Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Διάλογοι


μετά τα φυσικά
του Ιωάννη Λιάκουρα

-         είσαι καλά ; … πώς τα περνάς ;
-         πολύ καλά … γιατί ρωτάς ;
-         νοιάζομαι για σένα … και …
-         φοβάσαι το άγνωστο …
-         πώς το μάντεψες ;
-         δεν μάντεψα … το ξέρω …
-         ναι, αλλά πώς ;
-         μην ξεχνάς … είμαι στην άλλη την πλευρά …
-         ξέρω …
-         μην σε στενοχωρεί αυτό …
-         μου λείπεις …
-         σκέψου τον χρόνο … είναι σχετικός …
-         και τι θα πει αυτό …
-         πως είμαι μαζί σου …
-         μου λες πως σε κουβαλάω μέσα μου …
-         και όχι μόνο …
-         … πώς είναι από ‘κεί ;
-         πάντα την είχες αυτήν την απορία …
-         δεν βλάπτει η αναζήτηση …
-         όχι, δεν βλάπτει …
-         λοιπόν ;
-         όπως και ‘κει …
-         όπως και ‘δω ; … μα είναι δυνατόν ; …
-         η ζωή συνεχίζεται …
-         αυτό το λένε για παρηγοριά …
-         κι είναι πραγματικότητα …
-         ναι, αλλά εσύ ισχυρίζεσαι άλλα … αν σ’ ερμηνεύω σωστά …
-         και γιατί να θεωρείς άλλο, αυτό που είναι πραγματικό ;
-         να ... ήξερα πως πραγματικό είναι το να ‘σαι εδώ …
-         κι εδώ η ίδια αλήθεια ισχύει …
-         μα τότε, οι ψυχές ; … δεν ησυχάζουνε ποτέ ;
-         η ψυχή είναι αεικίνητη … κι ο χρόνος αέναος …
-         κι όταν λες πως η ζωή εκεί μοιάζει με την ζωή εδώ … τι ακριβώς εννοείς ;
-         χαρές και λύπες, πόνο κι ευτυχία …
-         δυσκολεύομαι να το πιστέψω … γαλουχηθήκαμε αλλιώς …
-         κι όμως είναι φυσικό …
-         τι εννοείς μ’ αυτό ;
-         τους νόμους της φύσης …
-         και ; …
-         ξέρεις, ο δημιουργός δεν έθεσε κανόνες τυχαία … ούτε ειδικά … ούτε τοπικά … τους έθεσε γενικά … κι έγιναν εργαλείο στα χέρια του …
-         θες να μου πεις πως οι φυσικοί νόμοι ισχύουν κι ‘κει ;
-         αυτό ακριβώς θέλω …
-         κι η κόλαση ; … κι ο παράδεισος ;
-         πάνε μαζί … όπως και στην εκεί ζωή …
-         διατηρείται δηλαδή η ενότητα του όντος και στην δική σου την πλευρά ;
-         μα, είμαι εδώ … σου μιλάω …
-         είσαι ;
-         φοβάσαι μήπως είμαι αποκύημα της φαντασίας σου ;
-         φοβάμαι το άγνωστο … το είπαμε αυτό …
-         κι όμως … δεν είμαι … είμαι εδώ, κι είμαι μαζί σου, κι είμαι ταυτόχρονα μία ενιαία οντότητα …
-         … και υπόκεισαι στους φυσικούς νόμους … ξέρω …
-         ακόμα δεν πιστεύεις ;
-         δεν ξέρω τί να πιστέψω …
-         κι οι αισθήσεις σου ; … σε απατούν κι αυτές ;
-         μπορεί …
-         και τότε γιατί κάθεσαι και μου μιλάς ;
-         γιατί δεν θέλω να σε χάσω … πάλι …
-         δεν θα με χάσεις …
-         … μια ερώτηση ακόμα …
-         ακούω …
-         και ποιό το νόημα αυτών ;
-         του αέναου ;
-         του αέναου …
-         όποιο και το νόημα της ύπαρξής σου … κι όσων υπάρχουν γύρω σου … και μέσα σου …
-         αλήθεια λες … γιατί να υπάρχουμε, αν δεν υπάρχει νόημα ;
-         μα, υπάρχει … σου λέω, υπάρχει …

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Σχεδιάσματα


και να … μπορώ ακόμα ν’ απαντώ

καλοκαιρινό μεσημέρι
… στον τόπο τον μικρό … τον μέγα …

Το νωχελικό λίκνισμα κάτω από τη μουριά.
Η αψιά και τρυφερή μυρωδιά της φασκομηλιάς που τρίβεται πάνω στο σκοινί της αιώρας.
Το νανουριστικό τραγούδι των τζιτζικιών.
Η απαλή αύρα που μοσχοβολιστή απλώνει παντού τη γλυκιά μυρωδιά από τα ξερά φρύγανα.
Ο ονειρικός κυματισμός των κλαδιών της φοινικιάς.
Ο βόμβος μιας μέλισσας γύρω από τα μαλλιά μου.
Ο χορός της πεταλούδας ανάμεσα στα γλυκοπράσινα φύλλα της λεμονιάς.
Οι ηδονικά λουσμένες στο φως και ανθισμένες πικροδάφνες.
Το ξερό πατημένο χορτάρι που τρίζει απολαυστικά κάτω από τις πατούσες μου.
Το φτεροκόπημα των σπουργιτιών ανάμεσα στα χλωρά ρόδια μιας οργιαστικά φουντωμένης ροδιάς.
Η λιγνή σκιά του σεμνού κυπαρισσιού.
Η δροσερή τέντα που αναδύεται στο αγέρι.
Το άπλετο φως που δυναστεύει τα μάτια.

σχεδίασμα της Αγγελικής Χρυσικοπούλου, χωρίς ημερομηνία στο χειρόγραφο, ίσως κάπου μέσα στο καλοκαίρι του 2011

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

μέσα στον χρόνο τον λίγο, τον πολύ ...


Το καλοκαίρι του 2006 ήρθες στον μικρό μας τόπο, τον αγάπησες και τον διάλεξες για τη φωλιά σου.
Μια φωλιά γεμάτη με πολύχρωμες κορδέλες και δικές σου χειροτεχνίες.   
Βρήκες μονοπάτια που δεν είχαμε πατήσει, εκδρομές που ποτέ δεν είχαμε τολμήσει.
Παρατήρησες τα νησιά πέρα μακριά, που δεν είχαμε δει και την αλλαγή στο φως και τα χρώματα.
Γνώρισες κι αυτούς που εμείς δεν ξέραμε και δεν κουραζόσουν να μοιράζεις καλησπέρες και χαμόγελα στους απογευματινούς σου περιπάτους κρατώντας το χέρι του αγαπημένου σου και έχοντας την μικρή σου νεραϊδούλα να πετάει κάπου τριγύρω.
Ένα κορίτσι σαν από άλλη εποχή, πού ώρες, ώρες νόμιζα πως θα δω να περνάει φορώντας κρινολίνο…
Μιλήσαμε για ώρες πολλές, δακρύσαμε για εκείνους που έλειπαν και μας έλειπαν, σιωπήσαμε για ώρες πολλές…. 
Το ξέρω ότι ο ήλιος θα ανατείλει ξανά στον μικρό μας τόπο, η άμμος θα καίει πάντα τα πόδια μας και η θάλασσα θα περιμένει να μας δροσίσει. Τα καλοκαιρινά βράδια θα ξενυχτήσουμε στο φως των κεριών και το χειμώνα μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Μόνο που τίποτα δεν θα είναι για κανέναν μας πια το ίδιο.
Πώς αλλιώς να σου πω ότι  μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, σ΄ αγαπήσαμε πολύ…

Για την δική μας Αγγελική
Ντέμη

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

σαν όνειρο ...

