Τρίτη, 24 Ιουλίου 2007

Ηθική φιλοσοφία


Η γνήσια τύψη και η απλή ανησυχία[1]
__________________

Επρόκειτο ν’ αναλύσει ο Αϊνστάιν την θεωρία της σχετικότητος μπροστά σε ακροατήριο «σοφών». Πολλοί έμειναν εκτός αιθούσης, ελλείψει επαρκών προσκλήσεων. Ο νέος επιστήμων «Α», φιλότιμός και φιλομαθής, ποθούσε κι αυτός διακαώς να εισέλθει στην αίθουσα, αλλά αυτό ήταν αδύνατον. Τριγύριζε στα προπύλαια του μεγάρου, όταν ξαφνικά βλέπει να προσέρχεται στην εκδήλωση ένας σοφός καθηγητής του. Ο νέος επιστήμων σπεύδει να τον προϋπαντήσει, ελπίζοντας πως θα μπορέσει κι αυτός να εισχωρήσει στην αίθουσα, εάν θεωρηθεί συνοδός του. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο καθηγητής δεν τον αναγνωρίζει, ούτε καν του δίνει σημασία. Θεωρώντας, μάλιστα, πως πρόκειται για υπάλληλο, του παραδίδει αμέσως την πρόσκλησή του και αμέσως μετά στρέφεται να χαιρετίσει μερικούς διάσημους συναδέλφους του, που συνομιλούσαν πλησίον του. Ο νέος επιστήμονας βρίσκεται ξαφνικά με την πολυπόθητη πρόσκληση στο χέρι και γεμάτος αγωνία προβληματίζεται για το τι θα έπρεπε να πράξει. Η ειλικρίνεια, η ηθική επιταγή κι η πιθανότητα αποκάλυψης της πλάνης συγκρούονται μέσα του ενάντια στον πόθο να εισέλθει στην αίθουσα και να παρακολουθήσει την πολυπόθητη ομιλία. Η «μάχη» υπήρξε συντομότατη. Με προσποιητή απάθεια, προχωρά στην είσοδο, επιδεικνύει την ξένη πρόσκληση στον ελεγκτή, μπαίνει στην αίθουσα και κρύβεται μέσα στο πυκνό πλήθος.

Σε λίγο, ακούγεται μεγάλη φασαρία προερχόμενη από την είσοδο. Ο καθηγητής και πραγματικός κάτοχος της πρόσκλησης ζητά να εισέλθει στην αίθουσα, αλλά δεν του το επιτρέπουν. Διαμαρτύρεται μεγαλοφώνως, ισχυριζόμενος πως ήδη παρέδωσε την πρόσκλησή του, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Ο «Α» προβληματίζεται και πάλι. Το συναίσθημα της ειλικρίνειας επιτάσσει μέσα του την αποκάλυψη της θλιβερής γι’ αυτόν αλήθειας. Την φορά αυτή όμως, η αποκάλυψη θα είναι περισσότερο οδυνηρή για τον νέο επιστήμονα, καθώς θα πρέπει να ομολογήσει την απάτη του. Για καλή του τύχη το πρόβλημα, πραγματικό και ηθικό, λύνεται σε σύντομο χρόνο. Ο καθηγητής είναι εξέχουσα προσωπικότητα και με παρέμβαση των υπευθύνων της εκδήλωσης επιτρέπεται σε αυτόν, τελικά, η είσοδος στην αίθουσα, έστω και χωρίς πρόσκληση.

«Μόνον απ’ αυτή τη στιγμή, λέει ο ίδιος ο «Α», ησύχασε μέσα μου η συνείδησή μου και μπόρεσα να παρακολουθήσω την ομιλία του Αϊνστάιν».

Πόσες φορές δεν συμβαίνουν στην βιωτή του ανθρώπου παρόμοια περιστατικά, άλλοτε σε σμίκρυνση και άλλοτε σε μεγέθυνση; Αποκτούμε κάτι παρανόμως, ακούσια όμως και όχι εκούσια. Το συμπτωματικό περιστατικό το αποδεχτήκαμε γιατί απλά δεν είχαμε την δύναμη της αντίστασης. Το τυχαίο απόκτημα το κατακρατήσαμε, αλλά παράλληλα η πράξη μας μάς γέμισε τύψεις, γιατί διαπιστώσαμε πως η πράξη μας προκαλούσε βλαπτικές παρενέργειες. Ξάφνου όμως, η πράξη μας παύει να παράγει τα βλαπτικά αυτά αποτελέσματα κι αυτό μας αρκεί για να εφησυχάσουμε και να απολαύσουμε με ήσυχη πια την συνείδηση το παράνομο απόκτημά μας.

Τι σημαίνει, άραγε, αυτό; Σημαίνει ότι οι ανησυχίες, που είχαμε στην αρχή, δεν ήταν ανησυχίες φύσεως γνήσια ηθικής, αλλά περισσότερο φόβος για τις συνέπειες. Όταν όμως δεν φοβόμαστε τις συνέπειες, τότε και οι ανησυχίες μας αποκοιμούνται…Άρα, μήπως είμαστε μόνον επιφανειακά ειλικρινείς, μήπως ανήκουμε, κατά κάποιο τρόπο, στην κατηγορία των «υποκριτικά ειλικρινών»;

Σκηνή από το βιβλίο του Jacques Weiss, “L’ autorite face au pouvoir”.
__________________
[1] Μιχ. Δ. Στασινόπουλου, «το πινάκιον φακής και ο νόμος των λύκων», Εστία, 1973, σελ. 48-49.