Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2007

Αιγυπτιολογία

Ιωάννης Αθανασίου, ο πρώτος Έλληνας ανασκαφέας της Αιγύπτου

Βασίλης Ι. Χρυσικόπουλος,
«Giovanni d’Athanasi, ο Λήμνιος (1798-1854). Ο ρόλος του στις ανακαλύψεις αρχαιοτήτων της Αιγύπτου κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα», Αρχαιολογία και Τέχνες, Τ 87, Ιούνιος 2003, σελ. 76-83.

GIOVANNI D’ATHANASI, ο ΛHMNIOΣ (1798-1854). Ο ρόλος του στις ανακαλύψεις αρχαιοτήτων της Αιγύπτου κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα

…If all rare objects of antiquity which we daily discovered in the course of our excavations in Thebes had been destined for any one Museum, the world might by this time have seen at one view, the complete picture of Egypt as it was centuries ago…
(G. d’Athanasi, Researches and discoveries in Upper Egypt)

Ο Ιωάννης Αθανασίου ή Giovanni d’Athanasi[1], όπως έγινε ευρύτερα γνωστός στην εποχή του, γεννήθηκε το 1798 στη Λήμνο[2]. Ο πατέρας του ήταν έμπορος, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο Κάιρο. Σε ηλικία 11 ετών, το 1809, ο μικρός Ιωάννης μεταβαίνει και αυτός στο Κάιρο για να τον συναντήσει. Η προσαρμογή όμως του μικρού αγοριού στην ξένη πόλη αποδεικνύεται δύσκολη, λόγω και της έλλειψης της μητρικής φροντίδας. Αφού έμεινε μαζί με τον πατέρα του για ένα περίπου χρόνο, παρακολουθεί, για τα επόμενα δύο χρόνια, σχολείο στην Αίγυπτο. Στη συνέχεια πηγαίνει στην Αλεξάνδρεια και μετά στο Κάιρο, όπου συναντά τη μητέρα του και τα αδέλφια του, που έχουν έρθει από τη Λήμνο. Σε ηλικία 15 ετών (τον Μάρτιο του 1813) εισέρχεται στην υπηρεσία του συνταγματάρχη Ε. Missett, γενικού προξένου της Μεγάλης Βρετανίας, της μίας από τις δύο αντίπαλες, υπολογίσιμης ισχύος, δυνάμεις της εποχής, που κυριαρχούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Αιγύπτου.

Βρισκόμαστε στις αρχές του 19ου αιώνα στην Αίγυπτο του Μωχάμετ Άλι, ισχυρού αντιβασιλέα της Αιγύπτου, υπό την οθωμανική κηδεμονία της Πύλης. Η φρενήρης κούρσα των δύο μεγάλων δυνάμεων της εποχής, της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας, για την πρόσκτηση και τον έλεγχο νέων εδαφών περιλαμβάνει και την Αίγυπτο. Ο έλεγχος της χώρας καθίσταται επιτακτικός για όποιον επιθυμούσε να εδραιώσει τη ζώνη επιρροής του στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και να διεισδύσει στην Ασία και ειδικά την Ινδία, η οποία ήδη βρισκόταν υπό βρετανική κυριαρχία. Η Αίγυπτος γίνεται μέρος του «ανατολικού ζητήματος».
Στην πραγματικότητα, την αντιπαλότητα των δύο δυνάμεων επί αιγυπτιακού εδάφους ενσαρκώνουν οι φορείς της διοικητικής αρχής των δύο κρατών, που δεν είναι άλλοι από τους γενικούς τους προξένους, τον B. Drovetti για τη Γαλλία, και τον H. Salt για τη Μεγάλη Βρετανία, διάδοχο του αποχωρήσαντος Missett[3]. Χαρακτηριστική του επικρατούντος κλίματος είναι η σκέψη ενός ταξιδιώτη της εποχής για τη διχοτόμηση της Αιγύπτου με στόχο το μοίρασμα των αρχαιολογικών ευρημάτων: “…the two consuls, Messrs. Salt and Drovetti, had assumed an exclusive right over all that remained of the proud inheritance of the Pharaohs and the Ptolemies…they had accommodated their differences by a treaty…the Nile was to be the boundary of their respective possession…”[4]. [μτφ…οι δυο πρόξενοι, Salt και Drovetti, είχαν αναλάβει το αποκλειστικό δικαίωμα (για την εκμετάλλευση) όσων (κυρίως αρχαίων αντικειμένων) απέμειναν από την περήφανη κληρονομιά των Φαραώ και των Πτολεμαίων…(και) διευθέτησαν τις μεταξύ τους διαφορές με μια συμφωνία (βάσει της οποίας) ο Νείλος θα ήταν το όριο της περιοχής του καθενός…].
Η διαμάχη για την απόκτηση αρχαιοτήτων μεταφέρεται στο επίπεδο των διαφόρων ταξιδιωτών, ευρωπαίων ή αμερικανών, οι οποίοι αποζητούν με κάθε τρόπο, μέσα από τα αρχαία αντικείμενα, τη δόξα, ή απλά τον πλούτο.
Στην πράξη, ένα χαρακτηριστικό περιστατικό της διάθεσης για απομύζηση των αρχαιοτήτων της Αιγύπτου κατά την περίοδο αυτή είναι η απόσπαση, με τη χρήση μεταλλικών εργαλείων, από τον διάσημο γάλλο ταξιδευτή και μεταλλειολόγο F. Caillaud, μιας τοιχογραφίας τάφου που μόλις είχε ανακαλύψει ο Αθανασίου. Ο Caillaud, αφού ζήτησε και πήρε από τον Αθανασίου την άδεια να ζωγραφίσει κάποιες παραστάσεις, υπερέβη τα επιτρεπτά όρια αφαιρώντας κομμάτια της τοιχογραφίας τα οποία στη συνέχεια φυγάδευσε στο σπίτι του[5].
