Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Θέατρο σκιών και ηρώων

ο Καραγκίοζης ήρωας[1]

Τα ηρωικά έργα του Καραγκιόζη, όλα εμπνευσμένα από το 21 ή από άλλα ληστρικά ανδραγαθήματα, ήταν ο ρομαντισμός, ήταν ο φόρος τιμής που απένεμε το ζωντανό και πρωτόγονο αυτό θέατρο στη μόδα της εποχής. Ήταν όμως ένας νεοκλασικός ρομαντισμός. Στο κέντρο του ήταν οι αθάνατες μορφές των ηρώων ή απλών ληστών, η λατρεία του γενναίου ανδρός, του λεβέντη κι όμορφου που με το άκρο εγωκεντρισμό του ωφελεί τελικά όπως κι όταν θέλει αυτός το σύνολο. Ο υπέρ πίστεως και πατρίδος αγών των ωχρών ιδεολόγων, ανακατεύεται με το αιώνιο ιδανικό του Έλληνα, για τον γενναίο και ωραίο, που ανάμεσα στα καθήκοντα του χρήσιμου ηρωισμού του είναι κι ομορφιά του.

Ο Καραγκιόζης είναι ο σίφουνας της αρνήσεως όλων αυτών, η άρνηση των πάντψν που έχουν οι φτωχοί και αποτυχημένοι, αλλά και απελευθερωμένοι από κάθε δεσμό επιτυχίας. Μια άρνηση θερμή, ενθουσιώδης, τραγική (με τη δύναμη του τραγικού), μια άρνηση μέσα στην οποία να κρύβεται η πιο λυρική και η πιο αγνή ουσία της ζωής. Σ’ όλα αυτά τα δράματα κατοχής, όπως είναι όλες οι κωμωδίες του Καραγκιόζη, μιας Κατοχής που δεν αρχίζει με την Τούρκικη κατοχή, ούτε τελειώνει μ’ αυτήν. Σ’ όλα αυτά τα προβλήματα των κατεχομένων ανθρώπων η λύση έρχεται με την ηρωική έξοδο του κατεχομένου διά της διαλύσεως των πάντων από τη ζωική δύναμη. Ο Καραγκιόζης, λοιπόν, είναι ηρωικός όσο και οι ήρωες και οι ληστές, αλλά ο ηρωισμός του είναι πιο πνευματικός, όσο κι αν αυτό φανεί περίεργο ή αστείο.

Αν το δράμα του τύπου που δημιούργησε ο Σαρλώ, είναι το αιώνιο δράμα του δειλού, που θέλει να ξεπεράσει τη δειλία του, δεν είναι άσχετο με το δράμα του Καραγκιόζη, με το δράμα του εβραίου κατεχόμενου ή καταδιωκόμενου, με το πνεύμα του αιωνίως ανυπόταχτου Έλληνα, που τον τύλιγαν και που συνεχώς εξανίστατο. Αν η Τραγωδία λυτρώνει διά του ελέους, η κωμωδία λυτρώνει με το γκρέμισμα που φέρνει το γέλιο της τελικής διάλυσης. Ο κάθε ρόλος του καραγκιόζη είναι η γελοιογραφία, ή μάλλον η καταστροφή ενός ηρωικού προσώπου. Η καχυποψία, η οκνηρία του καταπιεζόμενου ήρωα γίνονται αρετές του κωμικού ήρωα που διαλύει για να νιώσει ελεύθερος. Όποιος δεν υποτάσσεται στο διαλυτικό του μένος, όποιος ελπίζει, όποιος υπολογίζει, όποιος συνδυάζει, περιφρονείται και ρεζιλεύεται.

Ο Χατζηαβάτης είναι ο αιώνιος δοσίλογος, αυτός που συμπράττει με τον κατακτητή, που ελπίζει μαζί του. Το σφάλμα του είναι ότι πιστεύει κι ελπίζει στο συμφέρον του, στη ζωή. Ο Καραγκιόζης του φέρεται όπως η Αντιγόνη στην Ισμήνη, η Ηλέκτρα στη Χρυσόθεμι, ο Φιλοκτήτης στον Οδυσσέα, ο Οιδίποδας στον γαλήνιο Κρέοντα, στον Πολυνείκη και στον Ετεοκλή.

Κάτω από τις καρπαζιές που ξυπνούν κι ενθουσιάζουν τους μικρούς θεατές, κάτω από τ’ αστεία, υπάρχει μια ηρωική μεγαλοπρέπεια ενός ασκητή – που όσο κι αν φαίνεται παράδοξο – θεωρεί ντροπή του να έχει σχέδια, μα που κρατά, εν τούτοις, ένα μέτρο στη βαθύτητά του. Κι ακριβώς, αυτή η βαθύτης του τίθεται στην εξυπηρέτηση μιας ευθυμης ειρωνείας και μιας διαλύσεως χωρίς κακία.


[1] Γιάννη Τσαρούχη, «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», σελ. 64-66, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1989.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Λαογραφία

περί της ελληνικής καταγωγής των Βλάχων[1]

Η ελληνική συνείδηση των Βλάχων από τους πρώτους κιόλας αιώνες της λατινοφώνησής τους, ήταν αταλάντευτη. Ο ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού, Προκόπιος (6ος αιώνας), αποκαλεί τους δίγλωσσους αυτούς Έλληνες: «Έλληνες εισίν, Ηπειρώται καλούμενοι άχρις Επιδάμνου πόλεως ήτοις επί θαλάττια οικέιται». Σημαντικότερη είναι η πληροφορία που μας δίνει ο Ιωάννης ο Λυδός, χρονικογράφος και καθηγητής της ρητορικής στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης: «Νόμος αρχαίοις ην πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις επάρχοις, τάχα σε και ταις άλλαις των αρχών, τοις Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασιν … Τα δε περί την χερσόνησον (του Αίμου) πραττόμενα παντα την αρχαιότητα διαφύλαξεν εξ ανάγκης διά το τους αυτής οικήτορας καίπερ Έλληνας εκ του πλείονος όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή και μάλιστα τους δημοσιεύοντας»[2].

Σε απλή μετάφραση: Οι Έλληνες είναι πολυπληθέστεροι στην Βαλκανική, αλλά χρησιμοποιούν ως γλώσσα τους την Ρωμαϊκή (Ιταλική, όπως λέει ο Λυδός).

Ο Ρενέ Πινόν υποστηρίζει ότι μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού, σε ολόκληρη την Μακεδονία ομιλούνταν η λατινική (βλάχικη) γλώσσα. «Οι κάτοικοι των ορέων, οι ποιμένες, οι κτηνοτρόφοι, οι τεχνίτες, διατήρησαν ένα γλωσσικό ιδίωμα προερχόμενο κατ’ ευθείαν από την λατινική, η οποία φυσικότατα ομοιάζει πολύ με τη Ρουμανική της αρχαίας Δακίας. Οι Βλάχοι επομένως, δεν είναι ιδιαίτερος λαός, κλάδος του Ρουμανικού λαού πλανηθέντος ανά την Πίνδο, αλλά είναι απλούστατα εκλατινισθέντες Μακεδόνες.

Όλες οι ιστορικές πηγές, δείχνουν πως οι Βλάχοι ζουν αδιάλειπτα στην Ηπειρομακεδονία από την ημέρα που λατινοφώνησαν, ενώ δεν υπάρχει καμία πηγή που να αναφέρει κάθοδό τους από περιοχές βόρεια του Δούναβη. Είναι άλλωστε παράδοξο να υπάρχουν πλήρεις πηγές για τις μετακινήσεις όλων των λαών και πληθυσμών, απ’ τις μεγάλες μεταναστεύσεις του 5ου και 6ου αιώνα μέχρι και την κάθοδο των Αρβανιτών τον 11ο αιώνα και να μην υπάρχει καμία πηγή για τις υποτιθέμενες μετακινήσεις των Βλάχων.

Ο ίδιος ο κορυφαίος Ρουμάνος Βυζαντινολόγος Νίκολα Γιόργκα, παραδέχεται ότι «μεταξύ των Βλάχων της Ρουμανίας και της Ηπειρομακεδονίας, ουδεμία άλλη σχέση πλην της γλωσσικής υπάρχει».
…
Η Μοσχόπολη ήταν το ιστορικό κέντρο των Βλάχων, πόλη που μαζί με τα Γιάννενα ήταν τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα του Ελληνισμού στη νεότερη ιστορία του. Στη Μοσχόπολη λειτούργησε το πρώτο ελλαδικό τυπογραφείο, υπό τη διέυθυνση του Ιερομονάχου Γρηγορίου Κωνσταντινίδη. Στη Μοσχόπολη λειτούργησαν και τα δύο πρώτα σχολεία του Ελληνισμού[3], το «Ελληνικόν Φροντιστήριον», που αργότερα θα γίνει «Νέα Ακαδημία» και θα προσφέρει γνώσεις όχι απλά σχολικού, αλλά Πανεπιστημιακού επιπέδου. Την Ακαδημία αυτή ίδρυσε ο Μοσχοπολίτης Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωάσαφ, από προσφορές Βλάχων. Στην Ακαδημία, θήτευσαν και οι πρώτοι μεγάλοι δάσκαλοι του Γένους Διονύσιος Ματισιώτης, Θεόδωρος Καβαλιώτης, Αμβρόσιος Παμπέρης, Γρηγόριος Κωνσταντινίδης, Ιωάννης Αδάμης, Μιχαήλ Γκάρης, Κων/νος Βρέττας, Αθανάσιος Οικονόμου και πολλοί άλλοι. Στην Ακαδημία εκπονήθηκε πρώτο λεξικό των 4 Βαλκανικών γλωσσών από τον Φιλόσοφο Δανιήλ: Ελληνό-Αλβανικό-Βλαχικό-Βουλγαρικό.

[1] Στέφανου Ν. Σωτηρίου, «Οι Βλαχόφωνοι του Ευρωπαϊκού και Βαλκανικού χώρου», σελ. 29 επ., εκδόσεις Πελασγός, 1998.
[2] Ιωάννης Λυδός, «Περί αρχών της Ρωμαϊκής Πολιτείας».
[3] τα άλλα δύο στα Γιάννενα

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

Μνημεία του Λόγου

οι απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας[1]

