Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Οικονομία

ανθρωποφαγικές ιδεολογίες[1]

Οι θεσμοί του «φιλελεύθερου κράτους» και μετέπειτα της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» που θεμελιώθηκαν με τα Συντάγματα και ρυθμίζουν τα όρια εξουσίας των κυβερνώντων απέναντι στους υπηκόους, έχουν ηλικία δύο μόλις αιώνων. Θεσπίσθηκαν στην Αμερική με τον αγώνα της Ανεξαρτησίας (1776) και στη Γαλλία μετά την Επανάσταση (1789) και ήταν κατάκτηση της αστικής τάξης στη σύγκρουσή της με την απολυταρχική μοναρχία και την αντιδραστική φεουδαρχία. Οι αστοί διεκδικούσαν προστασία της ιδιοκτησίας και ελευθερία ανταγωνισμού στην οικονομική ζωή. Όχι επεμβάσεις του κράτους, ανοιχτή αγορά, κανένα εμπόδιο στην ιδιωτική πρωτοβουλία – laissez faire, laissez passer, lemonade va de lui meme, όπως δίδασκαν οι φυσιοκράτες οικονομολόγοι του ΙΗ΄ αιώνα. Ελευθερία ανταγωνισμού αλλά και ατομικά δικαιώματα – προσωπική ασφάλεια, απαραβίαστο της ιδιοκτησίας, ελευθερία της έκφρασης, απόρρητο αλληλογραφίας, ελευθεροτυπία.

Τα «φιλελεύθερα πολιτεύματα» καθόριζαν τα όρια της κρατικής εξουσίας και καθιέρωναν τον ελεύθερο ανταγωνισμό αλλά νομιμοποιούσαν και την ελεύθερη εκμετάλλευση των εργαζομένων. Θα χρειαστούν μακροχρόνιοι αγώνες και θυσίες βαρειές για να θεσπιστεί η συλλογική δράση των μισθωτών και ο συνδικαλισμός.

Τη ροπή της εξουσίας προς την ασυδοσία είχε επισημάνει ο Μοντεσκιέ. «Όποιος ασκεί εξουσία έχει τάση για κατάχρησή της. Προχωρεί έτσι ακάθεκτος ώσπου να συναντήσει κάποιο φραγμό»[2].
…
Με τη γενίκευση των πολιτικών ελευθεριών οι λαϊκές μάζες αξιοποιούν το συνταγματικό δικαίωμα γνώμης και ψήφου, του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Αρχίζουν οι κοινωνικοί αγώνες, η διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών εργασίας και ζωής.
…
Το καθεστώς του χωρίς όρια ανταγωνισμού, η επικράτηση του ισχυροτέρου και η εξόντωση του αδύναμου, ο οικονομικός δαρβινισμός όπως αποκαλείται, εφαρμοζόταν με ζήλο στις Ηνωμένες Πολιτείες από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Οι κοινωνικές δαπάνες – για υγεία, πρόνοια, παιδεία – απορρίπτονταν στις περισσότερες πολιτείες. Και όποιος αποτολμούσε να εισηγηθεί πιστώσεις για κοινωνικούς σκοπούς κινδύνευε να χαρακτηρισθεί κομμουνιστής. Στα νομοθετικά σώματα των πολιτειών, γράφει ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζων Κ Γκαλμπραίθ, στα δημαρχεία και στις σχολικές επιτροπές, «κάθε συνηγορία για κρατικά κονδύλια χαρακτηριζόταν ανελεύθερη αντίληψη … Κάθε αίτημα για ανέγερση νέων σχολείων, για καταπολέμηση της ρύπανσης και αυστηρότερη εφαρμογή των κανονισμών στις βιομηχανικές ζώνες, ερμηνευόταν ως ένα απαράδεκτο βήμα στον ολισθηρό κατηφορικό δρόμο που οδηγεί στον κομμουνισμό»[3].

Οι υπέρμαχοι του δαρβινισμού στην κοινωνία υποστήριζαν ότι ο ελεύθερος άνθρωπος καταλήγει στην επιβίωση και τον πλουτισμό των νικητών. Αυτοί είναι οι ισχυρότεροι και ικανότεροι. Οι άλλοι, οι ηττημένοι, προορίζονται για τον σκουπιδότοπο.

Γενάρχες αυτής της αμείλικτης και ανθρωποφαγικής ιδεολογίας υπήρξαν κυρίως ο Άγγλος οικονομολόγος Δαυΐδ Ρικάρντο και ο Άγγλος επίσης κοινωνιολόγος Ερβέρτος Σπένσερ (ΙΘ΄ αιώνας). Ο Ρικάρντο έλεγε ότι ο ανθρωπισμός δεν έχει καμμιά θέση στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς. Οι νόμοι για την προστασία των φτωχών πρέπει να καταργηθούν. Δεν είναι λογικό η συμπόνια και η φιλανθρωπία να παρεμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη.

Ο Σπένσερ υποστήριζε ότι δεν πρέπει να επιβαρύνεται το κράτος με την εκπαίδευση. Είναι φροντίδα που αφορά αποκλειστικά τους γονείς. Εκείνοι πρέπει να αποφασίσουν αν τα παιδιά τους θα μορφωθούν – με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες – ή θα μείνουν αγράμματα. Ούτε με την υγειονομική περίθαλψη των φτωχών πρέπει να ασχολείται το κράτος. Γιατί η οργάνωση δημόσιων υπηρεσιών υγείας κρατά στη ζωή αδύναμα, δηλαδή άχρηστα άτομα του ανθρώπινου είδους[4].
…
Αλλά ενώ οι θιασώτες του «φιλελευθερισμού» θεωρούν την αγορά αυτόνομο περιχαρακωμένο στρατόπεδο, αποξενωμένο από την πολιτική, η οικονομική ολιγαρχία όχι μόνο επεμβαίνει σε όλες τις φάσεις του δημόσιου βίου αλλά και ελέγχει την πολιτική εξουσία επιβάλλοντας τους εκλεκτούς της , πρόθυμους πάντοτε να υπερασπισθούν τα συμφέροντα και να επεκτείνουν τα προνόμια των υπερκυριάρχων της οικονομίας.

Μερικοί επικαλούνται τον Άνταμ Σμιθ, τον θεμελιώτη της κλασσικής οικονομίας και προφήτη της «κοινωνίας της αγοράς», για να δικαιολογήσουν το θηριοτροφείο του «φιλελευθερισμού». Αλλά ο επιφανής Άγγλος διανοητής, όπως και ο συμπατριώτης του Τζων Λόκ, ο θεωρητικός της φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης, είχαν συνδέσει την ελευθερία των συναλλαγών με τη δίκαιη ρύθμιση των κοινωνικών προβλημάτων, με την ευημερία των λαών και την παγκόσμια ειρήνη. Μιλούσαν για ατομικά δικαιώματα, για λαϊκές ελευθερίες, για περιορισμό των αυθαιρεσιών της εξουσίας, για αντίσταση κατά του αυταρχισμού των ισχυρών, για κοινωνική δικαιοσύνη. Μιλούσαν ακόμα για ηθική συνείδηση, για αλληλεγγύη και ειρηνική συνύπαρξη και απέκρουαν την αρπακτικότητα, τον αδελφοκτόνο ανταγωνισμό και την ασυδοσία των εδραιωμένων συμφερόντων[5]

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, Η διαφθορά της εξουσίας, σ. 565 κ.επ., Αθήνα 1992
[2] De l’ esprit des lois, βιβλ. XI, κεφ. IV.
[3] the Affluent Society, New York 1958, ελλ. μετ. σ. 89.
[4] Social Statistics, New York 1865, σ. 413. Κατά τον Σπένσερ κάθε προσπάθεια για ανακούφιση της δυστυχίας παραβιάζει θεμελιώδη νόμο της κοινωνικής ζωής – την επιβίωση του ισχυροτέρου (Principles Of Ethics, New York 1897, τ. Β΄, σ. 260). Συνηγορεί ο κοινωνιολόγος Γουίλιαμ Γκράχαμ Σάμερ. Παρέμβαση του κράτους με κοινωνικές δαπάνες οδηγεί στην επιβίωση των ανικάνων. Και τονίζει πως χρειάζεται μάχη εναντίον της φορολογίας και της φιλανθρωπίας (Essays in Politics and Politial Science, σ. 85). Και ο … Αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Χοφστάντερ : Η επιβίωση των ισχυροτέρων είναι πρακτική εφαρμογή ενός νόμου της φύσης και του Θεού ! (Social Darvinism in American thought, Boston 1955, s. 45
[5] Έγραφε ο Άνταμ Σμιθ το 1776: «Το εμπόριο, που από φυσικού του πρέπει να είναι χώρος ομόνοιας και φιλίας, κατάντησε αστείρευτη πηγή μίσους και διαμάχης».

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

πειρατική ... αδεία !

το καθήκον προς την φιλτάτη Πατρίδα

Ο Φρατζής στο Χρονικό της Αλώσεως παραθέτει τον συγκλονιστικό λόγο που ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος απηύθυνε προς τους υπερασπιστές της Βασιλεύουσας των πόλεων την παραμονή της ύστατης μάχης ενάντια στους Τούρκους επιδρομείς.

«Ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, και γενναιότατοι συστρατιώτες, και όλος ο πιστός και τίμιος λαός, ξέρετε καλά πως έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας θέλει με κάθε τέχνασμα και τρόπο να μας στενοχωρήσει περισσότερο και να μας κάνει πόλεμο σφοδρό, με μεγάλες συγκρούσεις και συρράξεις από στεριά και θάλασσα, για να κατορθώσει και να χύσει το δηλητήριό του, σαν φίδι, και να μας καταπιεί σαν ανήμερο λιοντάρι. Σας λέω λοιπόν να σταθείτε αντρειωμένοι και γενναιόψυχοι, όπως κάνατε πάντοτε ως τώρα εναντίον των εχθρών της πίστης. Σας παραδίνω την εκλαμπρότατη και φημισμένη αυτή πόλη, πατρίδα σας και βασίλισσα των πόλεων.

Ξέρετε καλά, αδέρφια, ότι για τέσσερις λόγους οφείλουμε όλοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή: πρώτον, για την πίστη και την ευσέβειά μας· δεύτερον, για την πατρίδα· τρίτον, για το βασιλέα και το Χριστό· και τέταρτον, για τους συγγενείς και φίλους. Λοιπόν αδέρφια, αν οφείλουμε να αγωνιστούμε μέχρι θανάτου για έναν και μόνο από τους τέσσερις αυτούς λόγους, πολύ περισσότερο για όλους μαζί, όπως προφανώς κατανοείτε. Αν για τις αμαρτίες μας παραχωρήσει ο Θεός τη νίκη στους ασεβείς, θα διακινδυνεύσουμε υπέρ της πίστεως της αγίας που μας παραχώρησε ο Χριστός με το αίμα του.

Αυτό είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα. Τι θα ωφεληθεί κανείς αν κερδίσει τον κόσμο όλο και χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, χάνουμε έτσι μια περίφημη πατρίδα και, ακόμη, την ελευθερία μας. Τρίτον, χάνουμε την άλλοτε περιφανή και σήμερα ντροπιασμένη, ταπεινωμένη και εξουθενωμένη βασιλεία, η οποία γίνεται έρμαιο του ασεβούς τυράννου. Τέταρτον, στερούμεθα τις προσφιλείς γυναίκες και τα παιδιά μας και τους συγγενείς μας. Ο αλιτήριος αυτός αμιράς έχει πενήντα εφτά ημέρες αφότου ήρθε, και μας πολιορκεί και μας πολεμάει νυχθημερόν, με κάθε τέχνασμα και με όλη του την ισχύ. Χάρη στον παντεπόπτη Χριστό και Κύριό μας, διώχτηκε ντροπιασμένος κακήν κακώς πολλές φορές ως τώρα από τα τείχη.

Μην δειλιάσετε και τώρα, αδερφοί, επειδή το τείχος έπεσε σε μερικά μέρη από τα βλήματα και τις εκπυρσοκροτήσεις των τηλεβόλων, γιατί, όπως και εσείς βλέπετε, όπως μπορούσαμε το διορθώσαμε. Εμείς κάθε ελπίδα μας τη στηρίζουμε στην ακαταμάχητη δύναμη του Θεού. Αυτοί έχουν πλήθος όπλα και στρατό και ιππικό, αλλά εμείς έχουμε πίστη στο όνομα του Κυρίου και σωτήρα και, δεύτερον, στα χέρια μας και τη δύναμή μας, που μας χάρισε η θεία πρόνοια.

Ξέρω ότι αυτό το αναρίθμητο μπουλούκι των εχθρών, καθώς είναι η συνήθειά τους, θα βαδίσει εναντίον μας με βαναυσότητα και με έπαρση, με πολύ θράσος και βία, για να μας συνθλίψουν, λόγω του ολιγάριθμου της παράταξής μας, και να μας καταπονήσουν με την κούραση, και με φωνές πολλές και ισχυρές να μας φοβίσουν. Τις φλυαρίες τους αυτές τις ξέρετε καλά και δεν είναι ανάγκη να μιλήσουμε γι’ αυτές. Και σε λίγη ώρα θα τα κάνουν όλα αυτά, και θα πετάξουν πάνω μας σαν άμμο της θάλασσας αναρίθμητες πέτρες, βέλη και βλήματα.

Ελπίζω να μη μας βλάψουν με αυτά, γιατί βλέποντάς σας χαίρομαι πολύ και τρέφω τη σκέψη μου με ελπίδες σαν κι αυτή, δηλαδή πως, αν και είμαστε λίγοι, είμαστε ωστόσο πολύ επιδέξιοι, επιτήδειοι, ρωμαλέοι, δυνατοί, ικανοί για μεγάλα έργα, και καλά προπαρασκευασμένοι. Με τις ασπίδες σας καλύπτετε καλά τα κεφάλια σας στις συμπλοκές και τις συρράξεις. Το δεξί σας χέρι, που κρατάει τη ρομφαία, να είναι πάντοτε μακρύ. Οι περικεφαλαίες σας, οι θώρακες και η σιδερέ νια πανοπλία σας είναι πολύ ικανά, όπως και τα άλλα σας όπλα, και στη συμπλοκή θα σας εξυπηρετήσουν πολύ. Οι αντίπαλοι ούτε έχουν τέτοια ούτε γνωρίζουν να τα χρησιμοποιούν.

Εσείς είσαστε, επίσης, προστατευμένοι πίσω από τα τείχη, και οι απροστάτευτοι δύσκολα προχωρούν. Γι’ αυτό γίνετε μαχητές έτοιμοι, ισχυροί και μεγαλόψυχοι, για όνομα του Θεού. Μιμηθείτε τους λίγους ελέφαντες των αρχαίων Καρχηδονίων, που μόνο με τη φωνή και την όψη τους έτρεψαν σε φυγή μέγα πλήθος ρωμαϊκού ιππικού. Και αν είχαν τη δύναμη να τρέψουν σε φυγή ζώα χωρίς λογική, πόσο μάλλον εμείς που είμαστε κύριοι των ζώων· αυτοί που έρχονται να μας αντιπαραταχθούν σαν ζώα χωρίς λογική, είναι χειρότεροι απ’ αυτά. Τα δόρατά μας, οι ρομφαίες μας, τα τόξα μας και τα ακόντιά μας θα στραφούν εναντίον τους.

