του Ρήγα δεν ίσχυσε βεβαίως ποτέ, πλην όμως άσκησε τεράστια επίδραση στην διαμόρφωση της πολιτικής ιδεολογίας της επαναστατικής περιόδου.

Τέλος, επίδραση άσκησαν στην διαμόρφωση των περί πολιτείας αντιλήψεων των χρόνων της εθνεγερσίας τα τρία συντάγματα των Επτανήσων, 1800, 1803, 1817. Τα Επτάνησα, αφού απελευθερώθηκαν από τον βενετικό ζυγό το 1797, χάρη στην επέμβαση της Γαλλίας, περιήλθαν κάτω από την επιρροή της Ρωσίας και της Τουρκίας το 1800, οπότε και συγκρότησαν την Ιόνιο Πολιτεία, ως ημικυρίαρχο κράτος, υποτελές στην Υψηλή Πύλη.

Αν και τα τρία επτανησιακά συντάγματα είχαν «ολιγαρχικό» χαρακτήρα, αφού βασίζονταν στην αριστοκρατία των Ιόνιων νησιών, περιείχαν αρκετές φιλελεύθερες διακηρύξεις (ιδίως το σύνταγμα του 1803). Το πρώτο (1800), γνωστό και ως «βυζαντινόν πολίτευμα» αναγνώριζε ιδιαίτερο καθεστώς σε καθένα από τα ιόνια νησιά, που θα κυβερνώνταν από «Μεγάλα Συμβούλια» των ευγενών, κατά το βενετικό πρότυπο, τα οποία θα εξέλεγαν την «Γερουσία» της Ιόνιας Πολιτείας, όργανο κεντρικό με κύρια αρμοδιότητα την ψήφιση των νόμων. Το σύνταγμα του 1803, που σημειωτέον είναι το μόνο που καταρτίστηκε με σχετικά δημοκρατική διαδικασία, χαρακτήριζε την Ιόνιο πολιτεία ως Δημοκρατία «ενιαία και αριστοκρατική»[ii]. Η τάξη των ευγενών εξέλεγε εθνοσυνέλευση, που με την σειρά της αναδείκνυε τον αρχηγό του κράτους και τις άλλες αρχές. Πολλά άρθρα του συντάγματος προστάτευαν τις ατομικές ελευθερίες. Τέλος, μετά την παραχώρησή τους στην Βρεττανική Αυτοκρατορία (1815), τα Επτάνησα κυβερνήθηκαν ως αποικία, βάσει συντάγματος που κατήρτισε ο πρώτος Βρεττανός Ύπατος Αρμοστής, Μαίτλαντ, που τυπικά ενέκρινε το νομοθετικό τους σώμα (1817). Την εκτελεστική εξουσία τυπικά ασκούσε 6μελής Γερουσία και την νομοθετική Βουλή με 42 μέλη, που τα περισσότερα εξέλεγαν οι ευγενείς. Το σύνταγμα αυτό, αφού τροποποιήθηκε αρκετές φορές, ίσχυσε ως το 1864, οπότε τα Επτάνησα ενώθηκαν με την Ελλάδα.

Στην παράδοση των μυστικών Εταιριών που άνθισαν στην Νότια Ευρώπη στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό η «Φιλική Εταιρεία». Οι ιδρυτές της απέφυγαν να της δώσουν σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό, πράγμα το οποίο συνέτεινε στην ταχεία ανάπτυξή της αφού οι Φιλικοί, σε αντίθεση με ανάλογες προσπάθειες που είχαν γίνει στο παρελθόν, προτίμησαν να μην καταρτίσουν σχέδιο πολιτείας για την οργάνωση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους που οραματίζονταν. Όμως, οι φιλελεύθερες επαναστατικές ιδέες είχαν ήδη διαδοθεί τόσο πλατειά, ώστε η επιρροή τους πάνω στους επαναστατημένους Έλληνες να είναι αποφασιστική, λίγα χρόνια αργότερα.
_____________________

[1] Νικού Αλιβιζάτου, «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία», εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1981, σελ. 23-26

[i] συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, 1774
[ii] Άρθρο 1: La Republica delle Setta Isole Unite e una ed Aristocratica

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2008

Χριστιανικός Λόγος

Από την τυραννία των «ταμπού» ελευθερώνει τον άνθρωπο ο Θεάνθρωπος
«Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο και ουχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον[1]»
του Αρχιμανδρίτη πατρός Σάββα Δαμασκηνού


Μια δυστυχισμένη γυναίκα θα συναντήση ο Ιησούς ένα Σάββατο, αγαπητοί μου φίλοι. Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια γέρνει το σώμα της. Δεν μπορεί ν’ ατενίσει τον ουρανό και να προσβλέψη στο μεγαλείο των έργων του Θεού, να δη τα έργα των δακτύλων του, την Σελήνη και τους αστέρας, που στερέωσαν τα χέρια του[2]. Ο ευεργετικός λόγος του Ναζωραίου θα την απαλλάξη από την νόσο των οστών, την σκολίωσιν, θα σταθή ευθυτενής για να προσβλέψη στο ύψος του ουρανού τα μεγαλεία του Θεού.

Όμως είναι Σάββατο, ο Νόμος απαγορεύει ρητώς κάθε εργασία. Η ιερότητα του Σαββάτου ισοδυναμεί με την περιτομή, που ίσχυε ως το κατ’ εξοχήν γνώρισμα του Ιουδαίου, που τον ξεχώριζε από τους αμαρτωλούς Εθνικούς[3]. Στον Ελωχειμιστικό Δεκάλογο η εντολή της αργίας του Σαββάτου έχει κοσμολογική διάσταση «Επειδή σε εξ ημέρες δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο και την ημέρα την εβδόμη ανεπαύθη[4]». Τα δευτερονόμιο θα δώσει κοινωνική διάσταση στην εντολή της αργίας του Σαββάτου πλησιάζοντας τον άνθρωπο «δεν θα κάμης κανένα έργο … για να αναπαυθή ο δούλος Σου και η δούλη Σου και ο ξένος που βρίσκεται στις πύλες Σου, όπως και Συ[5]». Όμως αυτή η προοδευτική αιτιολογία της αργίας του Σαββάτου, θα καταστή στον Ιουδαϊσμό της εποχής του Ιησού «ταμπού» και αβάστακτη τυραννία για τον άνθρωπο. Και απ’ αυτήν την τυπολατρική τυραννία θα απαλλάξη τον άνθρωπο ο Θεάνθρωπος, αγγίζοντας τον πόνο της ταλαίπωρης γυναίκας και καταργώντας την άτεγκτη ρήτρα του αποδεικτικού πινακίου «καθένας που ποιεί έργον κατά την ημέρα του Σαββάτου οπωσδήποτε εκτελείται[6]».

Σ’ αυτήν την βαρβαρότητα του Ιουδαϊκού Νομισμού θ’ αντιτάξη ο Ιησούς το μεγαλείον της ευεργετούσης χάριτος. «Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου», ενώ τα άχραντα χέρια του θ’ αγγίξουν το βασανισμένο της σώμα.

Το «ταμπού» του Σαββάτου, αγαπητοί μου φίλοι, που εύρισκε τη σκληρότερη έκφρασή του στον Ιουδαϊσμό της εποχής του Ιησού, πρυτανεύει και στο σημερινό κόσμο και βρίσκει τρόπους να τυραννήση τον ταλαίπωρο άνθρωπο της εποχής μας. Όχι βέβαια με τον Νόμο της αργίας του Σαββάτου, αλλά με την απαξίωση του ανθρώπου. Οι βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου, που έσπειραν τον θάνατο στην Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ συστήνουν σήμερα μια άλλη μορφή Νομισμού, που σφαγιάζει την ελευθερία του ανθρώπου στον βωμό της πανίσχυρης μαινόμενης Υπερδύναμης και η ίδια φαρισαϊκή υποκρισία επαναλαμβάνεται και σήμερα, όταν μετά τις πρώτες βόμβες στο Ιράκ, ο Πρόεδρος της αφηνιασμένης υπερδύναμης είπε το ανήκουστο και ηλίθιο χαριτολόγημα: «πάω τώρα να κάνω την προσευχή μου και να κοιμηθώ». Απεχθής βλασφημία.

Ο Θεός είναι ζωοδότης. Ζωήν ήλθε να παράσχειν και ου θάνατον όπως οι βόμβες της Υπερδυνάμεως. Θεραπεύει, δεν θανατώνει.

Αγαπητοί φίλοι,
Χαρίστε με την παρουσία σας στον ανθρώπινο πόνο το χαμόγελο της ελπίδας. Θυμηθείτε την φράση του Ιερού Χρυσοστόμου. Άνθρωπος εστίν το περιπούδαστον του Θεού ζώον, καν δούλος η ουκ έστι μοι ευκαταφρόνητος καν εις η άνθρωπος εστι, δι ον ουρανός εταννύσθη και ήλιος φαίνει και αστέρες λάμπουσι και πηγάς βρύουσιν και προφήτας επέμφθησαν και Νόμους εδόθηκας τι δη πάντα λέγειν ; Δι ον ο μονογενής Υιός του Θεού άνθρωπος εγένετο. Ο Δεσπότης μου εσφάλη και το αίμα αυτού εξέχεεν υπέρ του ανθρώπου καγώ καταφρονήσαι έχω ; Και ποίαν έξω συγγνώμη ;

Από την τυραννία των «ταμπού» ελευθερώνει τον άνθρωπο ο Θεάνθρωπος. Γινόμεθα συνεργοί του.
_______________________

[1] κατά Μάρκον, 2, 27
[2] Ψ. 8,4
[3] Gl. 2,15 πρβλ Hugo Grossmann, “Die Religion des Judentum”, σ. 103 Tubingen 1966
[4] Έξοδος 20, 1-12
[5] Dt. 5, 12-15
[6] Έξοδος 31,15β

_______________________

Ποιητικό σχόλιο

του Νίκου Ανδρείου

ΕΞΟΥΣΙΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ

Πού πας Άρχοντα του κόσμου;
τυφλός πατάς τα πτώματα
εκείνων που σκοτώνεις
ευτυχώς για λίγο
ανεπαρκώς για τούτο ’δω το πέρασμα .