Οι ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι βυθισμένες, όπως αυτές του δένδρου, στη λαϊκή γλωσσολογοτεχνική δημιουργία του Μεσαίωνα. Προδρομικά μνημεία του λόγου είναι τα δημοτικά τραγούδια, που δεν διασώθηκαν παρά μόνο ελάχιστοι σατιρικοί στίχοι τους. Προηγήθηκε ένα μακρότατο διαμορφωτικό στάδιο λαϊκής δημιουργίας. Πολλά χρόνια πριν απ’ τον 9ο αιώνα η νεοελληνική δημοτική γλώσσα παρουσιάζεται διαμορφωμένη στα βασικά της γνωρίσματα: στη μορφή της, στην προσφορά της και στα μέτρα της. Μέσα στον 11ο αιώνα παίρνει την τελική της διαμόρφωση και γίνεται όργανο της νέας λογοτεχνίας. Σε χειρόγραφο του ιε΄ αιώνα σώθηκε το αρχαιότερο ακριτικό τραγούδι: Του υιού του Αρμούρη, που σώθηκε παράλληλα και στο στόμα του λαού[2]. Το τραγούδι αυτό απηχεί γεγονότα ιστορικά του θ΄αιώνα και αναφέρεται στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, που στα 859, ύστερα από θριαμβευτικές νίκες κατά των Αράβων, πέρασε τον Ευφράτη ποταμό και τους εκδικήθηκε για την καταστροφή της πατρίδας του, του Αμορίου. Το τραγούδι αυτό παρουσιάζει αρχέτυπο χαρακτήρα. Έχει γλώσσα, στίχο, σύνθεση, τεχνική, που μαρτυρούν ένα προηγμένο στάδιο δημοτικής γλωσσοτεχνικής καλλιέργειας. Σημειώνει τις αρχές της ακριτικής ποίησης και της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μέσα στο δέκατο αιώνα, και συγκεκριμένα μέσα στο πρώτο του τέταρτο (900-925), τα ακριτικά τραγούδια πλάθονται και ψάλλονται από ραψωδούς στην Παφλαγονία. Ο επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας (850-932) σ’ ένα σχόλιό του μας πληροφορεί, ότι στην εποχή του αφθονούσαν «οι κατάρατοι Παφλαγόνες αγύρται[3], ωδάς τινας συμπλάσαντες, πάθη περιέχουσας ενδόξων ανδρών και προς οβολόν άδοντες καθ’ εκάστην οικίαν». Ο Αρέθας θαυμάζει τους ραψωδούς αυτούς της Παφλαγονίας και τους ονομάζει καταράτους[4]. «Ενδόξους άνδρας» εννοεί ο Αρέθας τους Ακριτικούς ήρωες. Η Παφλαγονία είναι η σκηνή και η κοιτίδα των Ακριτικών τραγουδιών[5]. Από εκεί διαδόθηκαν σ’ όλες τις περιοχές της Μικρασίας, του Πόντου και των νησιών[6]. Μέσα σ’ έναν αιώνα έγιναν πανελλήνια, επιβάλανε το Διγενή σαν επική μορφή, σα νέον Αχιλλέα. Στα 1143 περίπου ο Πτωχοπρόδρομος αποκαλέι τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό «νέον Ακρίτην». Μέσα σ’ αυτή την περίοδο (925-1143) το Ακριτικό έπος πήρε πανελλήνια διάδοση και κύρος, και ανύψωσε τη μορφή του Ακρίτα σε σύμβολο και πρότυπο μυθικό, ώστε μ’ αυτό να παραβάλλονται και μ’ αυτό να υμνούνται οι ένδοξοι αυτοκράτορες. Η αίγλη αυτή ήταν εκείνη, που έδωσε στον ανώνυμο λόγιο την ώθηση να συνθέσει το Ακριτικό έπος[7] και να κινήσει τόσους άλλους σύγχρονους και κατοπινούς, να κάνουν συμπληρώσεις του και με τόσες γλωσσικές μορφές[8]. Το παλαιότερο απ’ αυτά είναι το χειρόγραφο του Εσκοριάλ σε λαϊκό ύφος και δημοτική μορφή. Έχει στίχους σαν αυτούς:

Στράτορα, πρωτοστράτορα και πρώτη των στρατόρων
απόστρωσε τον μαύρον σου και στρώσε μου τον γρίβαν
τον είχε πάντα ο θείος μου εις τας ανδραγαθίας …
και κρέμασε στην σέλλαν μου και το βαρύ σπαθί μου …

Τα Ακριτικά λοιπόν τραγούδια, που αποτελούσαν ολάκερο επικό κύκλο, και το Ακριτικό έπος, που στηρίζεται σ’ αυτά και αναχωνεύει ένα μεγάλο μέρος της ύλης τους, παρουσιασμένα μέσα στην περίοδο 925-1050, αποτελούν τα πρώτα μνημεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και σημειώνουν τις αρχές της.

[1] Γ. Βαλέτας, Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 19-20, εκδόσεις Πέτρου Κ. Ράνου, Αθήνα 1966.
[2] Καρπαθιάκες και Κυπριακές παραλλαγές.
[3] γυρολόγοι αοιδοί.
[4] δαιμονίους, διαβολεμένους, ευφυέστατους.
[5] Σ. Κουγέα, Λαογραφία Δ΄ 239-240 και Ν. Πολίτη, Το εθνικόν έπος των νεωτέρων Ελλήνων, σελ. 23.
[6] ιδίως στην Κύπρο.
[7] Ακριτηίδα.
[8] δημοτική, καθαρεύουσα, μικτή.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

περί γραφής

Ο πάπυρος[1]

Ο πάπυρος, που ήταν αρχικά επίθετο της αιγυπτιακής γλώσσας και σήμαινε «βασιλικός»[2], είναι ένα φυτό των τελμάτων, που παλαιότερα φύτρωνε στην κοιλάδα του Νείλου, σε διάφορες περιοχές της Συρίας, στη Μεσοποταμία και στην Παλαιστίνη, κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ. Σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί και βρίσκεται μόνο στην τροπική Αφρική και σε μερικές περιοχές της Σικελίας, κυρίως στην περιοχή των συρακουσών. Το φυτό αυτό, που ο Λινναίος του έδωσε την επιστημονική ονομασία Cyperus Papyrus, χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους κυρίως για την κατασκευή παπύρινου χαρτιού αλλά και για διάφορες άλλες χρήσεις: την κατασκευή ελαφρών πλοιαρίων, υφαντικών ινών, υποδημάτων, φιτιλιών για λαμπάδες, αφιερωματικών στεφανιών και, τέλος, ως φάρμακο.

Με βάση ένα χωρίο του Πλινίου του Πρεσβυτέρου[3], μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα διάφορα στάδια της κατασκευής του χαρτιού από πάπυρο. Το στέλεχος του φυτού, που έφτανε σε ύψος τα πέντε μέτρα, το έκοβαν κατά μήκος σε λεπτότατες λωρίδες[4]. Τις λωρίδες αυτές τις άπλωναν σε ένα στρώμα, τη μια κολλητά με την άλλη, πάνω σε ένα τραπέζι ή άλλη επίπεδη επιφάνεια, και τις έβρεχαν με νερό του Νείλου. Πάνω στο πρώτο στρώμα τοποθετούσαν ένα άλλο, κάθετα προς αυτό. Σχηματιζόταν έτσι ένα πλέγμα, που το συμπίεζαν σε ένα πιεστήριο. Με την πίεση έβγαινε από τις χλωρές ακόμη ίνες του φυτού μια κολλητική ουσία[5], και έτσι τα δύο στρώματα ενώνονταν απόλυτα μεταξύ τους και σχημάτιζαν ένα ενιαίο φύλλο, που το ονόμαζαν plagula ή scheda. Καθεμιάν από τις plagulae αυτές, αφού την ξέραιναν στον ήλιο, τη χτυπούσαν με ένα σφυρί, για να φύγουν ενδεχόμενες ανωμαλίες, και την πασπάλιζαν με αλευρόκολλα, για να γίνει πιο λεία η επίφάνειά της. Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας αυτής το τεμάχιο του παπύρου λεγόταν κόλλημα, και πραγματικά αμέσως έπειτα ο κολλητής αφού έκοβε τα μεμονωμένα φύλλα στο μέγεθος που ήθελε, τα ένωνε ύστερα με κόλλα και σχημάτιζε μια μεγάλη σε μάκρος επιφάνεια. Το πρώτο φύλλο το έλεγαν πρωτόκολλον και το τελευταίο εσχατοκόλλιον.

Ονομάζουμε συνήθως recto του παπύρου την όψη όπου οι ίνες είναι κάθετες προς τα κολλήματα και οι στίχοι της γραφής βαίνουν κατά μήκος των ινών. Αντίθετα, ονομάζουμε verso την όψη όπου οι ίνες βαίνουν παράλληλα προς το κόλλημα, και η γραφή αντίθετα προς αυτές. Στα επίσημα έγγραφα και στις πολυτελείς εκδόσεις μόνο το recto προοριζόταν για γραφή. Αλλά επειδή ο πάπυρος ήταν πάντοτε πολύ ακριβός[6], δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο ένα εμπόριο χαρτιού από πάπυρο με γραμμένο το recto αλλά άγραφο ακόμη το verso, που το πουλούσαν σε χαμηλή τιμή. Έτσι έχουμε τους οπισθόγραφους παπύρους, γραμμένους δηλαδή και στις δύο όψεις. Κατά κανόνα, στους παπύρους αυτούς η γραφή του recto πρέπει να θεωρείται αρχαιότερη από τη γραφή του verso.
…
Ο πάπυρος ήταν το κοινότερο υλικό γραφής σε ολόκληρη την κλασσική Αρχαιότητα. Πατρίδα του είναι η Αίγυπτος, και τα αρχαιότερα δείγματά του, με ιερογλυφική γραφή, χρονολογούνται σε εποχή που απέχει πάνω από 3.000 χρόνια από τη γέννηση του Χριστού. Αλλά κύλινδροι παπύρου εικονίζονται σε παραστάσεις αιγυπτιακών ναών που ανήκουν σε ακόμη παλαιότερη εποχή. Αρχικά οι Έλληνες δεν έκαναν την εισαγωγή του παπύρου απευθείας από την Αίγυπτο, αλλά τον αγόραζαν από τους Φοίνικες. Αυτό το αποδεικνύει καθαρά μια άλλη ελληνική ονομασία του παπύρου, ήδη γνωστή στον Αισχύλο: βύβλος[7]. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την ομώνυμη ακμαία πόλη της Φοινίκης, που πρέπει να ήταν το κυριότερο κέντρο εμπορίας παπύρου.

Γνωστός στην Ελλάδα πριν από την εποχή του Ηροδότου, που τον αναφέρει ως κανονική ύλη γραφής, ο πάπυρος χρησίμευσε σχεδόν αποκλειστικά για τη γραφή όλων των φιλολογικών και των δικαιοπρακτικών κειμένων ως τον 4ο αιώνα μΧ, όπως θα δούμε παρακάτω. Το αρχαιότερο χρονολογημένο έγγραφο σε πάπυρο είναι ένα γαμήλιο σύμβόλαιο του 311 πΧ, που βρέθηκε στην Ελεφαντίνη της Αιγύπτου. Στη Ρώμη, όπου πιστεύεται ότι ο πάπυρος πρωτοέφτασε τον τελευταίο αιώνα της δημοκρατικής περιόδου, σύγχρονα με τη διάδοση των πρωτων φιλολογικών έργων, χρησιμοποιήθηκλε ως τον 4ο αιώνα μΧ, και ύστερα άρχισε να εξαφανίζεται. Κατά το Μεσαίωνα η χρήση του ήταν σποραδική.

Ο πάπυρος είναι υλικό αρκετά ευθρυπτο, που διατηρείται μόνο σε ξηρά εδάφη, σε μέρη που δεν έρχονται σε επαφή με τον αέρα. Ως το πρώτο μισό του 18ου αιώνα δεν ήταν γνωστά παρά ελάχιστα τεμάχια παπύρου. Η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1752. Στο Ηράκλειο[8], στην έπαυλη του Καλπουρλινίου Πίσωνα, φίλου του Κικέρωνα, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στη λάβα από την έκρηξη του Βεζουβίου[9], βρέθηκαν μισοκαμένοι και τσαλακωμένοι κύλινδροι παπύρου με ελληνική γραφή. Στα δύο χρόνια που κράτησε η έρευνα βρέθηκαν στην ίδια έπαυλη και σε γειτονικές κατοικίες πάνω από 1.800 παρόμοιοι κύλινδροι. Ένα μέρος τους περιελάμβανε έργα του επικούρειου φιλοσόφου Φιλοδήμου. Στα τέλη του ίδιου αιώνα άρχισαν να γίνονται οι πρώτες ανακαλύψεις παπύρων στην Αίγυπτο, αλλά μόλις την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα[10] πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες επιστημονικές αποστολές στην Οξύρυγχο, που συνεχίστηκαν έπειτα και στον αιώνα μας[11]. Έτσι άρχισε να συγκεντρώνεται ένας πλούσιος θησαυρός, αποτελούμενος από χιλιάδες φιλολογικά κείμενα και έγγραφα, πολλά από τα οποία παραμένουν ακόμη αδιάβαστα και ανέκδοτα. Η τόση αφθονία του υλικού συντέλεσε πολύ στην ανάπτυξη της παπυρολογίας ως ανεξάρτητης ιστορικής επιστήμης.

[1] Ελπίντιο Μιόνι, Εισαγωγή στην Ελληνική Παλαιογραφία, σελ. 28-30, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994.
[2] στα ελληνικά πάπυρος, βύβλος και αργότερα βίβλος.
[3] ΧΙΙΙ 12-13.
[4] philyrae
[5] turbidum glutinum
[6] τον θεωρούσαν ως εμπόρευμα πολυτελείας και γι’ αυτό επέβαλλαν στην εμπορία του υψηλούς φόρους.
[7] Ικέτιδες 947.
[8] Herculaneum.
[9] 79 πΧ.
[10] 19ου.
[11] 20ο.