Εξάλλου, αθέμιτος ανταγωνισμός και υστεροβουλία κατά την αναζήτηση και εκμετάλλευση των αρχαίων έργων αντανακλώνται και σε ένα άλλο περιστατικό: όταν ο Αθανασίου ζητεί από τον γνωστό ταξιδευτή J. Bonomi να σχεδιάσει για λογαριασμό του Salt έναν τάφο που ο Aθανασίου μόλις είχε ανακαλύψει. Ο Αθανασίου ουδέποτε έ έ λαβε το αντίγραφο των σχεδίων, ενώ εικάζει ότι τα σχέδια πρέπει να τα έχει στα χέρια του ο ζωγράφος και ταξιδιώτης R. Hay, φίλος και συνεργάτης του Bonomi, ο οποίος είχε σκοπό να τα εκμεταλλευτεί εμπορικά[6].
Μέσα σε αυτό το κλίμα διαμορφώνεται η ανασκαφική ταυτότητα και η συλλεκτική δραστηριότητα του Ιωάννη Αθανασίου, η οποία χωρίζεται σε τρεις περιόδους:
α. Η πρώτη συμπίπτει με το έτος 1817, όταν κύριος εκπρόσωπος του Salt για τις ανασκαφές είναι ο γνωστός ιταλός μηχανικός Belzoni, ενώ ο Αθανασίου επιφορτίζεται με τα καθήκοντα του διερμηνέα του γραμματέα του Salt, H.-W. Beechy, κατά τη διάρκεια της πρώτης αποστολής τους στο Καρνάκ και της δεύτερης στο Αμπού Σιμπέλ. Ο Belzoni, ύστερα από παρεξήγηση με τον Salt, απολύεται από τον άγγλο ευγενή. Έτσι περνάμε στη δεύτερη περίοδο, όταν πλέον ο Αθανασίου έχοντας την προηγούμενη εμπειρία καλείται να αναλάβει τη θέση του Belzoni και να ηγηθεί των ανασκαφικών δραστηριοτήτων για λογαριασμό του Salt[7].
β. Η δεύτερη αυτή περίοδος καλύπτει το χρονικό διάστημα μετά το 1818 έως το 1827, όταν ο Αθανασίου, ύστερα από το θάνατο του Salt, το 1827, αποχωρεί από την Αίγυπτο, ύστερα από παραμονή δεκαοκτώ ετών.
γ. Κατά την τρίτη περίοδο, που διαρκεί από το 1828 και μέχρι το θάνατό του, το 1854, ο Αθανασίου εξακολουθεί να ασχολείται με τη συγκρότηση της προσωπικής του συλλογής, αλλά και εκείνης του προξένου J. Βarker, του διαδόχου του Salt, μεταξύ των ετών 1829-1833, με στόχο την προώθησή τους κυρίως στο Βρετανικό Μουσείο[8]. Σε αυτή την περίοδο συγγράφει και την αυτοβιογραφία του για το διάστημα που έζησε στην Αίγυπτο[9]. Μάλιστα επανέρχεται στη χώρα αυτή για λογαριασμό του δημοπράτη L. Sotheby, προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για τα αντικείμενα που πρόκειται να πωληθούν σε πλειστηριασμό στο Λονδίνο από τον οίκο Sotheby’s[10].
Τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραμάτισε στους κόλπους της Αιγυπτιολογίας προδίδει η παρουσία του στο παγκόσμιο ευρετήριο προσωπικοτήτων του συγκεκριμένου κλάδου, γνωστό και με το όνομα “Who was who in Egyptology”[11].
H δραστηριότητα του Αθανασίου, ως ανασκαφέα, είναι πλούσια[12]. Οι πληροφορίες, που ο ίδιος παρέχει μέσα από την αυτοβιογραφική του αφήγηση, είναι, ως επί το πλείστον, αποσπασματικές και αφορούν, στις 50 περίπου πρώτες σελίδες του έργου του, σε επιλεγμένα στιγμιότυπα των ταξιδιών του. Μέσα από αυτές δίνεται στον αναγνώστη η εντύπωση της επιφυλακτικότητας από την πλευρά του συγγραφέα έναντι της αθέμιτης ανταγωνιστικότητας από ορισμένους ευρωπαίους συναδέλφους του[13].
Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, η προσπάθειά του να περιγράψει τις περιπέτειές του στην Αίγυπτο προήλθε από την πίεση άγγλων φίλων του, αφού ο ίδιος δεν είχε καμία διάθεση να εκθέσει τη ζωή του στο ευρύ κοινό. Το πρώτο αμιγώς αυτοβιογραφικό μέρος του βιβλίου λειτούργησε, κατά κάποιο τρόπο, προσχηματικά και βέβαια επεξηγηματικά ως εισαγωγή στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που είναι ο κατάλογος με αρχαιολογικά ευρήματα που θα παρουσιάζονταν στην επικείμενη δημοπρασία. Έτσι πιστεύουμε ότι, με την ευκαιρία της δημόσιας δημοπρασίας από τον οίκο L. Sotheby & Son στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1836, κυκλοφόρησαν και οι ανασκαφικές εμπειρίες του Αθανασίου. Επιβάλλεται σε αυτό το σημείο να διευκρινίσουμε μερικές πτυχές της αυτοβιογραφίας του. Το πρόχειρο ύφος γραφής, η ακατάστατη παράθεση σκέψεων, καθώς και η ανυπαρξία χρονολογιών επιβεβαιώνουν την από μνήμης ανάσυρση γεγονότων και καθιστούν δυσχερή, ενίοτε, ακόμα και την αναγνώριση τοπίων και περιοχών[14].