Και φανταστείτε πως παίρνετε μέρος σε κυνήγι αγριόχοιρων, για να καταλάβουν οι ασεβείς ότι δεν αντιμάχονται με ζώα χωρίς λογική, όπως είναι αυτοί, αλλά με άρχοντες, και αφέντες τους, και απογόνους των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Ξέρετε καλά πως ο ασεβέστατος αυτός αμιράς και εχθρός της αγίας μας πίστης, χωρίς καμιά δικαιολογημένη αιτία, καταπάτησε την ειρήνη που είχαμε και αθέτησε τους πολλούς του όρκους χωρίς να λογαριάζει τίποτε· φτάνοντας ξαφνικά εδώ έστησε οχυρό στο στενό του Ασωμάτου, για να μπορεί να μας βλάπτει κάθε μέρα.

Τα χωράφια μας, τους κήπους μας, τα οικογενειακά μας καταφύγια, τα σπίτια μας τα έχει κιόλας πυρπολήσει. Τους αδερφούς μας τους Χριστιανούς, όσους βρήκε, τους θανάτωσε και τους αιχμαλώτισε. Διέλυσε τη φιλία μας και έπιασε φιλίες με τους κατοίκους του Γαλατά, και αυτοί χαίρονται, μη γνωρίζοντας και αυτοί οι ταλαίπωροι το μύθο του παιδιού του γεωργού, που έψηνε σαλιγκάρια και είπε “ω ανόητα ζώα” και τα λοιπά.

Ήρθε λοιπόν, αδερφοί, και μας απέκλεισε, και κάθε μέρα έχει ανοιχτό το αχανές στόμα του για να βρει ευκαιρία να μας καταπιεί, εμάς και την Πόλη που έκτισε ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος, και την αφιέρωσε στην πάναγνη και αειπάρθενη δέσποινά μας, τη Θεοτόκο· και τη χάρισε σ’ εκείνη, ώστε να είναι Κυρία της Πόλεως, αλλά και σύμμαχός της και σκέπη της πατρίδας μας και καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά όλων των Ελλήνων, το καύχημα όλων που ζουν κάτω από τον ήλιο.

Στράφηκε τότε στους Ενετούς, που στέκονταν προς τα δεξιά και τους είπε:

«Ευγενείς Ενετοί, αγαπημένοι αδερφοί μας εν Χριστώ τω Θεώ, άνδρες ισχυροί και δυνατοί στρατιώτες και δόκιμοι στους πολέμους, εσείς που με τις αστραφτερές σας ρομφαίες θανατώσατε πολλές φορές πλήθος Αγαρηνών, και το αίμα τους έτρεξε από τα χέρια σας σαν ποτάμι, σας παρακαλώ σήμερα την πόλη τούτη, που βρίσκεται σε τόση συμφορά πολέμου, να την υπερασπιστείτε ολόψυχα. Γνωρίζετε πως πάντα την είχατε δεύτερη πατρίδα σας και μητέρα σας. Σας λέω λοιπόν άλλη μια φορά, και σας παρακαλώ, αυτή την ώρα να ενεργήσετε ως φίλοι της πίστης, ομόθρησκοι και αδερφοί».

Κατόπιν, γυρίζοντας προς τα αριστερά, λέει στους Γενουάτες:

«Ω Γενουάτες, αδερφοί εντιμότατοι, άντρες πολεμιστές και μεγαλόκαρδοι και φημισμένοι, ξέρετε καλά και καταλαβαίνετε ότι η δυστυχισμένη αυτή πόλη δεν ήταν πάντοτε μόνο δική μου, αλλά και δική σας, για πολλές αιτίες. Εσείς μας βοηθήσατε πολλές φορές πρόθυμα, και με τη δική σας συνδρομή σώθηκε από τους Αγαρηνούς εχθρούς. Τώρα πάλι έφτασε ο καιρός να δείξετε, βοηθώντας την, την αγάπη σας εν Χριστώ, την ανδρεία σας και τη γενναιότητά σας».

Και γενικά, αφού στράφηκε προς όλους, είπε:

«Δεν έχω καιρό να πω περισσότερα· μοναχά το ταπεινωμένο σκήπτρο μου το αναθέτω στα χέρια σας, για να το διαφυλάξετε με προθυμία. Σας παρακαλώ ακόμα, και ζητώ την αγάπη σας, να είστε πειθαρχικοί στους στρατηγούς σας, τους δημάρχους και τους εκατόνταρχους, ο καθένας κατά την τάξη του, τη θέση του και την υπηρεσία του. Να ξέρετε τούτο: αν από μέσα από την καρδιά σας φυλάξετε τις εντολές μου, ελπίζω στο Θεό ότι θα λυτρωθούμε από την παρούσα δίκαιη απειλή του. Δεύτερον, σας περιμένει στον ουρανό το αδαμάντινο στεφάνι, και η μνήμη σας θα είναι αιώνια και άξια στον κόσμο».

Με αυτά τελείωσε τη δημηγορία του, ευχαριστώντας με δάκρυα και στεναγμούς το Θεό, ενώ όλοι, με ένα στόμα, του αποκρίνονταν με δάκρυα λέγοντας:

«θα πεθάνουμε για την πίστη του Χριστού και την πατρίδα μας».

Τα άκουσε ο αυτοκράτωρ και, αφού τους ευχαρίστησε θερμά, υποσχόμενος πολλές δωρεές, τους είπε τέλος:

«Λοιπόν, αδερφοί και συμμαχητές, να είσαστε έτοιμοι το πρωί. Με τη χάρη και την αρετή που μας δώρισε ο Θεός και με τη βοήθεια της Αγίας Τριάδος, στην οποία αναθέτουμε “την πάσαν ελπίδα μας”. θα κάνουμε τον εχθρό να φύγει κακήν κακώς και ντροπιασμένος από εδώ».

πηγή: http://www.defencenet.gr/defence/index.php?option=com_content&task=view&id=12401&Itemid=169

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Λογοτεχνία



Αλληγορίες των Σαλονιών[1]

Ο Κύριος και Αφέντης μου, Μαρκήσιος της Ρεδονδίγια, οργανώνει στο σαλόνι του σπιτιού του βραδιές στις οποίες παρευρίσκονται προσκεκλημένοι της δικής του κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας, άνδρες αρκούντως άξεστοι, ακόλαστοι και ποταποί, οι οποίοι κατέχουν τίτλους ευγενείας και ατελώς θεραπευμένες γονόρροιες. Για τις συγκεντρώσεις αυτές, μισοκαλλιτεχνικές, μισοβιτσιόζικες, ο κύριος και αφέντης μου έχει εφεύρει το παιχνίδι των αλληγοριών, το οποίο δεν ξέρω αν πρέπει να χαρακτηρίσω ως διασκεδαστικό ή ευγενές. Στο παιχνίδι αυτό οι υπηρέτριες πρέπει να πάρουν πόζες που ν’ αντιπροσωπεύουν την Ευημερία, την Τέχνη, το Εμπόριο, την Ευτυχία και άλλες τέτοιες σαχλαμάρες που αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα. Σ’ εμένα, ως αρχιθαλαμηπόλο και άνθρωπο για όλες τις δουλειές, λαχαίνει η προγύμναση των υπηρετριών, στις οποίες προσπαθώ να εμφυσήσω μια κάποια ευαισθησία, κάποια μεγαλοπρέπεια στις κινήσεις, καθώς και την αυτοπεποίθηση που στη συνέχεια θα τους επιτρέψει να ενσαρκώσουν το ρόλο τους. Στο παιχνίδι των αλληγοριών οι υπηρέτριες πρέπει να ποζάρουν γυμνές, ή εν πάσει περιπτώσει με το αιδοίο τους σε κοινή θέα, και ν’ αφήσουν τον κύριο και αφέντη μου, μαρκήσιο της Ρεδονδίγια, να προσπαθήσει να τις αναγνωρίσει στα τυφλά (προηγουμένως σκεπάζει τα μάτια του μ’ ένα μαντήλι), υπό τις παροτρύνσεις των προσκεκλημένων του. Η απτική μνήμη που επιδεικνύει ο κύριος και αφέντης μου, μαρκήσιος της Ρεδονδίγια, αφήνει άναυδους τους προσκεκλημένους του, οι οποίοι αδυνατούν να επιδείξουν ανάλογες δεξιότητες. Έχοντας το καθήκον τού οργανωτή των τελετών, προσπαθώ ν’ αναθέσω στην κάθε υπηρέτρια μια αλληγορία που να εναρμονίζεται με τα φυσικά της χαρακτηριστικά : στη Μπέρτα, την οικονόμο, μια κυρία ευτραφή, συνεπή στον κυριακάτικο εκκλησιασμό της, αναθέτω το ρόλο της Αφθονίας, της Γονιμότητας, της Αυτοκρατορίας, και γενικά τους ρόλους εκείνους που παραπέμπουν σε πλούσιες σοδειές και ιστορικές παραστάσεις· για την Μπεατρίθ, τη σιδερώτρια, μια πιο λεπτεπίλεπτη κοπέλα, προορίζω αλληγορίες μεγαλύτερης πνευματικότητας : την Ποίηση, τη Μοναξιά, την Απελπισία· όσο για την Ιρένε, τη μαγείρισσα, επωφελούμαι του αισθησιασμού της, της αρμονίας των γοφών και του στήθους της για να της αναθέσω τίτλους ακούσιας έπαρσης : την Ειρήνη, την Ομόνοια, τον Πλατωνικό Έρωτα· και ούτω καθεξής. Οι υπηρέτριες διασκορπίζονται στο σαλόνι, γυμνές και ακίνητες, σε στάσεις που φανερώνουν σταθερότητα, ατονία ή θυμό, ανάλογα με το τι ταιριάζει στο ρόλο τους. Τότε ο κύριος και αφέντης μου ζητά να του δέσουν τα μάτια και παρελαύνει μπροστά από τις υπαλλήλους του, αγγίζοντας φευγαλέα το αιδοίο της καθεμιάς, και στη συνέχεια ανακοινώνει το όνομα της αλληγορίας που εκείνη αναπαριστά. Ποτέ δεν κάνει λάθος· μερικές φορές όμως επιχειρεί κάποιο κόμπιασμα, κάποια κίνηση αβεβαιότητας που να προσδίδει σασπένς στην ετυμηγορία του : «Η Καλοσύνη», λέει ή πάλι «Η Κακοτυχία», ή «Το Κλάμα», ανάλογα με το εάν το αιδοίο που του προσφέρεται προς ψηλάφηση είναι καταδεκτικό ή απρόσιτο, άτονο ή τραχύ, χυμώδες ή κάπως στεγνό. … Οι υπηρέτριες φυσικά πρέπει να παραμείνουν ακίνητες, σαν αγάλματα από σπαρτιάτικη σάρκα, και ν’ αφήσουν να τις πασπατέψει ο κύριος και αφέντης μου, μαρκήσιος της Ρενδοδίγια, εμπειρογνώμων ψηλαφητής αιδοίων και διαλευκαντής αλληγοριών.



[1] Χουάν Μανουέλ Δε Πράδα, «Αιδοία», σ. 32 κ.επ., εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Φιλοσοφία

το χάος των δυστυχιών[1]


Οι μειονότητες, όπως και οι καταπιεσμένοι λαοί, δεν έχουν παρά μόνο ένα – αλλά ιερότατο – δικαίωμα : το δικαίωμα να πάψουν να είναι καταπιεσμένοι και να ξαναγίνουν τα υποκείμενα της Ιστορίας τους· κι εμείς δεν έχουμε απέναντί τους παρά ένα – αλλά απόλυτο – καθήκον : να τους συμπαρασταθούμε. Εντούτοις, το γεγονός πως μια κατηγορία ανθρώπων υπήρξε υπόδουλη δεν της προσδίδει καμιά μεταφυσική ανωτερότητα. Το να δούμε την Ιστορία από τη σκοπιά των ηττημένων, καθώς ζητούσε ο Βάλτερ Μπενζαμιν, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στη θεοποίησή τους. Η άποψη σύμφωνα με την οποία αυτός που υπέστη την εκμετάλλευση έχει πάντα δίκαιο, ακόμα κι όταν εκτρέπεται στην τυφλή βία, δεν είναι πια αποδεκτή. Μια ιδεολογία δεν είναι αναγκαστικά δίκαιη επειδή κάποιοι πεθαίνουν γι’ αυτήν … Καμιά ομάδα δεν είναι απρόσβλητη από τη βαρβαρότητα λόγω της ιστορίας της, κανείς δεν έχει αποκτήσει ένα είδος θείας χάρης λόγω των δεινών που υπέστη, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να δίνει κανένα λογαριασμό και να μπορεί να υποστηρίζει πως τα συμφέροντά του ταυτίζονται με τα συμφέροντα της ηθικής και του δικαίου. Τέλος, κανείς δεν είναι περιβεβλημένος με την οιστρήλατη αποστολή να λυτρώσει ή να καθοδηγήσει το ανθρώπινο γένος σαν καινούριος Μεσσίας. Οι ρόλοι του διώκτη και του διωκόμενου έχουν γίνει εναλλάξιμοι, οποιαδήποτε ομάδα – ή οποιοδήποτε άτομο – μπορεί να υιοθετεί πότε τον έναν και πότε τον άλλον. Τέρμα λοιπόν με τους λαούς αρχαγγέλους, με τα ανέγκιχτα άτομα που απαγορεύουν στους άλλους να τα κρίνουν και να ρίχνουν σε όλον τον κόσμο ένα βλέμμα αποδοκιμασίας, πιστεύοντας πως τους χρωστά τα πάντα λόγω των συμφορών που πέρασαν.



Εντούτοις, δεν πρέπει να πάψουμε να συντρέχουμε τον αδικημένο, τον αδύναμο, δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε στη μοίρα τους τούς καταπιεσμένους με το πρόσχημα πως στο εξής η οποιαδήποτε επανάσταση βαρύνεται με την υποψία πως κλωσσά το έγκλημα και πως επιδιώκει απλώς να αντικαταστήσει μια τυραννία με μια άλλη. Η εύλογη δυσπιστία μας απέναντι στα ψεύδη του αιώνα … θα επιφέρει την επίταση της αδικίας αν απαγορεύσει κάθε επανάσταση κι εξέγερση, αν αποκλείσει όλες τις εξόδους καταλήγοντας στην οδυνηρή συμμόρφωση με την κατεστημένη τάξη των πραγμάτων. Πρέπει να αφήσουμε μια ανοικτή πύλη για την εξέγερση, έστω κι αν πρόκειται για μια στενή πύλη. Κάθε απειλούμενο άτομο ή μειονότητα έχει το απαράγραπτο δικαίωμα της αντίστασης, και οφείλουμε να χαιρετίζουμε με τις μύριες προσπάθειες των αδικημένων και ταπεινωμένων να ξεφύγουν από την εξευτελιστική τους κατάσταση, να ανακτήσουν την αξιοπρέπειά τους. Έχουμε πάντα δίκιο να επαναστατούμε, όταν αυτός είναι ο μόνος τρόπος να γίνουμε άνθρωποι.