το αγγελάκι

Άξαφνα, το κοριτσάκι πετάγεται πάνω κλαίγοντας ... Αλαφιασμένος ο πατέρας τρέχει  κοντά της ... την παίρνει στην αγκαλιά του ...
- "όνειρο ήτανε αγάπη μου", την παρηγορεί, "πάει ... πέρασε πια" ...
... εκείνη συνεχίζει να κλαίει ...
- "δεν θέλω να το ξαναδώ μπαμπάκα", λέει μέσα σε αναφιλητά ... "πονάει πολύ" ...
- "πάει πέρασε καλή μου", επαναλαμβάνει ο πατέρας ... "δεν πρόκειται να το ξαναδείς ... ησύχασε ... ησύχασε βλαστάρι μου γλυκό" ...
... την σφίγγει ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του ... αρχίζει να την νανουρίζει ... η μικρή ηρεμεί ... σιγά - σιγά, τα βλέφαρα βαραίνουν ...
- "καληνύχτα αγαπούλα" ... της ψιθυρίζει ήρεμα εκείνος ... εξακολουθεί να την κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του ... "καληνύχτα άγγελέ μου" ... επαναλαμβάνει ...

* αφιερωμένο στην Αγγελική Χρυσικοπούλου, που έφυγε τόσο πρόωρα από κοντά μας και τώρα βρίσκεται στην αγκαλιά του πατέρα της
Μαρίνα και Γιάννης

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ηθικά



Οι συμφορές του δανεισμού (1)

Αν αρκούμασταν στα απαραίτητα, οι δανειστές δεν θα υπήρχαν ως είδος, όπως δεν υπάρχουν Κένταυροι και Γοργόνες. Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή …

Άνθρωπος όμως που μπλέκει μια φορά, μένει χρεωστής για πάντα και, σαν άλογο που του έχουν φορέσει χαλινάρι, δέχεται στη ράχη του τον έναν αναβάτη μετά τον άλλον· και μη βρίσκοντας κανένα καταφύγιο σ’ εκείνα τα λιβάδια και τα βοσκοτόπια, περιπλανιέται μάταια, όπως οι δαίμονες που λέει ο Εμπεδοκλής, οι διωγμένοι απ’ τους θεούς κι απ’ τα ουράνια …

«Ο ένας λοιπόν τον άλλον διαδέχεται», τοκογλύφος ή μεσάζοντας …

Αν πέσει κάποιος μες στη λάσπη πρέπει ή να σηκωθεί αμέσως ή να μείνει ακίνητος· αν στριφογυρνάει και κυλιέται με το σώμα του μουσκεμένο, μαζεύει επάνω του ακόμη περισσότερη βρωμιά. Αντιστοίχως και οι οφειλέτες, δανειζόμενοι από τον έναν για να πληρώσουν τον άλλον και μετακυλίοντας τα χρέη τους, φορτώνονται όλο και περισσότερους τόκους και δυσχεραίνουν όλο και πιο πολύ τη θέση τους· και δεν διαφέρουν σε τίποτε από ανθρώπους που πάσχουν από χολέρα …

Έτσι λοιπόν και οι οφειλέτες, δεν φροντίζουν να γλιτώσουν οριστικά από τα χρέη και, κάθε φορά που φτάνει η στιγμή, με οδύνη και σπαραγμό πληρώνουν τον τόκο, που ευθύς αμέσως τον διαδέχεται άλλος …

Η Καλυψώ έντυσε τον Οδυσσέα «με ρούχα ευωδιαστά» που ανέδιδαν θεϊκή πνοή, δώρα και ενθύμια της αγάπης της. Μα όταν το πλεούμενό του ανατράπηκε, κι ο ίδιος πάλευε με τα κύματα, καταφέρνοντας μετά βίας να κρατηθεί στην επιφάνεια, έβγαλε από πάνω του τα ρούχα της Καλυψώς, που είχαν μουσκέψει και βαρύνει, τύλιξε το γυμνό του στήθος μ’ ένα μαντίλι και πέρα απ’ την ακτή κολύμπησε, με βλέμμα πάντα στη στεριά· κι όταν πια ήταν ασφαλής, δεν του λείψανε ούτε ρούχα ούτε τροφή.

Μήπως δεν βρίσκει φουρτούνα τους οφειλέτες, όταν εμφανίζεται κάθε τόσο ο δανειστής και λέει «πλήρωνε» ; … Έτσι κι οι τόκοι σωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο·κι ο άνθρωπος που βλέπει να τον πνίγουν τα χρέη, αγωνίζεται να μείνει στην επιφάνεια, μα δεν μπορεί να κολυμπήσει μακριά απ’ όσα τον βαραίνουν και να γλιτώσει· τον παρασύρουν στον βυθό και αφανίζεται …

(1) Πλούταρχος, «περὶ τοῦ μὴ δεῖν δανείζεσθαι», μτφρ. Πολυξένη Παπαπάνου, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2011

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

ιστορικές αναφορές

σαν σήμερα

Βαυαρική αποικία[1]

Έλληνες και ξένοι ιστοριογράφοι επισημαίνουν μια «αφύπνιση του φιλελληνισμού» στην Ευρώπη μετά το 1826. Στην πραγματικότητα πρόκειται για αφύπνιση του ενδιαφέροντος των Δυνάμεων για το ελληνικό πρόβλημα ύστερα από την αιγυπτιακή εισβολή στην Ελλάδα και την απειλητική για τα συμφέροντά τους κατάσταση του δημιουργούσε το προγεφύρωμα του Μεχμέτ Αλή στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Το φιλελληνικό κίνημα, σύμφυτο με τον φιλελευθερισμό των λαών, αν όχι ταυτόσημο, ελεγχόταν σταθερά σε όλα τα χρόνια του Αγώνα από τις κυβερνήσεις και χρησιμοποιούνταν επιδέξια για την προσέγγιση πολιτικών σκοπών και εξυπηρέτηση εθνικών συμφερόντων. Άλλοτε συμπιεζόταν, άλλοτε αφηνόταν ελεύθερο και άλλοτε υποδαυλιζόταν. Ουσιαστικά το λεγόμενο φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη και στην Αμερική δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην πολιτική λύση του ελληνικού προβλήματος. Οι ευρωπαϊκοί λαοί έτρεφαν φιλελληνικά αισθήματα αλλά η φωνή τους μεταστοιχειωνόταν και απενεργοποιόταν από τον μηχανισμό των Κομιτάτων που ελέγχονταν απόλυτα από τις κυβερνήσεις και τις μυστικές υπηρεσίες.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, οι φιλελληνικές εκδηλώσεις ερμηνεύονταν ως προοίμιο και εγγύηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Μέσα στο 1826 οργίαζαν οι φήμες και οι διαδόσεις για άμεση στρατιωτική βοήθεια. Το φθινόπωρο μια χαρμόσυνη είδηση κυκλοφορούσε σ’ ολόκληρη την Ελλάδα προκαλώντας ενθουσιασμό και αναπτερώνοντας τις ελπίδες. Από στιγμή σε στιγμή φθάνει από τη Βαυαρία τακτικό στράτευμα τριάντα χιλιάδων ανδρών. Έφθασαν – τον Δεκέμβριο του 1826 – πραγματικά οι Βαυαροί, αλλά ήταν μόνο δώδεκα. Μια μικρή ομάδα – αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιωτικοί γιατροί – με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κάρολο Χάιντεκ. Δεν ήταν εθελοντές αλλά μέλη «στρατιωτικής αποστολής». Υπηρετούσαν όλοι στο βαυαρικό στράτευμα, φορούσαν τις στολές τους και ταξίδευαν στην Ελλάδα επίσημα, με κανονική άδεια, ως συγκροτημένη ομάδα, με εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου[2]. Ήταν η πρώτη φορά που μια ξένη χώρα έστελνε στην Ελλάδα, ανοιχτά και απροσχημάτιστα, στρατιωτικούς. Αλλά η Βαυαρία ήταν ένα κρατίδιο στην καρδιά της Ευρώπης, χωρίς ειδικά συμφέροντα στην Ανατολή, χωρίς εμπορικό στόλο στη Μεσόγειο και οικονομικοπολιτικές σχέσεις με την Τουρκία. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων και της Αμερικής απέφευγαν κάθε φανερή ανάμιξη στις φιλελληνικές εκδηλώσεις και στην αποστολή βοήθειας. Κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους τα Κομιτάτα ή καθοδηγούσαν τους εθελοντές άμεσα ή έμμεσα και τους χρησιμοποιούσαν ως όργανα εθνικής πολιτικής, τηρούσαν τα προσχήματα και υποκρίνονταν ουδετερότητα για να μην διακινδυνεύσουν τα συμφέροντά τους στην οθωμανική αυτοκρατορία και να μην διαταραχθούν οι σχέσεις τους με την Πύλη. Για τον Λουδοβίκο, όμως, της Βαυαρίας αυτή η συμβολική χειρονομία αποτελούσε εφαρμογή μιας πολιτικής που επέτρεπε διασυνδέσεις με τον ελληνικό χώρο και καλλιέργεια επιρροής χωρίς κανένα κίνδυνο περιπλοκών με την Πύλη. Και όπως είναι γνωστό, με την φιλελληνική εκείνη πρωτοβουλία, ο Λουδοβίκος πέτυχε την έκδοση μιας συναλλαγματικής που θα εξαργυρωθεί αργότερα με την ανάρρηση στο θρόνο του ανήλικου γιου του. Ο συνταγματάρχης Χάιντεκ θα ξαναγυρίσει σε λίγα χρόνια στην Ελλάδα ως μέλος της τριμελούς αντιβασιλείας[3]. Υπερκερδοφόρα η αποπληρωμή. Η Ελλάδα θα γίνει για ένα διάστημα βαυαρική αποικία.



