Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Λογοτεχνία

περί Θλίψεως[1]

Γύρω από τη Θλίψη υπάρχει μια έντονη, μια ξεχωριστή πραγματικότητα. Μιλώντας για τον εαυτό μου, είπα πως ήμουν ένας από κείνους που είχαν συμβολική σχέση με την τέχνη και την κουλτούρα της εποχής τους. Στον άθλιο χώρο που κείτομαι τώρα, δεν υπάρχει ούτ’ ένας άθλιος απ’ αυτούς που μαζί μου, που να μη βρίσκεται σε συμβολική σχέση με το ίδιο το μυστικό της ζωής. Γιατί το μυστικό της ζωής είναι ο πόνος. Αυτός κρύβεται πίσω από καθετί. Όταν ξεκινούμε στη ζωή, ό,τι είναι πικρό, ώστε αναπόφευκτα κατευθύνουμε όλες μας τις επιθυμίες προς την απόλαυση και δεν επιδιώκουμε απλώς να περάσουμε «ένα-δυο μήνες με καρύδια και μέλι», αλλά όλα μας τα χρόνια να μη γευόμαστε άλλη τροφή, αγνοώντας πως η ψυχή μας στο μεταξύ μπορεί να πεθαίνει της πείνας.

Θυμάμαι κάποτε πως μιλούσα γι’ αυτό το θέμα με μια από τις πιο ωραίες προσωπικότητες που έχω ποτέ συναντήσει: μια γυναίκα που η συμπάθεια και η ευγενική της καλοσύνη απέναντί μου, πριν και μετά την τραγωδία της φυλάκισής μου, ξεπερνούν κάθε δύναμη περιγραφής. Μια γυναίκα που μου παραστάθηκε πραγματικά, αν και χωρίς να το ξέρει, ν’ αντέξω το βαρύ φορτίο των βασάνων μου περισσότερο από κάθε άλλον στον κόσμο. Κι όλο αυτό, με μόνο το γεγονός της ύπαρξής της, με το να είναι αυτό που ήταν: εν μέρει ένα ιδανικό και εν μέρει μια επίδραση, μια υπόδειξη για το τί μπορεί να γίνει κανείς, αλλά και μια πραγματική βοήθεια στο να γίνει. Μια ψυχή που μεταμορφώνει τον κοινό αέρα σε χάδι και κάνει το πνευματικό να μοιάζει απλό και φυσικό σαν το φως του ήλιου ή σαν τη θάλασσα. Μια γυναίκα για την οποία η Ομορφιά και η Θλίψη περπατούν χέρι-χέρι και φέρνουν το ίδιο μήνυμα. Στη συζήτηση που αναφέρομαι, θυμάμαι καθαρά πως της είπα ότι, σε οποιοδήποτε στενό δρομάκι του Λονδίνου, υπήρχε πόνος αρκετός για να δείξει πως ο Θεός δεν αγαπούσε τον άνθρωπο, και πως οπουδήποτε υπήρχε πόνος, έστω κι ενός παιδιού σ’ ένα κηπαράκι που κλαίει για κάποιο σφάλμα που είχε ή δεν είχε κάνει, αυτός αρκούσε για ν’ αμαυρώσει ολόκληρη την όψη της δημιουργίας. Είχα απόλυτο άδικο. Μου το ‘πε, αλλά δεν μπορούσα να την πιστέψω. Δεν βρισκόμουν στην σφαίρα όπου μπορεί κανείς να ζυγώσει μια τέτοια πίστη. τώρα νομίζω πως κάποιο είδος Αγάπης είναι η μόνη πιθανή εξήγηση για τη μεγάλη έκταση που έχει ο πόνος στον κόσμο. Δεν μπορώ να συλλάβω καμιά άλλη εξήγηση. Έχω την πεποίθηση πως δεν υπάρχει άλλη και αν, όπως είπα, οι κόσμοι έχουν πλαστεί πραγματικά από Θλίψη, αυτό έγινε από τα χέρια της Αγάπης, γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος που θα μπορούσε η ψυχή του ανθρώπου, για τον οποίο φτιάχτηκε ο κόσμος, να φτάσει στο ανώτερο ύψος της τελειότητάς της. Απόλαυση για το ωραίο σώμα, αλλά Πόνος για την ωραία ψυχή.

Όταν λέω πως έχω πειστεί γι’ αυτά τα πράγματα, το λέω με πολύ μεγάλη περηφάνια. Πέρα μακριά, σαν ένα τέλειο μαργαριτάρι, μπορεί κανείς να διακρίνει την πολιτεία του Θεού. Ξεχωρίζει τόσο θαυμαστά που ένα παιδί θα μπορούσε θαρρείς να φτάσει περπατώντας μια καλοκαιριάτικη μέρα. Και το παιδί βέβαια θα μπορούσε. Για μένα όμως και για τους ομοίους μου το πράγμα διαφέρει. Μπορεί κανείς να συλλάβει κάτι μέσα σε μια στιγμή, αλλά το χάνει μέσα στις μακριές ώρες που ακολουθούν με μολυβένια πόδια. Είναι πολύ δύσκολο να κρατηθεί κανείς «στα ύψη που είναι ικανή να φτάσει η ψυχή». Σκεφτόμαστε την Αιωνιότητα, αλλά βαδίζουμε αργά μέσα στο Χρόνο. Και για το πόσο αργά προχωρεί ο χρόνος για μας που είμαστε στη φυλακή, δε χρειάζεται να ξαναμιλήσω, ούτε για την απόγνωση και την απελπισία που γλιστράνε μέσα στα κελιά μας και μέσα στο κελί της καρδιάς μας, με τόσο παράξενη επιμονή, ώστε αναγκάζεται κανείς στο τέλος να συμμαζέψει και να στολίσει το σπίτι του για τον ερχομό τους, όπως κάνει για κάποιον ανεπιθύμητο επισκέπτη ή για κάποιο μισητό αφέντη ή για ένα δούλο, που από τύχη ή εκλογή κατάντησε δούλος του. Όσο κι αν τώρα σου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψεις, είναι αλήθεια ωστόσο ότι για σένα, που ζεις μέσα στην ελευθερία, την τεμπελιά και την άνεση, είναι πιο εύκολο να μάθεις το μάθημα της Ταπεινοφροσύνης παρά για μένα που αρχίζω τη μέρα μου γονατίζοντας για να πλύνω το δάπεδο του κελιού μου. Γιατί η ζωή της φυλακής, με τις ατέλειωτες στερήσεις της και τους περιορισμούς της, κάνει τον άνθρωπο αντάρτη, Το χειρότερο γύρω απ’ αυτή, δεν είναι πως σου συντρίβει την καρδιά – οι καρδιές είναι φτιαγμένες για να συντρίβονται – αλλά πως σου κάνει την καρδιά πέτρα.

[1] Όσκαρ Γουάϊλντ, de profundis, σελ. 102-104, εκδόσεις Ζαχαρόπουλου, Αθήνα 1989.