[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, «ο πειρασμός της αθωότητας», σ. 326-328, Αστάρτη 1995.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

πειρατική ... αδεία !

Φίλες και φίλοι,

όπως ήδη γνωρίζετε η ΝομοΣοφία δέχεται τους τελευταίους μήνες επανειλημμένες πειρατικές επιθέσεις με αποτέλεσμα την αλλοίωση του περιεχομένου της κεντρικής της σελίδας. Οι γνωστοί - άγνωστοι πειρατές επιδεικνύουν εξαιρετική επιμονή στην δράση τους αυτή και για τον λόγο αυτό αποφασίσαμε να ανταποκριθούμε στο πασιφανές αίτημά τους για περισσότερη ΝομοΣοφία. Στο εξής, αντί καταγγελίας, οι πειρατικές αναρτήσεις θα αντικαθίστανται από κείμενα γνώσης ... στο τέλος μπορεί και αυτοί να οφεληθούν ... και ... πού να ξέρει κανείς ; ... ίσως και ν' αλλάξουν μυαλά.

Εθνικοί ήρωες


Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, 27 Απριλίου 1941, η πρώτη τους δουλειά ήταν να στείλουν ένα απόσπασμα υπό τον λοχαγό Γιάκομπι και τον υπολοχαγό Έλσνιτς για να κατεβάσει τη Γαλανόλευκη από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και να υψώσει τη σβάστικα.

Στην θέση Καλλιθέα, στο ανατολικό σημείο του Ιερού Βράχου ο επικεφαλής του αποσπάσματος ζητά από τον εύζωνα που φρουρεί τη γαλανόλευκη να την κατεβάσει και να την παραδώσει.

Ήταν 8:45 το πρωί όταν έφθαναν μπροστά στον φρουρό της σημαίας οι κατακτητές και με το δάκτυλο στην σκανδάλη των πολυβόλων τους τον διέταζαν να κατεβάσει το Εθνικό μας σύμβολο. Αυτός παραμένει ατάραχος. Δεν προδίδει την ψυχική τρικυμία που τον διακατέχει. Απλά αρνείται ! Οι προηγούμενες ώρες της περισυλλογής, που μόνος του είχε περάσει δίπλα στην σημαία, τον είχαν οδηγήσει στη μεγάλη απόφαση …

“ΟΧΙ”! Αυτό μονάχα πρόφερε και τίποτε άλλο. Μια απλή λέξη με τεράστια όμως σημασία. Η Ελληνική μεγαλοσύνη σε όλη την απλή μεγαλοπρέπειά της κλεισμένη μέσα σε δύο συλλαβές !

Ο λοχαγός Γιάκομπι διατάσσει έναν Γερμανό στρατιώτη να το πράξει. Ο στρατιώτης με τη βοήθεια ενός συναδέλφου του την κατεβάζει κι αφού την διπλώνει πολύ προσεκτικά, την παραδίδει στα χέρια του Έλληνα φρουρού. Ο εύζωνας, με κατεβασμένο το κεφάλι, κοιτάζει για λίγο το διπλωμένο γαλανόλευκο πανί. Ύστερα με μια κίνηση τυλίγεται με τη σημαία, τρέχει στην άκρη του Ιερού Βράχου και μπρος στα μάτια των εμβρόντητων κατακτητών ρίχνεται μ’ ένα σάλτο στον γκρεμό, βάφοντας το εθνικό μας σύμβολο με το τίμιο αίμα του.

Οι Γερμανοί σκύβουν πάνω από το κενό: 60 μέτρα πιο κάτω, κείτεται ο Εύζωνας, νεκρός στα ριζά του βράχου, σκεπασμένος με το σάβανο πού διάλεξε.
Οι δύο Γερμανοί αξιωματικοί, πού είναι επί κεφαλής των εμπροσθοφυλακών, ο αρχηγός ιππικού Γιάκομπι καί ο λοχαγός Έλσνιτς τής 6ης ορεινής μεραρχίας, χρησιμοποιούν τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών για να στείλουν μήνυμα στον Χίτλερ:

«Μάϊν Φύρερ, στίς 27 Απριλίου, στις 8 και 10, εισήλθαμε εις τάς Αθήνας, επί κεφαλής των πρώτων γερμανικών τμημάτων στρατού, και στις 8 και 45, υψώσαμε την σημαία τού Ράϊχ πάνω στην Ακρόπολη και στο Δημαρχείο. Χάϊλ, μάϊν Φύρερ».

Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση Αθηνών υποχρεώνει την κυβέρνηση αχυρανθρώπων υπό τον Τσολάκογλου να δημοσιεύσει στον Τύπο ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία ο φρουρός της σημαίας μας, υπέστη έμφραγμα από την συγκίνηση όταν του ζητήθηκε να την παραδώσει. Όμως οι στρατιώτες κι οι επικεφαλής του γερμανικού αποσπάσματος είχαν συγκλονιστεί απ’ αυτό που είδαν και δεν κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Στις 9 Ιουνίου η είδηση δημοσιεύθηκε στην DAILY MAIL με τίτλο: “A Greek carries his flag to the death” (Ένας Έλληνας φέρει την σημαία του έως τον θάνατο).

Η θυσία του Έλληνα στρατιώτη έγινε αιτία να εκδοθεί διαταγή από τον Γερμανό φρούραρχο να υψώνεται και η ελληνική σημαία δίπλα στη γερμανική. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, εκεί στα Αναφιώτικα κάτω από τον Ιερό Βράχο, ζούσαν ακόμα αυτόπτες μάρτυρες, που είδαν το παλληκάρι να γκρεμοτσακίζεται μπροστά στα μάτια τους τυλιγμένο με την Γαλανόλευκη. Και κάθε χρόνο, στο μνημόσυνό του στις 27 Απριλίου, άφηναν τα δάκρυά τους να κυλήσουν στη μνήμη του. Ουδείς ενδιαφέρθηκε ποτέ να καταγράψει την μαρτυρία τους.

Κωνσταντίνος Κουκίδης είναι τ’ όνομα του ευζώνου.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

ιστορικό μυθιστόρημα




Γρήγορα και αποτελεσματικά[1]

Το τέλος της ιστορίας είναι πασίγνωστο. …
…
Το κεφάλι του αδελφού μου κόπηκε νωρίς το βράδυ της 9ης Δεκεμβρίου του έτους 354. Τα χέρια του δέθηκαν πίσω από την πλάτη του σαν να επρόκειτο για κοινό εγκληματία. Δεν έκανε ύστατη δήλωση. Αν έκανε, τα λόγια του δεν έγιναν γνωστά. Ήταν είκοσι οκτώ ετών όταν πέθανε. Λένε πως, τις τελευταίες μέρες του, υπέφερε από τρομερούς εφιάλτες. Μόνον ο Κωνστάντιος κι εγώ απομείναμε ζωντανοί από τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας.

Την 1η Ιανουαρίου του 355, εκδόθηκε ένταλμα για τη σύλληψή μου. Εγώ, όμως, είχα ήδη γίνει μέλος ενός μοναχικού τάγματος στη Νικομήδεια. Είμαι βέβαιος ότι κανένας από τους μοναχούς δεν είχε ιδέα για το ποιος ήμουν επειδή είχα ξυρίσει το κεφάλι μου πριν πάω στο μοναστήρι και έμοιαζα με κοινό δόκιμο μοναχό. Με προστάτευε και ο Ορειβάσιος. Όταν έφτασε ο αυτοκρατορικός αγγελιαφόρος στην Πέργαμο για να με συλλάβει, ο Ορειβάσιος του είπε ότι βρισκόμουν στην Κωνσταντινούπολη.
…
Δεν νομίζω πως θα μάθω ποτέ πώς εντοπίστηκα. Ίσως να με αναγνώρισε κανένας μοναχός ή, πιθανώς, να με ανακάλυψαν οι μυστικοί πράκτορες, οι οποίοι παρακολουθούσαν τους καταλόγους νέων τροφίμων των μοναστηριών και θα υποψιάστηκαν κάτι. Άσχετα από το πώς έγινε· έγινε γρήγορα και αποτελεσματικά. Βρισκόμουν στο μαγειρείο της μονής και βοηθούσα τον φούρναρη να ζεστάνει τον φούρνο όταν έφτασε εκεί ένα θορυβώδες απόσπασμα φρουρών. Ο επικεφαλής με χαιρέτησε. «Κατά διαταγή του αυγούστου, ο ευγενέστατος Ιουλιανός πρέπει να μας ακολουθήσει στο Μεδιολάνο».

Δεν διαμαρτυρήθηκα. Οι μοναχοί παρακολουθούσαν τη σκηνή σιωπηλοί καθώς απομακρυνόμουν και διέσχιζα τους κρύους δρόμους της Νικομήδειας προς το αυτοκρατορικό παλάτι. Εκεί με δέχτηκε ο έπαρχος της πόλης. Ήταν νευρικός. Πριν από πέντε χρόνια και κάτω από παρόμοιες συνθήκες, ο Γάλλος είχε διαταχθεί να πάει στο Μεδιολάνο και εκεί είχε ανακηρυχθεί καίσαρας της Ανατολής. Μπορεί να είχα και εγώ την ίδια τύχη. Δεν ήταν εύκολο για έναν επαρχιακό αξιωματούχο να ξέρει πώς ακριβώς να μου συμπεριφερθεί.
…
Ξεκινήσαμε για την Κωνσταντινούπολη την επομένη. Μολονότι μου φέρονταν ως προς πρίγκιπα, θεώρησα κακό οιωνό το γεγονός πως έπρεπε να ακολουθήσουμε το ίδιο ηπειρωτικό δρομολόγιο που είχε ακολουθήσει και ο Γάλλος για την Ιταλία πριν από μερικούς μήνες.

Καθώς εγκαταλείπαμε την Νικομήδεια, πρόσεξα ένα κεφάλι επάνω σε ένα κοντάρι. Δεν έδωσα σημασία διότι σχεδόν πάντοτε επιδεικνύεται το κεφάλι κάποιου εγκληματία στις κύριες πύλες των πόλεων.

«Λυπούμαι πολύ γι’ αυτό», είπε ξαφνικά ο επικεφαλής της στρατιωτικής συνοδείας μου, «αλλά μας διέταξαν να περάσουμε από αυτή ειδικά την πύλη».

«Και γιατί λυπάσαι ;»

«Διότι σε περνώ μπροστά από το κεφάλι του αδερφού σου».

«Του Γάλλου ;» Στριφογύρισα τελείως επάνω στη σέλα μου και ξανακοίταξα το κεφάλι. Το πρόσωπο ήταν τόσο κακοποιημένο, ώστε δεν ήταν δυνατόν να αναγνωριστούν τα χαρακτηριστικά. Αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία πως τα μαλλιά ήταν του αδελφού μου, μολονότι ήταν σκεπασμένα από αίματα και χώματα.

«Ο αυτοκράτορας το έχει εκθέσει σε όλες τις πόλεις της Ανατολής».

Έκλεισα τα μάτια ζαλισμένος από ναυτία.


[1] Γκορ Βιντάλ, «Ιουλιανός», σ. 139 κ.επ., Εξάντας 1998.



διαβάστε επίσης την σχετική ανάρτηση στον ΔημοΔιδάσκαλο

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Μυθολογία



περί του μαρτυρίου, του θανάτου και της αναστάσεως της θεότητας[1]
Όσιρις, η αιγυπτιακή εκδοχή

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (1ος πΧ αιώνας), αναφερόμενος στον μυστικισμό και στον τρόπο θανάτου του Όσιρη μας παραδίδει (Βιβλ. Ι. 21) :

«Παλαιότερα, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, οι ιερείς φύλαγαν μυστικό τον τρόπο του θανάτου του Όσιρη. Αλλά σε νεότερη εποχή η ακριτομυθία κάποιου προσώπου συνετέλεσε, ώστε να διαδοθεί και μεταξύ των πολλών εκείνο, το οποίο φυλαγόταν μυστικό μεταξύ των ολίγων».

«Των δ’ ιερέων περί της Οσίριδος τελευτής εξ αρχαίων εν απορρήτοις παρειληφότων, τω χρόνω ποτέ συνέβη διά τινων εις τους πολλούς εξενεχθήναι το σιωπώμενον».

Ας σημειωθεί ότι ολόκληρη η ιστορία του Όσιρη δεν απαντά στην Αιγυπτιακή λογοτεχνία (Πλούτ. Ηθ. 351 c κ.ε. «Περί Ίσιδος και Οσίριδος»). Στα διάφορα όμως μεταγενέστερα κείμενα η ζωή, το μαρτύριο, ο θάνατος και η ανάστασή του θεωρούνται σαν παραδεδομένα γεγονότα, σαν κάτι που ήταν γνωστό σε όλους. Φαίνεται ότι σε αρχαιότερη εποχή δεν επιτρεπόταν να γίνεται λεπτομερής λόγος γι’ αυτά, καθώς και ο ίδιος ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί (ΙΙ. 170-171) :

«Βρίσκεται επίσης εις την Σάιν ο τάφος Εκείνου, του οποίου το όνομα θεωρώ ασέβεια να προφέρω εδώ, εφ’ όσον πραγματεύομαι τέτοιο ζήτημα. Ο χώρος αυτός βρίσκεται πίσω από το ναό της Αθηνάς (Ίσιδας) και εκτείνεται καθ’ όλον το μήκος του τοίχου του ναού αυτού. Μέσα στον ιερό περίβολο υψούνται δύο μεγάλοι οβελίσκοι από λίθο· στη συνέχεια είναι λίμνη, την οποίαν τριγυρίζει πλαίσιο λίθινο, ωραίο, κυκλικό το σχήμα, και καθώς μου φάνηκε ίσο κατά το μέγεθος με την ‘Στρογγυλήν Λίμνην’ της Δήλου.

Στη Λίμνη αυτή εκτελούν κατά την διάρκεια της νύχτας την αναπαράσταση του μαρτυρίου Του, την οποίαν οι Αιγύπτιοι ονομάζουν ‘Μυστήρια’. Δι’ αυτά λοιπόν τα ‘Μυστήρια’ καθώς και διά τον τρόπον, κατά τον οποίο εκτελούνται, εγώ γνωρίζω πολύ περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά πρέπει να τηρήσω σιωπή»



[1] Ιωάννη Ηλ. Καρνέζη, «ο Μύθος», Αθήνα 1986

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Αστικό Αφήγημα




Ο μάγκας[1]

- Γειά σου πατριώτη ! Από πότε σε ρωμέικη υπηρεσία ;
- Τι είπες ; ρώτησα.

Μα την ίδια στιγμή ο αμαξάς, ασπροντυμένος και ασπρογαντωμένος, μάζεψε τα γκέμια, και τ’ άλογα ξεκίνησαν. Έκαναν τον γύρο του κήπου και σταμάτησαν στην άλλη άκρη, εμπρός στους στάβλους.

Τους κυνήγησα, κι έφθασα την ώρα που πηδούσε χάμω ο αμαξάς, και δυο αραπάδες σταβλίτες, που εκεί τους λέν σαΐσηδες, παραλάβαιναν τ’ άλογα, τα σκούπιζαν, κι έλυναν τα λουριά τους.