[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 289-290, Αθήνα 1984

[2] Στην βαυαρική αποστολή υπό τον Χάιντεκ πήραν μέρος οι λοχαγοί Θ. Χύγκλερ και Φρ. Σνίτσλαιν, οι υπολοχαγοί Σενχάμμερ, Κραζάιζεν, Αντ. Σίλτσερ και Γ. φον Ας, ο στρατιωτικός γιατρός Σεμπ. Σράινερ, οι λοχίες Μέζινγκ, Γκορτ, Βιλντ, Μάντλερ και Μάγιερ, ο δεκανέας Γκυρτελάιν και ο πυροβολητής Ρύππρεχτ. Ο φον Ας αρρώστησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και γύρισε στο Μόναχο τον Νοέμβριο του 1827. Ο υπολοχαγός Σίλτσερ πέθανε στην Ελλάδα.

[3] το 1844 έγινε βαρώνος. Αποστρατεύθηκε το 1855.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Δίκαιο


μικρά κείμενα

νομικά ζητήματα στον καιρό του Καποδίστρια[1]

Στις 28 Ιουλίου 1828 κατέπλευσε στον Πόρο το αμερικανικό βρίκι «Χέραλντ». Ήταν το έβδομο φορτίο με αμερικανικά βοηθήματα που έφθανε στην Ελλάδα. Το συνόδευαν ο δικαστής Σαμουήλ Γούντρουφ και ο Ιωάννης Στύβενσαντ. Ο δικαστής κράτησε ημερολόγιο του ταξιδιού και των εμπειριών του στην Ελλάδα. Κυκλοφόρησε το 1831.

Ο Γούντρουφ εξεικονίζει στο χρονικό του τις συμφορές που άφησε ο απελευθερωτικός πόλεμος: «Οχτώ σχεδόν χρόνια κράτησε ο ωραίος αγώνας της Ελλάδας για ζωή και ελευθερία εναντίον των άγριων δυναστών της. Οι καταστροφές του πολέμου και οι δηώσεις είναι αποτυπωμένες στο μεγαλύτερο μέρος της όμορφης χώρας. Τα τέκνα της έπεσαν στο πεδίο της μάχης· πολλές από τις ωραίες θυγατέρες της βιάσθησαν και σφαγιάσθησαν· ολόκληρες πόλεις έχουν παραδοθεί στη σφαγή χωρίς διάκριση· χιλιάδες παιδιά πετάχθηκαν από τα παράθυρα στα καλντερίμια ή εκτινάχθηκαν στους τοίχους των σπιτιών, χιλιάδες χήρες και ορφανά χωρίς στέγη, χωρίς χρήματα, χωρίς προστασία υψώνουν τα μάτια και τα χέρια εκλιπαρώντας τη χριστιανική φιλανθρωπία».

Για να αποκαταστήσει την τάξη και την ασφάλεια στην ελληνική επικράτεια ο Καποδίστριας έλαβε, γράφει ο Γούντρουφ, ‘’δύο τολμηρά και αποφασιστικά μέτρα’’. Εγκατέστησε τελωνειακές αρχές σε όλα τα λιμάνια, με ένοπλη φρουρά και έδωσε εντολή να εφοδιασθούν όλα τα καράβια, μικρά και μεγάλα, με ναυτιλιακά έγγραφα, όπου θα αναφέρονται όλα τα στοιχεία του πλοίου, τα ονόματα των μελών του πληρώματος και των επιβατών, ο σκοπός του ταξιδιού, ο προορισμός κ.λπ. Το καράβι που δεν ήταν εφοδιασμένο με τέτοια έγγραφα χαρακτηριζόταν πειρατικό και δημευόταν, ενώ το πλήρωμα δικαζόταν και καταδικαζόταν. Το δεύτερο μέτρο ήταν ο αφοπλισμός όλων των πολιτών, εκτός εκείνων που βρίσκονταν σε κρατική υπηρεσία. ‘’Και τα δύο μέτρα πέτυχαν χωρίς σημαντικές αντιδράσεις’’.

Ο Καποδίστριας είπε στους Αμερικανούς ότι μελέτησε το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών και ήθελε να το εφαρμόσει στην Ελλάδα. Πρόσθεσε όμως: «Η κατάστασή μας είναι κρίσιμη. Ο λαός είναι ασυνήθιστος σε ελεύθερη διακυβέρνηση. Ο χρόνος και το μέλλον θα το αποφασίσουν».



[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 444 & 445, Αθήνα 1984



Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Πολιτική


σαν σήμερα

τα κόμματα και η Πατρίδα[1]

Το Μεσολόγγι αποτελεί μια ένδοξη αλλά και μαύρη σελίδα της ιστορίας του Αγώνα. Ένδοξη για τη γενναιότητα και την καρτερία, την ανένδοτη αντίσταση και την αντοχή των αγωνιστών, για το ολοκαύτωμα της Εξόδου. Μαύρη για τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή – πράξεις και παραλείψεις ιδιοτελείς, πάθη και αθλιότητες, ψυχροί υπολογισμοί και τύφλωση. Το Μεσολόγγι αφέθηκε στη μοίρα του εν ψυχρώ. Συναγωνίσθηκαν για το χαμό του, από αδυναμία ή αμέλεια, από εγωισμό ή σκοπιμότητες, η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία. Ακόμα και οι ίδιοι οι πολιορκημένοι. Όλοι και όλα εναντίον του. Και η τραγική ειρωνεία: η τουρκοαιγυπτιακή νίκη ήρθε τη στιγμή που τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και του Κιουταχή είχαν φθάσει στα έσχατα της αντοχής και αντιμετώπιζαν ακόμα και εγκατάλειψη της πολιορκίας.

Εδώ προβάλλει το ερώτημα: Ήταν δυνατή η διάσπαση του κλοιού, η διάλυση του τουρκοαιγυπτιακού στρατοπέδου και η σωτηρία του Μεσολογγίου ; Όλα δείχνουν πως υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την ανατροπή των εχθρικών σχεδίων. Είχαν γίνει εισηγήσεις για συντονισμένη πολεμική δράση και σχέδια καταστρώθηκαν για εκστρατεία ναυτική και χερσαία. Αλλά οι εσωτερικές διαμάχες, η αχρηματία, η ιδιοτέλεια και η διαφθορά δεν άφηναν περιθώρια για βοήθεια. Όλων η προσοχή είχε στραφεί, μήνες πριν, στην Γ΄ Εθνική Συνέλευση που είχε ορισθεί για τον Μάρτιο του 1826. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, τα τρία ξενοκίνητα κόμματα, πολιτικοί και στρατιωτικοί, άτομα και ομάδες αγωνίζονταν για την ανάδειξη δικών τους πληρεξουσίων με στόχο την εξουσία. Η Διοίκηση Κουντουριώτη έβλεπε την προσωρινότητά της και αδιαφορούσε, οι αντίπαλοί της πάσχιζαν με μανία για την άλωση της Αρχής. ο αγωνιστής Σπυρομίλιος, ένας από τους απεσταλμένους της Φρουράς, κομιστής απεγνωσμένου μηνύματος από το Μεσολόγγι, εξεικονίζει στα ενθυμήματά του το χάος, την ακυβερνησία, την αδράνεια, την αδιαφορία και την ιδιοτέλεια που επικρατούσε στ’ Ανάπλι. «Αλλά κατά δυστυχίαν είχε προκηρυχθεί να συγκροτηθεί Εθνική Συνέλευσις και εις αυτόν τον καιρόν ενεργούνται όλαι αι σκευωρίαι και αι ραδιουργίαι διά τας εκλογάς των πληρεξουσίων και των κομμάτων· άρα ήταν εις τον μεγαλύτερον βρασμό ναι φατρίαι»[2]. Κι’ επειδή οι απεσταλμένοι της Φρουράς δεν είχαν προσχωρήσει σε καμμία παράταξη, κανείς δεν τους πρόσεχε, κανείς δεν ενδιαφερόταν. «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το ‘’ναι, έχετε δίκαιον’’, αλλά δεν συνέπραττον υπέρ αυτού με ζήλον»[3]