σχετικά άρθρα: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post_18.html

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Ιστορικές Μνήμες

Τα χιλιοειπωμένα[1]

Είχα παρακολουθήσει τη Μικρασιατική Εκστρατεία του 1921 από τη Σμύρνη μέχρι και πέραν του Σαγγαρίου, ως πολεμικός ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων.

Έζησα έντονα τη μεγαλειώδη εκείνη προσπάθεια του Γένους σε όλες τις φάσεις της, επικές και δραματικές.

Απεκόμισα ανεξίτηλες εντυπώσεις, αξερίζωτα βιώματα.

Δεν είμαι καθόλου πολεμοχαρής.

Δεν δύναμαι όμως ν’ αποκρύψω τα αισθήματα θαυμασμού και περηφάνειας, που συγκλόνιζαν την ψυχή μου όταν αντίκρυζα εκ του πλησίον τις ελληνικές φάλαγγες να προελαύνουν νικηφόρες στα βάθη της Μικράς Ασίας, τα πανταχού κατάσπαρτα από ιστορικά ίχνη, από σεπτά κειμήλια, από αθάνατα λείψανα του αρχαιοελληνικού, του ελληνιστικού και του βυζαντινού πολιτισμού μας.

Ασταθείς είναι πάντοτε των πολέμων οι τύχες …

Αν η εκστρατεία εκείνη είχε, για τους γνωστούς εσωγενείς και εξωγενείς λόγους, άδοξο τέλος και καταστροφική συνέπεια, παρά τούτο, ασυγχώρητη θα ήταν εθνική παράλειψι και αγνωμοσύνη να παροραθούν και να αγνοηθούν τα επιτευχθέντα τότε σπουδαία κατορθώματα του Εθνικού μας Στρατού, που προσθέτουν σελίδες τιμής στην ιστορία της πολεμικής αρετής των Ελλήνων.

Ανήκει για τούτο πας αίνος στους ηρωικούς άθλους των μαχητών της Μικράς Ασίας – όπως ανήκει πας θρήνος στο αποτρόπαιο ξερίζωμα του Ελληνισμού της, που υπερβαίνει σε απανθρωπιά κάθε πολεμικήν αιματοχυσία.

Το Ελληνικόν Έθνος οφείλει να μη λησμονήση ποτέ, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ούτε το πολεμικό άθλημα ούτε το φυλετικό ξερίζωμα. Όπως δεν ελησμόνησεν επί τέσσερες αιώνες το 1453, έτσι δεν πρέπει να λησμονηθή, ακόμη κι αν χρειαστούν αιώνες, το 1922.

Έθνη που λησμονούν εύκολα, είτε τους θριάμβους των είτε τους ολέθρους των, είναι καταδικασμένα σε ιστορικόν εξαφανισμό.

Χιλιοειπωμένο είναι αυτό που λέγω. Αλλά στην πολυτάραχη εποχή των αδόκιμων και αλλοπρόσαλλων νεοκραυγασμάτων, που ζούμε, σκόπιμο είναι να ξανακούγωνται συχνότερα και τα δόκιμα, τα συνετά, τα σταθερά χιλιοειπωμένα …

[1] Γιώργου Αθάνα (1893 – 1987), Ιστορικά Μελετήματα, Εις μνήμην Μικρασίας, σελ. 258-259, Ίδρυμα Γ & Μ Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος 1998.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Αρμενιακά

Αραράτ – κεφάλαιο δεύτερο[1]

Το Αραράτ είναι παντού μες στην αρμένικη γλώσσα, στη μνήμη, στην ποίηση και στη ζωή. Δεν είναι όμως μες στα όρια του σημερινού κράτους, λείπει στην αιχμαλωσία.

Στο πόδι του έχει αφήσει την καθημερινή πληγή του.

Για να καταλάβουμε κι εμείς τί σημαίνει για τον Αρμένιο η καθημερινή πληγή του Αραράτ ας πάρουμε για παράδειγμα να χαράξουμε τα σύνορά μας κάπου στους πρόποδες της ακρόπολης γύρω – γύρω με τέτοιο τρόπο που όλη η Αθήνα να γίνει ένα αμφιθέατρο στραμμένο στον Παρθενώνα, αλλά τον ναό, τα αγάλματα και όλα τα άλλα, όπως τα έλεγε ο Μακρυγιάννης, να τα ‘χουν οι Τούρκοι, αποκεί και πίσω όλα να είναι τουρκιά κι εμείς να είμαστε στο αμφιθέατρο και ν’ αντικρίζουμε αυτό το θέαμα. Τον Μακρυγιάννη τον θύμισα σαν μια υπόμνηση του καιρού – θέλω να πω ότι δεν φτάνει απλώς να τα βλέπουμε αυτά, αλλά να βλέπουμε με τα μάτια της εποχής εκείνης. Έτσι κάπως είναι τα πράγματα εδώ – ανοίγοντας ο Αρμένιος την πόρτα βλέπει αντίκρυ το Αραράτ. Το βλέπει κι ευθύς στέλνει μια βλαστήμια εκεί που νομίζει ότι πρέπει να την κατευθύνει – σ’ αυτούς που κρατούν τον αιχμάλωτο, σε κείνους που συνέργησαν, σε κείνους που αδιαφόρησαν και ολιγώρησαν, σε πολλούς. Η ιστορία είναι μεγάλη. Έτσι αρχίζει τη μέρα του βλαστημώντας τους υπαίτιους και καλημερίζοντας το βουνό. Είναι μεγάλος αυτός ο πειρασμός. Γιατί και το θέαμα είναι μοναδικό. Συνήθως λέμε όλοι για τα βουνά μας: «το ωραιότερο του κόσμου». Ο καθένας για το δικό του. Εδώ όμως και ο ξένος που θα έρθει υποχρεώνεται ν’ αναγνωρίσει ότι το Αραράτ είναι πράγματι το ωραιότερο βουνό του κόσμου. Είναι κάτι το αξέχαστο. Δεν βλέπει κανείς μια πλαγιά ή μια πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή, πέντε χιλιάδες διακόσια μέτρα. Κάθε πρωί ο Αρμένιος τα βλέπει όλα σε μια παράταξη – τον Παρθενώνα – του, το Ερεχθείο, τα τείχη, τα αγάλματα. Ένα μοναδικό πανόραμα, όλοι οι αιχμάλωτοι στη σειρά. Ο μετς Μασίς, το μικρό Αραράτ, ένας τέλειος κώνος στο αριστερό άκρο, ύψος περίπου τέσσερις χιλιάδες μέτρα με τα χιόνια τώρα το καλοκαίρι λιανές μακρουλές πλεξίδες γαϊτανάκι γύρω στο πιο τέλειο βουνίσιο κεφάλι που μπορεί να φανταστεί κανείς, μοναδικό κι αλησμόνητο. Δίπλα ακριβώς ο γιγάντιος όγκος του αζάτ Μασίς, η μεγάλη κορυφή. Αυτή είναι αιωνίως μες στα σύννεφα κάτασπρα σας τα χιόνια. Πρέπει να είσαι τυχερός, να πέσεις σε καλή μέρα, για να δεις ως που φτάνει και πως γράφεται στον γαλανό ουρανό ο γκώδης σαν ένα τεράστιο οροπέδιο τρούλος του. Δεν είναι καθόλου εύκολο.

Όταν ο τσάρος Νικόλαος πήρε από τους Πέρσες αυτά τα εδάφη και τα προσάρτησε στην αυτοκρατορία του, κάμποσες ώρες στάθηκε εκεί αντίκρυ, αλλά ως το τέλος δεν μπόρεσε να δει τη μεγάλη κορυφή του Αραράτ. «Μα βγάλε επιτέλους το σκουφί σου και προσκύνα τον αφέντη σου !» του φώναξε. Έφυγε άπρακτος. Εκείνον όμως τον καιρό στον ποιητή Πούσκιν το Αραράτ αποκαλύφθηκε αμέσως. Ο Πούσκιν σκαστός από την Πετρούπολη πέρασε από τα μέρη αυτά πηγαίνοντας για το Ερζερούμ, πίσω από τα νικηφόρα ρωσικά στρατεύματα. Καλοκαίρι του 1829, δυο – τρεις μήνες πριν από τη συνθήκη της Αδριανούπολης. Αυτή που κατακύρωσε με τις μεγάλες σφραγίδες και τη δική μας ελευθερία. Σ’ αυτό το ταξίδι εμπνεύστηκε και τον τελευταίο χαιρετισμό στην αναγεννώμενη Ελλάδα. Στο οδοιπορικό του δίνει σύντομα τις εντυπώσεις του από το θρυλικό βουνό.

Με ξύπνησαν οι κοζάκοι το ξημέρωμα … Βγήκα από το αντίσκηνο στον καθαρόν αέρα. Μόλις έσκαγε ο ήλιος. Είδα πέρα στον ξάστερο ουρανό ν’ αστράφτει χιονισμένο ένα δικέφαλο βουνό. «Ποιο είναι κείνο το βουνό ;» ρώτησα κι όπως τέντωνα το κορμί μου να ξεμουδιάσει άκουσα την απάντηση: «Το Αραράτ». Τί δύναμη έχουν απάνω μας οι ήχοι ! Κοίταζα αχόρταγα αυτό το βιβλικό βουνό, είδα την κιβωτό αραγμένη στην κορυφή, ελπίδα της ανανέωσης και της ζωής κι από μέσα να πετούν το κοράκι κι η περιστερά, σύμβολα της θείας δίκης και της ειρήνης …

Ο Πούσκιν ήταν βιαστικός. Πέταξε τις λίγες αυτές γραμμές στο σημειωματάριό του και πηδησε στο άλογο να φτάσει μπροστά το στρατό που είχε ήδη πάρει από τους Τούρκους το Καρς και σε λίγο τους έπαιρνε και την Ερζερούμ, τη βυζαντινή Θεοδοσιούπολη. «Τα πήραν αλλά δεν τα κράτησαν» …

[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», σελ. 23-25, εκδόσεις Κέδρος, 1982.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

Ιστορία

Η ισχυροποίηση της αθηναϊκής δημοκρατίας[1]

Οι πολιτειακές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη θα συντελέσουν στην ανάπτυξη του αθηναϊκού κράτους τόσο από εσωτερική όσο και από εξωτερική άποψη. Αυτή την ανάπτυξη επιδίωξαν να ανακόψουν οι Σπαρτιάτες γιατί, κατά τον Ηρόδοτο, κατάλαβαν ότι αν οι Αθηναίοι μείνουν ελεύθεροι θα γίνουν ισοδύναμοι με αυτούς[2]. Εξάλλου ο Κλεομένης μετά την αποτυχία του να παραδώσει την αρχή στον Ισαγόρα «επιστάμενος περιυβρίσθαι» συγκέντρωσε στρατό από όλους τους Πελοποννησίους συμμάχους της Σπάρτης χωρίς να αποκαλύψει ότι είχε την πρόθεση να τιμωρήσει τους Αθηναίους και να επιβάλει τον Ισαγόρα ως τύραννο[3]. Παράλληλα συνεννοήθηκε με τους Θηβαίους και τους Χαλκιδείς ώστε να εισβάλουν στην Αττική ταυτόχρονα με τους Πελοποννησίους. Η με τόση φροντίδα προετοιμασία του Κλεομένη πήγαζε προφανώς από την προηγούμενη εμπειρία του, ότι η επιβολή της θέλησης της Σπάρτης δεν θα ήταν εύκολη επιχείρηση, και ότι μόνο με την ισχύ των όπλων θα μπορούσε να περιστείλει τη δύναμη του αθηναϊκού δήμου.

Οι Αθηναίοι είχαν βέβαια αντιδράσει με την επιτυχία στην πρώτη προσπάθεια του Κλεομένη να εγκαθιδρύσει ολιγαρχικό καθεστώς, περιμένοντας όμως νέα ισχυρότερη στρατιωτική επέμβαση αποφάσισαν να στείλουν πρέσβεις στις Σάρδεις «συμμαχίην βουλόμενοι ποιήσασθαι προς Πέρσας»[4].Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο σατράπης Αρταφέρνης προς τον οποίο οι πρέσβεις ανακοίνωσαν τον σκοπό της επίσκεψής τους έθεσε όρο για τη σύναψη συμμαχίας να προσφέρουν «γη ντε και ύδωρ», και ότι οι πρέσβεις δέχθηκαν και δήλωσαν υποταγή. Αλλά μετά την επιστροφή τους «αιτίας μεγάλας είχον»[5].