Έτρεξα στο δεξί άλογο.

- Τι είπες πριν ; το ρώτησα.
- Ήθελα να ξέρω από πότε εσύ, πατριώτης μας, βρίσκεσαι σε ρωμέικη υπηρεσία ;

Το αριστερό άλογο, μια όμορφη φοράδα, τίναξε το κεφάλι και είπε στον σύντροφό της με κάποια περιφρόνηση :

- Σα δε βαριέσαι, Μπόμπη, με τέτοια ζέστη ! Δεν βλέπεις πως είναι κουτάβι ακόμα και δεν νιώθει τι του λες ;

Μου κακοφάνηκε ο τρόπος της.

- Κάλλιο κουτάβι παρά ξυνισμένο γεροντοκόριτσο, της αποκρίθηκα.

Πέταξε ένα ειρωνικό χλιμίντρισμα, και ακολούθησε το σαΐση που την πήγαινε στον στάβλο να τη, στεγνώσει.

- Γεροντοκόριτσο δυο χρονών ! … έκανε. Και ξυνισμένο κιόλας ! Πφφφ.
- Μην συνερίζεσαι την Ντέιζη, είπε με καλοσύνη ο Μπόμπης. Δεν είναι κακιά, μα η ζέστη την πειράζει. Βλέπεις, εμείς οι Άγγλοι υποφέρομε στη ζέστη.
- Μπα ; έκανα. Είσαι Άγγλος ;
- Βέβαια. Και συ είσαι.
- Εγώ ;
- Ε, καλά, δεν το ξέρεις ; Είσαι φοξ-τεριέ, και τα φοξ-τεριέ είναι πάντα Άγγλοι. Γι’ αυτό σε ρώτησα, από πότε μπήκες σε ρωμέικη υπηρεσία.

Δεν μ’ έρεσε καθόλου αυτό το αστείο. Ο Μήτσος ήταν Έλληνας, ο Λουκάς και οι δίδυμες επίσης. Τους είχα ακούσει να το λεν τόσες φορές σαν έσειαν τις σημαιούλες τους με τις γαλάζιες γραμμές και τις έμπηγαν στο σπιτάκι μου, που γίνουνταν πότε το Κούγκι του Σαμουήλ και πότε το Χάνι της Γραβιάς και πότε η Πύλη του Ρωμανού. Δεν ήθελα καθόλου να είμαι αλλιώτικος από αυτούς, και το είπα του Μπόμπη.

Εκείνος χαμογέλασε :

- Τι να κάνεις ; Θες δεν θες, είσαι Άγγλος, μου είπε. Άγγλος εγεννήθηκες και Άγγλος θα πεθάνεις.

Με δυσαρέστησαν πολύ αυτά τα λόγια. Κατέβασα τ’ αυτιά μου και το κεφάλι, κι έκανα για το σπίτι όπου είχα δει τ’ αφεντικά μου να μπαίνουν.

Έξαφνα μου ήλθε μια φωτεινή ιδέα, και τρεχάτος γύρισα στον στάβλο. Οι δυο σαΐσηδες έτριβαν τον Μπόμπη με χοντρές φανέλες, για να τον στεγνώσουν.

- Μπόμπη, του φώναξα, πού γεννήθηκες εσύ ;
- Δεν ξέρω, καημένε, μου αποκρίθηκε, μα πιστεύω στον στάβλο, γιατί εκεί με αγόρασε ο αφέντης.
- Α … έκανα μαγκωμένος.

Αυτή η απάντηση δεν με φώτιζε καθόλου. Μα έξαφνα μου ήλθε μια ιδέα.

- Μα, φίλε μου, τότε είσαι Αράπης ! του φώναξα. Γιατί ο στάβλος είναι σε αράπικον τόπο.
- Όχι, καημένε, έκανε ο Μπόμπης, πώς μπορεί να με αγοράσει στον δικό του στάβλο τούτος ο αφέντης μας ; Με αγόρασε στον στάβλο του πρώτου μου αφέντη, του λόρδου, και με φέρανε δω με βαπόρι, όπου με ανέβασαν και με ξανακατέβασαν μέσα σε κασόνια, με σκοινιά, με βίντσι, με φωνές, μην ρωτάς φασαρία …
- Α … εκανα πάλι.

Ήταν όλα ακατανόητα για μένα. Κασόνια, βίντσια, σκοινιά, για να ταξιδεύει ένα άλογο ; Εγώ ανέβηκα μόνος μου στο βαπόρι, χωρίς φασαρίες και φωνές, Μα δεν είπα τίποτα. Συλλογιζόμουν. Τον ρώτησα :

- Και πού κάθουνταν ο αφέντης σου ο λόρδος ;
- Δεν ξέρω …
- Ήταν μήπως στην Κηφισιά ; ρώτησα για να τον φέρω στο συμπέρασμα που ήθελα.
- Ξέρω γω ; Κηφισιά είναι μια λέξη που την άκουσα συχνά, μα δεν ξέρω τι θα πει.

«Αχ, τι κρίμα να είναι τόσο αμάθητα τ’ άλογα», είπα μέσα μου. «Λέγει πως είναι Άγγλος και δεν ξέρει πού γεννήθηκε». Και τον ρώτησα :

- Τι γλώσσα μιλούσαν στον στάβλο σου ;
- Αγγλικά. Μ’ έλεγαν «νάις Μπόι», «φάιν τρότε», που θα πει «όμορφο παιδί» και «καλός δρομέας» …
- Λοιπόν θα πει πως γεννήθηκες σε αγγλικό μέρος, διέκοψα μ’ ενθουσιασμό, και λες σωστά πως είσαι Άγγλος. Εγώ γεννήθηκα στην Κηφισιά, όπου μιλούσαν ελληνικά, ώστε είμαι Ρωμιός. Βλέπεις λοιπόν πως δεν είμαστε πατριώτες.

Ήμουν καταχαρούμενος. Το συμπέρασμά μου μού φαίνουνταν φωτεινότατο, κι εξέφραζα τη χαρά μου, κουνώντας όλο και γρηγορότερα την ουρά μου. Εκείνος όμως έμενε σκεπτικός.

- Μα ο πατέρας σου και η μητέρα σου τι ήταν ; ρώτησε.
- Δεν ξέρω, είπα. Δεν τους γνώρισα.

Ο Μπόμπης με κοίταζε όλο και πιο συλλογισμένος.

- Νομίζω πως οι γονείς είναι που σε κάνουν Ρωμιό ή Άγγλο, και πως η γλώσσα που μιλούν στον στάβλο σου δεν σημαίνει, είπε. Ξέρω πως η Ντέιζη, όταν θέλει να καυχηθεί, λέγει πως η μητέρα της …
- Ωχ αδελφέ, άφησε την Ντέιζη ! είπα νευριασμένος. Αυτό που σου λέω είναι το σωστό και είμαι Ρωμιός.

Σήκωσα ψηλά την ουρίτσα μου και βγήκα από το στάβλο. «Πρέπει αλήθεια τ’ άλογα να είναι κουτά», είπα μέσα μου. Μα είναι τόσο καλός ο Μπόμπης, και ο τρόπος του τόσο φιλικός, που λυπήθηκα για τη σκέψη μου αυτή, και πάλι γύρισα στον στάβλο με σκοπό να του πω κανένα καλό λόγο.

Ο Μπόμπης συλλογίζουνταν ακόμα. Καθώς με είδε, χαμήλωσε το κεφάλι, με κοίταξε καλά και μου είπε :

- Ξέρεις ; … Θαρρώ πως αυτό που σε κάνει Ρωμίο ή Άγγλο είναι τ’ όνομα. Εσένα πως σε λένε ;
- Μάγκα.
- Λοιπόν είσαι Ρωμιός. Εμένα με λένε Μπόμπη, ώστε είμαι Άγγλος. Και η Ντέιζη είναι Εγγλέζα. Αυτή θα είναι η αλήθεια.

Μα βέβαια αυτή είναι η αλήθεια. Από τη χαρά μου έδωσα μια γλειψιά του Μπόμπη και ξανάφυγα τρεχάτος. «Είναι και μερικά άλογα που δεν είναι καθόλου κουτά», είπα μέσα μου.





[1] Πηνελόπης Δέλτα, «ο Μάγκας», σ. 21-24, εκδόσεις Μίνωας 1998.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

πολιτικοί διάλογοι

Το απόλυτο κενό[1] _

Δίων. Οι τελευταίοι αληθινοί Αθηναίοι έπεσαν στους Φιλίππους, ω Διότιμε. Ήταν, ίσως, μεγάλη η πλάνη τους να πιστέψουν ότι ο Βρούτος πήγαινε στ’ αλήθεια να σώσει τη δημοκρατία. Ωστόσο, ήταν ωραία πλάνη. Δεν σκέφθηκαν ότι, κι’ αν πήγαινε να τη σώσει, σκοπός του ήταν ν’ αναστήσει όχι την αθηναϊκή δημοκρατία, αλλά τη δημοκρατία εκείνη που είναι ζήτημα αν θα παραχωρούσε στην Αθήνα την αυτονομία που οι Καίσαρες της αναγνωρίζουν. Αν θέλουμε, ω Διότιμε, νάμαστε αληθινοί Αθηναίοι, πρέπει να ξαναγίνουμε οι πρώτοι αληθινοί Αθηναίοι … Οι τελευταίοι έπεσαν.


Διότιμος. Θα μπορούσαμε να γίνουμε οι πρώτοι, αν πίσω μας δεν ήταν παρά μόνον ο μύθος. Δυστυχώς, πίσω μας υπάρχει ιστορία. Δεν υπάρχει πίσω μας αιωνιότητα· υπάρχει παρελθόν. …


Δίων. Σημεία και τέρατα υπάρχουν πολλά … Είχαμε κ’ εμείς, οι Αθηναίοι, ακόμα και στις μεγάλες ώρες μας, προσέξει τ’ άστρα ή τον καπνό ή των πουλιών την πτήση. Τώρα, όμως, παράγινε το πράγμα. Η Ρώμη και η Ασία ζουν με σημεία και τέρατα. Κ’ είμαστε στριμωγμένοι ανάμεσα στη Ρώμη και στην Ασία. …


… Ποτέ η Αθήνα δεν ήταν τόσο πολύ έξω από την ιστορία· ποτέ δεν ήταν για όλους τόσο αδιάφορη, κι’ αδιάφορη η ίδια για τον εαυτό της· την έχουν κυριεύσει τα αδιάφορα των Στωϊκών. Ο αυτοκράτωρ Κλαύδιος αγνόησε το άστυ μας. Θα προτιμούσα έστω και το Σύλλα από τον Κλαύδιο. Ο Σύλλας έκανε τουλάχιστον τους Αθηναίους να τρομάξουν. Κι’ αφού τρόμαξαν, τους λυπήθηκε, Κι’ ήταν αργότερα υπερήφανος που τους εθεώρησε αξιολύπητους. Αλλά κι’ αυτό ήταν επιτέλους κάτι· δεν ήταν το κενό. Και ο Πομπήϊος ήρθε και φιλοσόφησε στην πόλη μας, και ο Ιούλιος Καίσαρ μας συγχώρησε που πήραμε το μέρος του ηττημένου των Φαρσάλων. Το ίδιο κι’ ο Αντώνιος· κι αυτός δεν μας κράτησε κακία που στήσαμε αγάλματα στον Βρούτο και στον Κάσσιο, σαγηνεύθηκε από τη δουλοφροσύνη μας, και γίορτασε στην Ακρόπολη τους έρωτές του με την Κλεοπάτρα. Και ο Αύγουστος ήρθε και μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια, και είτε στον ίδιο, είτε στον φίλο του τον Αγρίππα χρωστάμε κάμποσα καινούργια κτίρια και έργα. Από τότε δεν ήρθε πια παρά μόνο ο ένδοξος και άτυχος Γερμανικός, ο μεγάλος μας φίλος, λίγο προτού τον δηλητηριάσει στην Αντιόχεια – λένε ότι ο ίδιος ο Τιβέριος έδωσε τη μυστική εντολή – ο Πίσων, ο άσπονδος εχθρός μας που δεν μας χώνευε επειδή ο Άρειος Πάγος αρνήθηκε να χαρίσει την ποινή που είχε επιβληθεί σ’ ένα φίλο του. Τώρα πια δεν συμβαίνει τίποτε στην πόλη μας· δεν είναι η Αθήνα με την αυτονομία της ούτε η έδρα του ανθύπατου, για νάχουμε τουλάχιστον την ευκαιρία να σκύβουμε κάθε μέρα μπροστά του και να του λέμε ότι είναι ωραίος … ή ότι ξέρει ελληνικά καλύτερα από μας ή ότι φιλοσοφεί καλύτερα από τον Ζήνωνα ήτον Επίκουρο … _