[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 15-16 & 39-41, Αθήνα 1984

[2] Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Αθήναι 1926, σ. 111

[3] Ένθ’ αν., σ. 112. Δεν αποτελούσε κάτι καινούργιο η πολιτική διαφθορά που επικρατούσε στ’ Ανάπλι. Έγραφαν οι Σπετσιώτες (16 Ιουνίου 1825) στην Κυβέρνηση: «Αν δεν εξέλθωσιν οι εν Ναυπλίω εις τας ηδονάς κυλιόμενοι να υπάγωσιν εις τον πόλεμον, ήθελον μετακαλέσει και εκείνοι τα πλοία των» (Ν. Σπηλιάδη, τ. Β΄, σ. 464-465)



Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Λογοτεχνία

Μικρά κείμενα (*)
Διάλογοι Ελλήνων και ξένων στην Αθήνα του 19ου αιώνα

- Πιστεύω … ότι, αφού γνωρίσετε τας Αθήνας, δεν θέλετε τας εύρει τόσον φευκτάς.
- Αι Αθήναι μας αρέσκουν, πλην είμεθα ξένοι …
- Τι προς αυτό ; οι ξένοι μάλιστα συχνάζουν τας κλείνας Αθήνας. Εκ περάτων της γης έρχονται οι επισκεπτόμενοι. Προχθές έφυγεν ο εκ Παρισίων φίλος μου κόμης Σαβώ· ο αστείος φίλος μου λόρδος Βέκσων θέλει διατρίψει όλον τον χειμώνα, και ο Πρίγκιψ Φουφόρ εκ Μόσχας, τον οποίον προ ολίγων ημερών εγνώρισα, με είπεν ότι κετεγοητεύθη υπό των ενταύθα καλλονών.
- Οι φίλοι σας ούτοι είναι περιηγηταί, και αυτοί βέβαια αρέσκονται εις τα ξένα, αλλ’ ημείς …
- Ό,τι θέλετε ευρίσκετε εδώ. Είναι εν μικρογραφία το Παρίσιον· έχετε χορούς, θέατρον, αμαξηλασίας, εργαστήρια γέμοντα όλων των ειδών της πολυτελείας· εντός ολίγων ημερών μάλιστα γίνεται και ιπποδρόμιον, το οποίον θέλουν προεδρεύσει οι Άνακτες, απονέμοντες εις τους αριστεύοντας το βραβείον, θέλω δε φροντίσει να έχετε κατάλληλον θέσιν εις το θέαμα τούτο.
- Σας ευχαριστώ, είμαι περίεργος να ίδω τους ίππους σας και την ιππικήν τέχνην σας· υποθέτω ότι θέλει ομοιάζει το τουρκικόν τζιρίτ.
- Και άλλα θεάματα δυνάμεθα να σας προσφέρωμεν …

(*) Παύλου Καλλιγά, Θάνος Βλέκας, σ.σ. 121-122, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1991

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Ποίηση


Μικρά κείμενα
Μορφές ηρώων(*)

Από τις ηρωικές μορφές του νέου Ελληνισμού είναι ο Κωστής Παλαμάς. Ο Σικελιανός τον λέει κάπου άγιο. Μας θυμίζει μάλιστα ότι δεν είναι ο πρώτος στη γενιά των Παλαμάδων. Ένας άλλος Παλαμάς έχεο αγιάσει, ο Γρηγόριος, επίσκοπος Θεσσαλονίκης, που ψέλνεται η ακολουθία του τη δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστής. Μα είναι αυτός προγονός του ; Νομίζω, όχι. Όπως κι’ αν είναι, δεν αλλάζει τίποτα.

Η φύση, η πανσοφία της, χαρίζει κάθε τόσο στις ομάδες τους ήρωες, για να υψώνει τη μέση ανθρωπότητα σ’ άμεση και ζεστή κοινωνία με την ανώτερη ουσία της ζωής, ξεσκεπάζοντας το λαμπρό νόημά της. Πλάθει μ’ άλλα λόγια, τα όργανα, που παιδαγωγούν τους λαούς και τους οδηγούν στους αιώνιους, μεγάλους σκοπούς της. Μέσα σ’ αυτήν, την εξαίσια φάλαγγα των διαλεχτών της, που είναι όλοι αδέρφια, γιατί βγαίνουν απ’ την ίδια φύτρα – αδιάφορο σε πια μορφή ενέργεια φανερώνονται – και ξεσκεπάζουν κάθε φορά ο καθένας με τον τρόπο του, το μυστικό θέλημά της, ο ήρωας του λόγου έχει μια θέση ξεχωριστή. Αν η πράξη είναι στην αρχή, όπως λέει ο Γκαίτε, ο λόγος είναι το φως της, το φως που την δείχνει, την θερμαίνει και την γονιμοποιεί. … Απ’ την μαγεία της λέξης δημιουργήθηκε η άλλη, μεγάλη μαγεία του παραμυθιού, που μας έφερε στην κατάκτηση του κόσμου και της ζωής, για να μας ανεβάσει στην σημερινή μας αξιοπρέπεια. Χωρίς το παραμύθι δεν θα υπήρχε τίποτα· ούτε φύση, ούτε ζωή, ούτε άνθρωπος, ούτε λαός, ούτε θεοί, ούτε λατρείες, ούτε ιστορίες και πολιτισμός, ούτε ποίηση και τέχνη, ούτε έρωτας και ομορφιά. Αγρίμι, μέσα στ’ αγρίμια, θ’ απόμενε ο άνθρωπος, το πιο αξιοδάκρυτο απ’ όλα, κατατρεγμένος, περίφοβος και ζαρωμένος στα βάθη μιας σκοτεινής σπηλιάς. Ο λόγος τον τράβηξε στο φως, το παραμύθι τον έστησε στην σημερινή του κυριαρχία. Γι’ αυτό, στην περίλαμπρη φάλαγγα των ηρώων έχει την πρώτη θέση ο ήρωας του λόγου, ο πλάστης του μύθου. Είναι ο ιερέας τους.

(*) Σπύρου Μελά, Δάσκαλοι του Γένους, σ. 217, εκδόσεις Μπίρης, Αθήναι 1972

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Ιστορία


Μικρά κείμενα
Κλέφτες (*)

Οι κλέπται διέφεραν από τους αρματωλούς εις τούτο πρηγουμένως, ότι επροτιμούσαν φανεράν επανάστασιν κατά των Τούρκων παρά συμφώνησιν μ’ αυτούς οποιανδήποτε. Η μόνη διάκρισις, μα την αλήθειαν, ηφανίζετο, όταν, ως πολλάκις συνέβαινεν, ο δυσαρεστημένος ή καταδυναστευόμενος αρματωλός εγίνετο κλέπτης, ή όταν εσυνέφερεν εις κανένα Πασάν να τους περιλάβη εις το ίδιον όνομα. Εξ αιτίας τούτου, εκατάντησεν ώστε συχνά να μεταχειρίζωνται τας λέξεις αδιακρίτως· και εις την Θεσσαλίαν δε η λέξις κλέπτης εσήμαινεν ή τον ένα ή τον άλλον, ή και τους δύο. Ο γενικός των χαρακτήρ και αι έξεις των ζωγραφούνται ως ακολούθως από θερμόν τινά φίλον της Ελληνικής ελευθερίας.