Το δεύτερο μέρος της περιήγησής του στην Αίγυπτο αποτελείται από μια σειρά αφηγήσεων υπό μορφή συμβουλών για τους τουρίστες και το τι θα πρέπει να προσέχουν στην Αίγυπτο, επίσης περιγραφές των συνηθειών των Aράβων τους οποίους, λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του στη χώρα, γνώριζε πια καλά. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σπίτι του βρισκόταν μέσα στο χωριό Qurna (Κούρνα), όχι μακριά από την Κοιλάδα των Βασιλέων, πάνω από τον τάφο 52[15].
Εξάλλου, η αξιέπαινη προσπάθειά του να μην αφήσει στη λήθη την περίοδο αυτή της ζωής του μας φανερώνει, εκτός των άλλων, τα συναισθήματά του έναντι του εργοδότη και των συνεργατών του. Ο χαρακτήρας του ως πιστού ακολούθου του Salt είναι ευδιάκριτος σε κάθε αφήγησή του. Παραμένει ευλαβικά ευγνώμων και προστατευτικός απέναντι στον άνθρωπο που του έδειξε εμπιστοσύνη στην ανάληψη της ευθύνης των ανασκαφών εν ονόματί του[16]. O Salt στηριζόταν στον πιστό του Αθανασίου για τη χωρίς προβλήματα διεκπεραίωση των ζητημάτων που εγείρονταν κατά διαστήματα. Μέσα από αυτό το πρίσμα γίνεται αντιληπτό το ειδικό βάρος των κινήσεων του Αθανασίου ως εκπροσώπου του γενικού προξένου της Αγγλίας στην ευρύτερη περιοχή των Θηβών (εκτός από τον ανταγωνισμό των Eυρωπαίων συχνά σημειώνονταν και επεισόδια με τους Άραβες, όταν κάποιος Eυρωπαίος, αγνοώντας τις διαφορετικές συνήθειές τους, προέβαινε σε κάποια προσβλητική πράξη· επίσης υπήρχαν και τα εσωτερικά προβλήματα μεταξύ των διαφόρων φυλών, ή πάλι η διένεξη των Μαμελούκων με την κεντρική εξουσία του Μωχάμετ Άλι)[17].
Μέσα από την περιγραφή γεγονότων διαφαίνεται ακόμη ο χαρακτήρας ενός ευφυούς ανθρώπου κι ενός αποτελεσματικού ανασκαφέα. Ο Αθανασίου είναι γνωστός ως «Yanni» ή «Iani» σε όλους τους ταξιδιώτες της εποχής. Ο ίδιος ο J.-F. Champollion, ο λαμπρός αποκρυπτογράφος της ιερογλυφικής γραφής, σε επιστολή του προς τον αδελφό του, αναφέρεται στον «Iani», ως ανασκαφέα με σημαντικές ανακαλύψεις. Μεταξύ άλλων αντικειμένων που ανακάλυψε ο Αθανασίου, ο Champollion αναφέρει και δύο γιγαντιαίες σφίγγες για τις οποίες κάνει λόγο και ο ίδιος ο έλληνας ανασκαφέας, υπερήφανος που κατόρθωσε να τις μεταφέρει μέχρι την Αλεξάνδρεια, χωρίς κίνδυνο, παρά το υπερβολικά μεγάλο βάρος τους[18]. Kάποιοι πάπυροι, προερχόμενοι από κάποια ανασκαφή του Αθανασίου, φαίνεται ότι στάθηκαν η αφορμή για τη δεύτερη επαφή των δύο ανδρών στην Ισπανία. Εκεί, όπως μαθαίνουμε από την αφήγηση του Αθανασίου, ο ίδιος ο Champollion τον πληροφόρησε για το περιεχόμενο των παπύρων αυτών. Η συλλεκτική δεινότητα του Αθανασίου εκθειάζεται από τον Champollion και σε άλλη μια περίπτωση, με αφορμή το περίφημο άγαλμα της βασίλισσας Καρόμαμα, της 22ης Δυναστείας, που ο Έλληνας είχε στη συλλογή του στην Αλεξάνδρεια. Ο Champollion αγόρασε από τον έλληνα «Iani», μεταξύ άλλων, και το μοναδικό αυτό χάλκινο άγαλμα με ένθετο χρυσό, το οποίο αποτελεί σήμερα το κόσμημα του Λούβρου[19].