[1] Παναγιώτη Κανελλόπουλου, «πέντε Αθηναϊκοί διάλογοι», σ. 1 κ. επ., Εστία 1980

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

το νόημα της κοσμικής περιστροφής

περί σύμπαντος κόσμου[1] Συχνά, όταν βρισκόμαστε όλοι μαζί κι ο Κατσίμπαλης είχε αρχίσει κάποια μεγάλη ιστορία, έπιανα τον Σεφέρη να χαμογελά – μ’ εκείνο το χαμόγελο που πληροφορεί τους άλλους ότι θα ακούσουν κάτι που εκείνος το έχει ήδη δοκιμάσει και το ‘χει βρει καλό. Ή μετά, παίρνοντάς με απ’ το μπράτσο παράμερα, έλεγε: «Κρίμα που δεν σου είπε ολόκληρη την ιστορία. Απόψε, είπε ένα κομμάτι υπέροχο, που το λέει καμιά φορά όταν έχει τα κέφια του – κρίμα που το έχασες». Όλοι όχι μόνο το αποδέχονταν πως ο Κατσίμπαλης αυτοσχεδίαζε, αλλά και το περίμεναν εκ μέρους του. Τον θεωρούσαν ένα είδος βιρτουόζου, έναν βιρτουόζο που έπαιζε μόνο τις δικές του συνθέσεις και είχε επομένως το δικαίωμα να τις αλλάζει όπως του άρεσε. Είχε και κάτι άλλο ενδιαφέρον αυτό το σπουδαίο χάρισμά του, που μπορεί κανείς να το συγκρίνει με το ταλέντο του καλλιτέχνη. Στη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα η ζωή του Κατσίμπαλη ήταν ήσυχη και χωρίς περιπέτειες. Μα και το πιο απλό επεισόδιο που τύχαινε στη ζωή του Κατσίμπαλη γινόταν στα χέρια του κάτι το σπουδαίο. Ίσως να μην ήταν τίποτα παραπάνω από το ότι είχε μαζέψει ένα λουλούδι στην άκρη του δρόμου, πηγαίνοντας σπίτι του. Μα σαν άρχιζε την ιστορία του, αυτό το λουλούδι, όσο ταπεινό κι αν ήταν, γινόταν το πιο εξαίσιο λουλούδι που μάζεψε άνθρωπος ποτέ. Αυτό το λουλούδι θα το θυμόμουν πάντα σαν το λουλούδι που είχε μαζέψει ο Κατσίμπαλης, θα γινόταν μοναδικό, όχι γιατί ήταν κάτι εξαιρετικό, μα γιατί ο Κατσίμπαλης, θα το έκανε αθάνατο μόνο που το παρατήρησε, γιατί έβαλε σ’ αυτό το λουλούδι καθετί που ένιωθε για τα λουλούδια, που είναι σαν να λέμε – σύμπαν. Στην τύχη διάλεξα αυτήν την εικόνα, πόσο ταιριαστή κι αντιπροσωπευτική είναι όμως ! Όταν φέρνω στο νου μου την εικόνα του Κατσίμπαλη που σκύβει και μαζεύει ένα λουλούδι απ’ το γυμνό χώμα της Αττικής, ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, ο περασμένος κι ο τωρινός κι ο μελλοντικός, ορθώνεται εμπρός μου. Βλέπω και πάλι τα υψώματα από αφράτο χώμα, που κρύβουν τα σώματα των δοξασμένων νεκρών. Βλέπω το βιολετί φως που μέσα του αστράφτουν τα απότομα βράχια, τα άγρια χαμόδεντρα, και τα ξερά ποτάμια, βλέπω τα μικροσκοπικά νησάκια να πλέουν στην θάλασσα, στεφανωμένα μ’ άσπρους αφρούς, βλέπω τους αετούς να ζυγιάζονται πάνω απ’ τις απότομες κορυφές πανύψηλων βουνών, και που οι σκιές τους κάνουν κηλίδες σκοτεινιάς πάνω στο πολύχρωμο χαλί της γης, βλέπω τις σιλουέτες των μοναχικών βοσκών να περπατούν με τα κοπάδια τους τα τυλιγμένα στην χρυσόσκονη πάνω στις γυμνές ράχες των λόφων, όπως τις παλιές μέρες των θρύλων, βλέπω τις γυναίκες να είναι μαζεμένες γύρω στο πηγάδι ανάμεσα στις ελιές, τα φουστάνια τους, τους τρόπους τους, την κουβέντα τους που δεν αλλάζουν και κρατούν ίδια απ’ τους βιβλικούς χρόνους, βλέπω την πατριαρχική εμφάνιση του παπά, τέλειο συνταίριασμα αρσενικού και θηλυκού, με ήμερο, ντόμπρο, όλο αξιοπρέπεια παρουσιαστικό, βλέπω το γεωμετρικό σχέδιο της φύσης μεγαλωμένο από την ίδια τη φύση σε μια σιωπή που σε ξεκουφαίνει. Η ελληνική γη ανοίγει εμπρός σου σαν βιβλίο της Αποκάλυψης. Δεν τό ‘ξερα πως η γη κλείνει τόσα πολλά μέσα της. Περπατούσα με δεμένα μάτια, με διστακτικά, ασταθή βήματα. Ήμουν περήφανος και αλαζονικός, ευχαριστημένος που ζούσα τη λαθεμένη, περιορισμένη ζωή του ανθρώπου της πόλης. Το φως της Ελλάδας άνοιξε τα μάτια μου, διαπέρασε τους πόρους μου, επεκτάθηκε σ’ ολόκληρο το είναι μου. Γύρισα πίσω στον κόσμο έχοντας βρει το αληθινό κέντρο και το αληθινό νόημα της κοσμικής περιστροφής. Κανένας πόλεμος ανάμεσα στα έθνη δεν είναι σε θέση να διαταράξει αυτή την ισορροπία. Και η ίδια η Ελλάδα ίσως εμπλακεί σ’ αυτόν, όπως κι εμείς οι ίδιοι θα εμπλακούμε, μα αρνούμαι κατηγορηματικά να γίνω άλλο τίποτα από πολίτης του κόσμου, όπως σιωπηλά διακήρυξα καθώς στεκόμουν στον τάφο του Αγαμέμνονα. Από εκείνη την ημέρα και στο εξής η ζωή μου αφιερώθηκε στην αποκατάσταση της θεϊκότητας του ανθρώπου. Ειρήνη σ’ όλους, εύχομαι, και μια ζωή πλουσιότερη. [1] Χένρυ Μίλλερ, «ο Κολοσσός του Μαρουσιού», σ. 223-224, εκδόσεις Κάκτος 1981.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

πολιτικά δοκίμια

Η πιο βολική αντιπολίτευση[1]

Κάποτε είπε η βασίλισσα στον στρατηγό, μισοαστεία, μισοσοβαρά :

- Ωραία όλα, στρατηγέ. Αλλά για το Θεό, αυτός ο ήλιος δεν υποφέρεται. Έπρεπε να υπάρχει και λίγος ίσκιος. Παρακαλώ, δημιουργείστε λίγον ίσκιο.

Ο στρατηγός στενοχωρέθηκε και προσπαθούσε να σκεφθεί έναν τρόπο να ευχαριστήσει τη Μεγαλειοτάτη. Κοίταζε εδώ, κοίταζε εκεί, αλλά αργούσε να βρει τη λύση.
Όπου, σε μια στιγμή, να ένα σύννεφο αρκετά μεγάλο στον ουρανό, έρχεται και σκεπάζει τον ήλιο, και ρίχνει μια ευεργετική σκιά σ’ όλο το χώρο.
Η βασίλισσα, κατευχαριστημένη, γυρίζει και λέει στον στρατηγό, χαμογελώντας έξυπνα κι’ ευγενικά :

- Ευχαριστώ, ευχαριστώ, στρατηγέ. Είστε θαυμάσιος !

Ο καημένος ο στρατηγός σάστισε, κάτω από το έξυπνο χαμόγελο της βασίλισσας. Σεμνός άνθρωπος, λίγο ασυνήθιστος σε τέτοιες λεπτές στιγμές, δεν βρήκε τι να πει, κι εσιώπησε.

Αλλ’ ο ανάξια φτασμένος, τις πιο πολλές φορές δεν θα σιωπήσει. Ζαλισμένος από την τυχαία επιτυχία, θα προσπαθήσει να την παραστήσει ως έργο δικό του. Στο κάτω – κάτω, γιατί δεν μπορεί να είναι έργο δικό του ; Με λίγη επιτηδειότητα, μπορεί να το παραστήσει έτσι το πράγμα, ώστε να πιστέψουν μερικοί ότι δεν ήταν η επιτυχία τυχαία, αλλά αποτέλεσμα ιδικής του ενέργειας. Και ίσως – ίσως, στο τέλος θα το πιστέψει κι’ ο ίδιος.

Σε κάποια προεκλογική εκστρατεία, στη Γαλλία, ένας υποψήφιος βουλευτής έλεγε στους εκλογείς του, σοβαρά και αστεία μαζί :

- Μα όλο σοφούς θα ψηφίζετε ; Ψηφίστε και κάποιον για να σας κάνει τις δουλειές σας !

Κι’ εννοούσε τον εαυτό του.
Και προς γενική κατάπληξη, ο εξυπηρετικός αυτός υποψήφιος εξελέγη πρώτος !
Όταν όμως συνήλθε κι’ ο ίδιος από την έκπληξη, είπε, πολύ σοβαρά αυτή τη φορά :

- Ας πάψουν τα σχόλια ! Με ψήφισαν απλούστατα, γιατί είμαι ο καλύτερος !

Όταν στην δική μας χώρα, μεγάλοι εθνικοί ηγέτες καταψηφίσθηκαν, ενώ βγήκαν στην ίδια περιφέρεια άλλοι υποδεέστεροι και άσημοι, οι τελευταίοι αυτοί για κάμποσον καιρό, δεν μιλούσαν. Αν όμως με τον καιρό ξεθάρρευαν και μιλούσαν, θα έλεγαν κάτι ανάλογο με τον Γάλλο βουλευτή :

- Επί τέλους, τι το παράδοξο ! Μας προτίμησαν γιατί είμαστε καλύτεροι απ’ αυτόν τον Μεγάλο ! Δεν εκάναμε εσφαλμένη διεθνή πολιτική, δεν εφέραμε οικονομικές χρεωκοπίες, δεν είχαμε τόσες αποτυχίες όσες εκείνος.

Θα ήταν παράδοξο χιούμορ. Φυσικά, ο ασφαλέστερος τρόπος να μην έχεις αποτυχίες, είναι να μην επιχειρείς τίποτα !

Και οι τρίτοι, οι θεατές ; Αυτοί χαμογελούν, με τους ανάξια φτασμένους, αλλά τις πιο πολλές φορές δεν μιλούν, εκτός από τους λίγους γενναίους.
Γιατί χαμογελούν, γιατί δεν μιλούν ;
Καμμιά φορά, θα πουν : «Τι θέλετε να πω, τι να γράψω ; Αισθάνομαι αηδία, μου φτάνει να τους περιφρονώ».

Είπε όμως ένας Γάλλος πολιτικός :

- Le mepris n’ est pas un système politique. Η περιφρόνηση και μόνη δεν αποτελεί πολιτικό σύστημα, ούτε και πολιτική στάση.

Γι’ αυτό, κι’ οι ανάξια φτασμένοι εύχονται να τους δείχνουν αυτή την περιφρόνηση. Είναι η αντίδραση η πιο ανώδυνη γι’ αυτούς. Είναι η πιο βολική γι’ αυτούς αντιπολίτευση.

[1] Μιχάλη Δ. Στασινόπουλου, «Το πινάκιον της φακής και ο νόμος των λύκων», σ. 12-14, Εστία

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Αποκάλυψη

ο έβδομος άγγελος[1]

Και ο έβδομος εξέχεεν την φιάλην αυτού επί τον αέρα· και εξήλθεν φωνή μεγάλη εκ του ναού από του θρόνου λέγουσα· Γέγονεν.
Και ο έβδομος (άγγελος) έχυσε το τάσι του στον αέρα· και βγήκε μια δυνατή φωνή από το ναό κι από το θρόνο και είπε : «Έγινε !»

Και εγένοντο αστραπαί και φωναί και βρονταί, και σεισμός εγένετο μέγας, οίος ουκ εγένετο αφ’ ου άνθρωπος εγένετο επί της γης, τηλικούτος σεισμός ούτω μέγας.
Κι έγιναν αστραπές και φωνές και βροντές και σεισμός μεγάλος, τέτοιος που δεν ακούστηκε από τον καιρό που γεννήθηκε ο άνθρωπος επί γης, τόσο μεγάλος σεισμός.

Και εγένετο η πόλις η μεγάλη εις τρία μέρη, και αι πόλεις των εθνών έπεσαν. Και Βαβυλών η μεγάλη εμνήσθη ενώπιον του Θεού δούναι αυτή το ποτήριον του οίνου του θυμού της οργής αυτού.
Και κόπηκε η μεγάλη πολιτεία σε τρία κομμάτια, κι οι πολιτείες των εθνών γκρεμίστηκαν. Και η μεγάλη Βαβυλώνα, τότε θυμήθηκε ο Θεός να της δώσει το ποτήρι του θυμωμένου κρασιού της οργής του.

Και πάσα νήσος έφυγεν, και όρη ουχ ευρέθησαν.
Κι έφυγε το κάθε νησί και χάθηκαν τα βουνά.

Και χάλαζα μεγάλη ως ταλαντιαία καταβαίνει εκ του ουρανού επί τους ανθρώπους· και εβλασφήμησαν οι άνθρωποι τον Θεόν εκ της πληγής της χαλάζης, ότι μεγάλη εστίν η πληγή αυτής σφόδρα.
Και χαλάζι χοντρό ωσάν το τάλαντο έπεσε από τον ουρανό πάνω στους ανθρώπους· και βλαστήμησαν οι άνθρωποι το Θεό για την πληγή αυτής της χάλαζας· ήταν αλήθεια πληγή πολύ μεγάλη.

[1] η Αποκάλυψη του Ιωάννη, σε μεταγραφή Γιώργου Σεφέρη, ΙΣΤ΄ 17-21, εκδόσεις Ίκαρος 1995.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

το Χθές, το Σήμερα και το Αύριο ...

ο καθρέφτης του μέλλοντος[1]

Διαβάζοντας το απόσπασμα που ακολουθεί διστάζει κανείς ν’ αποφανθεί αν ο συγγραφέας μιλάει για το σήμερα ή για κάποια άλλη εποχή. Είναι αλήθεια πως αν το κείμενο δεν ήταν γραμμένο στην καθαρεύουσα, αν δεν υπήρχε η αναφορά του έτους 1862 και αν, τέλος, δεν μνημονευόταν η μοναρχία ή διαφορετικά αν την μοναρχία αντικαθιστούσαν οι «αγορές», αν το έτος επικαιροποιείτο και αν η γλώσσα μεταβαλλόταν τότε στο κείμενο αυτό του χθες θα καθρεφτιζόταν ο θλιβερό αύριο του δύσμοιρου αυτού τόπου.

Ι.Λ.

Αηδιάζοντες και αγανακτούντες επί τω θεάματι, του οποίου παριστάμεθα θεαταί, και βλέποντες την γενικήν κατάπτωσιν του φρονήματος των πολιτευομένων, διστάζομεν επί στιγμήν και ερωτώμεν ημάς αυτούς, μη τυχόν αληθώς πταίει το έθνος ; Θαρρούντες όμως απαντούμεν : το έθνος δεν πταίει. Μετά τα παθήματα του 1862, τίθεται εκ νέου εις το έθνος το δίλημμα της υποταγής εις την αυθαιρεσίαν ή της επαναστάσεως. Είνε το έθνος καταδικαστέον, διότι δεν σπεύδει να παραδεχτή το δεύτερον ; Καλούνται εις την εξουσίαν κυβερνήσεις αποκρουόμεναι παρά της πλειονοψηφίας του έθνους, χορηγείται εις αυτάς η διάλυσις της Βουλής και συνάμα παν μέσον επηρεασμού των συνειδήσεων του λαού και νοθεύσεων των εκλογών, και λέγομεν ύστερον ότι πταίει ο λαός διά την τοιαύτην κατάστασιν. Τι δύναται ο λαός κατ’ αυτής ; Ουδέν άλλο ή να επαναστατήση· αλλά τις ο δυνάμενος να κατακρίνη ευλόγως τον λαόν, διότι την επανάστασιν θεωρεί ως έσχατον καταφύγιον και πριν ή προσέλθη εις αυτήν ζητεί να ίδη εξαντλούμενα όλα τα προληπτικά μέσα ; Αν δεν πτάιει ο λαός, πταίουσιν οι πολιτευόμενοι, λέγουσιν οι άλλοι, και η εξαχρείωσις αυτών ευθύνει το έθνος, αφ’ ου ούτοι εις το έθνος ανήκουσιν. Απαντώμεν ότι η διαγωγή των πολιτευομένων θα ηύθυνε το έθνος, αν η Ελλάς αυτοδιοικείτο, αλλ’ αφ’ ου διά της διαστροφής του Συντάγματος και της εικονικότητος της Βουλής κυβερνάται πράγματι η Ελλάς ως μοναρχία απόλυτος, επόμενον ήτο να καταστώσι και οι πολιτευόμενοι οποίους διαπλάττει αυτούς το νόθον καθεστώς. Όστις των πολιτευομένων δεν ασπάζεται τα γινόμενα ουδέν άλλο δύναται να πράξη ή να παύση πολιτευόμενος, αφ’ ου κατά το παρ’ ημίν καθεστώς ουδέν υφίσταται δι’ αυτόν στάδιον εννόμου και εντίμου ενεργείας. Οι πολιτευόμενοι είναι πλάσματα του επικρατούντος εν τη πολιτεία στοιχείου, το έθνος ου μόνον δεν είναι το επικρατούν στοιχείον εν τη πολιτική, αλλ’ εικονική μόνον έχει μετοχήν εις αυτήν.