«Των κλεπτών η ευρωστία ήτον υπερβολή μεγάλη. Μην έχοντες σκήνωμα στερεόν, επεριφέροντο το καλοκαίριον εις τους πλέον υψηλούς, και τον χειμώνα εις τους πλέον χαμηλούς βουνώδεις τόπους. Είχαν όμως πάντοτε μέρος τι, όπου εσυναθροίζοντο και ενίοτε επαροικούσαν, λεγόμενον λιμέρι, και τοποθετημένον πλησίον εις το αρματωλίκιον εκ του οποίου είχαν διωχθήν. Όταν δεν ήσαν απασχολημένοι εις εκστρατείαν, επερνούσαν καιρόν ως επιτοπλείστον καταγινόμενοι εις πολεμικούς αγώνας, και ιδιαιτέρως πυροβολούντες εις σημάδιόν τι. Αδιάλειπτος δε γυμνάσια εις τούτο τους έφερεν εις εκπληκτικόν βαθμόν εμπειρίας. Την ημέραν ηδύναντο να κτυπήσωσιν αυγόν, ή και να περάσωσιν πάλαν διά μέσω δακτυλιδίου σχδόν του αυτού διαμέτρου, ενώ έστεκαν 200 βήματα μακράν· και εις το πλέον δε πισσώδες σκότος, ημπόρουν να πληγώσωσιν εχθρόν, διευθυνόμενοι μόνον από την λάμψιν του τουφεκίου του. …»

(*) Σάμιουελ Σέρινταν Γουΐλσων, Το Παλληκάριον, σ.σ. 30-31, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα & Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1990

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Φιλοσοφία


Μικρά κείμενα (*)
Η στωική αντίληψη για τον θάνατο

Σύμφωνα με την άποψη του Επίκτητου για τη ζωή, ακόμα και η τελική σκηνή μας ίσως να έχει κάτι το ιδιαίτερο να μας προσφέρει. Αντί να φοβάσαι τον θάνατό σου, ο Επίκτητος υποστηρίζει ότι πρέπει «να τον κάνεις δόξα σου, ή μια ευκαιρία για ‘σένα που θα δείξει στην πράξη τι είδος προσώπου είναι ο άνθρωπος ο οποίος συμμορφώνεται με τη θέληση της φύσης»(1). Αφού επισημάνει ότι «δεν μπορώ να αποφύγω τον θάνατο», ο Επίκτητος ρωτά ρητορικά: «αντί να αποφύγω τον φόβο του θανάτου, θα πεθάνω μέσα στη θλίψη και τον τρόμο ;»(2). Αποδεχόμενος το αναπόδραστο του θανάτου ο φιλόσοφος ελευθερώνει τον εαυτό του για να εστιάσει το ενδιαφέρον του στη διατήρηση της ειρήνης του νου του. Όταν εξετάζει την θνητότητά του, ο Επίκτητος ελπίζει πως «ας με βρει ο θάνατος τη στιγμή που δεν θα φροντίζω τίποτε άλλο παρά την προαίρεσή μου, για να είμαι απαθής, ανεμπόδιστος, χωρίς εξαναγκασμούς, ελεύθερος»(3)

(*) Μαρκ Κουζνέφσκι & Ρόναλντ Πολάνσκυ, Βιοηθική, σ. 453, εκδόσεις Τραυλός, Αθήνα 2007
(1) Διατριβαί ΙΙΙ.20.13
(2) Διατριβαί Ι.27.9-10
(3) Διατριβαί ΙΙΙ.5.7

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

δοκιμιογραφικές ασκήσεις

ο εχθρός[1]

Το τέρας είναι ο πιο πολύτιμος ανάμεσα στους εχθρούς, γι’ αυτό και αναζητείται. Οι υπόλοιποι εχθροί μπορούν απλούστατα να επιτεθούν· είναι οι Γίγαντες, οι Τιτάνες, εκπρόσωποι μιας τάξης που ετοιμάζεται να υποσκελισθεί ή θέλει να εκδικηθεί γιατί υποσκελίσθηκε. Εντελώς διαφορετική είναι η φύση του τέρατος. Το τέρας περιμένει κοντά στην πηγή, το τέρας είναι η πηγή και δεν έχει ανάγκη τον ήρωα. Ενώ ο ήρωας το έχει ανάγκη για να υπάρξει, γιατί η δύναμή του θα προστατευθεί από το τέρας και από το τέρας πρέπει να την αρπάξει. Όταν ο ήρωας αντιμετωπίζει το τέρας δεν έχει ακόμη δύναμη, αλλά ούτε γνώση. Το τέρας είναι ο κρυφός του πατέρας, που θα τον ντύσει με τη δύναμη και τη σοφία που είναι μόνον ενός ατόμου και μόνον το τέρας μπορεί να του μεταβιβάσει.

Το τέρας, στην απαρχή, βρισκόταν στο κέντρο, στο κέντρο της γης και τ’ ουρανού, εκεί όπου αναβρύζουν τα νερά. Όταν το τέρας σκοτώθηκε από τον ήρωα, το διαμελισμένο σώμα του μετακινήθηκε και ανασυντέθηκε στις τέσσερις γωνιές του κόσμου. Μετά περιέβαλε τον κόσμο σ’ έναν κύκλο από φολίδες και νερά. Ήταν το σύνθετο όριο των πάντων, ήταν η κορνίζα.


[1] Ρομπέρτο Καλάσσο, «οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας», σ. 382, εκδόσεις Γνώση 1991.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Απολογία



Το μίσος του κακού (1)

Η διάκριση που έκανε ο Μπωντλαίρ, στο περίφημο δοκίμιό του για την «ουσία του γέλιου» παραμένει. Υπάρχει ένα κωμικό αθώο και ένα κωμικό πονηρό. Το πρώτο προκαλεί το αυθόρμητο και ηχηρό γέλιο που το χαιρόμαστε στα παιδιά και στους απλοϊκούς ανθρώπους και διασκεδάζει χωρίς αναχαιτίσεις όσους το συναντούν. Το δεύτερο γίνεται αντιληπτό μόνο από εκείνους που γνωρίζουν τα υπονοούμενά του και ευχαριστιούνται όταν συμμετέχουν στην πρόθεση του δημιουργού να «πειράξει» με τα τεχνάσματά του και τους υπαινιγμούς του· αλλιώς στενοχωριούνται ή και θυμώνουν. Το αθώο κωμικό είναι – ας πούμε – διδιάστατο, σκέτη επιφάνεια, δεν έχει «από πίσω» τίποτα και για τούτο μας κάνει να γελούμε «με την καρδιά μας». … Αντίθετα στο πονηρό κωμικό υπάρχει τρίτη διάσταση, βάθος, «σημασία» και απαιτεί σκέψη. Κάτι εννοεί και πρέπει να το συλλάβεις αυτό το νόημά του για να διεγερθείς και να ευθυμήσεις ή να οργιστείς. …

Επικρατέστερο κοινωνικά και για την Τέχνη σπουδαιότερο είναι όχι το αθώο, αλλά το πονηρό κωμικό. Προϊόν του καλλιεργημένου πνεύματος, άνθος προηγμένου πολιτισμού. Και αμαρτωλό, όπως πολλές άλλες ανθρώπινες επιτυχίες. Αυτή τη φυσιογνωμία του στοχάζεται, ασφαλώς, ο Μπωντλαίρ όταν γράφει για το γέλιο ότι έχει διαβολική καταγωγή· «είναι ένα από τα κουκούτσια του συμβολικού μήλου της αμαρτίας». … Το πονηρό κωμικό μόνο ο πονηρός μπορεί να το γευθεί και του είδους τούτου η πονηριά δεν βρίσκει έδαφος στις πρωτόγονα αγνές ψυχές για να βλαστήσει.

Στην κατηγορία του πονηρού κωμικού ανήκει το δηκτικό χιούμορ, η σάτιρα, που από τους πολύ αρχαίους χρόνους καλλιεργείται και ευδοκιμεί στις πολιτισμένες κοινωνίες. Ακόμη και στην ιστορία της Τέχνης έχει περίβλεπτη θέση· ας θυμηθούμε τον μεγάλο της μάστορα στο χώρο του θεάτρου, τον ανυπέρβλητο Αριστοφάνη. Σάτιρα δεν είναι απλώς το «χωρατό που πειράζει», γιατί το χωρατό, καθώς το λέει άλλωστε και το όνομά του, είναι συνήθως μια χονδροειδής και άτεχνη κοροϊδία. Αλλά ένα έξυπνο παιχνίδι με απομιμήσεις ή λόγια, μια αστειότητα που, καθώς πάλι το λέει η ίδια η λέξη – αστεία είναι τα ήθη του «άστεος» – γίνεται με πνεύμα και λεπτό χειρισμό, για να μπορεί να βρει το στόχο και να «καρφώσει».