Άρχοντα σαπίζεις από τώρα
ακρωτηριάσου μπας και σωθείς
δώσε κάτι στο σήμερα
μήπως υπάρξει κάτι στο αύριο
που θα μπορέσει να σε παρηγορήσει .

Φλόγες μαύρες που χρυσίζουν (στα μάτια σου)
σε βλέπω να καίγεσαι ...
μη φοβάσαι
ήρεμα Άρχοντα μη φοβάσαι
δε δικάζω εγώ (ούτε καν ένορκος δεν είμαι) .

Απέραντη η Αγάπη Του
μπορεί και να σωθείς
μπορεί και κάποτε να κάνουμε παρέα
η (εμπειρία της) μετάστασης
καμιά φορά βοηθάει .

Ακόμα και Σεβάσμιους σαν εσένα
ακόμα και τρισάθλιους μα παθιασμένους σαν εμένα
______________________________

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Ανδρείου πρόκειται, σύντομα, να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Synergie.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

Πόλεμος και Κοινωνία

Το απόσπασμα που ακολουθεί από το Β΄ βιβλίο της Ιστορίας του Θουκυδίδη περιγράφει με γλαφυρό και ταυτόχρονα αντικειμενικό τρόπο το κύριο γεγονός του δεύτερου χρόνου του πελοποννησιακού πολέμου, τον μεγάλο λοιμό, που έπληξε την Αθήνα και έγινε η αιτία να χαθεί το 1/5 του πληθυσμού της Αττικής. Αποτελεί, παράλληλα επιστημονική ιστορική αποτύπωση των γεγονότων της εποχής και κοινωνιολογική πραγματεία. Τα πάθη και οι αδυναμίες των πολιτών, ταυτόσημα με τα αιώνια πάθη των ανθρώπων της κάθε εποχής, ξεδιπλώνονται σε όλο τους το μεγαλείο, όταν η αρρώστια καταδεικνύεται ανίκητη. Η ηθική μεταβάλλεται άρδην, οι φίλοι εγκαταλείπουν τους φίλους και οι συγγενείς τους συγγενείς, ο σεβασμός προς τους νεκρούς εκλείπει, το κυνήγι των βραχυπρόθεσμων απολαύσεων γίνεται ο απόλυτος στόχος ενός βίου δίχως προοπτική, ο θάνατος και η δυστυχία των άλλων γίνονται η αιτία περιουσίες ν’ αλλάζουν χέρια και τέλος οι προλήψεις κυριαρχούν κι οι προφητείες αντικαθιστούν την λογική.

Ι.Λ.

… Μόλις άρχισε το καλοκαίρι, οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί τους, με τα δύο τρίτα της συνολικής τους δύναμης, έκαναν εισβολή στην Αττική όπως και τον πρώτο χρόνο. Αρχηγός ήταν ο Αρχίδαμος του Ζευξιδάμου, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων. Οργάνωσαν στρατόπεδο και άρχισαν να λεηλατούν την ύπαιθρο. Δεν ήσαν πολλές μέρες στην Αττική όταν, για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στην Αθήνα η λοιμική. Λέγεται ότι η αρρώστια είχε άλλοτε παρουσιαστή και σ’ άλλα μέρη, στην Λήμνο και σ’ άλλους τόπους, αλλά πουθενά δεν θυμόνταν επιδημία σε τόση έκταση και τόσο θανατηφόρα. Ούτε οι γιατροί, που για πρώτη φορά αντιμετώπιζαν την αρρώστια και δεν την ήξεραν, μπορούσαν να βοηθήσουν (αντίθετα πέθαιναν οι περισσότεροι επειδή έρχονταν σ’ επαφή με τους αρρώστους) ούτε τίποτε άλλο. Και οι παρακλήσεις στους Θεούς και στα μαντεία δεν ωφέλησαν σε τίποτε και οι άνθρωποι, αποκαμωμένοι από την λοιμική, τα παράτησαν κι αυτά.

Η λοιμική πρωτοεμφανίστηκε, όπως λένε, στην Αιθιοπία, πέρα από την Αίγυπτο. Έπειτα κατέβηκε στην Λιβύη και σε πολλά μέρη της αυτοκρατορίας του Βασιλέως. Στην Αθήνα έπεσε ξαφνικά. Πρώτα εμφανίστηκε στον Πειραιά, όπου διαδόθηκε ότι οι Πελοποννήσιοι είχαν δηλητηριάσει τα πηγάδια (ο Πειραιάς δεν είχε ακόμα βρύσες) και μετά απλώθηκε και στην απάνω πόλη, όπου άρχισαν να πεθαίνουν πάρα πολλοί. Αφήνω στον καθένα, γιατρό ή αδαή, να εξηγήση κατά τα όσα ξέρει, από πού ήρθε και ποια ήταν η αιτία της λοιμικής που προκαλούσε τέτοιαν αναταραχή στον οργανισμό, οδηγώντας τον από την υγεία στον θάνατο. Εγώ, που αρρώστησα ο ίδιος και είδα, με τα μάτια μου, άλλους ν’ αρρωσταίνουν, θα περιγράψω την αρρώστια και τα συμπτώματά της ώστε αν τύχη και ξανάρθη ποτέ, να τα έχη ο καθένας υπ’ όψη του και να ξέρη τη αρρώστια για να πάρη καλά τα μέτρα του.

Τον χρόνο εκείνο, όπως το παραδέχονται όλοι, σημειώθηκαν πολύ λίγες αρρώστιες και όσοι υπέφεραν από κάτι άλλο προγενέστερα, πάθαιναν την αρρώστια ξαφνικά. Στην αρχή με δυνατούς πονοκεφάλους, ψηλό πυρετό, με φλόγωση των ματιών, που κοκκίνιζαν. Το στόμα βρωμούσε. Μετά απ’ αυτό άρχιζε φτέρνισμα και η αρρώστια κατέβαινε ύστερα από λίγο στο στήθος, προκαλώντας δυνατό βήχα. Όταν κατέβαινε στην καρδιά, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή και πολύ οδυνηρούς εμετούς και κενώσεις κάθε είδους χολής, απ’ τα όσα έχουν περιγράψει οι γιατροί. Μετά, τους περισσότερους τους έπιανε λόξυγγας που προκαλούσε δυνατούς σπασμούς. Σ’ άλλους σταματούσε γρήγορα, σ’ άλλους κρατούσε πολύ. Το σώμα, εξωτερικά, δεν ήταν, στην αφή, πολύ θερμό ούτε κίτρινο, αλλά κοκκινωπό και χλωμό, γεμάτο φουσκαλίδες κ’ εξανθήματα. Όμως, ο εσωτερικός πυρετός ήταν τόσο μεγάλος, ώστε οι άρρωστοι δεν μπορούσαν να υποφέρουν ούτε τα πιο λεπτά ρούχα ούτε σεντόνια ούτε άλλο τι και ήθελαν να μένουν γυμνοί. Ένιωθαν μεγάλη ανακούφιση αν μπορούσαν να μπουν σε δροσερό νερό. Και πολλοί, που δεν είχαν κανένα να τους προσέχη, αυτό έκαναν, κ’ έπεφταν στις στέρνες τυραννισμένοι από ακατάπαυστη δίψα που όσο κι αν έπιναν δεν μπορούσαν να την σβήσουν. Δεν μπορούσαν να βρουν καμιά ανάπαυση και τους βασάνιζε η αϋπνία. Όσο η αρρώστια ήταν στην οξεία φάση της, το σώμα άντεχε καταπληκτικά και δεν αδυνάτιζε. Έτσι, οι περισσότεροι πέθαιναν ή την έβδομη ή την ένατη μέρα από τον ψηλό πυρετό, ενώ είχαν ακόμα δυνάμεις. Αν περνούσαν αυτό το στάδιο, τότε η αρρώστια κατέβαινε στην κοιλιά όπου προκαλούσε έλκος και ακατάσχετη διάρροια και τότε, οι περισσότεροι πέθαιναν από εξάντληση. Η αρρώστια διαπερνούσε όλο το σώμα κι αν κανείς άντεχε, περνούσε στα άκρα όπου φανερώνονταν τα σημάδια της. Πρόσβαλλε τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια. Πολλοί σώθηκαν, άλλοι έμειναν παράλυτοι στα άκρα τους. Άλλοι έχασαν το φως τους και άλλοι πάθαιναν αμνησία. Όταν έγιναν καλά δεν ήξεραν ποιοι ήσαν οι ίδιοι και δεν αναγνώριζαν τους συγγενείς τους και τους φίλους τους.

Η αρρώστια ήταν τέτοια, ώστε οι λέξεις δεν φτάνουν για να την περιγράψη κανείς και χτυπούσε τόσο βαριά, ώστε δεν ήταν δυνατόν ν’ ανθέξη ανθρώπινη φύση. Ότι η αρρώστια αυτή δεν έχει καμιά σχέση με τις συνηθισμένες αρρώστιες, φάνηκε καθαρά από το ότι τα όρνια και τ’ άλλα τετράποδα ζώα, όσα τρώνε ανθρώπινο κρέας, δεν ζύγωναν τα πολλά άταφα σώματα κι αν τ’ άγγιζαν ψοφούσαν. Και είναι βέβαιο ότι τα όρνια αυτά εξαφανίστηκαν και δεν τάβλεπε κανείς ούτε γύρω από τα πτώματα ούτε αλλού. Για τους σκύλους ήταν ακόμα πιο φανερό, αφού είναι κατοικίδια ζώα.