[1] Χρήστου Η. Χαλαζία, «Χαρίλαος Τρικούπης, ο μεγάλος οραματιστής», απόσπασμα από το άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει ;» του Χαρίλαου Τρικούπη που δημοσιεύτηκε στους «Καιρούς» στις 29 Ιουνίου 1874, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1996.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Ιερός Πανικός

το «σχέδιο»[1]
και η αρχιτεκτονική της «κυψέλης»
ή το τίμημα της αιώνιας ομοιότητας

Βλέπω ολόκληρη την Αμερική, παραδομένη χωρίς φόβο στη μαζική παραγωγή του ενός ή του άλλου είδους και εντελώς ικανοποιημένη με τα αποτελέσματα. Σε όλα αυτά όμως βλέπει κανείς ένα μεγάλο λαό, που χτίζει πόλεις από τη μια ως την άλλη άκρη της ηπείρου, να προσαρμόζεται σ’ ένα σχέδιο τόσο αμετάβλητο όσο είναι και η αρχιτεκτονική της κυψέλης. Οι άνδρες και γυναίκες που ζουν στις πόλεις αυτές, περιστοιχισμένοι από μια μάζα μηχανικών συσκευών, βυθίζονται σε μια εύκολη τυποποίηση που δεν απαιτεί καμιάν ατομική πρωτοβουλία και που η προσωπική ευθύνη δεν έχει τίποτε το αξιόλογο να αναλάβει.

Η Αμερική πρωτοπορεί σε αυτές τις καινοτομίες. Οι άλλες χώρες ακολουθούν με δυσκολία. Οι άνθρωποι φαίνεται να ζηλεύουν την ξένοιαστη νοοτροπία ενός ζωντανού οργανισμού που έχει κερδίσει την αιώνια επιβίωση, πληρώνοντάς την με το τίμημα της αιώνιας ομοιότητας. Με κάθε μέσο οι άνθρωποι μαθαίνουν να δρουν και να μοιάζουν με έντομα. Τα αεροπλάνα τους είναι σαν λιμπελούλες, τα αυτοκίνητά τους σαν σκαθάρια ή σαν κατσαρίδες, οι αεροδυναμικές ατμομηχανές τους σαν λιτανεύουσες κάμπιες, οι μάσκες αερίων μάλλον σαν τους ίδιους, όταν η έσχατη μεταμόρφωσή τους θα έχει τελειοποιηθεί. Ολόκληρο το σύνολο θυμίζει την αποτρόπαιη προφητεία του Ρούντολφ Στάινερ, ότι σε κάποιο κύκλο ύπαρξης οι μηχανικές εφευρέσεις ενός προηγούμενου κύκλου επιβιώνουν ως ζωντανοί οργανισμοί στον επόμενο. Κάποτε το ανθρώπινο γένος θα πεθάνει, αλλά τα μηχανοκίνητα πλοία του και τα αεροπλάνα θα γίνουν ζωντανά όντα. Δεν είναι αναγκαίο να πιστέψει κανείς σε τούτο τον τερατώδη εφιάλτη. Όμως είναι γεγονός ότι παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι βαδίζουν σαν σμήνη, σταματούν όλοι μαζί και προχωρούν ξανά όλοι μαζί, χωρίς δική τους βούληση. Η στρατιωτική τους πειθαρχία, η βιομηχανική τους τυποποίηση, οι πολιτικές τους οργανώσεις, τα εργατικά τους συνδικάτα, είναι συσσωρεύσεις πολλών ειδών εξουσίας που για να τραφούν απαιτούν μάζες, όχι πρόσωπα.

Μία μονάχα χώρα αποτελεί εξαίρεση στη γενική αυτή τάση προς την τελειοποίηση της ζωϋφιακής ρουτίνας, και αυτή η χώρα είναι η Ελλάδα. Ζώντας εκεί για τόσα χρόνια, άρχισα να προβάλλω τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων σε χώρες που είναι βασικά διαφορετικές. Η κεντρική αποκάλυψη που οι αρχαίοι Έλληνες κληροδότησαν στον κόσμο ήταν η σημασία και η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ατομικότητας. Η τεράστια ποικιλία των προσφορών τους στον πολιτισμό πηγάζει εξ ολοκλήρου από το θάρρος τους να διδάσκουν τους ανθρώπους να σκέφτονται και να δρουν σαν άτομα.

Μέσα από τις περιπέτειες τριών χιλιάδων χρόνων και πάνω, αυτό το χαρακτηριστικό δεν έχει αλλάξει. Ίσως η τοπογραφία της χώρας, με τα βουνά και τα φαράγγια της, τα νησιά και τους όρμους, όπου πουθενά δεν βρίσκεις δύο χωριά να μοιάζουν μεταξύ τους έχει βοηθήσει να διατηρηθεί αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση της προσωπικής ανθρώπινης αξίας, που ήταν εξαρχής τόσο βαθιά ριζωμένη στη φύση τους. Όπως και αν έχει το θέμα, το γεγονός αυτό επισημαίνει μια ειδική αποστολή της Ελλάδας στην εποχή αυτή του κόσμου. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι σε όλα τα έθνη που προτιμούν την ποιότητα από την ποσότητα …

… Οι Έλληνες αποτελούν ακόμη το έθνος που η σκλαβιά, η μιζέρια και η φτώχεια δεν μπόρεσαν να δαμάσουν.

[1] Εύα Πάλμερ Σικελιανού, «Ιερός Πανικός», σε μετάφραση Τζων Π. Άντων, σ. 98-99, Εξάντας 1992

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Λογοτεχνία

Οι Έλληνες[1]

Ξαπλωμένος χάμω, πίσω από το μολυβένιο στρατό του, το ένα μάτι κλειστό, σημαδεύοντας με το άλλο, πού να ρίξει τον βόλο του, είπε ο Αντώνης :

- Λοιπόν ! Αποφάσισε ! Είσαι ή δεν είσαι Τούρκος ;
- Δεν είμαι ! αναφώνησε αγανακτισμένος ο Αλέξανδρος, γονατισμένος και αυτός πίσω από τον δικό του στρατό, τα χέρια του απλωμένα προστατευτικά πάνω από τα παρατεταγμένα μολυβένια στρατιωτάκια.

Ο Αντώνης άνοιξε το δεύτερο μάτι του για να αγριοκοιτάξει τον αδελφό του.

- Λοιπόν τι είσαι ;
- Έλληνας ! φώναξε ο Αλέξανδρος
- Μα πώς μπορούν Έλληνες να πολεμούν και να σκοτώνουν Έλληνες ; ρώτησε ο Αντώνης.

Ο Αλέξανδρος δεν ήξερε.

- Δεν θέλω όμως να είναι Τούρκοι οι στρατιώτες μου ! διαμαρτυρήθηκε θυμωμένος.
- Και ποιος θα είναι τότε Τούρκος ; Πώς θα πολεμήσωμε ; Ή Έλληνες θα είναι οι στρατιώτες σου ή Τούρκοι ! Αφού οι δικοί μου είναι Έλληνες, οι δικοί σου πρέπει να είναι Τούρκοι !
- Δεν θέλω ! επανέλαβε ο Αλέξανδρος.

Από το τραπέζι, όπου με μπλου και κόκκινα μολύβια χρωμάτιζαν οι δυο αδελφές ντεκολτέ κυρίες με τριαντάφυλλα στο κεφάλι, παλιά φιγουρίνια της θείας Μαριέτας, σηκώθηκε η Πουλουδιά και σίμωσε τα’ αγόρια.
…
Στάθηκε η Πουλουδιά, με τα χέρια στην πλάτη, όρθια, κι επιθεώρησε με μια ματιά τα τακτικά, κατά τετράδες βαλμένα στρατιωτάκια του Αντώνη, τα τουφέκια και τις ξιφολόγχες του ολόισα, γραμμή στον ώμο, με την ελληνική σημαία στην μέση και τον στρατηγό καβάλα εμπρός. Και ύστερα κοίταξε τα στρατιωτάκια του Αλέξανδρου, μια μάζα γύρω στην τρίχρωμη μολυβένια σημαία τους, με τις ξιφολόγχες άλλες στραβωμένες και άλλες σπασμένες, με βάσεις ασταθείς, αλλού τσακισμένες και αλλού κυρτές. Μα δεν μίλησε.

Και είπε ο Αντώνης, σταυρώνοντας τα χέρια του :

- Τότε καλύτερα να μην παίξομε !

Παραπονιάρικα είπε ο Αλέξανδρος :

- Δεν θέλω ο στρατός μου να είναι τούρκικος !

Και νιώθοντας πως ο ερχομός της Πουλουδιάς σήμαινε επικουρία, σήκωσε το κεφάλι και παρακάλεσε :

- Πες του !
- Τότε μάζεψε τον στρατό σου, είπε ο Αντώνης.
- Γιατί δεν γίνεσαι εσύ Τούρκος ; ρώτησε η Πουλουδιά.
- Εγώ ;

Υπερήφανα έδειξε ο Αντώνης τον στρατό του, ολοκαίνουριο, περιποιημένο, βερνικωμένο, σα να βγαινε από το μαγαζί, και χάιδεψε τη χάρτινη ελληνική σημαία, όχι πολύ τακτικά χρωματισμένη, αλλά παστρικά κολλημένη απάνω στη μολυβένια σημαία, για να σκεπάσει τα τρία της χρώματα.

- Αυτοί Τούρκοι ; έκανε. Πώς μπορούν να είναι οι Τούρκοι πιο ωραίοι από τους Έλληνες ; Και πώς μπορούν οι Έλληνες να έχουν αυτό το χάλι ; πρόσθεσε με μια περιφρονητική κίνηση κατά τη μολυβένια μάζα του Αλέξανδρου.

Το επιχείρημα συγκίνησε την Πουλουδιά. Ειρηνευτικά είπε του Αλέξανδρου :

- Ας είναι Άγγλοί οι δικοί σου !
- Λαμπρά ! Σαν την μις Ράις ! επιδοκίμασε ο Αντώνης, που ήξερε τη νίκη του σίγουρη και ήταν ενθουσιασμένος να τραβήξει ένα τράκο στους συμπατριώτες της μις Ράις, ας ήταν και μολυβένιοι.

Ο Αλέξανδρος στάθηκε να συλλογιστεί.

- Καλά, είπε αργοκουνώντας το κεφάλι του, όχι για τη μις Ράις, μα γιατί ο θείος λέγει πως οι Άγγλοι μας έδωσαν την Κρήτη …
- Την Κέρκυρα ! επιδιόρθωσε ο Αντώνης. Πού η Κρήτη ! Η Κρήτη θα ελευθερωθεί μόνη της ! Αυτή δεν έχει ανάγκη από τους Άγγλους !
- Ναι αι αι ; έκανε ο Αλέξανδρος. Πώς θα ελευθερωθεί ;
- Θα κάνει επανάσταση, όπως ο Καραϊσκάκης … που μας έδειξε ο θείος τον τάφο του, και θα ελευθερωθεί όπως ελευθερώθηκε η Ελλάδα. Να ! Αυτοί οι Κρητικοί είναι παλικάρια ! Οι δικοί μου στρατιώτες λοιπόν είναι Κρητικοί !
- Ωραία ! φώναξε με ενθουσιασμό ο Αλέξανδρος. Και οι δικοί μου είναι Έλληνες …

Μα τον διέκοψε ο Αντώνης :

- Μπούφο ! Και τι είναι οι Κρητικοί ; Δεν είναι και αυτοί Έλληνες ; Και οι Κερκυραίοι : Και οι Ροδίτες και οι Κυπριώτες ; Πώς μπορούν Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες ;

Ο ενθουσιασμός του Αλέξανδρου έπεσε, και κοντοστάθηκε, ζαλισμένος λίγο από τα ονόματα.

- Μα τότε ; Τι θα είναι οι δικοί μου ; ρώτησε κατσουφιασμένος.
- Μα δεν είπαμε πως θα είναι Άγγλοι ; Και η σημαία σου το λέγει. Είναι ξένη.
- Η μις Ράις είπε πως δεν είναι αγγλική αυτή η σημαία, μουρμούρισε διστακτικός ο Αλέξανδρος.
- Το ξέρω, είναι γαλλική, αδιάφορο. Έλα ! Ετοιμάσου !
- Μα είναι παλικάρια οι Άγγλοι ; ρώτησε επιφυλακτικά ο Αλέξανδρος.
- Βέβαια είναι ! Αφού μας έδωσαν την Κέρκυρα ; Έλα τώρα ! Πού είναι ο βόλος σου ;

Μα ο Αλέξανδρος είχε χάσει τον βόλο του. Τον γύρεψε μες τις φούστες του, ανάμεσα στους στρατιώτες του, μες στο κουτί τους, και πάλι στην μάζα των στρατιωτών. Ο βόλος δεν βρέθηκε. Μόνο που έπεσαν οι στρατιώτες του, που ήταν ποιος πολύ, ποιος λίγο, όλοι κάπως κουτσοί και ανάπηροι, και χρειάστηκε να τους ξαναστήσει.

- Έχασε την υπομονή του ο Αλέξανδρου. Σου δίνω εγώ άλλο βόλο ! Μόνο στήσε γρήγορα τον στρατό σου !

Βιάζουνταν ο Αλέξανδρος όσο μπορούσε, και βοηθούσε και η Πουλουδιά. Μα δεν ήταν εύκολο να στηθούν γερά στρατιώτες που όλοι σχεδόν είχαν στραβωμένες τις βάσεις.
Το είδε η Πουλουδιά και άρχισε να θυμώνει. Με τα δόντια της, νευρικά, θυμωσιάρικα, έσιαξε μια δυο λυγισμένες βάσεις.

- Τι χάλια που είναι οι στρατιώτες σου ! είπε χαμηλόφωνα του Αλέξανδρου, ενώ παρακάτω ο Αντώνης γύρευε ανάμεσα στους βόλους του έναν όμοιο σαν τον δικό του, για να τον δώσει του αδελφού του. Τι χάλια ! Ένας δεν έχει στερεή βάση ! Και θες να είναι κι Έλληνες ! Με την πρώτη θα πέσουν !