Ο Ηρόδοτος αποδίδει την προσπάθεια προσέγγισης των Περσών σε πρωτοβουλία Αθηναίων απαλλάσσοντας έτσι τον Κλεισθένη από οποιαδήποτε κατηγορία. Νεώτερος ερευνητής συνδέει τη στροφή της Αθήνας προς την Περσία με τον Κλεισθένη και υποστηρίζει ότι η επίπληξη των πρέσβεων οφειλόταν στο ότι μετά την επιστροφή τους είχε περάσει ο κίνδυνος που απειλούσε το καθεστώς[6]. Η εξέλιξη που είχε η συνδυασμένη κατά των Αθηνών επίθεση δεν αποκλείει αυτή την άποψη.

Ενώ ο στρατός των Πελοποννησίων οδηγούμενος από τους δύο βασιλείς της Σπάρτης, τον Αγιάδη Κλεομένη και τον Ευρυπωντίδη Δημάρατο, εισχωρούσε στην Αττική οι βοιωτοί είχαν κυριέψει την Οινόη και τις Υσιές «δήμους εσχάτους της Αττικής» και οι Χαλκιδείς λεηλατούσαν βορινούς δήμους της Αττικής προς την Χαλκίδα[7].

Από τις επιθέσεις αυτές οι Αθηναίοι έκριναν ως περισσότερο απειλητική εκείνη που προερχόταν από τους Πελοποννησίους και συγκεντρώθηκαν στην Ελευσίνα για να τους αντιμετωπίσουν. Αλλά «μελλόντων … συνάψειν τα στρατεύματα ες μάχην» αποκαλύφθηκε ο σκοπός της εκστρατείας με αποτέλεσμα την αποχώρηση των Κορινθίων και την αποδοκιμασία του Δημάρατου. Οι άλλοι σύμμαχοι τότε βλέποντας τους δύο βασιλείς να διαφωνούν μιμήθηκαν το παράδειγμα των Κορινθίων.

Η αποτυχία της εκστρατείας αποδόθηκε από τις αρχές της Σπάρτης στη διαφωνία των δύο βασιλέων γι’ αυτό και ορίσθηκε με νόμο ότι στο μέλλον ένας μόνο από τους βασιλείς θα ήταν ηγέτης του στρατού[8]. Επίσης από τότε η Σπάρτη δεν μπορούσε να επιβάλει την γνώμη της στους συμμάχους της, αλλά έπρεπε να συγκαλέσει τους εκπροσώπους της συμμαχίας σε συνέλευση και να σεβαστεί την απόφασή τους.

Μετά την αποχώρηση του στρατού των Πελοποννησίων οι Αθηναίοι βάδισαν κατά τα βόρεια για να αναχαιτίσουν το ιππικό των Χαλκιδέων. Επειδή όμως μόλις έφθασαν στον Εύριππο είδαν τους Βοιωτούς να πλησιάζουν στράφηκαν εναντίον τους και στη μάχη που έγινε φόνευσαν πολλούς και αιχμαλώτισαν 700. Την ίδια ημέρα πέρασαν τον Εύριππο και συνέτριψαν τους Χαλκιδείς. Επέβαλαν δε στους ηττημένους σκληρούς όρους: Φυλάκισαν αλυσοδεμένους τους αιχμαλώτους, ώσπου αποφάσισαν να τους απολύσουν παίρνοντας για τον καθένα δύο μνας. Με τη δεκάτη από τα λύτρα που είχαν εισπραχθεί κατασκεύασαν χάλκινο τέθριππο, που αφιέρωσαν στην Αθηνά, στη βάση του οποίου ήταν χαραγμένη η ακόλουθη επιγραφή:

ένθεα Βοιωτών και Χαλκιδέων δαμάσαντες
παίδες Αθηναίων έργμασιν εν πολέμω
δεσμώ εν αχλυόεντι έσβεσαν ύβριν.
Των ίππους δεκάτην Παλλάδι τάσδ’ έθεσαν
[9]

Επίσης, πήραν από τους Ιπποβότας της Χαλκίδος έκταση γης την οποία διαίρεσαν σε 4.000 κλήρους και τους παραχώρησαν σε ισάριθμους Αθηναίους ακτήμονες[10]. Έτσι αμείβονται οι υπερασπιστές της δημοκρατίας και ενισχύονται οι προφυλακές της.

Οι νίκες των Αθηναίων συνδέονται άμεσα με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Η διεύρυνση του σώματος των πολιτών, η ουσιαστική συμβολή τους στη διαχείριση των κοινών αφυπνίζουν το φρόνημά τους και ενισχύουν τους δεσμούς τους με την «πόλι», όπως διαπιστώνεται από το αποτέλεσμα των πολεμικών συγκρούσεων. Εξάλλου αυτό το ίδιο αποτέλεσμα ενισχύει την πίστη των πολιτών στην «ισονομία» και την «ισηγορία», που σημαίνουν αντίστοιχα ισότητα απέναντι στους νόμους και ελευθερία λόγου για πολιτικά ζητήματα. Στην ισηγορία αποδίδει ο Ηρόδοτος την αύξηση της δύναμης των Αθηνών, και για να αποδείξει τη σημασία της αντιπαραθέτει τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονταν οι Αθηναίοι όταν είχαν τυραννική κυβέρνηση και τη διάκρισή τους όταν απαλλάχθηκαν από τους τυράννους, και αντιπαραβάλλει την αλλοτρίωση που παρατηρείται εξαιτίας της τυραννίδος με το δυναμισμό που προέρχεται από την απόκτηση ελευθεριών[11].

[1] Άννα Ραμού – Χαψιάδη, «από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική», σελ. 173176, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1982.
[2] V. 91
[3] Ηρόδοτος, V. 74. 1
[4] Ηρόδοτος, V. 73. 1
[5] V. 73
[6] Burn, Persia and the Greeks, σ. 187
[7] Ηρόδοτος, V. 74. 2
[8] 506/5, Ηρόδοτος, V. 75
[9] Ηρόδοτος, V. 77
[10] κληρούχους
[11] V. 78

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

από την "μάχη" των φύλων

Ο «Χρυσός Αιώνας» της Αθήνας και οι άτυχες γυναίκες του[1]

Αν την ιστορία έγραφαν οι Ελληνίδες, από τη σκοπιά του φύλου τους, ουδέποτε θα είχαν διανοηθεί να χαρακτηρίσουν «χρυσό αιώνα» την 5η προχριστιανική εκατονταετία της Αθήνας. Χρυσός αιώνας μπορεί να ήταν για τους πατέρες, τους αδερφούς, τους συζύγους και τους γιους τους – εφόσον αυτοί δεν τύχαινε ν’ ανήκουν στη θεόφτωχη τάξη των θητών – που απολάμβαναν την υλική ευημερία και την πολιτική ισότητα της δημοκρατίας τους, που καλλιεργούσαν το σώμα και το πνεύμα τους, που οικοδομούσαν τ’ αθάνατα μνημεία τους. Όχι όμως και για κείνες, αφού το πεδίο δράσης που τους είχε ορίσει η αρσενική νομοθεσία δεν απλωνόταν παραπέρα από την αυλόπορτα του οίκου τους. Με τέτοιους όρους, η ζωή του θηλυκού πληθυσμού, αντί να προοδεύει παράλληλα με την πρόοδο της πρώτης ελληνικής πόλης, εμφανίζεται οπισθοδρομημένη σε σχέση με τους ομηρικούς χρόνους.

Δημιουργός του νομοθετικού πλέγματος που κατέτασσε τις γυναίκες στην κατηγορία του «δεύτερου φύλου» είναι ο Σόλωνας[2], εκφραστής και θεμελιωτής των τάσεων που επικρατούσαν ανάμεσα στους ομοφύλους του, αλλά και των δικών του προσωπικών τάσεων, αφού ήταν γνωστός θεράποντας της παιδεραστίας. Κατά το βιογράφο του Πλούταρχο, η αδυναμία του αυτή, πέρα από συγκεκριμένα περιστατικά, αποδείχνεται κι από τα ποιήματά του, ακόμη όμως κι από ένα νόμο του, που απαγόρευε στους δούλους ν’ αλείβονται με λάδι και ν’ αγωνίζονται στις παλαίστρες, αυτούς τους πρόσφορους τόπους δημιουργίας παιδεραστικών δεσμών, είτε να πλησιάζουν μ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο ερωτικά τους νέους. Γιατί, λέει ο Πλούταρχος, ο Σόλωνας θεωρούσε την ερωτική συναναστροφή με τους νέους ωραία και σοβαρή απασχόληση, γι’ αυτό και προσκαλούσε μονάχα τους άξιους, εκεί όπου απέκλειε τους ανάξιους[3]. Έτσι νομιμοποίησε μια κοινωνία παιδεραστική, με τις γυναίκες χωρισμένες σε κατηγορίες, ανάλογα με τη γενετήσια προσφορά τους: συζύγους, παλλακίδες, εταίρες, πόρνες. Όπως δήλωνε απροκάλυπτα στο δικαστήριο ένας ρήτορας, «τας μεν γαρ εταίρας ηδονής ένεκα έχομεν, τας δε παλλακίδας της καθ’ ημέραν θεραπείας του σώματος, τας δε γυναίκας (δηλαδή συζύγους) του παιδοποιείσθαι γνησίως και των ένδον φύλακα πιστήν έχειν»[4].

Μετά απ’ αυτά δεν είναι περίεργο που μια αξιόπρεπη νοικοκυρά του -5ου αιώνα, απασχολημένη αποκλειστικά με την τεκνοποίηση και τη διεύθυνση του οίκου της, ελάχιστα γνώριζε την πόλη «της», αυτή την Αθήνα που ο κόσμος ολόκληρος θαύμαζε ή ζήλευε, υμνούσε ή μισούσε. Έξω έβγαινε σπανιότατα, πάντα για συγκεκριμένο σκοπό, οπωσδήποτε με τη συνοδεία υπηρέτριας, ή ευνούχου, ή συγγενή, και ποτέ για ψώνια, μια και η δουλειά αυτή προοριζόταν αποκλειστικά για τους δούλους. Γενικά η αθηναϊκή κοινωνία αντιμετώπιζε την έξοδο της γυναίκας με καχυποψία, η οποία ήταν τόσο μεγαλύτερη, όσο η γυναίκα ήταν νεότερη. Ο ρήτορας Υπερείδης έλεγε πως η γυναίκα που βγαίνει από το σπίτι πρέπει να έχει τέτοια ηλικία, ώστε οι άντρες που τη συναντούν να μην αναρωτιούνται ποιος είναι ο σύζυγός της, αλλά ποιανού είναι η μητέρα.

Εδώ, βέβαια, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει τον Υπερείδη πώς άραγε οι διαβάτες θ’ αναρωτιόντουσαν τα παραπάνω, αφού η γυναίκα που έβγαινε έξω ήταν στην πραγματικότητα αόρατη: γύρω από το πρόσωπο είχε ένα σάκκον, ύφασμα που έμοιαζε με σακουλάκι, ή ένα κρήδεμνον[5], διάφανο ύφασμα που άφηνε έξω μόνο τα μάτια, ενώ το κεφάλι της ήταν τυλιγμένο σε μίτραν, κάτι σαν το σημερινό κεφαλομάντιλο. Μια από τις νόμιμες δικαιολογίες εξόδου για τη γυναίκα ήταν η μετάβαση στο θέατρο, αλλά μόνο για να παρακολουθήσει παράσταση τραγωδίας, γιατί οι κωμωδίες, με τη χοντρή κι αθυρόστομη σάτιρά τους, αποτελούσαν θέαμα-ακρόαμα αποκλειστικά αντρικό.