Ο αρχόμενος 19ος αιώνας αποτελεί από πολλές απόψεις το προανάκρουσμα για τις μεγάλες ανακαλύψεις που πρόκειται να ακολουθήσουν κυρίως κατά το δεύτερο μισό του αιώνα. Ο Αθανασίου γνωρίζει ότι έχει το πλεονέκτημα να ανασκάπτει συχνά παρθένο έδαφος. Η συμμετοχή του, ή ακόμη και η πρωτοβουλία του στο άνοιγμα τάφων ή στην ανακάλυψη μνημείων του αιγυπτιακού πολιτισμού, είναι αδιαμφισβήτητη. Έτσι στην πρώτη αποστολή του στην Άνω Αίγυπτο, ο Αθανασίου, ως διερμηνέας του Beechy, βρίσκεται στην καρδιά του αιγυπτιακού πολιτισμού, στο ναό του Άμμωνα στο Καρνάκ, όπου για 40 ημέρες ανασκάπτει, με τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία[20]. Στη συνέχεια, ο Αθανασίου γεύεται την εμπειρία της ανακάλυψης της εισόδου στο ναό του Ραμσή ΙΙ στο Αμπού Σιμπέλ, ένα από τα μεγαλοπρεπέστερα μνημεία της αιγυπτιακής θρησκευτικής λατρείας. Μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά ότι έπρεπε να ανασκάψουν μόνοι τους και να μεταφέρουν την άμμο από το σημείο της ανασκαφής προς τις όχθες του Νείλου[21]. Αξιομνημόνευτο είναι ότι η στάθμη της άμμου στις αρχές του 19ου αιώνα έκρυβε το λαμπρό αυτό μνημείο σε τέτοιο βαθμό που να μην επιτρέπει την αναγνώριση και αξιολόγηση του ακριβούς ρόλου του. Χάρη στα σχέδια διαφόρων ως επί το πλείστον ευρωπαίων και αμερικανών ταξιδιωτών έχει διασωθεί η εικόνα της περιοχής εκείνη την εποχή.
Το νησί του ναού της Ίσιδας φαίνεται να επισκέπτεται ο Αθανασίου στη συνέχεια, όπου συνάντησαν τη S. Belzoni, τη σύζυγο του ιταλού μηχανικού και υπεύθυνου για τις ανασκαφές[22].
Ένα άλλο πολύ σημαντικό ταξίδι του είναι αυτό στις Πυραμίδες. Εκεί ο Αθανασίου ανακάλυψε ο ίδιος, κατά την αφήγησή του, την είσοδο σε μια από τις δύο Πυραμίδες, που υπολείπονταν (ο Belzoni είχε ήδη ανακαλύψει την είσοδο της μεγάλης Πυραμίδας, εκείνης του Χέοπα). Έτσι ο Αθανασίου, ύστερα και από την προτροπή του Belzoni, μπαίνει ο ίδιος σε μια από τις δύο Πυραμίδες, είτε εκείνη του Μυκερίνου είτε του Χεφρήνου. Η περιγραφή του και σε αυτή την περίπτωση είναι φτωχή και ελάχιστα διαφωτιστική[23].
Με την ανάληψη της αποκλειστικής ευθύνης των ανασκαφών για λογαριασμό του Salt, ο Αθανασίου αποδεικνύεται πολύ αποτελεσματικός. Ο ίδιος, ίσως με κάποια δόση δικαιολογημένης υπεροψίας, το περιγράφει ως εξής: «my excavations in a short time proved very successful, and Mr. Salt’s collection began already to be enriched with various antiquities, particularly in papyri, which, Mr. Salt, during the time of Belzoni, had known only by name. I caused all the colossal pieces which Belzoni had not taken away to be sent to Alexandria” [μτφ. σύντομα οι ανασκαφές μου στέφθηκαν από επιτυχία και η προσωπική συλλογή του κυρίου Salt άρχισε να εμπλουτίζεται με διάφορες αρχαιότητες, ειδικά παπύρους. Όσο ο Belzoni ήταν υπεύθυνος για τις ανασκαφές (στην περιοχή των Θηβών), ο κύριοςSalt είχε μόνο ακούσει χωρίς να δει τις αρχαιότητες αυτές. Φρόντισα ώστε όλες οι, κολοσσιαίων διαστάσεων, αρχαιότητες, τις οποίες ο Belzoni δεν είχε πάρει μαζί (άρα είχε αφήσει επιτόπου), να μεταφερθούν στην Αλεξάνδρεια].[24] Από την Αλεξάνδρεια στη συνέχεια οι αρχαιότητες προορίζονταν για τα δύο μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία, ήτοι το Λούβρο και το Βρετανικό[25].
Οι ανασκαφικές προσπάθειες του Αθανασίου, μεταξύ άλλων, αφορούν ορισμένα πολύ γνωστά πρόσωπα της φαραωνικής Αιγύπτου. Είναι πολύ πιθανόν ο τάφος του Ραμσή Θ΄ (Κοιλάδα των Βασιλέων αρ. 6) να είχε πρωτοανασκαφεί και από τον ίδιο τον Αθανασίου. Ο αμερικανός αιγυπτιολόγος και ανασκαφέας της Κοιλάδας των Βασιλέων C.N. Reeves αναφέρει ως ανασκαφέα τον ίδιο τον Salt, ο οποίος, ως γνωστό, είχε ορίσει τον Αθανασίου επικεφαλής των ανασκαφών για λογαριασμό του, ειδικά μετά την απόλυση του Belzoni. Τα αντικείμενα της συλλογής Salt που δωρίστηκαν στο Βρετανικό Μουσείο και που προέρχονται από αυτό τον τάφο, του Ραμσή Θ΄ , είναι ένα αδιάσειστο επιχείρημα[26].