[1] Πηνελόπη Δέλτα, «ο τρελαντώνης», κεφ. Χ, σ. 99-103, εκδόσεις Μίνωας 1998.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Επανάσταση και Πόλεμος

Όταν η επανάσταση ήταν το τέκνο του πολέμου[1]

Η επανάσταση ήταν τέκνο του πολέμου του εικοστού αιώνα : αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη Ρωσική επανάσταση του 1917 που δημιούργησε τη Σοβιετική Ένωση και τη μετέβαλε σε υπερδύναμη κατά τη δεύτερη φάση του Πολέμου των Τριάντα και Ενός Ετών, αλλά ισχύει γενικότερα για την επανάσταση ως παγκόσμιας σταθεράς στην ιστορία του αιώνα. Από μόνος του ο πόλεμος δεν οδηγεί τις εμπόλεμες χώρας στην κρίση, την κατάρρευση και την επανάσταση. Πράγματι, πριν το 1914 επικρατούσε η αντίθετη ακριβώς αντίληψη, τουλάχιστον για τα εδραιωμένα καθεστώτα με παραδοσιακή νομιμοποίηση. Ο Ναπολέων ο Α΄ εξέφραζε πικρά παράπονα για το γεγονός ότι ο αυτοκράτορας της Αυστρίας άνετα μπορούσε να επιζήσει, ακόμα κι αν έχανε εκατό μάχες, όπως ο βασιλιάς της Πρωσίας επέζησε αν και υπέστη στρατιωτική πανωλεθρία και έχασε τα μισά εδάφη του, ενώ ο ίδιος, τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης, διακινδύνευε τη θέση του αν υφίστατο μία και μοναδική ήττα. Όμως, πιέσεις του ολοκληρωτικού πολέμου του εικοστού αιώνα πάνω στα κράτη και τους λαούς που συμμετείχαν σ’ αυτόν, δεν είχαν προηγούμενο και ήταν τόσο ισχυρές ώστε τα κράτη αναγκάστηκαν να φτάσουν στα όριά τους και, είτε το ήθελαν είτε όχι, σε σημείο κατάρρευσης. Μόνο οι ΗΠΑ εξήλθαν από τους παγκόσμιους πολέμους στην ίδια σχεδόν κατάσταση που ήταν πριν συμμετάσχουν, και μάλλον ισχυρότερες. Για όλες τις άλλες χώρες, το τέλος των πολέμων σήμαινε εκρηκτική αναταραχή.

Φαινόταν προφανές ότι ο παλαιός κόσμος ήταν καταδικασμένος. Η παλαιά κοινωνία, η παλαιά οικονομία, τα παλαιά πολιτικά συστήματα «έχασαν την εντολή του ουρανού», όπως λέει μια κινέζικη ρήση. Η ανθρωπότητα περίμενε μια εναλλακτική λύση. Το 1914 μια τέτοια εναλλακτική λύση ήταν οικεία. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, την εναλλακτική αυτή λύση εκπροσωπούσαν τα σοσιαλιστικά κόμματα που βασίζονταν στην στήριξη της αυξανόμενης εργατικής τάξης στις χώρες τους και εμπνέονταν από την πεποίθηση ότι η νίκη τους ήταν ιστορικά αναπόφευκτη. Φαινόταν πως χρειαζόταν κάποιο σήμα για να ξεσηκωθούν οι λαοί, να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με το σοσιαλισμό και κατά συνέπεια να μεταβάλουν τα άνευ νοήματος δεινά των παγκοσμίων πολέμων σε κάτι πιο θετικό : οι αιματηρές ωδίνες του τοκετού και οι συσπάσεις ενός νέου κόσμου. Το σινιάλο αυτό έδωσε στον κόσμο η Ρωσική επανάσταση ή, για την ακρίβεια, η Οκτωβριανή επανάσταση των Μπολσεβίκων του 1917. Επομένως, η επανάσταση αυτή αποτέλεσε γεγονός τόσο κεντρικής σημασίας για την ιστορία του εικοστού αιώνα όσο και η Γαλλική επανάσταση του 1789 για τον δέκατο ένατο. Πράγματι, δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία του Σύντομου Εικοστού Αιώνα … δεν συμπίπτει ουσιαστικά με τη διάρκεια ζωής του κράτους που γεννήθηκε από την Οκτωβριανή επανάσταση.

Ωστόσο η Οκτωβριανή επανάσταση είχε πολύ πιο βαθιές και παγκόσμιες συνέπειες από την πρόγονό της, διότι εάν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης επέζησαν πέραν του Μπολσεβικισμού, όπως είναι φανερό σήμερα, οι πρακτικές συνέπειες του 1917 ήταν πολύ πιο μεγάλης έκτασης και διάρκειας απ’ αυτές του 1789. Η Οκτωβριανή επανάσταση αναμφισβήτητα παρήγαγε το πιο εκπληκτικά οργανωμένο επαναστατικό κίνημα στην σύγχρονη ιστορία. Η παγκόσμια επέκτασή της δεν έχει το όμοιό της στην ιστορία από την εποχή των κατακτήσεων του Ισλάμ και μετά. Μέσα σε τριάντα με σαράντα χρόνια από την άφιξη του Λένιν στον Σταθμό της Φιλανδίας στο Πέτρογκραντ, το ένα τρίτο της ανθρωπότητας βρέθηκε να ζει υπό καθεστώτα τα οποία προέκυψαν άμεσα από τις «Δέκα Μέρες που Συγκλόνισαν τον Κόσμο» και το οργανωτικό πρότυπο του Λένιν, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι περισσότερες απ’ αυτές τις χώρες ακολούθησαν την ΕΣΣΔ σ’ ένα δεύτερο κύμα επαναστάσεων αναδύθηκε από τη δεύτερη φάση του μακροχρόνιου παγκοσμίου πολέμου στην περίοδο 1914-1945.

[1] Ερίκκου Χομπσμπάουμ, «η εποχή των άκρων», σ. 79-81, εκδόσεις Θεμέλιο, 1997.

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Λογοτεχνία

Οι φρεγάδες[1]

Με το πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου φάνηκαν οι τέσσερες φρεγάδες αντίκρυ στον Καβομαλιά. Πούθ’ ερχόντανε ; για πού πήγαιναν ; ούτε άκουσε ούτε έμαθε κανείς. Μα πρέπει να ήταν βασιλικές φρεγάδες. Κι οι τέσσερες, λέει, το ίδιο είχαν χτίσιμο, χυτές πρύμη-πλώρη. Κι είχαν τις αρματωσιές τους, βασιλικές κι κείνες. Τα κατάρτια τους ατόφια μπρούτζινα από κάτω στη σκάτσα ως απάνω στη γαλέτα· τις αντένες ατσαλένιες· σχοινιά και ξάρτια από καμηλότριχα και τα πανιά τους ολομέταξα. Αν ρωτάς για τις κουπαστές και τις μπαταρίες τους, στο σύρμα ήταν ντυμένες. Κι είχαν στην πλώρη για θαλασσομάχο ένα διαμαντοκόλλητο σταυρό, τρόμο των στοιχειών και φρίκη του κυμάτου. Στην πρύμη, απάνω στο τιμόνι, είχαν το Άγιο το Βαγγέλιο και στο μεσιανό κατάρτι, ψηλά σ’ ένα δικέφαλο αϊτό, την Παναγιά που έλαμπε – προσκυνώ τη χάρη της – σαν αυγερινός. Για τούτο βέβαια ήταν βασιλικές φρεγάδες, του δικού μας του βασιλιά που όριζε στην Πόλη. Εκείνη τότε ήταν η κιβωτός της Χριστιανοσύνης. Ποιος ξέρει τι αλλόφυλους πήγαιναν πάλι να χτυπήσουν, να στήσουν παντοδύναμο σε Ανατολή και Δύση τον Τίμιο Σταυρό !

Ήταν η αυγή ανοιξιάτικη· χαρά Θεού ! Φύλλο δε σειόταν ουδέ πούπουλο. Η θάλασσα πήχτρα. Στο διάφανο ουρανό πρόσμενες να ιδείς καθρεφτισμένα τα νησιά και τ’ ακρογιάλια με την πρασινάδα τους. Αριστερά φαίνονταν της Κρήτης τα βουνά· πίσω τα Δωδεκάνησα έδειχναν γαλανά τα ριζοβούνια τους κάτω απ’ την καταχνιά που τα έδενε σαν πουπουλένιο γεφύρι· και δεξιά κατέβαιναν τ’ ακρωτήρια και οι κόρφοι του Μοριά, ως τον Καβομαλιά και το Τσιρίγο. Και καθώς χτυπούσεν ο ήλιος, έβλεπες στις στεριές να χύνουν λογιών λογιών χρώματα και τις φρεγάδες ν’ αστραποβολούν, ανάμεσα ουρανού και θάλασσας.

Είχαν απλωμένα όλα τα πανιά. Φλόκοι και κοντραφλόκοι, γάμπιες και παπαφίγκοι και παρουκέτα και τρίγκοι, όλα στη θέση τους. Μα κέμονταν όλα παραλυμένα, και μόνο τα μπρούλια τους ανάδευαν καμιά φορά, σαν φιδάκια έτοιμα να φάνε τα κεφάλια τους. Οι σκότες κρέμονταν και κείνες, παράλυτες στα χέρια των ναυτών, που άδικα περιμένουν προσταγή να γυρίσουν τα πανιά στον άνεμο. Κοιμήθηκε απάνω στο χρυσοσκάλιστο δοιάκι ο τιμονιέρης· η βάρδια, στο ξάγναντο της πλώρης ψηλά, κοιμήθηκε και κείνη, τηρώντας πάντα εμπρός της. Οι καπετάνοι, στα χρυσά και τα βελουδένια, νυστάζουν ξαπλωμένοι σε πουπουλένια προσκέφαλα, κάτω από την πρασινορόδινη τέντα της πρύμης, και μόλις ακούνε το λεβέντικο τραγούδι που παίζει το σκλαβάκι με τον ταμπουρά. Κάτω στο αμπάρι οι σκλάβοι με τα μεγάλα τους μαλλιά, τα κίτρινα πρόσωπα, τα μεστωμένα μπράτσα, κοιμήθηκαν και κείνοι μέσα στις βαριές αλυσίδες, απάνω στους πάγκους. Μα ποιος θα ειπεί πώς κοιμήθηκαν ! Τα κουρασμένα κορμιά τους ναι· όχι όμως κι η ψυχή τους. Εκείνη τρέχει και χαμοπατά στ’ άσπρα τους σπιτάκια, στις θλιμμένες γυναίκες και τ’ αρφανά τους τα παιδιά· στα κλήματα τα σταφυλοφορτωμένα και τα γλυκόχυμα βοτάνια, στ’ αφράτα χώματα και τα κρυσταλλένια νερά, στα λούλουδα και τα πούλουδα γλυκιάς πατρίδας που δεν ελπίζουν να την ιδούν ποτέ.

Άξαφνα όμως ξύπνησαν οι θαλασσινοί.

«Παιδιά, τη βάρκα στη θάλασσα !» φωνάζει ο καπετάνιος της πρώτης φρεγάδας. «Α-λα τα χέρια στα κουπιά· βγείτε έξω στα σπηλάδια, καμακίστε χταπόδια στα θαλάμια τους, καμακώστε αχινούς, συνάχτε καβούρους, ξεκολλήστε στρείδια αγνά, ό,τι βρείτε !»

Το είπε κι έγινε ευθύς. Έριξαν τα παιδιά τη βάρκα στη θάλασσα· α-λα τα χέρια στα κουπιά, βγήκαν έξω στα σπηλάδια, καμακίζουν χταπόδια στα θαλάμια τους, καλαμώνουν αχινούς, συνάζουν καβούρους, ξεκολλούν στρείδια αγνά, ό,τι βρίσκουν. Μα το ναυτόπουλο, ένας κασιδιάρης και κακομοίρης, που τον είχαν για ψυχικό, ξεκόβει από τ’ άλλα τα παιδιά. Ούτε καμακίζει χταπόδια στα θαλάμια τους, ούτε καλαμώνει αχινούς, ούτε συνάζει καβούρους, ούτε ξεκολλά στρείδια αγνά, ό,τι έβρει. Γυρίζει μόνον απάνω κάτω στις μαυρισμένες πέτρες και τα χορταριασμένα σπηλάδια, σαν κάτι να ζητεί. Τι είχε – τι έχασε ; Τίποτα. Μα κάθε άνθρωπος, μικρός – μεγάλος, πλούσιος – φτωχός, έχει και τον οδηγό του. Έχει να κάμει κατιτί ; Ο οδηγός του πηγαίνει και του το θυμίζει. Βουλήθηκε να πάει πουθενά ; Ο οδηγός του έρχεται να τον ξυπνάει. Έτσι τώρα και τον κασιδιάρη ανάγκαζε να πηγαίνει ζητώντας πράμα που δεν έχασε. Τέλος είδε ο κασιδιάρης στο βράχο μια σπηλιά. Βλέπει τη σπηλιά, μπαίνει μέσα. Μπαίνει μέσα, τι ναι ιδεί ; Τοίχους γυμνούς περίγυρα. Πάει βαθιά· σκοτάδια, πίσσα. Αυτιάζεται καλά· ακούει τικ-τακ, σαν ν’ αργοστάλαζε νερό. Ζυγώνει· ξανοίγει χάμου μια λακκούλα που δεχότανε του βράχου τη διαμαντένια σταλαματιά. Του ήρθε σαν κάμα. Παίρνει από το νερό και νίβεται· δροσολογιέται. Αστόχαστα βγάνει κι ένα ψαράκι που ήβρε νεκρό στις πέτρες και το ρίχνει μέσα. Μα το ψαράκι ζωντάνεψε και αρχίζει να τριγυροφέρνει μέσα στο νερό.

«Μπρε !» λέει κάνοντας το σταυρό του.

Αλλά την ίδια ώρα νιώθει και κείνος το αρρωστημένο του κορμί να θρέφεται σαν στέλεχος πλατάνου που παίρνει νερό στις ρίζες του. Τα λέπια πέφτουν και δείχνεται το δέρμα ολομέταξο. Αίμα πύρινο κρυφοδρομεί στις φλέβες του· ψυχή με άλλη ψυχή σταυρώνονται στα φυλλοκάρδια του· φτερά έκαμε να πετάξει στα επουράνια. Κουφάρι ήταν, περιστέρι έγινε.

«Μπρε !» ξαναλέει. «Έλα, Χριστέ και Παναγιά, κοντά μου !»
Τρέχει έξω· κράζει τους συντρόφους του. Γυρίζουν εκείνοι στις φωνές, κοιτάζουν και σταυροκοπιούνται. Άγγελος είναι, άνθρωπος είναι, δεν ξέρουν.
«Μωρέ, ποιος είσαι συ ;»
«Εγώ, ο κασιδιάρης· κουφάρι ήμουν, περιστέρι γίνηκα· φτερά έχω να πετάξω στα επουράνια».
Τρέχουν κοντά, τον κοιτάζουν από δω, τον φέρνουν από κει, τον καλογνωρίζουν.
«Αμ’ ποιος σ’ έκαμ’ έτσι ;»
«Τος και τος, ήβρα τ’ αθάνατο νερό».
«Πώς ; Πού ;»
«Μέσα στη σπηλιά».
Ακούνε και θαμάζουν, ρίχνουν ό,τι είχαν στα χέρια τους και τρέχουν στη σπηλιά. Φτάνουν έξω από τη σπηλιά, πιάνουν φιλονικία.
«Όχι, εγώ θα μπω πρώτος».
«Όχι, εγώ».
Λόγο προς λόγο πιάνονται στα χέρια. Πιάνονται στα χέρια, τραβούν τα στιλέτα, μεκελοκόβονται. Να τι θα ειπεί παλιόκοσμος ! Για να έβρουν την αθανασία, ήβραν όλοι το θάνατο εμπρός στη πηγή της !