Καθώς οι απαγορεύσεις αυτές αναφέρονταν στην ημερήσια έξοδο, φαντάζεται κανείς πως αντιμετωπιζόταν η νυχτερινή. Ο σχετικός νόμος όριζε, για τη γυναίκα, «μη νύκτωρ πορεύεσθαι, πλην αμάξη κομιζομένη, λύχνου προφαίνοντος»[6]. Κι όσο για τις μετακινήσεις έξω από την πόλη, ο Σόλωνας, με φανερή απέχθεια για την ιδέα, είχε θεσπίσει πως η γυναίκα που ήθελε να βγει από την εξωτερική περίμετρο της Αθήνας δεν μπορούσε να έχει μαζί της περισσότερα από τρία κομμάτια ρουχισμού, ή περισσότερα τρόφιμα από την αξία ενός οβολού, ή περισσότερο νερό απ’ όσο χωράει σε κανάτι του ενός «πήχεος», δηλαδή ύψους από τον αγκώνα ως την άκρη του μικρού δαχτύλου. Γενικά ο δρόμος ήταν για τη γυναίκα κάτι σαν τον απαγορευμένο καρπό. Ο Αριστοφάνης λέει ότι, όχι μονάχα τα κορίτσια, αλλά και οι κυράδες, άσχετα από ηλικία, έπρεπε να κρατιούνται μακριά από τα παράθυρα, στο εσωτερικό του σπιτιού, για να μην τύχει και τις δει κανένας περαστικός[7]. Η προκατάληψη για το δρόμο ήταν τόση, ώστε όταν γύρισαν στην Αθήνα τ’ απομεινάρια του αθηναϊκού στρατού από τη φοβερή καταστροφή της Χαιρώνειας[8], οι γυναίκες μόλις που τόλμησαν να βγουν στις αυλόπορτες και να ρωτήσουν για τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, μα κι αυτό ακόμα θεωρήθηκε άπρεπο και για κείνες και για την πόλη τους[9].



* Η συνέχεια του άρθρου στην σελίδα του Δημοδιδάσκαλου: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post_11.html
[1] Θεόδωρου Καρζή, «Η γυναίκα στην αρχαιότητα», σ. 171 επ., εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1997.
[2] Ο Αθηναίος νομοθέτης Σόλωνας έζησε από το -640 ως το -560.
[3] Πλουτάρχου, Σόλων, 1.
[4] Δημοσθένη (;): Κατά Νεαίρας, 122. Η Νέαιρα ήταν μια πολύ γνωστή εταίρα, που ο ρήτορας Στέφανος την είχε φέρει στην Αθήνα, μαζί με τα τρία παιδιά της, και την παντρεύτηκε. Αργότερα, η Νέαιρα κατηγορήθηκε για ασέβεια στους νόμους και πέρασε από δίκη, όπου οι κατήγοροί της εκφώνησαν τον παραπάνω λόγο, γραμμένο ίσως από το Δημοσθένη, αλλά πιθανότερα από άλλον, άγνωστο ρήτορα.
[5] Ή κάλυμμα, ή καλύπτραν.
[6] Πλουτάρχου, Σόλων, 21.
[7] Αριστοφάνη, Θεσμοφοριάζουσαι, στ. 797.
[8] το -338 ο αθηναϊκός στρατός κατασφάχτηκε από τους Μακεδόνες.
[9] Λυκούργου, Κατά Λεωκράτους, 40.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

Φιλοσοφία

Γαληνός, περί ευδαιμονίας[1]

Ο Γαληνός, αντιθέτως με το όνομά του, που παραπέμπει σε εικόνα «ήσυχου» ανθρώπου, μόνο «γαληνός» δεν ήταν. Άνθρωπος μαχητικός και εριστικός, δηκτικός, περήφανος για τις γνώσεις, τις ανατομικές έρευνες, την πείρα και τις επιτυχίες του, θεωρούσε – δικαίως – τον εαυτό του αυθεντία. Σύμφωνος με το πνεύμα όλων των ελληνιστικών φιλοσοφιών, δεν αναγνώριζε καμία διάκριση μεταξύ ηθικής θεωρίας και πράξης: σε κάθε περίπτωση ο καθένας είναι αυτό που πράττει, και πράττει αυτό που είναι – ασχέτως τί μπορεί να ισχυρίζεται, προφορικά ή γραπτά, και είχε την αξίωση, οι γιατροί να είναι φιλόσοφοι και όχι απλοί επαγγελματίες.
…
Μετά τον Πλάτωνα, όλες οι φιλοσοφικές σχολές – με πρώτο, χρονικά, το Λύκειο του Αριστοτέλη – αναγνώριζαν ως υπέρτατο σκοπό και ύψιστο αγαθό της ανθρώπινης ζωής την επίγεια ευδαιμονία. Όλοι οι προβληματισμοί, οι διαφωνίες και διαμάχες μεταξύ των σχολών στον τομέα της ηθικής φιλοσοφίας, η φιλολογία περί αρετών, αξιών και παθών, τα ζητήματα εφαρμογής της φιλοσοφίας στην καθημερινή ζωή, όλα – επαναλαμβάνουμε – αφορούν στην επίτευξη της επίγειας ευδαιμονίας και μόνο σ’ αυτήν.

Αν ξύσουμε από την λέξη ευδαιμονία τη σκουριά δεκαεπτά χριστιανικών αιώνων, την διαβολή της εκκλησίας και την συνακόλουθη εννοιολογική υποβάθμιση της λέξης στην νεοελληνική μας γλώσσα, που θέλει την ευδαιμονία ταυτισμένη με ό,τι σήμερα εννοούμε ως «καλοζωΐα», αν δηλαδή καταφύγουμε στα αρχαία κείμενα, στον Αριστοτέλη, στον Επίκουρο, στους Στωικούς, τουλάχιστον θα γνωρίσουμε ότι η ευδαιμονία – σε αντίθεση με την «ευτυχία» όπως την εννοεί ο σημερινός άνθρωπος – οφείλεται προπάντων στην προσωπικότητα και στις αρετές μας, ότι προϋποθέτει μια συγκεκριμένη εσωτερική στάση. Η ίδια η λέξη παραπέμπει στην προσωπικότητα, στο «καλό θεϊκό στοιχείο» που έχουμε μέσα μας, και θεϊκό στοιχείο – εκείνο που «συγγενεύει» με το θείον – είναι ο νους. Αυτός έχει την ευθύνη, και όχι οι εξωτερικές περιστάσεις και τα γυρίσματα της τύχης. Κοινός τόπος όλων των σχολών της φιλοσοφίας (πλην των Ακαδημεικών σκεπτικών) είναι η θέση ότι η ευδαιμονία πηγάζει μέσα από την ψυχή του – φιλοσοφημένου – ανθρώπου και είναι αδιανόητη χωρίς τις τέσσερις θεμελιώδεις αρχαιοελληνικές αρετές: φρόνηση, ανδρεία, εγκράτεια, δικαιοσύνη.

Η Ηθική, λοιπόν, της μεταπλατωνικής «θύραθεν» φιλοσοφικής διδασκαλίας είναι ξένη προς ό,τι άλλο την διαδέχτηκε, από την εποχή που την έθεσε εκτός νόμου η χριστιανική εξουσία, ξένη προς την κατοπινή παράδοση, τα θεολογικά, θρησκευτικά, ιδεολογικοπολιτικά και φιλοσοφικά ηθικά συστήματα που κληρονόμησε ο σύγχρονος κόσμος (από τον Μέγα Βασίλειο και τον Αυγουστίνο μέχρι τον Καντ και τον 20ο αιώνα – με μικρή εξαίρεση κάποιων φιλοσόφων του Διαφωτισμού και άλλων μεμονωμένων στοχαστών όπως οι Σπινόζα, Μπένθαμ και Μιλ, των οποίων το έργο, φυσικά, είχε μηδαμινή απήχηση συγκριτικά με εκείνη των ελληνικών φιλοσοφικών σχολών στην εποχή της άνθησής τους), όπως επίσης και με την πλειονότητα σύγχρονων συμβουλευτικών ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων.

Δεν πρόκειται να καλάβουμε τον Γαληνό, τις ηθικές προτροπές και το απόλυτο και επιτακτικό ύφος του, αν τον διαβάσουμε φορώντας τους παραμορφωτικούς φακούς της σύγχρονης ηθικολογίας, αν, δηλαδή, ξεχάσουμε προς στιγμήν ότι το ζητούμενό του είναι οι όροι επίτευξης της επίγειας ευδαιμονίας[2], ένας από τους οποίους είναι η γαλήνη της ψυχής. Θα νομίσουμε ότι νουθετεί σαν σύγχρονος ιδεολόγος ή σαν χριστιανός ιεροκήρυκας.

[1] Γαληνός, «Για της ψυχής τα πάθη και τα λάθη», PN Singer, Εισαγωγή στον Γαληνό, σελ. 9-11, Θύραθεν εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 2003.
[2] Ο ίδιος, άλλωστε, κάνει πολύ σύντομες νύξεις επ’ αυτού, ως αυτονόητου [χωρίο όπου μνημονεύει τις νουθεσίες του πατέρα του]. Στην πραγματεία δεν υπάρχει ίχνος μεταφυσικής παραμυθίας, καμία νύξη περί αμοιβών ή τιμωριών μετά θάνατον. Ανύπαρκτη έστω και η παραμικρή αναφορά στο «θέλημα των θεών».

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

νεώτερα Κυπριακά

Ο … άμαχος … Ράιαν[1]

Το μαρτύριον της Κυρήνειας είναι μοναδικόν εις τραγικότητα, ουδόλως δε συγκρίνεται με εκείνο άλλων περιοχών της Κύπρου, αι οποίαι κατελήφθησαν κατά την δευτέραν φάσιν της τουρκικής εισβολής. Διότι αι πλείσται των καταληφθεισών κατά τον πόλεμον του Αυγούστου περιοχαί είχον εκκενωθεί προηγουμένως από τους Έλληνας κατοίκους των, ως η Αμμόχωστος …
…
Οι Τούρκοι έσπειραν τον θάνατον και την καταστροφήν και εις τα πλησίον της Κυρήνειας χωριά Άγιος Γεώργιος, Φτέρυχα, Τριμίθι και Κάρμι. Οι κάτοικοι, μάλιστα, των χωριών αυτών ήσαν οι πρώτοι, οι οποίοι εδοκίμασαν τας τουρκικάς ωμότητας. … Αι εν προκειμένω αφηγήσεις είναι και πολλαί και συγκλονιστικαί, ανακαλούν δε εις την μνήμην τας πλέον τραγικάς στιγμάς της Ιστορίας μας. Μίαν δραματικήν περιγραφήν των συμβάντων μετά την απόβασιν των Τούρκων, παρέχει ο Χρήστος Δράκος εκ του χωρίου Τριμίθι, ο οποίος αφηγείται τα ακόλουθα:

«Αμέσως μετά τις πρώτες εκρήξεις ξεκίνησα με την οικογένειάν μου για να καταφύγουμε στην Λάπηθον. Όμως γρήγορα βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από Τούρκους στρατιώτες, που εξαγριωμένοι μας καλούσαν να σηκώσουμε ψηλά τα χέρια. Η οικογένειά μου, το ανδρόγυνο Κώστα Κοζάκου και δύο άγνωστοι ξένοι είμαστε, ως φαίνεται, οι πρώτοι αιχμάλωτοι των Τούρκων. Ο κύκλος γύρω μας εστένευε και οι Τούρκοι είχαν στραμμένα απειλητικά εναντίον μας τα όπλα τους. Ύστερα, Παναγιά μου, έγινε μεγάλο φονικό! Οι Τούρκοι άρχισαν να μας γαζώνουν. Οι δυο ξένοι έπεσαν νεκροί με τις πρώτες ριπές. Αγκάλιασα τον Γιώργο μου και πέσαμε στο χώμα. Πλάϊ μου βρισκόταν η γυναίκα μου, ενώ ο μικρός γυιος μου Νίκος προσπαθούσε να βρη προφύλαξιν στο στήθος της. Έσφιγγα το παιδί μου στην αγκαλιά και παρακαλούσα να είχα και άλλα χέρια για να το σκεπάσω. Ακούστηκαν και άλλες ριπές και μου ήρθε τρέλλα σαν είδα την γυναίκα μου στα αίματα. Δεν μπορούσα να τρέξω κοντά της, γιατί θα άφηνα ακάλυπτο το παιδί. Σύρθηκα, κρατώντας το στην αγκαλιά, κοντά σ’ ένα βράχο και κάθε φορά που οι σφαίρες κτυπούσαν και έσκαγαν τα κομμάτια από τον βράχο, νόμισα πως έφτασε το τέλος μας. Ξαφνικά το χέρι μου γέμισε με αίμα του παιδιού μου που μόλις είχε κτυπηθή. Γύρισε, με κοίταξε και ύστερα έγειρε στη γη, ενώ το στόμα του γέμισε αίματα. Σε μια διακοπή των πυροβολισμών γύρισα και είδα με απελπισία ότι η γυναίκα μου ήταν «ραμμένη» από τις σφαίρες και μόλις ανέπνεε. Μόλις την παραμέρισα, είδα ότι και ο Νίκος μας ήταν και αυτός νεκρός. Ζήτησα γονατιστός νερό από ένα Τούρκο φαντάρο. Ήθελα να δροσίσω το πρόσωπο της γυναίκας μου, που με κοιτούσε ασάλευτη. Αντί για νερό, όμως, με κτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου του. Ύστερα έδωσαν την χαριστική βολή στην τραυματισμένη και εμένα με επήραν οι «Οηέδες».
…
η Ελένη Καράνα, 20 ετών, αφηγείται ως ακολούθως την προσωπικήν της περιπέτειαν:

«Μια βόμβα από αεροπλάνο κατέστρεψε το σπίτι μας. Μέσα από τα χαλάσδματα βρήκαμε διέξοδο και βγήκαμε από το υπόγειο μαζί με τους γονείς μου. Ξαφνικά βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από πέντε τούρκους. Χωρίς άλλη κουβέντα ένας από αυτούς σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε. Ο πατέρας μου δίπλωσε και έγειρε χωρίς ανάσα. Πάγωσα, Θέλησα να πέσω πάνω του. Έτρεξε και η μάνα μου ουρλιάζοντας. Όμως την φωνή της έπνιξε ένας καινούργιος πυροβολισμός και η μάνα μου κάτι μουρμούρισε. Έβγαλε λίγο αίμα από το στόμα και ξεψύχησε. Πριν συνέλθω από την τρομάρα, την αγωνία, τον πόνο, την πίκρα, τρεις Τούρκοι με επλησίασαν και ένας από αυτούς με φοβερή αγριάδα μου τράβηξε τη μπλούζα και στη συνέχεια με έρριξε στο χωράφι. Πήρα κουράγιο, έτρεξα, αλλά με πρόφτασαν σε ένα καλύβι. Ύστερα πέσαν πάνω μου, σωστά λυσσάρικα σκυλιά. Λιποθύμησα, χάθηκα …»
…
«Άκουα ‘που τον πατέραν τζιαί τον παππούν μου για την Τουρτζιάν, τζ’ εν επίστευκα», είπεν εις την κυπριακήν διάλεκτον ο 75ετής γέρων Νικόλαος Ιωάννου εκ του χωρίου Τριμίθι, εννοών ότι ήκουεν από τον πατέρα και τον πάππον του διά τα εγκλήματα των Τούρκων επί Τουρκοκρατίας και δεν ηδύνατο να πιστεύση τα εξιστορήσεις αυτάς.
…
Η Ελένη Ματεΐδου, έχουσα εις την αγκάλην της τα δύο τέκνα της … περιγράφει το δράμα της ως ακολούθως:

«Βρισκόμαστε λίγο έξω από το χωριό, στις μάντρες, όπου είχαμε τα κοπάδια. Οι Τούρκοι κατέβηκαν ρίχνοντας πυροβολισμούς. Μπήκαν στα σπίτια και άρχισαν αμέσως να κτυπούν και να κλωστούν λυσσασμένα τον πατέρα και τον άντρα μου. Εμείς αρχίσαμε τα κλάματα. Ήταν η μητέρα μου, οι δύο αδελφές μου και εγώ.
Ένας Τούρκος, ενώ χτυπούσε τον άντρα μου, φώναζε: «Δεν έχει γυνάικα τούτος;». Τότε έτραξα αγκάλιασα τον άντρα μου και τον εφιλούσα. «Να χαρής, μη μου σκοτώσετε τον άντρα μου, έχουμε δυο παιδιά», τους εφώναξα. Οι στρατιώτες αυτοί, που φαίνονταν να είναι από την Τουρκία, μας είπαν να μείνουμε εκεί. Και στη συνέχεια, τράβηξαν τον πατέρα μου και τον άντρα μου προς τον ποταμό. Λίγα λεπτά μετά ακούσαμε πυροβολισμούς. «Παναΐα μου, εσκοτώσαν τους», εφώναξα, και αρχίσαμε να κλαίμε …»
…
Αμέσως μετά την εκδήλωσιν της τουρκικής επιδρομής, 40 περίπου άτομα, των οποίων αι οικείαι ευρίσκοντο παρά το Πεντεμίλι, όπου διενηργήθη η απόβασις κατέφυγον εις περιοχήν παρά τους πρόποδας του Πενταδακτύλου. Απεκρύβησαν εντός αχυρώνος επί δύο ημέρας …
Την εσπέραν της Κυριακής, οι φυγάδες αυτοί ανεκαλύφθησαν υπό τουρκικής περιπόλου. Οι στρατιώται τους διέταξαν να προχωρήσουν εις παρακείμενον χώρον, όπου τους ανεκοίνωσαν ότι θα εξετελούντο! Εις εκ των διασωθέντων αφηγείται:

«Ένας Τούρκος στρατιώτης έσυρε τον Βασίλην Ευθυμίου ο οποίος την στιγμήν εκείνην εκράτει της ηλικίας δυόμισυ ετών κόρην του, τον εκόλλησεν εις κορμόν δένδρου και ητοίμαζε το οπλοπολυβόλο διά να τον εκτελέση. Η σύζυγος του Βασίλη, οδυρόμενη, ήρπασε το όπλον του Τούρκου στρατιώτου και τον ικέτευε να μη πυροβολήση. Η σκηνή συνεκίνησεν έτερον Τούρκον στρατιώτην ο οποίος προέτρεπε τον συνάδελφόν του να μη προχωρήση εις το βάρβαρον τούτο έγκλημα. Και τούτο τελικώς έγινε.
Βραδύτερον, άλλος Τούρκος στρατιώτης εχώρισε τρεις άνδρας και τους μετέφερεν εις άλλην τοποθεσίαν. Ηκούσθησαν πολλοί πυροβολισμοί … η τύχη τούτων μεχρί τώρα αγνοείται.»


[1] Διονυσίου Καρδιανού, «Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρον», σελ. 228 επ., εκδόσεις Γ. Λαδιάς, Αθήναι 1976.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Δόγματα

περί ορθοδοξίας[i]

Ο όρος «ορθοδοξία» και τα παράγωγά του δεν ήταν πολύ συνηθισμένα στον ελληνικό ειδωλολατρικό κόσμο. Το ουσιαστικό «ορθοδοξία» φαίνεται να χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην νεοπλατωνική φιλοσοφία της μεταχριστιανικής εποχής και δεν είναι απίθανο να είναι δάνειο από το χριστιανικό ιδιόλεκτο. Η λέξη «ορθόδοξος» δεν φαίνεται να πιστοποιείται πουθενά. Μόνο το ρήμα «ορθοδοξέω» εμφανίζεται στα Ηθικά Νικομάχεια και το συναντάμε αργότερα στον Ποσειδώνιο και άλλους. Το ρήμα αυτό σημαίνει τη σωστή γνώμη σε μια φιλοσοφική συζήτηση, όχι την τήρηση κάποιων δεσμευτικών κανόνων που αφορούν στον τρόπο ζωής. Προφανώς ο όρος «ορθοδοξία» καθιερώθηκε με το χριστιανισμό, αλλά όχι πριν από τον 4ο αιώνα. Με τον Μεθόδιο Πατάρων, τον Ευσέβιο Καισαρείας και τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας η χρήση του έγινε συχνή πριν ακόμα εκπνεύσει αυτός ο αιώνας.

Αυτό σίγουρα δεν σημαίνει ότι από τον πρώιμο χριστιανισμό απουσίαζε η έννοια της ορθής πίστης, αλλά πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η έκφραση «ορθή πίστη» είναι ανεπαρκής απόδοση του όρου «ορθοδοξία», γιατί οι λέξεις δόξα και πίστις δεν συμπίπτουν νοηματικά. Η πίστη πρέπει να είναι δικαιολογημένη και εξαρτάται από ορισμένα εχέγγυα, ενώ η δόξα πρέπει απλώς να είναι σωστή. Οι εκκλησιαστικοί πατέρες πήραν, όπως φαίνεται, τον όρο δόξα από τη γλώσσα των φιλοσόφων και εννοούσαν με αυτόν αρχικά το περιεχόμενο της διδασκαλίας ή τη γνώμη, ενώ ο όρος «πίστη» είναι αρχικά αδιαχώριστος από την εν γένει συμπεριφορά, την εμπιστοσύνη και την αφοσίωση. Ο όρος ορθοδοξία εξυπονοεί αφηρημένη σκέψη, εννοιολογική έκφραση και ορισμό. Αν ξεφυλλίσουμε ένα ντοκουμέντο της πρώιμης χριστιανοσύνης[1], θα δούμε ότι τα τρία «δόγματα του Κυρίου» ορίζονται ως ελπίδα, δικαιοσύνη και αγάπη. Η «πλάνη» είναι η υποχώρηση στους πειρασμούς της εγκόσμιας ζωής. Φυσικά, αυτά τα «δόγματα» προϋποθέτουν τη θεϊκή φύση του Χριστού και το λυτρωτικό του έργο, καθώς και την πίστη σ’ αυτό το έργο, αλλά δεν εκφράζουν καμιά προσπάθεια να διατυπωθούν αυτές οι προϋποθέσεις με φιλοσοφικά έγκυρο τρόπο. Παρόμοια ισχύουν, κατά πάσα πιθανότητα, και για τη λεγόμενη «Διδαχή». Μιλάει για ψευδοπροφήτες, αλλά δεν εννοεί με αυτό ανθρώπους με παρεκκλίνουσες πεποιθήσεις παρά κήρυκες ενός μη χριστιανικού ήθους. Η Διδαχή δεν περιέχει καν ένα βαπτιστικό σύμβολο που να προχωρεί πιο πέρα από μια γενικόλογη ομολογία πίστης στο δόγμα της Αγίας Τριάδας. Αποδέκτης της είναι η χριστιανική κοινότητα της αγάπης, που οφείλει την ενότητά της στο τελετουργικό και στην προσδοκία της Δευτέρας Παρουσίας, όχι σε ένα επεξεργασμένο ιδεολογικό σύστημα.

Οπωσδήποτε δεν λείπουν οι τάσεις να διαμορφωθούν κάποιες βασικές δογματικές αρχές, αλλά οι τάσεις αυτές δεν υλοποιούνται παρά μόνο όταν η νεαρή Εκκλησία πρέπει να οροθετήσει τον εαυτό της απέναντι στον έξω κόσμο, όταν το Ευαγγέλιο πρέπει να αντιπαλέψει με αλλότρια φιλοσοφικά ή γνωσιολογικά συστήματα, για να προστατέψει τους πιστούς του από την προπαγάνδα αυτών των συστημάτων και για να κάνει το ίδιο προπαγάνδα. Μόνο τότε έρχεται η ώρα του δόγματος, με την αυστηρή έννοια της λέξης. Έτσι όμως έρχεται και η ώρα της ενδοεκκλησιαστικής δογματικής παρέκκλισης, της αίρεσης. Το γεγονός ότι αυτή η εξέλιξη γνωρίζει την πρώτη κορύφωσή της την εποχή που ο χριστιανισμός μπορούσε πια να υπολογίζει στην ανοχή του κράτους δεν είναι απλή σύμπτωση, γιατί αυτή η ανοχή είχε προετοιμαστεί από τη συμβίωση της Εκκλησίας με τον αρχαίο πολιτισμό, τους φιλοσόφους του και τα φιλοσοφούμενά τους.