Αυτά ήσαν, γενικά, τα χαρακτηριστικά της αρρώστιας, αν και παραλείπω πολλά ασυνήθιστα συμπτώματα που διαφέραν από περίπτωση σε περίπτωση. Όσο διαρκούσε η επιδημία αυτή, δεν παρουσιάστηκε καμιά απ’ τις συνηθισμένες αρρώστιες, κι αν παρουσιαζόταν κατέληγε στην λοιμική. Πέθαιναν οι άνθρωποι και όσοι δεν είχαν καμιά περιποίηση και άλλοι, ότι κανένα αποτελεσματικό φάρμακο δεν βρέθηκε, γιατί εκείνο που ωφελούσε τον ένα έβλαπτε τον άλλο. Καμιά κράση, ισχυρή ή αδύνατη, δεν μπορούσε ν’ αντισταθή στην αρρώστια που τους σάρωνε όλους, ακόμα κ’ εκείνους τους οποίους νοσήλευαν με κάθε φροντίδα. Το χειρότερο απ’ όλα δεν ήταν μόνο η κατάθλιψη εκείνων που αρρώσταιναν κι απελπίζονταν αμέσως, αφήνοντας τον εαυτό τους αντί ν’ αντιδράσουν, αλλά και το ότι, νοσηλεύοντας ο ένας τον άλλο, κολλούσαν την αρρώστια και πέθαιναν σαν τα πρόβατα. Αυτό προκάλεσε την μεγαλύτερη καταστροφή και τούτο επειδή ή απόφεύγαν, από φόβο, να περιποιηθούν τους αρρώστους και αυτοί πέθαιναν έρημοι – κ’ έτσι άδειασαν πολλά σπίτια γιατί δεν ήταν κανείς να τους κοιτάξη – ή τότε επικοινωνούσαν με τους αρρώστους, κολλούσαν την λοιμική και πέθαιναν. Τούτο συνέβαινε κυρίως σε όσους, από καλωσύνη και φιλότιμο πήγαιναν, αψηφώντας τον εαυτό τους, σε αρρώστους φίλους τους. Αλλού πάλι και αυτοί οι συγγενείς, τσακισμένοι από την συμφορά, παρατούσαν και τα μοιρολόγια ακόμα. Τον μεγαλύτερο οίκτο για τους αρρώστους και τους ετοιμοθάνατους ένιωθαν όσοι είχαν πάθει την αρρώστια και είχαν σωθή. Ήξεραν τί σημαίνει η αρρώστια, ενώ οι ίδιοι δεν είχαν πια φόβο. Η αρρώστια δεν πρόσβαλλε ποτέ τον ίδιο άνθρωπο δεύτερη φορά ή, αν τούτο συνέβαινε, δεν ήταν θανατηφόρα. Οι άλλοι μακάριζαν όσους είχαν σωθή και οι ίδιοι απ’ την μεγάλη τους χαρά, είχαν την μάταιη ελπίδα ότι δεν θα πέθαιναν πια ποτέ από άλλη αρρώστια.

Εκείνο που χειροτέρεψε πολύ την κατάσταση ήταν η συγκέντρωση μέσα στην πόλη όλου του πληθυσμού της υπαίθρου. Υπέφεραν περισσότερο οι πρόσφυγες. Μη έχοντας σπίτια, ζούσαν σε πνιγηρές καλύβες μέσα στο καλοκαίρι και πέθαιναν ανάκατα ο ένας απάνω στον άλλο ή σέρνονταν μέσ’ στους δρόμους μισοπεθαμένοι, ενώ άλλοι, από την άσβηστη δίψα τους, μαζεύονταν γύρω από τις βρύσες. Οι περίβολοι των ναών, όπου είχαν κατασκηνώσει, ήσαν γεμάτοι νεκρούς που πέθαιναν εκεί, γιατί καθώς φούντωνε το κακό, οι άνθρωποι, βασανισμένοι απ’ την αρρώστια, έφταναν σε απόγνωση κι αδιαφορούσαν πια για τα ιερά και τα όσια. Δεν τηρούσαν πια καμιά απ’ τις τελετές για την ταφή των νεκρών κι ο καθένας έθαβε τους δικούς του όπως μπορούσε. Πολλοί, που, απ’ τους πολλούς θανάτους στην οικογένειά τους, τους είχαν λείψει τα χρειαζούμενα, μεταχειρίζονταν άπρεπους τρόπους. Άλλοι αποθέταν τον δικό τους νεκρό σε ξένη έτοιμη πυρά κ’ έβαζαν φωτιά στα ξύλα κι άλλοι έριχναν τον νεκρό τους επάνω σε πυρά όπου καιγόταν άλλος νεκρός κ’ έφευγαν γρήγορα.

Αλλά η λοιμική προκάλεσε και πολλά άλλα κακά που πρώτη φορά αναφάνηκαν στην πολιτεία, γιατί ο καθένας τολμούσε πιο φανερά, τώρα, να κάνη πράγματα που πριν τα έκανε κρυφά και τούτο επειδή έβλεπαν πόσο απότομη είναι η μεταβολή της τύχης του ανθρώπου. Πλούσιοι πέθαιναν ξαφνικά και φτωχοί, που δεν είχαν ποτέ τίποτε, τους κληρονομούσαν κ’ έπαιρναν αμέσως όλη τους την περιουσία. Έτσι, οι περισσότεροι, βλέποντας πόσο εφήμερος είναι ο πλούτος και αβέβαιη η ζωή, βιάζονταν να ξοδέψουν τα χρήματά τους και να τα χαρούν. Κανείς δεν ήταν πια πρόθυμος να υποβληθή σ’ οποιοδήποτε κόπο για κάτι που άλλοτε μπορούσε να φανή χρήσιμο και τούτο επειδή σκεπτόταν ότι ήταν πιθανό να πεθάνη προτού τελειώση εκείνο για το οποίο θα κόπιαζε. Η ευχαρίστηση της στιγμής και το άμεσο κέρδος κατάντησε να θεωρήται και καλό και χρήσιμο. Ούτε ο φόβος των Θεών ούτε οι νόμοι των ανθρώπων τους συγκρατούσαν. Επειδή έβλεπαν ότι όλοι πέθαιναν, χωρίς διάκριση, δεν είχαν πια αίσθηση του τί ήταν ευσέβεια και τί δεν ήταν και κανείς δεν πίστευε πως θα γλυτώση απ’ την αρρώστια για να δώση λόγο και να τιμωρηθή για τις άδικες πράξεις του. Όλοι θεωρούσαν ότι η τιμωρία, που κρεμόταν κιόλας πάνω απ’ το κεφάλι τους, ήταν πολύ βαρύτερη από κάθε άλλην κ’ έπρεπε, προτού την υποστούν, να χαρούν κάπως τη ζωή.

Τέτοιες ήσαν οι συμφορές που πάθαιναν οι Αθηναίοι. Μέσα στην πολιτεία πέθαιναν οι άνθρωποι κ’ έξω στην ύπαιθρο, τα κτήματά τους καταστρέφονταν. Μέσα στην συμφορά θυμήθηκαν μερικοί, όπως ήταν φυσικό και άλλες προφητείες, αλλά και το ακόλουθο χρησμό που, καθώς έλεγαν οι γεροντότεροι, τον έψελναν άλλοτε :

«Θάρθη πόλεμος δωρικός και μαζί του λοιμός».

Πολλές φιλονεικίες έγιναν τότε, γιατί άλλοι έλεγαν ότι στον χρησμό δεν γινόταν λόγος για λοιμό (αρρώστια) αλλά για λιμό (πείνα), επικράτησε όμως η γνώμη ότι το σωστό ήταν λοιμός, επειδή οι άνθρωποι ερμήνευαν τον χρησμό ανάλογα με τα παθήματά τους. Νομίζω ότι, αν ποτέ ξαναγίνη δωρικός πόλεμος και τύχη να έρθη μαζί λιμός, θα τον ερμηνέψουν όπως θα ταιριάζει στην περίσταση. Θυμήθηκαν τότε – όσοι τον ήξεραν – και τον χρησμό που είχε δώσει ο θεός, όταν τον ρώτησαν οι Λακεδαιμόνιοι αν έπρεπε να κηρύξουν πόλεμο και είχε αποκριθή ότι, αν πολεμούσαν με όλες τους τις δυνάμεις, θα νικούσαν και ότι ο ίδιος θα τους βοηθήση. Γι’ αυτό και θεωρούσαν ότι τα όσα συνέβαιναν είχαν σχέση με τον χρησμό, γιατί η επιδημία άρχισε μόλις είχαν κάνει εισβολή οι Πελοποννήσιοι και δεν επεκτάθηκε στην Πελοπόννησο, τουλάχιστον σε βαθμό άξιο λόγου, αλλά θέρισε κυρίως την Αθήνα και μερικά άλλα πυκνοκατοικημένα μέρη. Αυτά είναι τα της επιδημίας.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008

ιστορία της Υγείας

Η ασθένεια μεταξύ θεού και επιστήμης*

Πολύ λίγα είναι γνωστά για τον Ιπποκράτη, εκτός από ορισμένα βασικά γεγονότα: γεννήθηκε γύρω στο 460 π.Χ., καταγόταν από την Κω, ήταν σύγχρονος του Σωκράτη, διάσημος στην εποχή του και το πιθανότερο δίδαξε μαθητές επ’ αμοιβή. Το ιπποκρατικό έργο είναι μια συλλογή από εξήντα περίπου ανώνυμα κείμενα που συγκεντρώθηκαν τον 3ο αι. π.Χ. …

Στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ ογδόου αιώνα π.Χ. και των κειμένων των ιπποκρατικών του πέμπτου αιώνα π.Χ., πολλοί και διαφορετικοί θεραπευτές αξίωναν ότι εγνώριζαν και ήταν ικανοί να θεραπεύσουν ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων των μάντεων, των μάγων, των μαιών, των παραδοσιακών θεραπευτών και των ιερέων. Η πρωιμότερη περιγραφή αρχαίων Ελλήνων γιατρών βρίσκεται στην Ιλιάδα, όπου ο Μαχάων[1] και ο Ποδαλείριος παρουσιάζονται να πολεμούν τους Τρώες και να φροντίζουν τους στρατιώτες που τραυματίσθηκαν στην μάχη. Αν και είχαν εκθειαστεί, οι δραστηριότητές τους περιορίζονταν στο να αφαιρούν τα βέλη και να φροντίζουν πληγές. Δεν ήταν οι θεραπευτές που καλούνταν να θεραπεύσουν άλλες μορφές ασθενειών. Για παράδειγμα, όταν μεγάλοι αριθμοί στρατιωτών πέθαιναν από λοιμό, οι ηγέτες τους στράφηκαν για βοήθεια στον μάντη Κάλχα[2]. Παραδοσιακά οι μάντεις πήγαιναν με τους στρατιώτες στην μάχη, εργάζονταν στις αυλές των βασιλιάδων και ταξίδευαν από τόπο σε τόπο φροντίζοντας όλους αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και των ασθενών που ήθελαν βοήθεια στην ερμηνεία για την αντιμετώπιση της μοίρας τους[3]. Ασκούσαν την αρχαία τέχνη της πρόγνωσης αποκωδικοποιώντας οιωνούς, όπως είναι το πέταγμα των πουλιών, ή διάβαζαν τα σημάδια στο ήπαρ των θυσιασμένων ζώων (ηπατοσκοπία).