Η εναυσματική διάνοιξη ενός άλλου πασίγνωστου τάφου αποδίδεται πάλι στο Salt: πρόκειται για τον τάφο του περίφημου Φαραώ, Ραμσή Β΄. Οι εργασίες καθαρισμού των πρώτων 55 μέτρων του εν λόγω τάφου χρονολογούνται μετά το 1818, όταν ο Αθανασίου έχει μείνει μόνος υπεύθυνος για τις ανασκαφές του Salt στις Θήβες. Ο J. G. Wilkinson (ο περίφημος άγγλος αιγυπτιολόγος, σύγχρονος του Αθανασίου), υποστήριξε τότε ότι ο Salt “either independently or through Giovanni (“Yianni”) d’Athanasi, his excavator at Thebes between 1817 and 1827 cleared some 55m (180 ft) into the tomb of Ramesses II [μτφ. είτε από μόνος του είτε μέσω του ανασκαφέα του στις Θήβες, D’Athanasi, απέφραξε, ξεκινώντας από την είσοδο, τον διάδρομο σε βάθος 55 μέτρων του τάφου του Ραμσή Β’ (ΚΒ αρ.7)[27]. Τα αποτελέσματα δεν τα γνωρίζουμε, αλλά μπορούμε να εικάσουμε ότι οι ανασκαφείς είτε αποθαρρύνθηκαν από την κακή κατάσταση του τάφου κι εγκατέλειψαν την προσπάθεια είτε απλώς δεν κατάλαβαν ότι πρόκειται για κάτι ιδιαζόντως σημαντικό, εφόσον δεν τους προσπόριζε άμεσα κάποια αρχαία αντικείμενα για τον εμπλουτισμό συλλογών.
Η συμμετοχή του Αθανασίου πρέπει να θεωρείται πιθανή και σε άλλες πέντε τουλάχιστον ανασκαφικές προσπάθειες, αυτές του Belzoni στον τάφο KΒ 21 (τάφος δύο βασιλισσών της 18ης Δυναστείας;) της Κοιλάδας των Βασιλέων στις 9 Οκτωβρίου 1817[28], τον τάφο ΔΚ 25 (Δυτική Κοιλάδα), το 1817[29], τον τάφο του Άνι ΔΚ 23, το χειμώνα του 1816[30], τον τάφο του πρίγκιπα Μοντουχερκεπσέφ (ΚΒ 19)[31], τον τάφο του Ραμσή Α΄ στις 10/11 Οκτωβρίου 1817[32] και τον σημαντικότατο τάφο του Σέθου Α΄ (ΚΒ 17), στις 16 Οκτωβρίου 1817[33]. Την πιθανή παρουσία του Αθανασίου ως ανασκαφέα στον τάφο του Αμένοφι του Γ΄ φαίνεται να επικαλείται ο αιγυπτιολόγος M. Gabolde. Με επιφύλαξη πάντοτε καθώς, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει, η αφήγηση του Αθανασίου δεν χαρακτηρίζεται για την ακρίβειά της, ο Gabolde υποστηρίζει ότι ένας ανασκαφέας του Salt σε διάστημα ορισμένων ετών «τροφοδότησε την σημαντική αυτή συλλογή (του Salt) με διάφορα αντικείμενα»[34].
Η πρώτη συλλογή του Salt αγοράζεται από το Βρετανικό Μουσείο το 1821, η δεύτερη από το Λούβρο πέντε χρόνια αργότερα, το 1826. Η φορτισμένη αυτή περίοδος σκληρού ανταγωνισμού φτωχαίνει την Αίγυπτο από μεγάλο μέρος των αρχαιοτήτων της, δημιουργώντας παράλληλα τις μεγάλες ευρωπαϊκές συλλογές που θαυμάζουμε σήμερα στο Παρίσι και το Λονδίνο[35]. Ο Αθανασίου θα συνεχίσει την τακτική πώλησης των αρχαιοτήτων του Salt και μετά το θάνατο του άγγλου διπλωμάτη, το 1827. Έτσι, το 1836 θα δημοπρατηθούν αντικείμενα από τη συλλογή Salt, ενώ το 1837 θα δημοπρατηθούν για λογαριασμό του ίδιου του Αθανασίου σε μια επταήμερη δημοπρασία του οίκου Sotheby’s πολλές εκατοντάδες αντικειμένων[36]. Στις 17 Ιουλίου 1845 ό,τι απόμεινε από τη συλλογή του πωλήθηκε πάλι μέσω του Sotheby’s[37].
Τα χρόνια που ακολούθησαν και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, δύο ακόμα σημαντικοί έλληνες συλλέκτες έδρασαν στην Αίγυπτο, ο ένας μάλιστα πατριώτης του Αθανασίου από τη Λήμνο, ο Ιωάννης Δημητρίου, στην Αλεξάνδρεια, και ο Αλέξανδρος Ρόστοβιτς[38] στο Κάιρο. Και οι δύο συγκρότησαν πολύ μεγάλες συλλογές τις οποίες στη συνέχεια δώρισαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας καθώς και στο Νομισματικό Μουσείο. Μικρό αλλά σημαντικό μέρος αυτής της συλλογής αιγυπτιακών αρχαιοτήτων εκτίθεται σήμερα σε δύο αίθουσες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.
Οι πρώτες ανασκαφικές επιχειρήσεις σε αιγυπτιακό έδαφος, όπως γνωρίζουμε, δεν ήταν συστηματικά οργανωμένες. Πληθώρα αντικειμένων δεν καταγράφονταν κατά την απόσπασή τους από τους τόπους εύρεσης. Έτσι, δεν υπήρξε σε καμία περίπτωση συστηματική ανάληψη ευθύνης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες γίνεται αισθητή η έλλειψη νόμων για την προστασία των αρχαιοτήτων. Επίσημοι νόμοι για τον σκοπό αυτό δεν υφίστανται πριν από το 1858[39], όταν ο Mariette θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία μιας νομοθεσίας ώστε να εμποδίσει το παράνομο εμπόριο και να αποθαρρύνει τους αρχαιοκάπηλους. Ωστόσο, παρά την προσπάθεια αυτή, αρχαία αντικείμενα συνεχίζουν να περνάνε σε μεγάλες ποσότητες στα χέρια αγοραστών, εραστών αρχαιοτήτων και ενδιαφερόμενων γενικώς.
