Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Ποίηση


Διονύσιος Σολωμός

Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι

από το Α΄ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

…

II.

Παράμερα στέκει

Ὁ ἄντρας καὶ κλαίει·

Ἀργὰ τὸ τουφέκι

Σηκώνει, καὶ λέει·

«Σὲ τοῦτο τὸ χέρι

»Τί κάνεις ἐσύ;

»Ὁ ἐχθρός μου τὸ ξέρει

»Πῶς μοῦ εἶσαι βαρύ.»

Τῆς μάνας ὢ λαύρα!

Τὰ τέκνα τριγύρου

Φθαρμένα καὶ μαῦρα,

Σὰν ἴσκιους ὀνείρου·

Λαλεῖ τὸ πουλάκι

῾Σ τοῦ πόνου τὴ γῆ,

Καὶ βρίσκει σπειράκι,

Καὶ μάννα φθονεῖ.

III.

Γροικοῦν νὰ ταράζῃ

Τοῦ ἐχθροῦ τὸν ἀέρα

Μίαν ἄλλη, ποὺ μοιάζει

Τ᾿ ἀντίλαλου πέρα·

Καὶ ξάφνου πετειέται

Μὲ τρόμου λαλιά·

Πολληώρα γροικειέται

Κι᾿ ὁ κόσμος βροντᾶ.

IV.

Ἀμέριμνον ὄντας

Τ᾿ Ἀράπη τὸ στόμα

Σφυρίζει, περνώντας

῾Σ τοῦ Μάρκου τὸ χῶμα·

Διαβαίνει, κι᾿ ἀγάλι

Ξαπλώνετ᾿ ἐκεῖ,

Ποὺ ἐβγῆκ᾿ ἡ μεγάλη

Τοῦ Μπάϊρον ψυχή.

V.

Προβαίνει καὶ κράζει

Τὰ ἔθνη σκιασμένα.

VI.

Καὶ ὢ πείνα καὶ φρίκη!

Δὲ σκούζει σκυλί!

…