Για τους αρχαίους Έλληνες η ασθένεια μπορούσε να έχει σταλεί από κάποιον θυμωμένο θεό ή θεά, που είχε επίσης τη δύναμη να θεραπεύσει, όταν προσεγγιζόταν με τον κατάλληλο τρόπο[4]. Η θρησκεία ήταν αδιαχώριστη από την καθημερινή εμπειρία των ατόμων. Όταν χτυπούσε η δυστυχία, το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η κοινότητα ήταν να επιβεβαιώσει αν η καταστροφή είχε σταλεί από κάποιο θεό ή θεά, να αποφασίσει ποιος θεός επέφερε τον κίνδυνο, να ανακαλύψει γιατί ο θεός έστειλε την δυστυχία και να προβλέψει τί θα μπορούσε να περιμένει η κοινότητα στο μέλλον. Αυτή ήταν αναγκαία γνώση για το καθορισμό των τελετουργικών πρακτικών που θα ήταν οι πιο κατάλληλες για να εκδιώξουν το κακό και να φέρουν καλή τύχη.

Οι ίδιοι οι Ιπποκρατικοί αποδέχονταν και εφάρμοζαν στις θεραπευτικές δραστηριότητές τους την αρχαία τέχνη της πρόγνωσης[5] με τρόπο που έμοιαζε με τις πρακτικές των μάντεων[6]. Και ο ιατρός και ο μάντης[7] ενεργώντας ως «προγνώστες» ασκούσαν την πρακτική της πρόβλεψης του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος του ασθενή. Τόσο για τους μάντεις όσο και για τους ιπποκρατικούς γιατρούς, η εδραίωση μιας καλής φήμης ήταν η αναγκαία διάσταση στη σχέση δύναμης και γνώσης που δομούσαν συγκεκριμένες καταστάσεις[8].

Η προγνωστική μέθοδος δεν ήταν απλώς μέρος μιας ψυχολογικής στρατηγικής[9]. Η εφαρμογή της παρήγαγε γνώση. Η πρόκληση που αντιμετώπιζαν οι Ιπποκρατικοί ήταν να διαφοροποιήσουν τις πρακτικές τους από τις δραστηριότητες άλλων θεραπευτών και εντούτοις, να παραμείνουν προσηλωμένοι στην θεραπεία με τρόπο που ήταν οικείος στους ασθενείς και τους υπηρέτες τους και που δεν προκαλούσε υπερβολικά τους θεούς ή τα θεία[10].
____________________________


[1] Κατά την διάρκεια της σύγκρουσης ο Μαχάονας (γιος του Ασκληπιού) χτυπήθηκε από βέλος και οι Αχαιοί φοβήθηκαν ότι το κύμα της μάχης θα στρεφόταν εναντίον τους, αφού «ήταν ανήρ πολλών αντάξιος άλλων ιούς τα’ εκτάμνειν επί τα’ ήπια φάρμακα πάσσειν» (Ιλιάδα, Λ, 514-515)
[2] Από αυτούς σηκώθηκε ο Κάλχας, ο γιος του Θεστορίδη, ο καλύτερος οιωνοσκόπος απ’ όλους, ο οποίος γνωρίζει όλα τα πράγματα που είναι, που ήταν και που θα γίνουν και με την μαντική του ικανότητα, την οποία του έδωσε ο Φοίβος Απόλλων, οδήγησε τα πλοία των Αχαιών στο Ίλιο. [Ομήρου, Ιλιάς, Α 68-72]
[3] Ο Φρίντολφ Κούντλιεν (Fridolf Kudlien) 1968, ανιχνεύει τις δραστηριότητες των μάντεων στο έργο του Αισχύλου, τοποθετώντας έτσι τις πρακτικές τους δεκαετίες πριν από τα πρώιμα ιπποκρατικά κείμενα. Η προσέγγισή τους, όπως αποτυπώθηκε στις περιγραφές του Απόλλωνα στις Ευμενίδες που ακολουθούν εδώ, περιελάμβανε την ερμηνεία των σημείων για σκοπούς διεξαγωγής θεραπευτικών τελετουργιών και συνέδεε σαφώς τον ιατρό μα τον μάντη.
«ταντεύθεν ήδη τώνδε δεσπότη δόμων
αυτώ μεέσθω Λοξία μεγασθενεί,
ιατρομάντης δ’ εστί και τερασκόπος
και τοίσιν άλλοις δωμάτων καθάρσιος
»
[Αισχύλου, Ευμενίδες, 60-64]
[4] Αυτό απεικονίζεται στην αρχή της Ιλιάδας, όταν ο Απόλλων
«βασιλήι χολωθείς
νούσον ανά στρατόν ώρσε κακήν, ολέκοντο δε λαοί,
ούκεκα τον Χρύσην ητίμασεν αρητήρα
Ατρεΐδης
» [Ιλιάδα, Α, 9-12]
[5] Μου φαίνεται ότι το καλύτερο για έναν γιατρό είναι το να ασκεί την πρόγνωση. Διότι αν γνωρίζει εκ των προτέρων και προλέγει από μόνος του την παρούσα και την παρελθούσα και την μελλοντική κατάσταση των αρρώστων και όσα παραλείπουν οι ασθενείς στις διηγήσεις τους, θα γινόταν περισσότερο πιστευτός ότι γνωρίζει την κατάσταση των αρρώστων, ώστε να τολμούν οι άνθρωποι να εμπιστευτούν τους εαυτούς τους στο γιατρό. [Προγνωστικόν, LCL II, 1. 1-6]
[6] Οι σχέσεις μεταξύ μαγείας, θρησκείας και λαϊκών πρακτικών και η εμφάνιση της «επιστήμης» έχουν μελετηθεί εκτεταμένα από το Λόυντ (Lloyd) 1979, 1987, 1991.
[7] Ο Μπάρκερ (Burkert) 1992,41, σχολιάζει ότι «οι μάντεις και οι γιατροί ήταν οι πρώτοι τους οποίους απαρίθμησε ο Όμηρος ως μεταναστεύοντες τεχνίτες, άτομα που η κοινότητα ενδιαφερόταν να προσελκύσει. Ήταν ειδικοί ενός ιδιαίτερου είδους, καθώς είχαν την τέχνη τους που κανείς άλλος δεν μπορούσε να κατέχει».
[8] Στην Ιλιάδα, όταν ο Κάλχας καλείτο να βρει μια λύση στο πρόβλημα, γνώριζε πως το όραμά του για την αιτία και οι κατοπινές συστάσεις του θα ήταν πρόκληση για την τιμή του Αγαμέμνονα. Σε μια δημόσια επίδειξη, ζήτησε την προστασία του Αχιλλέα προτού μιλήσει. Η σκηνή αυτή δείχνει τις δυνατότητες και τους κινδύνους που υπάρχουν στην εφαρμογή της πρόγνωσης από τον μάντη. Το δώρο της δεύτερης όρασης που είχε από τον Απόλλωνα επέτρεψε στον Κάλχα να παρέχει διαγνωστική και προγνωστική γνώση που αντιπαρετίθετο στην δύναμη του Αγαμέμνονα. Αυτή η γνώση ήταν αναγκαία για να βοηθήσει τους Αχαιούς αλλά απειλούσε το βασιλιά και ως εκ τούτου έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του μάντη. Η φήμη επέτρεψε στον Κάλχα να παρουσιαστεί και να κερδίσει την προστασία του Αχιλλέα, προκειμένου να παράσχει στους Αχαιούς την υποστήριξη που χρειαζόταν για να αντιμετωπίσουν την μάστιγα. Ο Κάλχας συνέδεσε την προγνωστική γνώση με μια τελετουργική θεραπεία που, αν επιτελείτο όπως έπρεπε, κατεύναζε τον Απόλλωνα και έθετε τέλος στον λοιμό. Η γνώση που είναι απαραίτητη για την κατανόηση της αιτιολογίας του λοιμού αναδύθηκε από υπάρχουσες δυνάμεις των σχέσεων μεταξύ θεών και ανθρώπων. Με την αφήγηση και την εκτέλεση η γνώση αυτή ενσωματωνόταν σε νέες σχέσεις δύναμης που περιελάμβαναν ανθρώπους και θεούς.
[9] Ο Εντελστάιν (Edelstein) 1967,70, υποστηρίζει, αντιθέτως πως η εφαρμογή της τέχνης της πρόγνωσης βοηθούσε τους ιπποκρατικούς γιατρούς να οικοδομήσουν και να διατηρήσουν την φήμη τους. Συμπεραίνει ότι «η πρόγνωση και η πρόβλεψη ήταν συνεπώς σημαντικές για τους ανθρώπους, για τον γιατρό και τον ασθενή και μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο για τη θεραπεία της ασθένειας. Στην θεραπευτική διαδικασία η πρόγνωση ήταν επομένως σημαντική όχι ως γνώση, από την οποία πηγάζει άλλη γνώση. Η σημασία της ήταν ψυχολογική».
[10] Αν και ορισμένοι ιπποκρατικοί συγγραφείς άσκησαν κριτική στις μαγικές πρακτικές γενικά και σε μερικές συγκεκριμένες θρησκευτικές δραστηριότητες, τίποτα στο ιπποκρατικό έργο δεν υποδηλώνει πως οι συγγραφείς ασκούσαν κριτική στην γενικότερη πίστη στους θεούς [Η Ιερή Ασθένεια (the Sacred Disease), LCL τ. 2]