Παράλληλα με αυτή την εξέλιξη, η Εκκλησία δεν έπαψε καθόλου να θεωρεί τον εαυτό της ως κοινότητα αγάπης και λατρείας. Αλλά η ελληνική μανία για την αντιλογία και η όλο και μεγαλύτερη ανάγκη για πνευματική αναμέτρηση με έναν κόσμο που οι θεμελιώδεις αξίες του ήταν ολότελα διαφορετικές και δεν έσβησαν με τα έδικτα της ανεξιθρησκίας είχαν αποτέλεσμα να αποκτήσει η «ορθή γνώμη», δηλαδή η ορθοδοξία, μια σημασία που της ήταν άγνωστη ως τότε. Για τη λατρευτική κοινότητα η ορθοδοξία έγινε σιγά – σιγά «όρος εκ των ων ουκ άνευ».

[1] Επιστολή προς Βαρνάβα

[i] Χανς – Γκεόργκ Μπεκ, «Η Βυζαντινή Χιλιετία»,κ. ΙΙΙ, σ. 119-120, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Μεγάλη Ελλάδα

Συρακούσες[1]

Οι Συρακούσες, η θαυμαστή αποικία των Κορινθίων, που έφτασαν στα 734 πΧ στις ακτές της Σικελίας με αρχηγό τον Αρχία, σύντομα εξελίχθηκε σε μια πλούσια και λαμπρή πολιτεία. Κατά τον 5ο με 4ο αιώνα πΧ έφτανε να αριθμεί τις 400.000 κατοίκους και απλωνόταν σε μια περιτειχισμένη έκταση δεκατεσσάρων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Ονομαζόταν επίσης Πεντάπολις, επειδή περιελάμβανε πέντε συνοικισμούς, τη νήσο Ορτυγία, πολύ κοντά στην ακτή, και τέσσερις άλλους στην ξηρά, την Αχραδινή, τη Νεάπολη, την Τύχη και τις Επιπολές[2]. Όταν το 480 πΧ ο Γέλων νίκησε τους Καρχηδόνιους στη μάχη της Ιμέρας, σηματοδότησε την αρχή της μεγάλης ανάπτυξης της πόλης, που, αν και διατηρούσε στενούς δεσμούς με την πατρική γη, είχε δική της προσωπικότητα και πολιτισμό. Η δύναμη των Συρακουσών διαφαίνεται καθαρά όταν συγκρούεται με την Αθήνα, το 415 πΧ, και η παλλάδα πόλη υφίσταται μία από της πιο καταστρεπτικές ήττες στην ιστορία της: 30.000 νεκροί ή πνιγμένοι Αθηναίοι και επτά χιλιάδες δούλοι στα περίφημα λατομεία της πόλης, που εντυπωσιάζουν ακόμη για το μεγάλο μέγεθός τους και τα αποθέματα της άσπρης πέτρας που παρείχαν. Στη μεταφορά των μεγάλων αυτών όγκων πέτρας εφαρμόζουν μια τεχνική που συνίστατο στη χρήση μεγάλων ξύλινων κυλίνδρων, τους οποίους καθοδηγούσαν τροχιές, ενώ ανάμεσα στις τροχιές ένα κοίλωμα επέτρεπε στα βόδια να προχωρούν.

Η λαμπρή περίοδος των Συρακουσών άρχισε με τον Γέλωνα, συνεχίστηκε με τον Ιέρωνα Α΄ και με τον «τύραννο» Διονύσιο, άνθρωπο φιλοπρόοδο, υποστηρικτή των τεχνών, των γραμμάτων και των μηχανικών επιτευγμάτων. Επί βασιλείας του συστήθηκε το πρώτο στον κόσμο κέντρο επιστημονικών ερευνών, όπου μηχανικοί όλων των ειδικοτήτων εργάζονταν με στόχο την εφεύρεση πολεμικών μηχανών κάθε είδους και μορφής, καθώς και με τη βελτίωση των όσων υπήρχαν. Αυτό ήταν το περιβάλλον δραστηριοποιήθηκε και ο Αρχιμήδης. … Στις Συρακούσες θέλησε ο Πλάτων να εφαρμόσει τις θεωρίες του περί Πολιτείας. Τα όσα αφορούν το θέατρο της πόλης είναι συναρπαστικά: «Ο Αισχύλος συμβούλευσε αυτοπροσώπως τους κατασκευαστές του τεράστιου υπαίθριου θεάτρου, του καταπληκτικού ναού της τέχνης, που ορθώνεται κοντά στο Λατομείο του Παραδείσου και εξακολουθεί να καταπλήσσει με τις διαστάσεις του[3] και με την τεχνική και αρχιτεκτονική τελειότητα σε κάθε λεπτομέρεια. Ο θεατής, σε όποια θέσι και αν κάθεται, έχει άριστη θέα της σκηνής, και τα καθίσματα, παρ’ όλο ότι είναι πέτρινα, είναι πολύ αναπαυτικά, γιατί κατασκευάσθηκαν με σοφό υπολογισμό της ανατομίας του σώματος. Οι αυλακώσεις κατά μήκος των βαθμίδων χρησίμευαν για την εκροή των υδάτων. Με δέος διαβάζει κανείς πάνω στα καθίσματα, χαραγμένα με ελληνικά γράμματα, τα ονόματα των ευγενών δικαιούχων τους. Η θαυμάσια ακουστική του χώρου οφειλόταν εν μέρει και στη γειτνίαση του «Ωτός του Διονύσου», του αινιγματικού σπηλαίου, του οποίου το μυστήριο μάταια προσπάθησαν οι σοφοί όλων των εποχών να λύσουν. Το σπήλαιο αυτό, πραγματικά, προκαλεί δέος στον επισκέπτη. Έχει μήκος εξήντα μέτρων, ύψος τριάντα τριών και πλάτος πέντε έως εννέα. Καθώς υψώνεται, στενεύει, και τα κυρτά τοιχώματά του θυμίζουν αυτί αλόγου. Το σχήμα του είναι αρμονικό, διπλά ελλειψοειδές. Από το εσωτερικό του παράγεται μια μονοσύλλαβη ηχώ που μεγενθύνει υπέρμετρα ακόμη και τον πιο λεπτό ψίθυρο. Στην αρχαιότητα ίσως να χρησίμευε για μαντείο. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: αν το σπήλαιο γεμίσει με άμμο, η ακουστικότητα του θεάτρου θα χαθή. …»[4].

…Υπάρχουν πολλά άλλα [επιτεύγματα] που θα μπορούσαν να αναφερθούν, κυρίως οι κατασκευές των τεράστιων ιερών και ναών, που ίχνη τους υπάρχουν ακόμη[5], καθώς και τα τείχη του φρουρίου του Ευρυάλου, που στα νεώτερα χρόνια τα θεωρούσε ιδανικά ο κάιζερ Γουλιέλμος Β΄(1907), ενώ λέγεται ότι αποτέλεσαν τα πρότυπο για την κατασκευή της γραμμής Μαζινό. Θαύμα τεχνικής τα τριπλά ισχυρά τείχη με τους σοφά υπολογισμένους προμαχώνες και τις κλίσεις τους, τα ανοίγματα από όπου έπλητταν τον εχθρό και τα οποία δεν μπορούσαν να χτυπηθούν από οποιοδήποτε βλήμα, τις λαβυρινθώδεις στοές και ορύγματα, τις αποθήκες και τις χιλιάδες παγίδες για τον εχθρό, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια από τις περιγραφές των συγγραφέων της αρχαιότητας[6].

Η όμορφη πόλη, την εποχή που δέχτηκε την επίθεση των Ρωμαίων, ήταν φιλική προς τους Καρχηδόνιους, με τους οποίους παλαιότερα βρισκόταν σε προστριβές. Ουσιαστικά, οι κάτοικοί της μισούσαν το δεσποτισμό της Ρώμης και δεν δέχονταν να υπαχθούν στην κηδεμονία τους, λογικό άλλωστε, αφού οι Συρακούσες την εποχή εκείνη σαν πόλη ήταν περισσότερο όμορφη, πλούσια και σωστά οργανωμένη από την επιθετική και αποικιοκρατική Ρώμη. Η άλωσή της από τους Ρωμαίους, το 212 πΧ, τερμάτισε μια σφοδρότατη σύγκρουση, που εξάντλησε, από κάθε άποψη, και τις δύο πλευρές. Οι Ρωμαίοι τελικά κυρίευσαν την πόλη με προδοσία[7], όπως αναφέρουν οι γραπτές πηγές ενός ισπανού αξιωματικού που υπηρετούσε στο στρατό των Συρακουσίων.


[1] Χρήστου Δ. Λάζου, «Αρχιμήδης, ο ευφυής μηχανικός», κεφ. 2, σελ. 60-62, Αίολος, 1995.
[2] Οι σημερινές Συρακούσες, παρά τη συνεχή τους ανάπτυξη, καλύπρουν μόνο δύο από τις συνοικίες της παλαιάς Πεντάπολης: την Ορτυγία και την Αχραδίνη.
[3] το θέατρο των Συρακουσών είχε διάμετρο 134 μέτρων.
[4] Giorgio Banacina, «Συρακούσες, η μικρή Αθήνα της Σικελίας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 10 (Απρίλιος 1969), 122.
[5] Βλ. τη θαυμάσια περιγραφή εξαγωγής λίθων από τα λατομεία και τη διαδικασία ανοικοδόμησης των ναών λεπρομερειακά εις Πωλ Φωρ, Η καθημερινή ζωή στις ελληνικές αποικίες τον 6ο πΧ αιώνα, 309-320.
[6] A.N. Lawrence, “Archimedes and the Desing of the Eutyalus Fort”, Joyrnal of Hellenic Studies, 66 (1946), 99-107. Βλ. επίσης F.E. Winter, “The Chronology of Euryalus fortress at Syracuse”, American Joyrnal of Archaeology, 67 (1963), 363-387.
[7] Η μαρτυρία του ιστορικού Τίτου Λίβιου είναι σημαντική, επειδή μεταφέρει την πληροφορία ότι η πόλη των Συρακουσών κατελήφθη το τρίτο έτος της πολιορκίας τους μετά από προδοσία, Livius Titus, Ab urbe condita XXIV, XXXIII, 9, ed. F>G> Moore [Loeb], vol. VI, 1958, p. 282. A.A., τόμ. Α΄, μερ. α΄, 236-241, αρχαίο και νέο κείμενο.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Πίστη και έρευνα

Επιχείρηση Αραράτ[1]