Η σάτιρα είναι ένας τρόπος επιθετικής συμπεριφοράς που κρύβει μέσα του και συχνά τη φανερώνει με πολλήν αυθάδεια, μια δόση κακίας· τουλάχιστον την έλλειψη επιείκειας. Τρόπος ίσως όχι γενναίος, γιατί το χτύπημα δίνεται στον αντίπαλο από πίσω και με μάσκα, στα «αστεία». Σκοπός είναι κι εδώ η «σφαγή», αλλά επιδιώκεται χωρίς τον κίνδυνο της απευθείας αναμέτρησης. Σάτιρα αθώα δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει, αφού πάντα πληγώνει και πληγώνει – επικρίνει, στηλιτεύει, διαπομπεύει – με πρόθεση να πληγώσει. Γι’ αυτό αναζητεί και προκρίνει την πιο ευαίσθητη πλευρά, το πιο νευραλγικό σημείο του εχθρού κι εκεί χτυπάει αδυσώπητα. Και, όπως είπα, εκ του ασφαλούς. Θα ονομάσουμε άραγε τη σάτιρα άνανδρο είδος πολέμου ; Θα την ειπούμε δειλία, μικροψυχία, ευτέλεια ; Πριν αποφανθούμε οριστικά, ας σκεφτούμε ότι όταν απεχθάνεσαι έναν ισχυρό γιατί κάνει απάνθρωπη κατάχρηση της δύναμής του, ή μια κατάσταση πραγμάτων που επιβάλλεται με τη ρομφαία της βίας, και δεν έχει άλλο τρόπο να εκδηλώσεις την αντίθεσή σου, θα καταφύγεις αναγκαστικά στο μόνο μέσον που σου παρέχουν οι μικρές δυνάμεις σου στη σάτιρα. «Ο έρως του καλού» γράφει ο Εμμανουήλ Ρόϊδης – στις περίφημες επιστολές «Αγρινιώτου Σουρλή» – «καλείται ενθουσιασμός και γεννά τους Πινδάρους και τους Μίλτωνας· το μίσος του κακού καλείται σάτιρα και γεννά τους Λουκιανούς και τους Βολταίρους».

Ρίζα λοιπόν της σάτιρας δεν είναι μόνο η κακεντρέχεια ή η μνησικακία του δειλού και αποστρεφόμενου τον κίνδυνο ανθρώπου, αλλά κυρίως το μίσος του κακού, η εξέγερση που προκαλεί στον ανίσχυρο η φυσική ή η ηθική καταδυνάστευσή του από πρόσωπα και καθεστώτα τυραννικά.

(1) Ε.Π. Παπανούτσου, «το Δίκαιο της Πυγμής», σ.σ. 161-163, εκδόσεις Δωδώνη 1989

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

πολιτική φιλοσοφία



Το Δίκαιο της Πυγμής (1)

Έχουν, άραγε, κατά έναν αδυσώπητο νόμο, καταδικαστεί οι μικροί και οι αδύνατοι – είτε είναι άτομα είτε ολόκληροι λαοί – να υποτάσσονται στους μεγάλους και στους δυνατούς και όταν δυσανασχετούν ή εξεγείρονται γι’ αυτή τη μεταχείριση, να εξοντώνονται από τούτους αλύπητα ; Ότι η ιστορία του ανθρώπου βεβαιώνει το πράγμα (ακόμα και με σπάνιες εξαιρέσεις στον κανόνα) δύσκολα μπορεί κανείς να το αρνηθεί. Είναι όμως όχι μόνο ιστορικό γεγονός, αλλά και φυσικού νόμου επιταγή ο άοπλος και ο αφελής να γίνεται παίγνιο, δούλος και βορά του αρματωμένου και του πανούργου ;

Ως θεωρία ηθική και πολιτική φιλοσοφία η γνώμη αυτή είναι πανάρχαιη· τη βρίσκομε κιόλας άριστα διατυπωμένη στους χρόνους των Ελλήνων σοφιστών. Ο Πλάτων μέσα στο «Γοργία» βάζει τον μαθητή τους Καλλικλή να την υποστηρίζει αδιάλλακτα απέναντι στον ίδιο το Σωκράτη, που όμως δεν εννοεί να παραδεχτεί ότι σε τελική ανάλυση την ευτυχία του ανθρώπου την τρέφει και την ασφαλίζει η υπεροχή – έστω και με τη βία. "Η ίδια η Φύση" λέγει ο Καλλικλής «δηλώνει, νομίζω, καθαρά ότι το δίκαιο είναι να έχει ο καλύτερος περισσότερα από τον χειρότερο και ο δυνατότερος περισσότερα απ’ τον αδύναμο. Τούτο γίνεται φανερό σε πολλές περιπτώσεις, και στων άλλων ζώων τις σχέσεις και στων ανθρώπων, καθώς και στις σχέσεις ολόκληρων πόλεων και γενών· έτσι έχει κριθεί το δίκαιο, ο καλύτερος να εξουσιάζει τον χειρότερο και να έχει περισσότερα απ’ αυτόν» (483 d) . Η βία, λοιπόν, είναι «νόμος της φύσεως», «το της φύσεως δίκαιον».

Όπως είναι γνωστό, αυτό κατά τον Θουκυδίδη υποστήριξαν και οι Αθηναίοι στον περίφημο διάλογό τους με τους Μηλίους : «Και μεις γνωρίζομε και σεις ότι κατά τον ανθρώπινο νόμο τα δίκαιο κρίνονται μόνο από ίσους, ενώ τα δυνατά τα πράττουν οι ισχυροί και τα παραδέχονται οι ασθενείς». «Και οι θεοί, όπως πιστεύουν οι άνθρωποι, και αναμφισβήτητα οι άνθρωποι αναγκάζονται πάντοτε από φυσικήν ορμή να εξουσιάζουν εκείνους από τους οποίους υπερτερούν» (Ε 89, 105).

Τώρα, πώς συμβαίνει αρχαίες και νέες νομοθεσίες να καταδικάζουν την αυθαιρεσία και την πλεονεξία των ισχυρών εις βάρος των ασθενών – τούτο, λέγει ο Καλλικλής του πλατωνικού διαλόγου (24 ολόκληρους αιώνες πριν το επαναλάβει ο Νίτσε), δεν είναι καθόλου δύσκολο να το εξηγήσομε: "Τους νόμους τους θέτουν οι αδύνατοι άνθρωποι και το πλήθος. Κατά τα δικά τους λοιπόν μέτρα και σύμφωνα με το δικό τους συμφέρον νομοθετούν … διακηρύσσοντας, για να εκφοβίζουν όσους έχουν τη ρώμη και την ικανότητα να πλεονεκτούν, ώστε να μην αρπάζουν τα περισσότερα, ότι είναι άσχημο και άδικο πράγμα η πλεονεξία, και αδικία η απαίτηση να έχει κανείς πιο πολλά από τους άλλους" (483 b, c).

Με τις ελληνικές ρίζες του το «δίκαιο της πυγμής» σταδιοδρόμησε λαμπρά στο θεωρητικό πεδίο, όπως άλλωστε είχε και στο πρακτικό ευδοκιμήσει μυριάδες χρόνια πριν από τη φιλοσοφική γραφή του, και εξακολουθεί, αλίμονο, να ακμάζει.