*Ρόμπερτ Μπαρτζ (Robert Bartz), "ενθυμούμενοι τους ιπποκρατικούς", μελέτη ενταγμένη στο βιβλίο "Βιοηθική" των Κουζέφσκι και Πολάνσκυ, Τραυλός 2007

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2008

Πολιτική

Καλά Μυαλά

Λίγο η υπεροψία της υπερατλαντικής υπερδύναμης, λίγο οι αντιδράσεις φίλων και εχθρών, λίγο η ενεργειακή κούρσα τιμών, λίγο η καχυποψία όλων έναντι πάντων και το «μίγμα» στην πολιτική ζωή του πλανήτη γίνεται απίστευτα εκρηκτικό. Μπορεί οι ευχές όλων να επικεντρώνονται στο τετριμμένο «ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος», αναρωτιέμαι όμως κατά πόσο θα είναι πράγματι ευτυχισμένος με την απειλή ενός ή και περισσότερων πολέμων να επικρέμονται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια μας. Κι αν οι «Μπους» μας ταλαιπώρησαν τα τελευταία χρόνια με τους ενεργειακούς τους πολέμους και το Μεσανατολικό τους «ενδιαφέρον», οι «Κλίντον» απειλούν και πάλι την ησυχία μας με τις δικιές τους «Βαλκανικές» εμμονές. Υπό αυτό το πρίσμα, αντί άλλων ευχών θα προτιμήσω να παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα από την Ιστορία του Θουκυδίδη[i] ζητώντας όπως κι ο βασιλιάς των Λακεδαιμονίων, Αρχίδαμος, απλά και μόνο, σωφροσύνη.

Ι.Λ.

Οι Λακεδαιμόνιοι, αφού άκουσαν και τις κατηγορίες των συμμάχων τους εναντίον των Αθηναίων και τα όσα είπαν οι Αθηναίοι, τους απομάκρυναν όλους κ’ έκαναν σύσκεψη μόνοι τους για την κατάσταση. Οι περισσότεροι συμφωνούσαν ότι οι Αθηναίοι ήσαν ένοχοι και ότι έπρεπα να κηρυχθή ο πόλεμος αμέσως. Αλλά ο βασιλεύς Αρχίδαμος, τον οποίο θεωρούσαν συνετό και σώφρονα, είπε τα εξής :

«Λακεδαιμόνιοι ! Έχω, ο ίδιος, πείρα πολλών πολέμων και βλέπω ότι μεταξύ σας, υπάρχουν πολλοί συνομήλικοί μου που έχουν και αυτοί, αρκετή πείρα ώστε να μην επιθυμούν ν’ αρχίση πόλεμος, όπως, ίσως, θα το ήθελε η πλειονοψηφία και να μην τον θεωρούν σαν καλό και ακίνδυνο εγχείρημα. Αν σκεφθήτε, άλλωστε με ψυχραιμία, θα αντιληφθήτε ότι ο πόλεμος για τον οποίο, τώρα συσκέπτεσθε, θα είναι δύσκολος. Απέναντι στους Πελοποννησίους και τους γείτονές μας έχομε αρκετές δυνάμεις και είμαστε σε θέση να ενεργήσωμε ταχύτατα σε όποιο σημείο χρειαστή. Έχοντας, όμως, απέναντί μας ανθρώπους που η χώρα τους είναι μακριά, που έχουν μεγαλύτερη απ’ όλους πείρα στα ναυτικά, που είναι άριστα προετοιμασμένοι σε όλα και διαθέτουν πλούτο, ιδιωτικό και δημόσιο και στόλους και ιππικό και όπλα και ανθρώπινες εφεδρείες περισσότερες από όσες μπορεί κανείς να βρη σε μια ελληνική πολιτεία κ’ έχουν, εκτός απ’ αυτά, συμμάχους που πληρώνουν φόρο, πώς μπορούμε, απερίσκεπτά, ν’ αναλλάβωμα πόλεμο ; Και πού θα στηριχθούμε για να τον κηρύξωμε, ενώ είμαστε απροετόιμαστοι ; Στο ναυτικό μας ; Αλλά υστερούμε πολύ απέναντί τους και θα χρειαστή πολύς καιρός για να προετοιμαστούμε και για να μπορέσωμε να τους αντιμετωπίσωμε. Στον πλούτο μας ; Αλλά σ’ αυτό υστερούμε ακόμα περισσότερο. Ούτε δημόσιο θησαυρό έχομε ούτε είμαστε σε θέση να συνεισφέρωμε απ’ τις ιδιωτικές μας περιουσίες.

Ίσως κανείς αναθαρρήση με τη σκέψη ότι υπερτερούμε σε οπλισμό και αριθμό ανδρών και θα μπορούμε, έτσι, να λεηλατούμε τη γη τους με συχνές επιδρομές. Αλλά η κυριαρχία τους εκτείνεται σε πολλές περιοχές και θα μπορούν να προμηθεύωνται, από θάλασσα, ό,τι τους χρειάζεται. Αν δοκιμάσωμε να υποκινήσωμε τους συμμάχους τους ν’ αποστατήσουν, τότε θα πρέπει να τους βοηθήσωμε με στόλο, αφού οι περισσότεροι είναι νησιώτες. Τί είδους πόλεμο, λοιπόν, θα κάνωμε εναντίον τους ; Αν δεν αποκτήσωμε την υπεροπλία κατά θάλασσαν και αν δεν τους στερήσωμε τις προσόδους με τις οποίες συντηρούν το ναυτικό τους, τότε εμείς θα παθαίνωμε περισσότερες από εκείνους, συμφορές. Και τότε, ούτε έντιμη ειρήνη θα μπορούμε να κάνωμε και για άλλους λόγους, αλλά και επειδή είναι βέβαιο ότι εμείς αρχίσαμε τον πόλεμο. Δεν πρέπει, άλλωστε, να μας παρασύρη η ιδέα ότι ο πόλεμος θα τελειώση γρήγορα, επειδή θα λεηλατήσωμε την χώρα τους. Αντίθετα, πολύ φοβάμαι, ότι θα κληροδοτήσωμε τον πόλεμο στα παιδιά μας, γιατί είναι απίθανο οι υπερήφανοι Αθηναίοι να υποταγούν για χάρη της γης τους ή να πανικοβληθούν, σαν πρωτόπειροι, εξαιτίας του πολέμου.

Αυτά όλα δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι πρέπει ν’ αδιαφορούμε και ν’ αφήνωμε τους συμμάχους μας να βλάπτωνται χωρίς να καταγγέλωμε τις επιβουλές των Αθηναίων. Εκείνο που σας ζητώ είναι να μην κηρύξωμε ακόμα πόλεμο, αλλά να στέλνωμε πρέσβεις και να διαμαρτυρόμαστε, χωρίς όμως να λέμε φανερά ούτε ότι θα κάνωμε πόλεμο ούτε ότι θ’ ανεχθούμε την κατάσταση. Στο μεταξύ θα πρέπει ν’ αρχίσωμε να ετοιμαζόμαστε εξασφαλίζοντας συμμάχους, Έλληνες ή βαρβάρους, από εκείνους που θα μπορούν να μας βοηθήσουν και με ναυτικό και με χρήματα. Κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήση αν, θύματα της επιβουλής των Αθηναίων και για να σωθούμε, επιδιώξουμε συμμαχίες όχι μόνο με Έλληνες, αλλά και με βαρβάρους. Θα πρέπει, όμως και τους εσωτερικούς μας πόρους να επιστρατεύσωμε. Αν οι Αθηναίοι συμμορφωθούν με τα όσα θα τους πουν οι πρέσβεις μας, τότε τόσο το καλύτερο. Αν όχι, τότε μετά από δύο ή τρία χρόνια θα είμαστε πολύ καλύτερα προετοιμασμένοι για να τους επιτεθούμε, αν τ’ αποφασίσωμε. Και ίσως τότε, βλέποντας την προετοιμασία μας, που θα επιβεβαιώνη τις προθέσεις μας, οι Αθηναίοι θα υποχωρήσουν πιο εύκολα αν η χώρα τους είναι άθικτη. Και θα πρέπει ν’ αποφασίσουν, ενώ θ’ απολαμβάνουν αγαθά που θα υπάρχουν ακόμα και δεν θα έχουν γίνει ερείπια. Δεν πρέπει να θεωρήτε την γη τους σαν άλλο τι παρά σαν ενέχυρο που κρατείτε, το οποίο είναι τόσο πιο πολύτιμο όσο είναι καλύτερα καλλιεργημένο. Και το ενέχυρο αυτό πρέπει να το προφυλάξετε όσο το δυνατόν περισσότερο και ν’ αποφύγετε να τους σπρώξετε στην απελπισία κάνοντάς τους αδιάλλακτους. Γιατί αν ενδώσωμε στην πίεση των συμμάχων μας και καταστρέψωμε την Αττική προτού ετοιμαστούμε για πόλεμο, προσέξτε μήπως οδηγήσωμε την Πελοπόννησο σε μεγαλύτερη ταπείνωση και συμφορά. Παράπονα που έχουν ιδιώτες ή πολιτείες μπορούν πάντα να βρουν λύση. Αλλά εάν για τα συμφέροντα μερικών αναλάβωμε όλοι μαζί έναν πόλεμο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψη την έκβασή του, δεν θα είναι εύκολο να τον τερματίσωμε κατά τρόπο έντιμο.

Κανείς ας μη νομίση ότι είναι ανανδρία τόσες πολιτείες να μην επιτίθενται αμέσως εναντίον μιας πολιτείας. Και οι Αθηναίοι έχουν συμμάχους πολλούς, που πληρώνουν, μάλιστα, φόρο. Ο πόλεμος γίνεται λιγότερο με όπλα και περισσότερο με χρήματα τα οποία πρέπει να ξοδεύη κανείς για να είναι πιο αποτελεσματική η πολεμική προσπάθεια, κυρίως όταν μια ηπειρωτική δύναμη αγωνίζεται εναντίον μιας ναυτικής. Πριν απ’ όλα, λοιπόν, ας βρούμε τ’ αναγκαία χρήματα κι ας μην παρασυρθούμε πρόωρα από τους λόγους των συμμάχων μας. Αφού εμείς θα έχωμε την μεγαλύτερη ευθύνη για τα όσα καλά ή κακά θα συμβούν, εμείς και πρέπει να τα προβλέψωμε με ηρεμία.