Ύστερα από τις εκτεταμένες ανακαλύψεις τάφων στην Κοιλάδα των Βασιλέων (γνωστή και ως Wadi Biban el-Muluk στα αραβικά), στο χωριό Κούρνα όπως και Dra Abu el-Naga (Ντρα Αμπού ελ-Νάγκα) και φυσικά στην Κοιλάδα των Βασιλισσών (γνωστή και ως Biban el-Harim) οι οργανωμένες ανασκαφές, που ακολουθούν τα πρότυπα της σύγχρονης έρευνας με αυστηρά επιστημονικές μεθόδους, ειδικότερα κατά την τελευταία εικοσαετία, έχουν βρει τη θέση τους, ύστερα από τον βάναυσο κατακερματισμό του «μωσαϊκού» των αιγυπτιακών αρχαιοτήτων από το έδαφός τους ειδικότερα κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αλλά και αργότερα.
Οι βιβλιογραφικές αναφορές στον σημαίνοντα ρόλο που διαδραμάτισε ο Αθανασίου στην ανασκαφική έρευνα και συγχρόνως στην συγκρότηση και αποστολή μεγάλων τμημάτων αρχαιολογικών συλλογών, όπως μπορούμε να υποθέσουμε με αρκετή βεβαιότητα πλέον, διαρκώς αυξάνουν. Ο συγχρωτισμός του με προσωπικότητες της νεόσπορης Αιγυπτιολογίας του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, τον κατέστησε αναπόσπαστο μέλος της αιγυπτιολογικής κοινότητας. Χάρη στον μειλίχιο χαρακτήρα και το πνεύμα συνεργασίας που τον διέκρινε, ο Αθανασίου έφερε με ιδεώδη τρόπο εις πέρας τις αποστολές που του είχαν ανατεθεί. Η ακατάπαυστη διάθεση αναζήτησης καινούριων δραστηριοτήτων, χαρακτηριστικό στοιχείο και αυτό της προσωπικότητάς του, τον ωθεί προς το τέλος της ζωής του, το χειμώνα του 1849-1850, να εγκατασταθεί στο Λονδίνο, ως έμπορος πινάκων ζωγραφικής. Η επαγγελματική προσπάθειά του αποτυγχάνει, και ο Αθανασίου, όντας σε αλγεινή οικονομική θέση, απευθύνεται για βοήθεια σε παλιούς φίλους και συνεργάτες. Ο Wilkinson και ειδικότερα ο Hay ανταποκρίνονται θερμά στην έκκλησή του[40].

Το τέλος βρίσκει τον Ιωάννη Αθανασίου στις 19 Δεκεμβρίου 1854 σε μια πανσιόν του Λονδίνου.
_______________
Σημειώσεις:
[1] Στο εξής χάριν ευκολίας θα συναντάται μέσα στο κείμενο ως «Αθανασίου».
[2] Η προσεκτική μελέτη του έργου του Αθανασίου επιτρέπει την αναγνώριση του έτους 1798 ως χρονολογίας γέννησής του και όχι του 1799, όπως αρχικά είχε επικρατήσει. Η τρίτη πληρέστερη έκδοση του παγκόσμιου βιογραφικού οδηγού των προσωπικοτήτων της Αιγυπτιολογίας, γνωστή με το όνομα Who was who in Egyptology του 1995, διορθώνει την προηγούμενη του 1987.
[3] Ο ίδιος ο Missett, αφού ρώτησε τον μικρό Αθανασίου, αν θα ήθελε να τον ακολουθήσει στην Ιταλία ως υπηρέτης του, κι έλαβε αρνητική απάντηση καθώς εκείνος ήθελε να μείνει κοντά στην οικογένειά του, τον σύστησε ακολούθως στον Salt ως διερμηνέα τουρκικών και αραβικών. Ο μικρός Αθανασίου ίσως έμαθε την τουρκική γλώσσα στο τουρκοκρατούμενο, εκείνη την εποχή, νησί του, τη Λήμνο. Την πληροφορία αυτή μετέφερε ο αρχαιολόγος-ερευνητής της Ακαδημίας Αθηνών και Λήμνιος, κ. Χρήστος Μπουλώτης, τον οποίον ευχαριστώ από καρδιάς για τις πολύτιμες συμβουλές και τις απαραίτητες διορθώσεις του κειμένου.
[4] Άρθρο ανώνυμο στο The Quarterly Review (October 1822), σ. 75.
[5] D’Athanasi Giovani d’, A Brief Account of the Researches and Discoveries in Upper Egypt, made under the direction of Henry Salt Esq. , to which is added a detailed Catalogue of Mr.Salt’s collection of Egyptian Antiquities illustrated with twelve Engravings of some of the most interesting objects, and an Enumeration of those Articles purchased for the British Museum, [μτφ. Σύντομη περιγραφή των ερευνών και ανακαλύψεων στην Άνω Αίγυπτο, υπό την διεύθυνση του Χένρυ Σάλτ, με την προσθήκη αναλυτικού καταλόγου της συλλογής αιγυπτιακών αρχαιοτήτων του κυρίου Σαλτ, συνοδευόμενο από 12 γκραβούρες με τα πιο ενδιαφέροντα αντικείμενα καθώς και απαρίθμηση εκείνων των αντικειμένων που αγοράστηκαν από το Βρετανικό μουσείο] John Hearne, London, 1836, σελ. 106.