(1) Ε.Π. Παπανούτσου, «το Δίκαιο της Πυγμής», σ.σ. 11-12, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1989.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Λογοτεχνία


η ιστορία της διχόνοιας[1]

Στην ακτή της Σιδώνας, ένας ταύρος προσπαθούσε να μιμηθεί το ερωτικό γουργούρισμα. Ήταν ο Δίας. Ένα ρίγος τον διαπέρασε, όπως όταν τον τσιμπούσαν οι βοϊδόμυγες. Μόνο που αυτή τη φορά η ανατριχίλα ήταν γλυκιά. Ο Έρωτας που ανέβαζε στη ράχη τη νεαρή Ευρώπη. Ύστερα, ο άσπρος ταύρος ρίχτηκε στη θάλασσα, αλλά κράτησε το επιβλητικό σώμα του αρκετά έξω από το νερό για να μη βραχεί η νέα. Τον είδαν πολλοί. Ο Τρίτωνας αποκρίθηκε στο γαμήλιο μουγκάνισμα φυσώντας το κοχύλι του και στέλνοντας μαγευτικούς ήχους. Η Ευρώπη, τρέμοντας, είχε αρπάξει ένα από τα μακριά κέρατα του ταύρου για να κρατηθεί. Τους είδε κι ο Βορέας καθώς έσχιζαν τα κύματα. Πονηρός και ζηλιάρης, αναστέναξε βλέποντας εκείνα τα άγουρα στήθη, που φανερώνονταν με το φύσημά του. Η Αθηνά, βλέποντας από ψηλά τον πατέρα της να έχει στη ράχη του μια γυναίκα, κοκκίνισε. Κι ένα Αχαιός ναύτης τους είδε και σάστισε. Μήπως ήταν η Θέτις, περίεργη να δει τον ουρανό ; Ή μήπως ήταν μια Νηρηίδα, ντυμένη για πρώτη φορά ; Ή μήπως ο ορμητικός Ποσειδώνας είχε αρπάξει κάποια άλλη νέα ;

Η Ευρώπη, ωστόσο, δεν έβλεπε το τέλος εκείνου του τρελού ταξιδιού. Αλλά φανταζόταν ποια τύχη την περίμενε, όταν θα πατούσαν πάλι στη στεριά. Και φώναξε στους ανέμους και στη θάλασσα : «Πέστε στον πατέρα μου, ότι η Ευρώπη άφησε τη χώρα στη ράχη ενός ταύρου … Δώστε, σας παρακαλώ, αυτό το περιδέραιο στη μητέρα μου». Ετοιμαζόταν να καλέσει τον Βορέα, για να την πάρει με τα φτερά του, όπως είχε κάνει με τη σύντροφό του, την Αθηναία Ωρείθυια. Αλλά δάγκωσε τη γλώσσα της : γιατί να περάσει από τον ένα απαγωγέα στον άλλο ;

Εάν θέλουμε την ιστορία, τότε είναι η ιστορία της διχόνοιας. Και η διχόνοια γεννιέται από την απαγωγή ή τη θυσία μια νέας. Το ένα μεταγγίζεται αδιάκοπα στο άλλο. Ήταν οι «λύκοι έμποροι», που βγήκαν στη Φοινίκη και έφεραν στο Άργος την ταυροπάρθενο, την αφιερωμένη στον ταύρο παρθένα, που την έλεγαν Ιώ. Σαν τον άνεμο που κατεβαίνει από το βουνό, το γεγονός αυτό άναψε τη φωτιά του μίσους ανάμεσα στις δύο ηπείρους. Η Ευρώπη και η Ασία αντιμάχονται και χτύπημα διαδέχεται το χτύπημα. Έτσι οι Κρήτες, «κάπροι της Ίδης», έκλεψαν από την Ασία τη νεαρή Ευρώπη. Γύρισαν στην πατρίδα τους με τα ταυρόσχημα πλοία τους και πρόσφεραν την Ευρώπη, νύφη στο βασιλιά τους Αστέριο. Αυτό το ουράνιο όνομα θα έπαιρνε κι ένας εγγονός της Ευρώπης : ο ταυροκέφαλος νέος που ζούσε στο κέντρο του Λαβύρινθου κι εκεί περίμενε τα θύματά του …

Όταν έφτασαν στην Αργολίδα οι Φοίνικες έμποροι, χρειάστηκαν πέντε με έξι μέρες για να πουλήσουν τα εμπορεύματα που έφερναν από την Ερυθρά Θάλασσα, την Αίγυπτο και την Ασσυρία. το πλοίο τους ήταν ακόμη αγκυροβολημένο και στην ακτή οι κάτοικοι της περιοχής κοίταζαν, άγγιζαν, παζάρευαν εκείνα τα εμπορεύματα που έρχονταν από τόσο μακριά. Ελάχιστα είχαν απομείνει απούλητα, όταν έφτασε μια ομάδα γυναικών· ανάμεσά τους και η κόρη του βασιλιά, η Ιώ. Τα παζάρια και οι αγορές συνεχίζονταν. Άξαφνα, οι έμποροι ναύτες ρίχτηκαν πάνω τους. Μερικές κατάφεραν να ξεφύγουν, αλλά την Ιώ την άρπαξαν. Σ’ αυτήν την αρπαγή απάντησαν οι Κρήτες όταν έκλεψαν από τη Φοινίκη την κόρη του βασιλιά, την Ευρώπη. Οι Φοίνικες, όμως, διηγούνται την ιστορία εντελώς διαφορετικά : η Ιώ ; λένε, είχε ρωτευτεί τον καπετάνιο του ξένου πλοίου. Είχε μείνει έγκυος, ντρεπόταν για την κατάστασή της κι έτσι αποφάσισε να επιβιβαστεί στο πλοίο μαζί με τους Φοίνικες.

Από παρόμοια γεγονότα γεννήθηκε η ιστορία : η αρπαγή της ωραίας Ελένης και ο Τρωικός πόλεμος, όπως και πιο πριν, η Αργοναυτική εκστρατεία και η αρπαγή της Μήδειας είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας.

Η Ευρώπη προχωρούσε με τις φίλες της, κρατώντας το υπέροχο χρυσό καλάθι της. Το είχε πλάσει ο Ήφαιστος, πριν από δύο γενεές, για να το χαρίσει στη Λιβύη. Η Λιβύη το χάρισε στην κόρη της Τηλέφασσα κι εκείνη, με τη σειρά της, στην κόρη της Ευρώπη. Ήταν το φυλαχτό της γενιά τους. Παρουσίαζε μια περιπλανώμενη αγελάδα, που έμοιαζε να κολυμπάει σε μια θάλασσα από σμάλτο. Όρθιοι στην ακτή, δύο μυστηριώδης άντρες, παρατηρούσαν τη σκηνή. Φαινόταν κι ένας ολόχρυσος Δίας, που άγγιζε με το χέρι τη μπρούτζινη αγελάδα. Στο βάθος, ο ασημένιος Νείλος. Εκείνη η αγελάδα ήταν η Ιώ, η προγιαγιά της Ευρώπης.


[1] Ρομπέρτο Καλάσσο, «οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας», σ.σ. 11 κ.επ., εκδόσεις Γνώση 1993-94

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Λογοτεχνία

Οι δώδεκα μήνες

Στρατής Δούκας

Το πρωί τράβηξα μόνος μου στο μοναστήρι, που βρισκόταν πάνω στο βουνό, καμιά μισή ώρα έξω απ’ το χωριό. Ήταν κι αυτό ρειπωμένο. Μονάχα το μπροστινό και λίγο απ’ το πλάγι του στεκόταν ακόμα, έτοιμο και αυτό να πέση. Από τη μισογκρεμισμένη του πόρτα μπήκα μέσα. Οι καλόγεροί του σαν να κοιμούνταν. Τα κελάρια του γεμάτα, τα μιντέρια του στρωμένα. Απ’ τα μικροπαραθυράκια του έβλεπα πέρα τα μαύρα βουνά, σαν κύματα που με κύκλωναν. Πατήματα δεν ακούονταν στις πλάκες της αυλής πού ‘ταν σκεπασμένες από αγριόχορτα και φύλλα. Η νύχτα έφτανε βουβή. Μονάχα ο ρύακας μουρμούριζε. Όταν το νυχτοπούλι άρχιζε τα ρυαχτά του, αποτραβιόμουνα στη φωτιά του τζακιού μου, συντροφευμένος από σκιές …

Το μοναστήρι είχε πολλά παλιά πράγματα. Το πιο πολύτιμο ήταν ένα βημόθυρο, από το τέμπλο της εκκλησίας. Απάνω στα δυο βαριά βουνίσια ξύλα του ήταν ζωγραφισμένος ο «Ευαγγελισμός» και σειρά, από πάνω προς τα κάτω, στη μεριά που θηλύκωναν, οι «δώδεκα μήνες» που παράσταιναν τη ζωή του τόπου, τον καιρό που ζωγραφίστηκαν. Μιλούν για το λαό, όπως ήταν τότε, με τους αρχόντους του, τις δουλειές και τα συνήθεια τους, επάνω κάτω έτσι όπως τά ‘νιωθα καθώς τους ξεσήκωνα.