Όσο για την βραδύτητα και την αναβλητικότητα για τις οποίες μας κατηγορούν, δεν πρέπει τούτο να μας προκαλή ντροπή, γιατί, αν τώρα βιαστήτε ν’ αρχίσετε τον πόλεμο, θ’ αργήσετε πολύ να τον τελειώσετε, αφού θα είστε απροετοίμαστοι. Και επιτέλους, μήπως η πολιτεία μας δεν είναι από πάντα ελεύθερη και δεν χαίρει μεγάλης φήμης ; τούτο είναι απόδειξη μιας νηφάλιας σωφροσύνης, γιατί μόνοι εμείς δεν γινόμαστε υπερφίαλοι με τις επιτυχίες μας ούτε απελπιζόμαστε με τις αποτυχίες μας. Αν μερικοί προσπαθήσουν, με επαίνους, να μας εξωθήσουν, παρά τη θέλησή μας, σ’ επικίνδυνες περιπέτειες, δεν παρασυρόμαστε από τα ευχάριστα λόγια τους κι αν θέλουν άλλοι να μας ερεθίσουν κατηγορώντας μας, δεν οργιζόμαστε και δεν αλλάζουμε γνώμη. Στην ευνομία μας χρωστούμε και την πολεμική μας αρετή και την πολιτική μας σωφροσύνη και τούτο επειδή το αίσθημα της τιμής συνδέεται στενά με την σωφροσύνη και η γενναιότητα με το αίσθημα της ντροπής. Έχομε ευνομία επειδή η ανατροφή μας δεν είναι εκλεπτισμένη ώστε να μας οδηγή στο να περιφρονούμε τους νόμους. Είναι όσο χρειάζεται σκληρή για να μας κάνη να τους σεβόμαστε. Δεν είμαστε από εκείνους που επιδίδονται σε περιττά πράγματα και κρίνουν με παχιά μόνο λόγια τις πολεμικές προετοιμασίες του εχθρού, αλλά υστερούν πολύ τη στιγμή της δράσης. Πιστεύομε, αντίθετα, πως οι άλλοι είναι εξίσου προνοητικοί όσο και εμείς και ότι τις τροπές της τύχης δεν μπορεί κανείς να τις προβλέψη με την λογική. Πάντα ετοιμαζόμαστε ν’ αντιμετωπίσωμε τους αντιπάλους μας πιστεύοντας πως κι αυτοί ενεργούν με σχέδιο μελετημένο. Πρέπει, λοιπόν, να μην εξαρτούμε τις ελπίδες μας από τα ενδεχόμενα λάθη των εχθρών μας, αλλά από τα κατάλληλα μέτρα που εμείς θα πάρωμε κι ας μην νομίζωμε ότι διαφέρει πολύ άνθρωπος από άνθρωπο. Άριστος, όμως, είναι εκείνος που ανατρέφεται σκληρά και με πειθαρχία.

Ας μην εγκαταλείψωμε, λοιπόν, όλες αυτές τις αρχές που μας κληροδότησαν οι πατέρες μας, τις οποίες εφαρμόζομε πάντα με όφελος. Ας μην βιαστούμε να πάρωμε σε λίγη ώρα μέσα, μιαν απόφαση που αφορά τόσες ζωές, τόσον πλούτο, τόσες πολιτείες και τόση δόξα, αλλά ας σκεφτούμε ψύχραιμα. Και τούτο μας επιτρέπεται, ακριβώς, επειδή είμαστε ισχυροί. Στείλτε πρέσβεις στην Αθήνα και κάνετε παραστάσεις για την Ποτίδαια και για όσα οι σύμμαχοί μας καταγγέλλουν ότι παθαίνουν, αφού, μάλιστα, οι Αθηναίοι λένε ότι είναι έτοιμοι να δεχτούν διαιτησία. Δεν είναι σωστό να εκστρατεύει κανείς εναντίον εκείνου που δέχεται να κριθή από διαιτητή, σαν να ήταν κιόλας ένοχος. Ταυτόχρονα, όμως, να ετοιμάζεστε για πόλεμο. Μια τέτοια απόφαση είναι η καλύτερη και η πιο ανησυχητική για τους εχθρούς μας.»

Αυτά, περίπου, είπε ο Αρχίδαμος. …

Δεν τον άκουσαν…
____________________

[i] Θουκυδίδου, Ιστορίας Α΄, 79-85, μετάφραση Άγγελος Σ. Βλάχος, βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007

Ευθυμογράφημα

Η βασιλόπιττα του Παραδαρμένου[1]

Έπρεπε να ίδη τις μετά ποίας επισημότητος εκομίσθη εις τον φούρνον η πίττα της οικογενείας. Εις το μέσον εβάδιζεν η Βασίλω, κρατούσα υψηλά το ταψίον ως ιερόν κειμήλιον. Εκατέρωθεν αυτής έβαινον αγερώχως οι άγγελοι φύλακες, ο Ζαχαρίας μετά του γόνου αυτού, είπετο δε ο Μαύρος. Από του παραθύρου, η κυρία Θεοδώρα μετά της δεσποινίδος Ουρανίας έβλεπον το θέαμα και η κυρία Παραδαρμένου μεγαλοφώνως συνίστα προς τον σύζυγόν της:
- Πρόσεχε καλά αυτήν την ξεμυαλισμένη να μη της πέση !
Η πομπή αυτή εφείλκυσε την προσοχήν της συνοικίας και πολλοί γείτονες εξείλθον εις τα παράθυρα, διά να την ίδουν, ευχόμενοι «και του χρόνου», «και εις έτη πολλά» εις τον κ. Ζαχαρίαν, όστις απήντα μειδιών διά παρομοίων ευχών…
…Εν τοσούτω οι από πρωΐας κόποι, οι δρόμοι, αι αλλεπάλληλοι συγκινήσεις είχον κινήσει την όρεξιν της οικογενείας. Άλλως τε ο αξιότιμος κ. Ζαχαρίας έπρεπε να δειπνήση ενωρίς, διότι ήτο προσκεκλημένος εις την οικίαν παλαιού του φίλου, αρχαίου συμβολαιογράφου και είχε φροντίσει μάλιστα να εφοδιασθή από πρωΐας δι’ ενός φυσεκίου γαζετών, επειδή έμελλον να παίξουν και χαρτιά «διά το καλόν του χρόνου». Διό η Βασίλω διετάχθη να στρώση το τραπέζι και να φέρη την πίτταν.
Είχε ήδη συναχθή περί την τράπεζαν η οικογένεια και ανέμενε, ότε η Βασίλω επανήλθεν έντρομος, τραυλίζουσα, ωχρά υπό την καλύπτουσαν το πρόσωπόν της ακαθαρσίαν.
- Η πίττα, είπε, δεν ηξεύρω τί έγινε…δεν υπάρχει πλέον !...
Ο Ξέρξης βλέπων την καταστροφήν του στόλου του, ο Αύγουστος μανθάνων την σφαγήν των λεγεώνων του Ουάρρου δεν ησθάνθησαν έκπληξιν και οργήν μεγαλυτέραν αφ’ όσην ησθάνθη η κυρία Παραδαρμένου διά το αιφνίδιον άκουσμα.
- Τί λες, μωρή δαιμονισμένη ; ανέκραξε και ώρμησεν εις το μαγειρείον, παρακολουθουμένη υπό των λοιπών.
Η πίττα είχε τω όντι εξαφανισθή. Το ταψίον, κομισθέν υπό του υπηρέτου του φούρναρη κατά την απουσίαν της οικογενείας, ευρίσκετο επί της τραπέζης, αλλ’ εντός αυτού μόλις διεσώζοντο ολίγα ελεεινά ψιχία, μόλις απέμενον ολίγα ελεεινά ίχνη εκ της ροδοκόκκινης και καλοψημένης κρούστας.
- Εσύ την έφαγες ! ανεβόησε η οικοδέσποινα και επέπεσε κατά της Βασίλως με διαθέσεις καννιβαλικάς.
Και αιτρίχες της κόμης της υπηρετρίας απεσπώντο μανιωδώς και κατέπιπτον βροχηδόν ως κάρφη[2] ανατινασσόμενα εις αλώνιον υπό του δικράνου και αι οξείαι και αλγειναι κραυγαί της προυκάλουν την συρροήν περιέργων εκ του παρακειμένου παντοπωλείου.
- Εσύ την έφαγες μαζί με τον αγαπητικόν σου, με εκείνον τον βρωμιάρη !...εβόα αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, ενώ οι στιβαροί γρόνθοι της κατέπιπτον επί της ράχεως του θύματός της.
- Εγώ την έφαγα ή ο γιόκας σου ; απήντα η Βασίλω, ήτις βαρυνθείσα επί τέλους, ήρχισε ν’ ανταποδίδη τα ίσα προς την κυρίαν της…
…Ο ένοχος ανευρέθη και συνελήφθη, μετά σύντομον δε διαδικασίαν, κατά την οποίαν το ους αυτού ήλθεν εις συχνήν επαφήν μετά της πατρικής χειρός, η ενοχή του εξηκριβώθη. Ήδη ο κ. Ζαχαρίας ητοιμάζετο να αποτείνη διά της παλάμης ευγλώττους παραινέσεις επί του αυχένος του γόνου του. Ήδη η κυρία Θεοδώρα εξέτεινεν επιτακτικώς την χείρα, λέγουσα προς τον σύζυγόν να της κάμη την χάριν να μη πειράξη το παιδί, «διότι έκαμε και αυτό μίαν αταξίαν ωσάν παιδί», αλλέως θα είχε να κάμη μαζί της. Ήδη η Ουρανία, προβλέπουσα νέαν οικογενειακήν ρήξιν, εβίαζε τους δακρυχόους αδένας των οφθαλμών της να χύσουν δάκρυα ικεσίας, ότε διά μιας ο κ. Ζαχαρίας έστη ως ηθοποιός, καταλαμβανόμενος εν τω μέσω της πράξεώς του υπό αιφνιδίου λογισμού και άφηκεν φωνήν σπαρακτικήν:
- και το φλωρί ; είπεν.
Ε, βέβαια και το φλωρί !...Τί είχε γίνει το φλωρί ; Εκείνο, καλέ, το κωνσταντινάτον, το οποίον του είχε χαρίσει ο φίλος του ο έφορος εις το Μελιγαλά και το οποίον τακτικώς από του πρώτου έτους του γάμου του εχρησίμευε διά την πίτταν της πρωτοχρονιάς, εξαγοραζόμενον τακτικώς κατ’ έτος διά τριάκοντα λεπτών, τα οποία γενναιοδώρως έδιδεν ο Ζαχαρίας προς τον ευτυχή κάτοχον του τμήματος της πίττας, εν ω περιείχετο ; Τί είχε γίνει το φλωρί, το ιερόν κειμήλιον, το παλλάδιον της οικογενείας ; Βεβαίως κατεβροχθίσθη μετά της πίττας και κατά την στιγμήν εκείνην εξετέλει μυστηριώδην πορείαν εντός των εσωτερικών λαβυρίνθων του οργανισμού του λαιμάργου υιού του. Οία βεβήλωσις !
Χωρίς να θέλη ο πράος κ. Ζαχαρίας, ο ειρηνικός κ. Ζαχαρίας ήρπασεν από της εστρωμένης τραπέζης εν μαχαίριον και διά της άλλης χειρός ανέτρεχε τον υιόν του σπαρακτικώς οιμώζοντα.
Ήτο εξαισία η στάσις εκείνη του πατρός, στάσις Αβραάμ ετοίμου να φονεύση τον Ισαάκ του, ενώ η Ουρανία ερρίπτετο ικετευτικώς παρά τα γόνατά του, επικαλούμενη το έλεός του. Αλλά την χείρα του νέου αβραάμ δεν ανεχαίτισεν άγγελος εξ’ ουρανού. Απεναντίας η αποτρέψασα την αιματοχυσίαν ήτο η κυρία Θεοδώρα. Ο σάρκινος όγκος της κυρίας Παραδαρμένου ανετινάχθη, όταν είδε τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεχε ο υιός της και με την φωνήν εκείνην την επιτακτικήν, εις την οποίαν προ εικοσαετίας ήτο συνηθισμένος να υπακούη ο πειθήνιος σύζυγος, εβόησε:
- Άφησε, βρε ξεκουτιάρη, αυτάς τας ανοησίας, να μη τρομάξη το παιδί !...Αύριον το ευρίσκεις το φλωρί σου !...
Η μάχαιρα κατέπεσε από τας χείρας του μιαιφόρου πατρός. Αύριον !...Η κυρία Θεοδώρα είχε δίκαιον. Κατά τους αναλλοιώτους φυσικούς νόμους το φλωρίον έμελλε να ίδη και πάλιν το φως της ημέρας.
Η ιδέα αυτή κατεπράϋνε την μήνιν του κ. Ζαχαρία, όστις, αφού ησπάσθη τον Μιμίκον, επλήρωσεν οίνου το ποτήριόν του και υψώσας αυτό εύχαρις είπε προς την σύζυγον και την θυγατέρα:
- Έλα !...και του χρόνου ![3]
__________________