[6] D’Athanasi, ό.π., σ. 109. Επίσης θα πρέπει να αναλογιστούμε τον σημαντικότατο ρόλο των σχεδίων για μια ανασκαφή ειδικά εκείνη την περίοδο, όταν ακόμη η φωτογραφία δεν χρησιμοποιούνταν ως μέσο αποτύπωσης των ευρημάτων.
[7] D’Athanasi, ό.π., σ. 51.
[8] Στον υπότιτλο του έργου του Αθανασίου που αναφέρεται στον κατάλογο των αρχαιοτήτων που πρόκειται να δημοπρατηθούν προβάλλεται και η πρόθεση του Βρετανικού Μουσείου να τις αγοράσει, “…and an enumeration of those articles purchased for the british museum”[μτφ.…και μια απαρίθμηση εκείνων των αντικειμένων που αγοράστηκαν από το Βρετανικό μουσείο].
[9] D’Athanasi, ό.π.
[10] Σημαντική είναι η συνδρομή του Αθανασίου στη συγγραφή του καταλόγου από τον Leigh Sotheby. Ο ρόλος του Έλληνα ήταν να μεταβεί στην Αίγυπτο και να συλλέξει πληροφορίες για την ακριβή προέλευση των ευρημάτων, βλ. d’Athanasi, ό.π., σ. 151.
[11] Dawson W.R., Uphill E.P., Bierbrier M., Who was who in Egyptology, London, 31995, λ. «Athanasi, Giovanni d’», σ. 21.
[12] D’Athanasi, ό.π., σ. 125.
[13] Όπως έχει γίνει κατανοητό, η εποχή αυτή προηγείται χρονικά της δημιουργίας νόμων για την προστασία των αρχαιοτήτων στην Αίγυπτο. Μέσα από την εύνοια του Μωχάμετ Άλι και των γενικών προξένων της Γαλλίας και της Αγγλίας, οι Eυρωπαίοι προσπαθούν να αποσπάσουν ό,τι καλύτερo είτε για τις προσωπικές τους συλλογές είτε για να το πουλήσουν.
[14] Όπως όταν περιγράφει κάποιο αντικείμενο ή ακόμη κι ένα μνημείο, έναν τάφο για τα οποία δεν φροντίζει να δώσει σωστά τοπογραφικά δεδομένα ή περιγραφή που να βοηθά στην ταύτιση.
[15] Bierbrier, ό.π., σ. 21.
[16] Ο Ιωάννης Αθανασίου σε πολλά σημεία της αφήγησής του βρίσκεται σε θέση να υπερασπίζεται τον εργοδότη του Salt από διάφορους που τον κατηγορούν ή που προσπαθούν να τον εξαπατήσουν. Κατά τον Αθανασίου, ο Belzoni, βασικός συνεργάτης του Salt για τρία χρόνια, στάθηκε αχάριστος παραγνωρίζοντας ότι ο Salt ήταν η σωτηρία του, προσλαμβάνοντάς τον στην υπηρεσία του, ύστερα από την αποτυχία του Iταλού να κατασκευάσει το αρδευτικό σύστημα για το οποίο είχε δεσμευτεί στον Μωχάμετ Άλι. Ο Belzoni απαίτησε από τον Salt μια σαρκοφάγο που αυτός είχε ανακαλύψει και τελικώς πέτυχε να κερδίσει τη δυσμένεια του άγγλου ευγενή και διπλωμάτη και βέβαια την απόλυσή του. Bλ. για το ίδιο θέμα Reeves Carl Nicholas, Wilkinson Richard H., The Complete Valley of the Kings-Tombs and Treasures of Egypt’s Greatest Pharaohs, London 1996, σ. 60.
[17] D’Athanasi, ό.π., σ. 89-90, όπου ο Αθανασίου αναφέρεται στην απαγόρευση εκ μέρους του κυβερνήτη των Θηβών, όπως χαρακτηριστικά λέει, προς τους Άραβες της περιοχής του να συμμετέχουν σε ανασκαφές, που για τους φτωχούς Άραβες ήταν ίσως ο μοναδικός πόρος επιβίωσης. Επίσης για τη διαμάχη Μαμελούκων και Μωχάμετ Άλι, βλ. G. Hanotaux, Histoire de la Nation Egyptienne, vol. VI, Paris, 1937.
[18] Γράμμα από τις Θήβες στις 20 Ιουνίου 1829 του Jean-François Champollion στον αδελφό του Jacques-Joseph Champollion γνωστού και ως «Figeac». D’Athanasi, ό.π., σ. 81.