Μετά την Επιχείρηση Απόλλων η Επιχείρηση Αραράτ – τί ήταν φυσικότερο απ’ αυτή την πρόοδο, αυτό το μικρό βηματάκι στο αλφάβητο; … Η Επιχείρηση Αραράτ μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί ως το επόμενο εγχείρημα της NASA. Οι ακροατές, μάλιστα, ήταν ελεύθεροι να συμπεράνουν ότι η NASA ήταν λίγο εγωιστική, σκεφτόταν λίγο υλιστικά και στενά, γιατί συγκέντρωνε την προσοχή της αποκλειστικά στις διαστημικές πτήσεις, ενώ υπήρχαν άλλοι στόχοι, που βρίσκονταν πιο κοντά στην καρδιά και την ψυχή του φορολογούμενου και που άξιζαν περισσότερο τις ευλογίες της υπερσύγχρονης τεχνολογίας. … Το καλοκαίρι του 1971 ο Σπάικ Τίγκλερ περπάτησε στην επιφάνεια της σελήνης … Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια φωνή τού είπε: «Βρες την Κιβωτό του Νώε». … Ο Σπάικ είχε κάνει καμιά δεκαριά μέτρα προς τη σεληνάκατο, όταν η φωνή επανέλαβε τη διαταγή της. «Βρες την Κιβωτό του Νώε». Ο Σπάικ συνέχισε τους ανάλαφρους σεληνιακούς πήδους του, ενώ την ίδια ώρα αναρωτιόταν μήπως κάποιος του έκανε πλάκα. … «Θα τη βρεις στο βουνό Αραράτ, στην Τουρκία», συνέχισε η φωνή. «Βρες την, Σπάικ».
…
Ο Σπάικ νόμιζε πως παντρεύτηκε μια ψηλή, αθλητική κοπέλα με ωραίο σώμα, που διάβαζε της Χαρά της μαγειρικής στον μήνα του μέλιτος και κρατούσε τον φόβο της για τον εαυτό της, όταν εκείνος αργούσε να γυρίσει στη βάση. Αλλά η Μπέττυ αποδείχτηκε πολύ πιο εξοικειωμένη με τις αναπαραγωγικές συνήθειες του δολαρίου απ’ όσο ο άνδρας της. «Εσύ θ’ αναλάβεις να πετάς κι εγώ να σκέφτομαι», του έλεγε πότε – πότε, πράγμα που έμοιαζε με πείραγμα ή εν πάση περιπτώσει και οι δυο τους προσποιούνταν τις περισσότερες φορές ότι ήταν απλώς πείραγμα.
…
Σχημάτισαν μια επιτροπή: ο αιδεσιμότατος Λανς Γκίμπσον, ευυπόληπτος ή τουλάχιστον γνωστός στο μεγαλύτερο μέρος της Πολιτείας της Βόρειας Καρολίνας, λίγο φονταμενταλιστής για μερικούς, αλλά όχι τόσο έξαλλος ώστε να τρομάξει το συνετό χρήμα, ο δρ Τζίμμυ Φούλγκουντ, αστέρι του μπάσκετ όταν φοιτούσε στο κολέγιο και σήμερα γεωλόγος και αυτοδύτης, που θα έδινε επιστημονικό κύρος στην αποστολή και η ίδια η Μπέττυ, πρόεδρος της επιτροπής, συντονίστρια και ταμίας. Ο Κυβερνήτης δέχτηκε να τεθεί η όλη επιχείρηση υπό την αιγίδα του.
…
Μερικοί διαβασμένοι δημοσιογράφοι συνήθιζαν να ρωτούν τον Σπάικ πως ήταν απόλυτα βέβαιος ότι η Κιβωτός βρισκόταν στο Αραράτ. Μήπως το Κοράνιο δεν έγραφε ότι άραξε στο βουνό Τζουντί, αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο πέρα, κοντά στα ιρακινά σύνορα; Και μήπως η εβραϊκή παράδοση δεν διέφερε κι αυτή, τοποθετώντας το επίμαχο σημείο κάπου στο βόρειο Ισραήλ;
…
Μια άλλη ερώτηση που του έκαναν πότε πότε ήταν μήπως η Κιβωτός – αν δεχόμασταν ότι μπορούμε να βρούμε τη θεωρητική θέση της – δεν είχε αποσυντεθεί ολότελα έπειτα από τόσες χιλιάδες χρόνια ή δεν την είχαν φάει οι τερμίτες. Ο Σπάικ δεν τσιμπούσε, δεν παρασυρόταν ν’ αποκαλύψει πως ήξερε ότι η Κιβωτός δεν μπορεί να είχε αποσυντεθεί ή φαγωθεί από τερμίτες, αφού η εντολή που έλαβε από τον Θεό να βρει προϋπέθετε σαφώς ότι κάτι είχε απομείνει απ’ αυτήν. Όχι, η Σπάικ παρέπεμπε τον ερωτώντα στη Βίβλο … η οποία θα τον πληροφορούσε ότι η Κιβωτός ήταν από κυπαρισσόξυλο, που όλοι συμφωνούσαν ότι ήταν εξαιρετικά γερό και συνεπώς θα πρέπει ν’ άντεξε στην αποσύνθεση και τους τερμίτες. Έπειτα ο Σπάικ ανέφερε παραδείγματα αντικειμένων που διατηρήθηκαν, ως εκ θαύματος, στο πέρασμα των αιώνων – μαμούθ που βρέθηκαν μέσα σε παγετώνες, με το κρέας τους φρέσκο σαν το φιλέτο που αγοράζεις από τον χασάπη σου – και κατέληγε με τον συλλογισμό ότι, αν επρόκειτο να διατηρηθεί κάτι στο πέρασμα των αιώνων χάρη στη θέληση του Παντοδύναμου, τότε η Κιβωτός ήταν ένας από τους φυσικότερους υποψήφιους.

Ο αιδεσιμότατος Λανς Γκίμπσον συμβουλεύτηκε εκκλησιαστικούς ιστορικούς από βαπτιστικά πανεπιστήμια, ζητώντας να πληροφορηθεί τις σύγχρονες απόψεις για το στίγμα της κιβωτού, ενώ ο Τζίμμυ Φούλγκουντ ασχολήθηκε με τα συστήματα ανέμων και θαλασσίων ρευμάτων που μπορεί να επικρατούσαν γύρω στην εποχή του Κατακλυσμού. Όταν οι δυο τους αντιπαρέβαλαν τα ευρήματά τους, άρχισαν να συγκλίνουν προς μια περιοχή στη νοτιοανατολική πλευρά του βουνού, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την κορυφή. … Από εκεί θ’ άρχιζαν το ψάξιμο …
…
Τα ποιμαντικά καθήκοντα του αιδεσιμότατου Γκίμπσον του απαγόρευαν να ταξιδέψει στην Τουρκία, αλλά θα τους έδινε πνευματική υποστήριξη … Η Μπέττυ θα έμενε στο σπίτι και θα έδινε πληροφορίες στους δημοσιογράφους, που σίγουρα θα τη βομβάρδιζαν μ’ ερωτήσεις. Η αποστολή, στην οποία θα έπαιρναν μέρος ο Σπάικ και ο Τζίμμυ, θ’ αναχωρούσε τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς, του 1977.
…
Πήγαν αεροπορικώς στην Άγκυρα …
…
Το μήνυμα που είχε στείλει η Μπέττυ στο Ερζερούμ, μέσω του Interchurch Travel, για την ενοικίαση ενός τζιπ ή λαντ ρόβερ προφανώς δεν είχε φτάσει, γι’ αυτό η αποστολή συνέχισε με μια μεγάλη μερτσέντες. Ανατολικά ως το Χορασάν, έπειτα ανατολικά – νοτιοανατολικά προς το Ντογκουμπαγιαζίτ. … Παντού υπήρχε στρατός, πράγμα που έκανε τον Σπάικ να σκεφτεί τη στρατηγική σημασία της περιοχής. Ο Τζίμμυ έκουγε για πρώτη φορά ότι πριν από καμιά εκατοστή χρόνια το βουνό Αραράτ ή Άγκρι Νταγκί, όπως επέμεναν να το αποκαλούν οι ντόπιοι, ήταν το σημείο συνάντησης τριών μεγάλων αυτοκρατοριών – της Ρωσίας, της Περσίας και της Τουρκίας – με το βουνό μοιρασμένο ανάμεσα στις τρεις τους.

«Δεν το βρίσκω σωστό που είχαν κι οι σοβιετικοί ένα κομμάτι», σχολίασε ο Τζίμμυ.
«Νομίζω πως δεν ήταν Σοβιετικοί εκείνο τον καιρό», είπε ο Σπάικ. «Ήταν χριστιανοί σαν εμάς, όταν ήταν Ρώσοι».
«Ίσως ο Κύριος τους πήρε το μερίδιό τους από το βουνό, όταν έγιναν Σοβιετικοί».
«Ίσως», απάντησε ο Σπάικ, όχι εντελώς βέβαιος για το πότε άλλαξαν τα σύνορα.
«Για να μην πέσει το ιερό βουνό του στα χέρια των απίστων».
«Ναι, κατάλαβα», είπε ο Σπάικ, λίγο εκνευρισμένος. «Αλλά νομίζω πως οι Τούρκοι δεν είναι ακριβώς χριστιανοί».
«Πάντως δεν είναι τόσο άπιστοι όσο οι Σοβιετικοί». Φαίνεται πως ο Τζίμμυ δεν ήταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει τη θεωρία του με την πρώτη αντίρρηση.
«Εντάξει».


* η συνέχεια του αποσπάσματος στην Δ/νση: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post.html
[1] Απόσπασμα από την Επιχείρηση Αραράτ, του Τζούλιαν Μπάρνς στην «Ιστορία του Κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», εκδόσεις Ψυχογιός, 1997.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

η άλλη όψη του κέρδους

Δίψα για Διωγμούς[1]

Στον τομέα της υγείας … τί απομένει από την έννοια του ρίσκου – «το ενδεχόμενο να διακινδυνεύσουμε ένα κακό με την ελπίδα πως αν το αποφύγουμε θα κερδίσουμε ένα καλό»[2] – αν η κάθε θεραπευτική μέθοδος με απρόσμενες συνέπειες επιβάλλει απαρεγκλίτως την καταβολή μιας αποζημίωσης; Πώς να εφαρμοστεί μια αγωγή με υψηλή τοξικότητα αν ο άρρωστος είναι έτοιμος να προβεί σε μηνύσεις με την παραμικρή παρενέργεια ή αρνητικό αποτέλεσμα; Πώς θα συμφιλιωθούν η αναγκαιότητα των μεθόδων, η μέριμνα για τον ασθενή και η δυνατότητα για καινούρια πράγματα; Πώς θα αποφευχθεί η εμφάνιση μιας αμυντικής ιατρικής όπου ο φόβος του δικαστηρίου θα οδηγήσει στην απόρριψη των τεχνικών αιχμής που ενέχουν ορισμένους κινδύνους ή θα προκαλέσει ένα μαρασμό σε ορισμένα ιατρικά επαγγέλματα, όπου του αναισθησιολόγου, του ανανήπτη ή του χειρουργού; Κοντολογίς, πώς θα αποφύγουμε μια κατάσταση αλά αμερικανικά, όπου το εξαιρετικά υψηλό κόστος της ασφάλειας που καλύπτει τους μαιευτήρες για κάθε είδους καταδίκες καθιστά την τιμή του τοκετού απαγορευτική και εξαναγκάζει πολλούς φτωχούς να καταφεύγουν στις υπηρεσίες κάποιας μαμής. Για να συνοψίσουμε: με την πλήρη εξάπλωση της δικομανίας, ο κοινός κόσμος θα γίνει η κοινότητα των διαφωνιών μας, ο νόμος δεν θα είναι πια αυτό που συνδέει τους ανθρώπους, καθώς τον ήθελε ο Μοντεσκιέ, αλλά, αντίθετα, ο παράγων του διαχωρισμού τους. Και η πολιτική, υποδουλωμένη στην δικανικότητα θα περιοριστεί στο ρόλο διαιτητή ανάμεσα σε υποκειμενικά δικαιώματα, εντελώς ασύμβατα τα μεν προς τα δε.

Και κάθε είδους βλάβη, ακόμα και η πιο ασήμαντη ή φανταστική, θα λαμβάνεται υπόψη, ακόμα και μια κρίση άγχους θα πρέπει να κοστολογείται, να έχει την ταρίφα της, να δικαιολογεί την αναζήτηση ενός ενόχου. Μας χρειάζεται ένας δράστης που θα είναι και αξιόχρεος, αφού έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια κοινωνία όπου «οι αποδιοπομπαίοι τράγοι είναι σε θέση να πληρώσουν»[3]. Ακόμα και ο φόβος της βλάβης θα συνιστά μια βλάβη, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ[4]. Οι μικροαποτυχίες και οι αναποδιές της καθημερινότητας δεν θα θεωρούνται πια σαν φυσιολογικά περιστατικά της ζωής, αλλά σαν σκάνδαλα που δικαιούνται αποζημίωση. Η δυσφορία του ζην θα απαιτεί μια πληρωμή. … Το καθετί συνιστά μια βλάβη που μπορεί να επανορθωθεί με ένα χρηματικό τέλος[5]. Και μέσα από την ξέφρενη συγκινητικότητα αναδύεται μια εμπορική άποψη της οδύνης που εκφράζεται με όρους που υποδηλώνουν συμφέρον και κέρδος.

[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, ο Πειρασμός της Αθωότητας, σελ. 154-155, εκδόσεις Αστάρτη, 1995.
[2] Κοντιγιάκ
[3] Πιερ Φλορέν
[4] «Πράγματι, οι δικαστές επιτρέπουν στους Αμερικανούς να προσφεύγουν σε αγωγές δίχως να έχουν ακόμα υποστεί κάποια βλάβη, αρκεί να κατατρύχονται από ένα σχετικό συναίσθημα ανησυχίας. … ο φόβος της βλάβης αποτελεί ήδη μια άμεση και απτή βλάβη» (Λοράνς Ενζέλ, Σημειώσεις του Ιδρύματος Σαιν Σιμόν, Φεβρουάριος 1993).
[5] Ρίτσαρντ Νοζίκ