[1] Ευαγγέλου Κων. Μιλλεούνη, «Ανθολογία νεοελληνικών Σατυρικών και Ευθυμογράφων». Εκδ. Χριστόπουλου, Αθήνα 1972
[2] άχυρα
[3] Μπάμπη Άννινου (1852-1934), «Αττικαί Ημέραι»

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2007

Πολιτισμοί

Πατριαρχικές κοινωνίες
Η θέση της γυναίκας στον γάμο και την οικογένεια[1]

Βαβυλωνία και Ασσυρία

Οι Βαβυλώνιοι, γενικώς, είχαν την ευχέρεια να παραδίνονται σε πολυάριθμα «πειράματα» προ του γάμου. Η σύναψη ελεύθερων ενώσεων πριν από τον γάμο ήταν κάτι απόλυτα θεμιτό και παραδεκτό. Αυτός ο γάμος «υπό δοκιμήν» άρχιζε και τελείωνε με την ελεύθερη θέληση των νέων. Σε περίπτωση τερματισμού της ελεύθερης αυτής συμβιώσεως, η γυναίκα ήταν υποχρεωμένη να φέρει επάνω της ένα ομοίωμα εληάς από πέτρα ή πυλό.

Για τους νόμιμους γάμους υπεύθυνοι ήταν οι γονείς. Κατά τη διάρκεια του γάμου γινότανε ανταλλαγή δώρων, έτσι που στην ουσία ο ένας σύζυγος αγόραζε τον άλλο. Ο Ηρόδοτος μας περιγράφει:

«Όσοι είχον θυγατέρες εις ηλικίαν γάμου, τας οδηγούσαν συνήθως μίαν φοράν το έτος εις ένα μέρος, όπου συνεκεντώνοντο και πολλοί άνδρες. Ο κήρυξ τας παρουσίαζε και τας επωλούσε. Ήρχιζεν από την ωραιοτέραν και αφού εκατόρθωνε να πετύχει καλήν τιμήν, παρουσίαζεν τα άλλας, κατά σειράν ωραιότητος. Τας επωλούσε όμως, υπό τον όρον ότι οι αγορασταί θα τας ενυμφεύοντο. Αλλά το έθιμον αυτό δεν υπάρχει πλέον».

Αίγυπτος

Στην αρχαία Αίγυπτο την πρωτοβουλία για τον γάμο την είχε η γυναίκα. Στα ερωτικά γράμματα που διασώθηκαν η γυναίκα κάνει την πρόταση γάμου.

«αγαπημένε μου η επιθυμία μου είναι να γίνω γυναίκα σου και κυρία όλης της περιουσίας σου».

Ο σεβασμός των παιδιών στην μητέρα ήταν κάτι χαρακτηριστικό στην αρχαία Αίγυπτο. Από έναν πάπυρο του Μπουλάκ μαθαίνουμε ότι οι Αιγύπτιοι συμβούλευαν με συγκινητική σοφία τα παιδιά τους, να σέβονται και να αναγνωρίζουν τις θυσίες της μάνας.

«Μην ξεχνάς ποτέ την μητέρα σου. Διότι αυτή σε κρατούσε επί πολύ μέσα στα σπλάχνα της, ως ένα βαρύ φορτίον, Και όταν οι μήνες σου ετέλειωσαν σε έφερε εις τον κόσμο. Τρία ολόκληρα χρόνια σε εκουβαλούσε εις τον ώμον της και σου έδινε εις το στόμα το στήθος της. Σε εμεγάλωσε χωρίς να αηδιάσει από τας ακαθαρσίας σου. Και όταν επήγες στο σχολείο και έμαθες να γράφεις, αυτή ήρχετο κάθε ημέραν εκεί διά να σου φέρει από το σπίτι ψωμί και μπύρα».

Ινδία

Η αρχαία Ινδική οικογένεια ήταν αυστηρά πατριαρχική. Η γυναίκα ήταν από κατασκευή της κατώτερο ον. Όταν ο θεϊκός τεχνίτης Τβαστρί θέλησε να φτιάξει την γυναίκα διαπίστωσε ότι είχαν σωθεί τα υλικά με τα οποία είχε κατασκευάσει τον άνδρα και τότε, γράφει ο Μπ. Χάβελ στο βιβλίο του «Πρότυπα της Ινδικής τέχνης»:

«Πήρε την στρογγυλότητα της Σελήνης, τας καμπύλας των αναρριχητικών φυτών, το γάτζωμα της κλιματόβεργας, το τρεμούλιασμα της χλόης, την ευλυγισία των καλαμιών, το βελούδο των ανθέων, την ελαφρότητα των φύλλων, την γοργήν ματιάν του ζαρκαδιού, την ικανότητα της μέλισσας να κατασκευάζει κανονικάς κυψέλας, την ευθυμίαν των ηλιακών ακτίνων, τα δάκρυα των νεφών, την αστάθειαν του ανέμου, την δειλίαν του λαγού, την ματαιοδοξίαν του παγωνιού, την απαλότητα του στήθους του παπαγάλου, την αντοχήν του αδάμαντος, την γλύκαν του μελιού, την σκληρότητα της τίγρεως, την καυστικήν λάμψιν της φωτιάς, την δροσιάν του χιονιού, την υποκρισίαν του γερανού, την πιστότητα του Σακραβάκα και από το μίγμα όλων αυτών κατασκεύασε την γυναίκα και την έδωσε στον άνδρα».

Κίνα

Η Παν Χο Παν, Κινέζα συγγραφές που ανήκε στην αριστοκρατική τάξη, έγραψε για την Κινέζα γυναίκα:

«Κατέχομεν την τελευταίαν θέσιν στο ανθρώπινον είδος. Είμεθα το πλέον αδύνατο μέρος της ανθρωπότητος. Οι ταπεινότερες εργασίες μας είναι ο κλήρος … Ορθώς και δικάως λοιπόν το βιβλίον των νόμων των φύλων χρησιμοποιεί αυτάς τας λέξεις: Όταν η γυναίκα εύρη σύζυγον με την θέλησίν της θα τον έχει δι’ ολόκληρον την ζωήν της. Εάν η γυναίκα υπανδρευθεί παρά την θέλησίν της θα έχει τον σύζυγόν της επίσης δι’ ολόκληρον την ζωήν»[2].

Περσία

Η αρχαία Περσική οικογένεια, αυστηρά πατριαρχική, ήταν ο σπουδαιότερος θεσμός, ευλογημένος από τον θεό Ωρομάσδη και από τον Προφήτη του Ζαρατούστρα. Όταν ο Ζαρατούστρας θα ρωτήσει τον Θεό του, πιο σημείο της γης είναι εκείνο που ο άνθρωπος αισθάνεται πιο ευτυχής, αυτός θα απαντήσει:

«Είναι ο τόπος όπου ο πιστός έχτισε ένα σπίτι και έβαλε μέσα μία ιέρεια, ένα κτήνος, μια γυναίκα, όπου συντηρεί πολλά κοπάδια και όπου το κτήνος είναι πάντα ευτυχισμένο, η γυναίκα ευτυχεί, τα παιδιά ευτυχούν, η φωτιά ευτυχεί και κάθε ευλογία της ζωής ευτυχεί».