[19] Γράμμα Champollion στον σχεδιαστή και υπεύθυνο συλλογών αιγυπτιακών αρχαιοτήτων του Λούβρου, L.-J.-J. Dubois, στις 27 Δεκεμβρίου 1829, όπου ο γάλλος αιγυπτιολόγος αναφερόμενος στο συγκεκριμένο άγαλμα λέει: «C’est ainsi que j’apporte au Louvre le plus beau bronze qui ait encore été découvert en Egypte…» [μτφ. έτσι λοιπόν έφερα στο Λούβρο το πιο όμορφο ορειχάλκινο (άγαλμα) που ανακαλύφθηκε ποτέ στην Αίγυπτο], βλ. επίσης γράμμα του Champollion προς τον ιταλό αιγυπτιολόγο N.F.I.B. Rosellini στις 29 Ιανουαρίου 1830, όπου λέει χαρακτηριστικά ότι αγόρασε από τον «Iani» μια εκατοντάδα αντικειμένων μεταξύ των οποίων και το περίφημο άγαλμα της βασίλισσας Καρόμαμα, “J’avais disposé d’une partie (des fonds) à Alexandrie pour écrémer la collection du khodja Iani, qui s’est montré poli, obséquieux et doux comme un petit mouton. J’ai eu son beau bronze de la reine femme de Takellothis le Bubastite et une centaine d’autres pièces de premier choix pour mille talaris…” [μτφ. διέθεσα ένα μέρος (από το κεφάλαιο) στην Αλεξάνδρεια για να αγοράσω τα καλύτερα αντικείμενα από τη συλλογή του «χότζα» Iani, ο οποίος φάνηκε ευγενής, εξυπηρετικός και πράος σαν μικρό πρόβατο. Αγόρασα το όμορφο ορειχάλκινο άγαλμά του, (που παριστάνει) την συζύγου του (φαραώ) Τακέλλωθι από την (πόλη στο Δέλτα του Νείλου) Βούβαστη καθώς και καμιά εκατοστή εξαιρετικών αντικειμένων για 1000 τάλαρα…]. πρβλ. επίσης Andreu G., Rutschowscaya M.-H., Ziegler Chr., Ancient Egypt at the Louvre, Paris 1997, σ. 178, με κατατοπιστική παρουσίαση του συγκεκριμένου έργου.
[20] D’Athanasi, ό.π., σ. 10.
[21] D’Athanasi, ό.π., σ. 11, επίσης για εκτενέστερη περιγραφή της αποστολής στο Abou Simbel βλ. Belzoni, ό.π., σ. 211-213.
[22] D’Athanasi, ό.π., σ. 23.
[23] D’Athanasi, ό.π., σ. 22, βλ. επίσης Belzoni, ό.π., σ. 268-272.
[24] D’Athanasi, ό.π., σ. 24.
[25] D’Athanasi, ό.π., σ.52.
[26] Reeves-Wilkinson, ό.π., σ. 168.
[27] Reeves-Wilkinson, ό.π., σ. 60.
[28] Reeves-Wilkinson, ό.π., σ. 115, επίσης Belzoni Giovanni Battista, Narrative of the operations and recent discoveries in Egypt and Nubia, London 1820, σ. 228.
[29] Reeves-Wilkinson, ό.π., σ. 116-117, Belzoni, ό.π., σ. 223-224.
[30] Reeves-Wilkinson, ό.π., σ. 128-129, Belzoni, ό.π., σ. 123-124.
[31] Reeves-Wilkinson, ό.π., σ. 170-171, Belzoni, ό.π., σ. 227.
[32] Reeves-Wilkinson, ό.π., σ. 134, Belzoni, ό.π., σ. 229-230.
[33] Reeves-Wilkinson, ό.π., σ. 137-138, Belzoni, ό.π., σ. 230-237.
[34] Gabolde Marc, D’Akhenaton à Toutânkhamon, Lyon 1998, σ. 143, σημ. 1132.
[35] Για τη συγκρότηση των μεγάλων ευρωπαϊκών συλλογών μεταξύ 1815-1830, βλ. Fiechter Jean-Jacques, La Moisson des Dieux, La constitution des grandes collections égyptiennes, Paris 1994.
[36] D’Athanasi, ό.π., β΄ μέρος κατάλογος, σ. 153-261, βλ. επίσης Catalogue of the Very Magnificent and Extraordinary Collection of Egyptian Antiquities the Property of Giovanni d’Athanasi, πρόκειται για τη δημοπρασία που θα ακολουθούσε τη Δευτέρα, 13 Μαρτίου 1837 και για έξι ημέρες, και ακόμη κατάλογος Βρετανικού Μουσείου James T.G.H., Davies W.V., Egyptian Sculpture, London 1984, σ. 7, για τις συλλογές που πέρασαν στην κατοχή του Βρετανικού Μουσείου από την ίδρυσή του.
[37] Bierbrier, ό.π., σ. 21.
[38] Βιογραφικά στοιχεία για τους δύο δωρητές αντλούμε από τη διδακτορική διατριβή του Βασιλείου Ι. Χρυσικόπουλου με θέμα Histoire des Collections d’Antiquités Égyptiennes du Musée National d’Athènes, Lyon 2001, ειδικότερα στο δεύτερο μέρος “Vie des Collectionneurs-Histoire des Collections”, σ. 358-374. Τελευταία V. I. Chrysikopoulos, «L’histoire des collections d’antiquités égyptiennes du musée national d’Athènes » - IXe Congrès International des Egyptologues (6 - 12 Σεπτεμβρίου 2004, Grenoble, France), Actes du IXe Congrès, Peeters, Louvain, p. 333-342.
[39] Ήδη από το 1837 ο Μωχάμετ Άλι είχε ανακοινώσει τη θέση του στο να απαγορευτεί η συνεχιζόμενη καταστροφή των μνημείων και η εξαγωγή τους από την Άνω Αίγυπτο. Επίσης έδωσε οδηγίες ώστε να ιδρυθεί μουσείο στη χώρα, προκειμένου να διαφυλαχθούν οι αρχαιότητες. Βεβαίως η δυνατότητα εκτέλεσης αυτών των εντολών είναι αμφισβητήσιμη καθώς η εξαγωγή αρχαίων αντικειμένων συνεχίστηκε, βλ. εφημερίδα Times, 7 Φεβρουαρίου 1837.
[40] Για σχετική αλληλογραφία των Hay και Wilkinson βλ. Bierbrier, ό.π., σ. 21.