Ιανουάριος : Είναι νύχτα ακόμα. Μέσα στο κατάκλειστο σπίτι, η παλιά αρχόντισσα με τα νυχτικά της, τα σγουρά μαλλιά αχτένιστα χυμένα στους ώμους της, κάθεται στην πολυθρόνα συρμένη δίπλα στο τζάκι. Δυο υπηρέτριες όρθιες την υπηρετούνε. Η μια μόλις μπαίνει κουβαλώντας ένα χοντρόξυλο. Η άλλη φεύγει από μπροστά της σαστισμένη. Η κυρά της, ανασηκωμένη στο κάθισμα, της φωνάζει θυμωμένα. Βιάζεται να ετοιμαστή για την εκκλησία της.

Φεβρουάριος : Παραμονή αποκριάς. Ο χωρικός κατεβάζει τα βόδια του με το βοδαμάξι του, να τα πουλήση. Κάποιος τα χτυπά από πίσω να προχωρήσουν. Το μεγάλο κολώνει μουγκρίζοντας. Το μικρό ακολουθεί φοβισμένο. Ο ζωέμπορας, ριγμένος βαριά πάνω στο ραβδί του, τα κοιτάζει λοξά σα να τα ζυγιάζη. Τα κοιτάζει κι ο χωρικός όπως τα σέρνει μπροστά του, σα για μια τελευταία φορά, λυπημένα …

Μάρτιος : Μέσα στο πυκνό δάσος, μέσα στην αστέναχτη φύση, τ’ όρνιο περνά ψηλά κρώζοντας. Έπειτα, μες στη σιγαλιά, ακούγεται το χτύπημα του ξυλοκόπου. Δυο άντρες κόβουν ξύλα. Η γυναίκα τα σηκώνει από χάμω με κόπο. Εδώ απάνω στα βουνά, που η ζωή είναι φτωχή με πολλά βάσανα, μονάχα τα νερά είναι μπόλικα και τα ξύλα …

Απρίλιος : Λιώσανε πια τα χιόνια. Τα κουδούνια λαλούν γλυκά, τα ποτάμια κατηφορίζουν. Στις πολιτείες, σε κιόσκια χωμένα μέσα σε πρασινάδες, οι κοπέλες κόβουν τα πρώτα λουλούδια. Τ’ αυλάκια, οι φράχτες κελαηδούν. Τ’ αυτιά γεμίζουν από ήχους. Στο σπίτι, μέσα στην αυλή, η τριανταφυλλιά μεγάλωσε και σκάλωσε ως το παράθυρο. Από κει απλώνει η κοπέλα το χέρι και κόβει το πρώτο τριαντάφυλλο, για να στολίση το κεφάλι …

Μάιος : Αυγή ακόμα, όλα είναι σκούρα και τ’ ανήλια μέρη είναι σκοτεινά σα νύχτα. Το χορτάρι μόλις χρυσίζει στην πρώτη αχτίδα. Τ’ αρχοντόπουλο με τον υποταχτικό του πάει καβάλα για κυνήγι. Το πρωινό αγέρι που φυσά, του παίρνει τη σάρπα. Το σκυλί τρέχει μπροστά μυρίζοντας. Μέσα απ’ τη φτέρη πετιέται ο λαγός … Μόλις προφταίνει να γυρίσει το κεφάλι …

Ιούνιος : Έφτασε το θέρος. Ο κόσμος είναι χυμένος έξω στα χωράφια και δουλεύει. Όλη τη μέρα θερίζουν, δεματίζουνε. Τα βράδια φτάνουνε κουρασμένα. Οι γυναίκες με τα γαϊδουράκια φεύγουν μονάχες για το χωριό. Οι άντρες κάθονται να φαν κι ύστερα ξαπλώνουν δίπλα στα δεμάτια. Περνούν μεσάνυχτα κι ακόμα ακούς κουβέντες. Τα γκρεμνά είναι γεμάτα από μια χρυσαφένια ημεράδα. Όλα, θαρρείς, μαζί τους αγρυπνούν και ξαποσταίνουνε …

Ιούλιος : Ο άρχοντας κρατώντας μπράτσο τη γυναίκα του, που δεν ξέχασε να πάρη μαζί της και το κανατάκι της, βγαίνει να δη τα υποστατικά του. Οι δούλοι του δουλεύουν. Κουρασμένοι, δεν έχουν τον καιρό ούτε να τον κοιτάξουν. Παίρνει τότε και αυτός κάτι απ’ τα χέρια τους, τάχα να τους βοηθήση …

Αύγουστος : Απ’ το πρωί, οι κοπέλες βγήκαν στ’ αμπέλια. Στις πλαγιές τώρα ακούονται τα γέλια τους και τα χάχανά τους. Μέσα στην πόλη ακούνται, πάλι, άλλοι χαρούμενοι κρότοι. Οι βαγενάδες που φτιάχνουν τα βαγένια τους …

Σεπτέμβριος : Τα σταφύλια κουβαλήθηκαν στα σπίτια και πέφτουν με κοφίνια και με κάδους μές στα πατητήρια. Τ’ ανοιχτά κατώγια των σπιτιών μυρίζουν. Βγαίνουν τα καινούρια τσίπουρα και τα πετιμέζια …

Οκτώβριος : Πέρασαν και τα πρωτοβρόχια. Η παλιά καλαμιά έχει μαυρίσει και σαπίσει. Τα βόδια ανασηκώνουνε παντού τ’ αφράτα χώματα, που χύνονται μαλακά γύρω από τ’ αλέτρι. Τα χωράφια απλώνονται σα βελούδο, ανεβαίνοντας ως το δάσος, σιμά στ’ αγριοβαλάνια. Από κει πάλι ακούεται το πελέκι που κόβει κλαδί για το χειμώνα. Δεμένο περιμένει τ’ άλογο στη ρίζα του χαμόπρινου. Όταν φορτώνεται να φύγη, ο τόπος γεμίζει από ερημιά. Πέρα, βαθιά, ακούονται φωνές και μακρινά γαυγίσματα.

Νοέμβριος : Έχει πλακώσει πια ο χειμώνας. Έξω φυσά ο αγέρας σε μια πλάση πεθαμένη και σαβανωμένη. Τα γυμνά κλαριά της λεύκας δέρνονται. Τα χλωμά φυλλαράκια σιγοτρέμουν. Οι αχνοί σβήνουν μέσα στην ερημιά. Άξαφνα ακούγεται μια τουφεκιά στα πλάγια …

Δεκέμβριος : Παραμονή Χριστούγεννα. Σφάζονται τα γουρούνια. Μέσα στην αυλή κρέμονται μ’ ανοιγμένη την κοιλιά, ανάποδα. Ο νοικοκύρης όρθιος σιάζει το κρέας τους. Η νοικοκυρά, καθισμένη πιο πέρα, πλένει μέσα στο λεβέτι τ’ άντερα, μαλώνοντας τη γάτα. Έξω ακούονται οι γκάιντες, τα κάλαντα …

Όταν ξεσήκωσα και τους δώδεκα μήνες, είχε περάσει η άνοιξη. Μες στ’ αυγινό αγέρι, τα τριαντάφυλλα της αυλής άνοιγαν κι η μοσκοβολιά τους με μέθαγε. Έξω απ’ τα παράθυρά μου τα πουλιά κελαηδούσαν, ο ήλιος έλαμπε. Όταν βγήκα ν’ αποχαιρετίσω, διχαλωτά πέφταν τα ποτάμια, σμίγοντας βοερά, σα να διπλοχαιρετιούνταν. Έσκυψα κι ήπια. Ψιλές ψιχάλες μου ράντισαν το πρόσωπο. Ξαναγύρισα στο μοναστήρι να ευχαριστήσω τη «Δέξα Παναγιά» και να ετοιμάσω τα πράγματά μου …

(απ’ το βιβλίο Οδοιπόρος, εκδόσεις Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1968)

ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού, τρίτο μέρος, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1975, ανατύπωση από τις εκδόσεις Καλοκάθη