Ιουδαία

Η γυναίκα που δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά, θεωρούσε τον εαυτό της άχρηστο … Προτιμούσε, χίλιες φορές, να αποκτήσει ο άνδρας της παιδιά με τις «θεράπαινές της» και να τα παρουσιάσει για δικά της. Μόνο διά μέσου της μητρότητας, αληθινής ή ψεύτικης, καταξιωνόταν στην κοινωνία.

«Και ότε είδεν η Ραχήλ ότι δεν ετεκνοποίησεν εις τον Ιακώβ, εφθόνησεν η Ραχήλ την αδελφήν αυτής. Και είπε προς τον Ιακώβ. Δος μοι τέκνα. Ει δε μη εγώ αποθνήσκω.
Και εξήφθη ο θυμός του Ιακώβ κατά της Ραχήλ και είπε. Μήπως είμαι εγώ αντί του Θεού όστις σε εστέρησεν από καρπού κοιλίας. Η δε είπεν. Ιδού η θεράπαινά μου Βαλλά. Είσελθε προς αυτήν και θέλει γεννήσει επί των γονάτων μου, διά να αποκτήσω και εγώ τέκνα εξ’ αυτής. Και έδωκε εις αυτόν Βαλλάν την θεράπαιναν αυτής διά γυναίκα. Και συνέλαβεν η Βαλλά και εγέννησεν υιόν εις τον Ιακώβ και είπεν η Ραχήλ. Ο Θεός με έκρινε και ήκουσε την φωνήν μου και μοι έδωκεν υιόν
[3]».

Η Λεία, η δεύτερη γυναίκα του Ιακώβ, όταν έπαψε να γεννά, έλαβε την Ζελφάν την θεράπαιναν αυτής και έδωκεν αυτήν εις τον Ιακώβ διά γυναίκα. Και η Ζελφά, η θεράπαινα της Λείας, εγέννησεν υιόν εις τον Ιακώβ και είπεν η λεία: "Μακαρία εγώ διότι θέλουσι με μακαρίζει αι γυναίκες[4]".

Ρώμη

Στην Ρωμαϊκή οικογένεια βασικό ρόλο δεν παίζει η κοινή καταγωγή από τον ίδιο γεννήτορα, αλλά η υπαγωγή της οικογένειας κάτω από την ίδια εξουσία. Η δομή της διέφερε από την δομή της κατοπινής οικογένειας που στηρίζεται στους δεσμούς αίματος. Από την Ρωμαϊκή οικογένεια αποκλείονταν όλοι οι εξ’ αίματος συγγενείς της συζύγου και τα χειραφετηθέντα παιδιά. Αντίθετα, αποτελούσαν μέλη της ίδιας οικογένειας πρόσωπα που υπήχθησαν κάτω από την ίδια Patria Potestas. Η σύζυγος και μητέρα τότε μόνο αποτελούσε μέλος της ίδιας οικογένειας με τον άνδρα και τα παιδιά της, όταν ετίθετο υπό την εξουσία του συζύγου της, άλλως υπαγότανε στην οικογένεια από την οποία προήλθε.
_______________________

[1] Αποσπάσματα από το βιβλίο της Μαρίας Ματζιαφού – Κανελλοπούλου, Αθήνα 1979
[2] Γουΐλ Ντουράν, «Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού»
[3] Γέννεσις, κεφ. Λ. 1-7
[4] Γέννησις, κεφ. Λ. 9-14

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2007

Λαογραφία

Περί των νηστειών του χειμώνα*

Οι Βυζαντινοί τηρούσαν τις νηστείες με μεγάλη ακρίβεια, όπως διαβάζουμε στα σχετικά συγγράμματά τους. Αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, το διδακτικό ποίημα του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου (στις αρχές του 12ου αιώνα), που γράφει χαρακτηριστικά (στ. 172-176):

Οι θείοι γαρ απόστολοι εν ταυταίς ταις ημέραις…
ακρίβειαν ορίζουσι φοβεράν και μεγάλην,
άρτω και μόνω τρέφεσθαι αλί τε και λαχάνοις,
και το πόμα ωσαύτως γε ύδωρ και μόνον έσται…

Ο πατριάρχης προσθέτει, για να διασαφηνίσει, ότι αυτοί οι κανόνες ισχύουν για όλους τους Χριστιανούς (στ. 183-185):

Αύτη δε η ακρίβεια των νηστειών, ην γράφω,
ου προς ημάς τους μοναχούς εγράφησαν και μόνον,
αλλά προς πάντας τους πιστούς και Χριστού της μερίδος.

Περίπου έναν αιώνα αργότερα, ο μητροπολίτης Δημήτριος Χωματιανός απαντάει στον Κωνσταντίνο Καβάσιλα, που του ζητάει πληροφορίες σχετικά με τις νηστείες:

Εν ταις νηστίμοις ημέραις κατά την εννάτην ώραν τας συνήθεις προσευχάς και υμνωδίας τω Θεώ αποσισόντας ημάς απονηστίζεσθαι, άρτω μόνω και ισχάσι και φοίνιξι και λαχάνοις και αντί ποτού ύδατι κεχρημένους εις παραμυθίαν του σώματος…

Το ότι στις χειμερινές νηστείες ο εφοδιασμός με φρέσκα λαχανικά, κάτω από παραδοσιακές συνθήκες (έλλειψη παραγωγής σε θερμοκήπια σε μεγάλη κλίμακα, έλλειψη αποθηκών-ψυγείων) είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένος, δυσκολεύει την κατάσταση, εκτός αν υποθέσουμε ότι οι κάτοικοι των πόλεων έτρωγαν κάθε μέρα φάβα ή φασόλια ξερά.

Η ανάγκη του εφοδιασμού με λαχανικά υπάρχει φυσικά σε όλες τις εποχές του έτους, ιδιαίτερα όμως ... στις νηστείες που επιβάλλονται από την χριστιανική θρησκεία, οι οποίες είναι πολλές: οι νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, που τηρούνται σε όλες σχεδόν τις εβδομάδες του χρόνου, οι νηστήσιμες περίοδοι, δηλαδή η νηστεία των Χριστουγέννων (από 15 Νοεμβρίου έως τα Χριστούγεννα – 40 ημέρες), η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (από την Καθαρά Δευτέρα έως και το Μεγάλος Σάββατο – επίσης 40 ημέρες), η νηστεία των Αποστόλων (από την Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων έως τις 28 Ιουνίου) και τέλος η νηστεία της Θεοτόκου (από την 1η έως και την 14η Αυγούστου). Συνολικά οι Χριστιανοί νήστευαν τουλάχιστον 180 ημέρες (δηλαδή κατά το 50% του ενιαυτού).

…ιδιαίτερα στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης έφθανε οπωσδήποτε τις 400.000 (ίσως ακόμα και τις 500.000) και συνεπώς η οργάνωση της εξασφάλισης της καθημερινής κατανάλωσης δεν μπορούσε να περιορισθεί στην «άννωνα», δηλαδή τον εκ μέρους του κράτους εφοδιασμό με σιτάρι και ψωμί, αλλά εμπεριείχε κάθε λογής τρόφιμα.

Η κατάσταση αυτή αντικατοπτρίζεται πολύ καλά στην νεαρά 64 του αυτοκράτορα Ιουστινιανού De hortulanis constantinopolitanis [Περί των κηπουρών]. Πρόκειται για νόμο, που εκδόθηκε το 538, τρία χρόνια πριν από την επιδημική πανούκλα[1], πιθανότατα στο αποκορύφωμα της εποίκισης της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος ρυθμίζει τα μισθώματα των λαχανοκηπουρών, που ανήκαν σε ιδιαίτερο «σύστημα των κηπουρών» και μίσθωναν αγρούς από τους κτηματίες στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της πρωτεύουσας για την καλλιέργεια λαχανικών.

Ο νόμος δείχνει ακόμη την μεγάλη σημασία αυτής της καλλιέργειας στις περιοχές εγγύς της Κωνσταντινούπολης, σε περιοχές που επέτρεπαν τη μεταφορά των φρέσκων προϊόντων – ή και άλλων τροφίμων που χαλούν εύκολα – εντός ολίγων ωρών στα κεντρικά fora, τις αγορές της πόλης, για την καθημερινή κατανάλωση.

Τεκμήριο της σημασίας των λαχανόκηπων για την πόλη και μάλιστα της ύπαρξής τους μέσα στις πόλεις, είναι το εγχειρίδιο αρχιτεκτονικής του Ιουλιανού Ασκαλωνίτου, ο οποίος ανήκει στην ίδια περίπου εποχή (6ος αιώνας). Στις παραγράφους 76 κ.ε.[2] ο Ιουλιανός πραγματεύεται τις σχετικές λεπτομέρειες διατάξεως της οικοδομίας. Από το εγχειρίδιό του πληροφορούμαστε ότι κάθε οικογένεια είχε κατά κανόνα δίπλα στο σπίτι της έναν κήπο με λαχανικά και βότανα (ένα «λιβάδιον του οίκου», όπως το ονομάζει ένα έγγραφο του 1073) για τις καθημερινές της ανάγκες. Πάντως αυτό, πιθανότατα, δεν ισχύει για όλα τα αστικά σπίτια στις, ακόμη, πολύ μεγάλες πόλεις του 6ου αιώνα.
_________________________

[1] Πρόκειται για την μεγάλη δημογραφική καταστροφή της πανούκλας που ενέσκηψε το 541 στο Πηλούσιον της Αιγύπτου και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 542
[2] Αρμενόπουλος 2.4
*Ιωάννου Κόντερ [Johannes Koder], "ο κηπουρός και η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο", η διάλεξη δόθηκε στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν στις 18 Μαΐου 1992.