Το ναυτόπουλο, καθώς είδε αυτά, πηδάει στ’ ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν βάρκες στη θάλασσα, α-λα τα χέρια στα κουπιά, βγαίνουν έξω. Μαθαίνουν και κείνοι το θάμα, ρίχνονται όλοι στη σπηλιά· μα αντί αν χωρίσουν, πιάνουν τη φιλονικία.
«Όχι, εγώ θα μπω πρώτος».
«Όχι, εγώ».
Λόγο προς λόγο πιάνονται στα χέρια, τραβούν τα στιλέτα, μεκελοκόβονται και κείνοι.

Το ναυτόπουλο, βλέποντας έτσι, πηδάει πάλι στ’ ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Βάνει τις φωνές, ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν και τις επίλοιπες βάρκες στη θάλασσα, βάνουν όλο το τσούρμο μέσα και βγαίνουν έξω οι καπετάνοι. Βγαίνουν έξω, ρίχνονται από δω, τρέχουν από κει, φωνάζουν, βρίζουν, φοβερίζουν· μα ποιος τους ακούει ; Όλοι οι άντρες είναι πιασμένοι στα χέρια. Μανία σκοτωμού κι αιμάτου δίψα κυρίευε καθέναν που πλησίαζε σε κείνη τη σπηλιά, λες και άχνιζε γύρω του Κάη ο θυμός. Οι ναύτες με τα στιλέτα θρήνο έκαναν, οι σκλάβοι, που δεν είαν στιλέτα, σήκωναν τις αλυσίδες και με την πρώτη άνοιγαν τον τάφο του εχθρού. Όσοι δεν είχαν αλυσίδες, πέτρες σήκωναν· κι όσοι δεν είχαν πέτρες, είχαν τα δόντια και τα νύχια τους, που κατέβαζαν λουρίδες το κρέας. Το αίμα έβαφε τις πλάκες περίγυρα. Οι σάρκες σπαρτάριζαν κοψίδια στα μαύρα χώματα. Οι σκοτωμένοι έφραζαν την πόρτα της σπηλιάς κι οι λαβωμένοι βαρυβογκούσαν. Ωστόσο δεν έπαυε ο σκοτωμός. Η δίψα του αιμάτου όσο πήγαινε όλο μεγάλωνε. Οι ίδιοι οι καπετάνοι άρχισαν να νιω΄θουν κάποιο άφαντο χέρι να τους σπρώχνει στο χαμό και δυο-τρεις φορές έφεραν το χέρι στο στιλέτο και γλυκόσυραν τη μισή λάμα έξω από το θηκάρι της. Μα κρατήθηκαν.

«Μωρέ σκυλιά, τι κάνουμε !» είπαν αναμεταξύ τους. «Τούτο είναι θείκή κατάρα ! … Σε τι κριματίσαμε κι ήρθαμε να σφαγούμε συνατοί μας εδώ στον έρμο βράχο ! …»
Ρίχνονται αμέσως στα γόνατα, κλαίνε, μύρονται, σταυροκοπιένται.
«Αμάν, Θεέ΄μου, σώσε μας από το κακό και ταζόμαστε όλοι στη χάρη σου ! Ξεχνούμε τον κόσμο και τα καλά του· παρατούμε γυναίκες και παιδιά· έλεος !»

Μόλις τάχτηκαν οι καπετάνοι, αμέσως έπαψε το κακό. Μεμιάς συνήρθε το τσούρμο. Σαν να μην ήξεραν τι έκαναν ως τώρα, είδαν με φρίκη το σκοτωμό και τα αίματα εμπρός τους. Πέταξαν στη θάλασσα τα στιλέτα και άρχισαν να κλαίνε τους συντρόφους που σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Οι καπετάνοι πήραν τότε το ναυτόπουλο να τους δείξει τη σπηλιά για να έβρουν το αθάνατο νερό. Άμα το έβρουν, σκέφτηκαν, ανασταίνουν εύκολα τους σκοτωμένους. Πάνε μέσα στη σπηλιά, ψάχνουν από δω, γυρεύουν από κει· σταλιά νερό. Ο φόνος το μόλεψε κι έφυγε από το μάτι του ανθρώπου· μαζί χάθηκε και το ψαράκι. Φαρμακωμένοι βγήκαν έξω οι καπετάνοι. Αλλ’ ώσπου να έβγουν, ακούνε που φρεσκάριζε ο καιρός. Ζωντανά τα κύματα άρχισαν να δέρνονται στα ριζιμιά σπηλάδια.

«Τις βάρκες, μωρέ παιδιά !» φωνάζουν δυνατά.
Ώστε να το ειπούν, οι βάρκες βρίσκονται καρφωμένες στα δόντια του βράχου και ροκανίζονται αργά και άσφαλτα με τον αφρό του κυμάτου. Απελπισμένοι πηδάνε στ’ ορθολίθι ν’ αγναντέψουν τις φρεγάδες. Μα πού φρεγάδες ; Το κύμα που ερχότανε δυναμωμένο από του Τσιρίγου το στενό κι ο άνεμος, άξιοι κι οι δυο γεμιτζήδες, πόδισαν τα καμαρωτά πλεούμενα και τους έδωκαν δρόμο στ’ ανοιχτά.

Οι καπετάνοι πέφτουν στα γόνατα. Φως φανερά έβλεπαν πως ήταν θέλημα Θεού ν’ απομείνουν στο φοβερό ακρωτήρι. Ένα με το άλλο έχτισαν εκεί τα εικοσι τέσσερα μοναστήρια. Μα το αθάνατο νερό δεν ξαναφάνηκε. Μόνο δυο φορές το χρόνο, στην πρώτη Ανάσταση του Σωτήρος, την ώρα που ανοίγουν τα επουράνια, ο βράχος ρίχνει από μια στάλα στη γη. Πολλοί πηγαίνουν και ξενυχτούν μέσα στη σπηλιά, καλόγεροι και λαϊκοί, άντρες και γυναίκες, με τα μαντίλια στο χέρι και τα μάτια κολλημένα στου βράχου το μακαριστό μαστάρι. Όμως άδικα ξενυχτούν. Ο βράχος το βγάζει κι η γη ζηλιάρα το αναρρουφά ευθύς. Φοβάται, λες, μην τ’ αποχτήσει ο μαύρος άνθρωπος και γλιτώσει από το φοβερό της χωνευτήρι. Κι οι ξενυχτισμένοι φεύγουν κάθε χρόνο με την ίδια πίκρα στην ψυχή, χωρίς να ιδούν άλλο παρά τα κάτασπρα κόκαλα που κείτονται βωμός ακόμη στη μέση της σπηλιάς.

Εγώ είδα τα κόκαλα και γω άκουσα για τις φρεγάδες τις βασιλικές. Αφού παράδειραν για χρόνια στ’ ανοιχτά, κατέβηκαν σύξυλες στον άμμο του βυθού. Η μία βρίσκεται στης Κρήτης τα νερά, η άλλη κάπου στη Ρόδο κι οι άλλες δυο ανάμεσα στα Δωδεκάνησα. Είναι ακόμα ίδιες κι απαράλλαχτες, όπως πρωτοφάνηκαν στα νερά του καβομαλιά. Είναι χυτές πρύμη-πλώρη κι έχουν τις αρματωσιές τους βασιλικές και κείνες. Τα κατάρτια τους ατόφια μπρούτζινα, από κάτω στη σκάτσα ως απάνω στη γαλέτα. Τις αντένες όλες ατσαλένιες, σχοινιά και ξάρτια από καμηλότριχα και τα πανιά τους ολομέταξα. Αν ρωτάς για τις κουπαστές και τις μπαταρίες τους, στο σύρμα είναι ντυμένες. Κι έχουν στην πλώρη για θαλασσομάχο ένα διαμαντοκόλλητο σταυρό, τρόμο των στοιχειών και φρίκη του κυμάτου. Στην πρύμη, επάνω στο τιμόνι, έχουν το Άγιο Βαγγέλιο και στο μεσανό κατάρτι, ψηλά, σ’ ένα δικέφαλο αϊτό, την Παναγιά που λάμπει – προσκυνώ τη χάρη της – σαν αυγερινός. Κάθε αυγή, με το πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου, οι φρεγάδες αστραποβολούν στα γαλανά νερά. Τώρα ψυχή δεν έχουν· έρμες είναι από ναύτες κι από καπετάνιους. Όμως θα έρθει η ώρα που ψυχή θα πάρουν και γοργόνες καστρορίχτισσες θα σμίξουν και θα σύρουν πάλι στο δρόμο τους. Και θα γυρίσουν νικηφόρες πίσω στα πατρογονικά μας τα λιμάνια, στο διξασμένο θρόνο του αναστημένου μας του Βασιλιά.

[1] Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, εκδόσεις Αλόη, Αθήνα 2002.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Πολιτική

παιγνίδια με τη φωτιά
(η Αίγυπτος δεν είναι η αρχή)
Όσοι πιστεύουν πως τα κινήματα των πολιτών σε Τυνησία και Αίγυπτο αντανακλούν, απλά, τη λαϊκή δυσαρέσκεια ύστερα από παρατεταμένες περιόδους καταπίεσης, διαφθοράς και κακοδιοίκησης απατώνται οικτρά. Όσοι πάλι θεωρούν τα κινήματα αυτά καινοφανή οφείλουν να ξεσκονίσουν λιγάκι τα βιβλία της ιστορίας. Όσοι τέλος εκτιμούν πως με την Αίγυπτο κλείνει ο κύκλος των ανατροπών που ξεκινά στην Τύνιδα λανθάνουν και στα δύο. Η Τύνιδα δεν ήταν η αρχή. Το Κάιρο κι η Αλεξάνδρια δεν είναι, μετά βεβαιότητας, το τέλος του χειμάρου της οργής. Κάθε φορά όμως που οι "μεγάλοι" του πλανήτη "ανάβουν" το φυτίλι, ξεχνούν πως η φωτιά δεν απειλεί να κάψει μόνο "τα ξερά", αλλά κι αυτούς ακόμα τους εμπρηστές. Το πρόβλημα για εμάς είναι πως ο δρόμος της φωτιάς περνά κι από τα μέρη μας.
Ι.Λ.
κόστος[1]

Διαδοχικοί Αμερικανοί πρόεδροι θεωρούσαν τη συνεργασία με τους βασιλείς του Μαρόκου χρήσιμη. Το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας γινόταν μέσω των διαύλων των υπηρεσιών πληροφοριών που είχαν εγκαθιδρυθεί τη δεκαετία του 1950 ήδη, από πασίγνωστα στελέχη της ψυχροπολεμικής εποχής, όπως ο Βέρνον Γουώλτερς. Αυτά τα στελέχη θεωρούσαν εύκολο και ευχάριστο το να πίνουν τσάι μέντας στα ανάκτορα του Ραμπάτ και της Καζαμπλάνκας και να ανταλλάσσουν αρρωστημένα μεσανατολικά πολιτικά κουτσομπολιά (οι Σαουδάραβες πρίγκιπες που περνούν από την Καζαμπλάνκα αναζητώντας παρθένες για να διαφθείρουν είναι μια ανεξάντλητη πηγή). Δεν έδιναν πολλή προσοχή στο τίμημα που πληρώνουν οι ΗΠΑ, για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη του Μαρόκου στην ειρηνευτική διαδικασία της Μέσης Ανατολής και στην αντιτρομοκρατική συνεργασία.

Το 1979 στο Ιράν, οι Αμερικανοί έφριξαν ανακαλύπτοντας το αληθινό κόστος της αμερικανικής φιλίας με τον σάχη. Όταν ανατράπηκε, η Αμερική έγινε ο «Μεγάλος Σατανάς» για δύο γενιές Ιρανών. Ο Μωάμεθ ΣΤ΄ του Μαρόκου δεν είναι σάχης. Με λίγη τύχη, οι προσεκτικές μεταρρυθμίσεις θα επιτύχουν. Πιθανότατα, οι σχέσεις των ΗΠΑ με την αυτού μεγαλειότητα ωφελούν τον μαροκινό πληθυσμό και τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα. Αυτή ήταν η πεποίθησή μου όταν υπηρετούσα στο Μαρόκο υπό τον πατέρα του Μωάμεθ ΣΤ΄ και ελπίζω να είναι ακόμη αληθινή. Το πιο δύσκολο καθήκον ενός διπλωμάτη είναι να ζυγίσει το κόστος και το όφελος της συνεργασίας με ένα αυταρχικό καθεστώς. Χωρίς να ακούνε τους Αχμέτ του κόσμου, οι διπλωμάτες δεν μπορούν να γνωρίσουν τους αληθινούς όρους των παζαριών τους με το διάβολο.

Σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολο να μιλήσει κανείς με τον Αχμέτ από ότι ήταν το 1986. Στην σημερινή ατμόσφαιρα έντασης των μέτρων ασφαλείας, ο αντικαταστάτης μου στην Καζαμπλάνκα θα δεχόταν επιπλήξεις γιατί τόλμησε να συνομιλήσει με έναν νεαρό ισλαμιστή που τριγυρνούσε άσκοπα έξω από το σπίτι του. Η μαροκινή αστυνομία θα τραβολογούσε τον Αχμέτ στο τμήμα για να τον φωτογραφήσει, να του πάρει δακτυλικά αποτυπώματα και να τον ανακρίνει αγενέστατα πριν τον προειδοποιήσει να βρει έναν πιο ασφαλή φανοστάστη για να διαβάζει. Ποιος ιδεαλιστής Αχμέτ έχοντας φρέσκα στο μυαλό του τα γεγονότα στις φυλακές του Άμπου Γκράιμπ, θα αποδεχόταν να συρθεί σε μια συνομιλία, για την πολιτική των ισλαμιστών, με εκπρόσωπο των Αμερικανών σταυροφόρων ; Και εγώ σήμερα θα θεωρούσα ασφαλέστερο να υποθέσω ότι ένας τέτοιος ευσυνείδητος νέος ή ήταν χαφιές μυστικής υπηρεσίας ή παρακολουθούσε για λογαριασμό κάποιας τρομοκρατικής ομάδας.

Ένα μελαγχολικό μάθημα, ένα από τα σκληρότερα μαθήματα για έναν ευσπλαχνικό διπλωμάτη, είναι πως η αμερικανική κυβέρνηση δεν ασχολείται με τη βοήθεια σε ξένους. Η βοήθεια που παρέχει ένα κράτος αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του και η βοήθεια προς τους συνανθρώπους είναι απλά ένα ευχάριστο υποπροϊόν. Εάν ήθελα να βοηθήσω τον Αχμέτ, έπρεπε να το κάνω μόνος μου. Έπρεπε να τον πληρώσω για να με διδάξει αραβικά, αλλά δεν έπρεπε ποτέ να τον είχα μπλέξει, όσο αθώα και σύντομη ήταν αυτή η εμπλοκή του, στον σκληρό, δαπανηρό κόσμο των μυστικών υπηρεσιών.


[1] Τζων Μπρέιντυ Κήσλινγκ, «Μαθήματα Διπλωματίας», σ. 461-462, εκδόσεις Λιβάνη.