Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Ιστορία

Όλους αξίους θανάτου[1]

Η Πύλη είχε προ τινος καιρού ατελείς και συγκεχυμένας ιδέας περί της Εταιρίας, αλλά τα συλληφθέντα γράμματα του Υψηλάντου, κομισταί των οποίων ήσαν ο Ύπατρος και ο Αριστείδης, δεν αφήκαν πλέον αμφιβολίαν περί της υπάρξεως και του σκοπού της Εταιρίας και περί της όσον ούπω ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος. Αλλά τόση ήτον η απάθεια αυτής, ώστε, αν και τα περί ων ο λόγος γράμματα επιάσθησαν περί τας αρχάς του Ιανουαρίου του 1821, δεν έδωκε σημεία της συνήθους κατά τας τοιαύτας περιστάσεις θηριώδους πολιτικής της ειμή αρχομένου του Μαρτίου. Αλλ’ ό,τι, ως φαίνεται, την κατετάραξε και την ηρέθισεν υπέρμετρα ήτον η ανακάλυψις του σχεδίου των Φιλικών εις καταστροφήν της ιδίας Κωνσταντινουπόλεως. Εξ αιτίας δε αυτής της ανακαλύψεως εδώθη προσταγή να φύγωσιν εκείθεν όσοι των Ελλήνων δεν ήσαν κάτοικοι. Έγειναν δε και κατ’ οίκους έρευναι εις εύρεσιν κρυπτομένων, ως υπώπτευεν η Αρχή, όπλων και πολεμεφοδίων, και παρετηρήθησαν και διάφορα μέρη της πόλεως όπου εψιθυρίζετο, ότι υπεσκάφθησαν υπόνομοι και άνθρωποι εκάθηντο και όπλα απεταμιεύθησαν εις χρήσιν, δοθέντος του σημείου. Τόσος φόβος και τρόμος κατέλαβε την Πύλην και εντεύθεν φαίνεται ότι προήλθε κυρίως η άπληστος αιμάτων παραφροσύνη της. Το πρωΐ της 1 Μαρτίου έφθασεν εκ’ Μολδαυΐας έκτακτος ταχυδρόμος προς τον εν Κωνσταντινουπόλει Ρωσσικόν πρέσβυν, όστις εκοινοποίησε τη Πύλη αυθημερόν τα κατά την Ηγεμονείαν εκείνην συμβάντα της 22 Φεβρουαρίου. Την δε εσπέραν της αυτής ημέρας τη εδόθη διά των τακτικών ταχυδρόμων η αυτή είδησις και κατ’ ευθείαν. Την επαύριον έφυγαν κρυφίως συν γυναιξί και τέκνοις εις Οδησσόν οι επίτροποι του αυθέντου της Μολδαυΐας ο Νικόλαος Σούτσος αδελφός του, ο Ιωάννης Σχινάς εξ αδελφής γαμβρός του και τινες άλλοι. Την 3 Μαρτίου ο μέγας διερμηνεύς Κωστάκης Μουρούζης ανεγνώσεν εν τω οικουμενικώ Πατριαρχείω φιρμάνι διαλαμβάνον, ότι η υψηλή Πύλη μαθούσα την κατά την Μολδαυΐαν στάσιν τινών απονενοημένων λυπείται την τύχην των, και προτρέπει την μεγάλην Εκκλησίαν να συμβουλεύση τους υπό την ποιμαντορίαν της πιστούς υπηκόους της κραταιάς βασιλείας, να μην αποπλανηθώσι και πέσωσι εις την δικαίαν και αδυσώπητον αγανάκτησιν και αυτής και των πιστών Οθωμανών. Κατά την βασιλικήν ταύτην διαταγήν εξέδωκεν η μεγάλη Εκκλησία εγκυκλίους καταρωμένη και αφορίζουσα τον Υψηλάντην και τον Σούτσον ονομαστί, και παραινούσα πατρικώς τους λοιπούς Χριστιανούς, όπως οι μέν πιστοί εμμείνωσι και του λοιπού εις την προς τον Σουλτάνον πίστιν των, οι δε αποπλανηθέντες επανέλθωσιν εις την προτέραν υποταγήν των. Απέλυσε δε και τους Φιλικούς του προς την Εταιρίαν όρκου των ως ασεβούς και ολεθρίου. Τα κεραυνοφόρα δε ταύτα έγγραφα υπεγράφησαν εις πλειοτέραν φρίκην επί της αγίας τραπέζης και εστάλησαν δι’ εξάρχων εις τας επαρχίας. Και εν μεν ταις Ηγεμονείαις έφεραν αποτέλεσμα, αλλ’ όχι και εν τη Ελλάδι. Τοιαύτα έγγραφα εκίνησαν άλλοτε τους ευλαβείς λαούς της Ελλάδος κατά των κλεπτών, αλλ’ οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο σημερινός αγών ήτον υψηλής φύσεως. Διά τούτο ούτε αι εκκλησιαστικαί αύται παραινέσεις ησύχασαν ως άλλοτε τους Έλληνας, ούτε αι απειλαί τους ετάραξαν, ούτε οι αφορισμοί και αι κατάραι τους αφώπλισαν. Τινές δε των Φαναριωτών βλέποντες την διαγωγήν της Πύλης προείδαν τί τοις έμελλε και ήρχισαν να φεύγωσι. Την 5 Μαρτίου έφυγεν ο πρώην αυθέντης Αλέξανδρος Χαντσερής μετά των υιών του και της λοιπής οικογενείας του και κατέφυγεν εις Οδησσόν. Την 6 έφυγαν και κατέφυγαν εις τον ίδιον τόπον πανοικί ο Γεώργιος υιός του πρώην αυθέντου Ιωάννου Καρατσά, ο έμπορος Γεώργιος Χρηστόπουλος και τινες άλλοι συγγενείς του. Την 8 ανεγνώσθη μυστικόν φιρμάνι καθ’ όλα τα ζαμία της Κωνσταντινουπόλεως δι’ ου παρηγγέλοντο όλοι οι πιστοί να ήναι διά παντός άγρυπνοι και έτοιμοι προς αντίκρουσιν των εν τοις κόλποις του κράτους εμφολευόντων εχθρών, και οι μη έχοντες όπλα ν’ αγοράσωσι πωλούντες και αυτά τα σκεπάσματά των, διότι ο κίνδυνος ήτο περί των όλων. Την 9 διετάχθη ο Οικουμενικός Πατριάρχης διά φιρμανίου να στείλη εις την Πύλην τινάς των εγκρίτων αρχιερέων χωρίς ποσώς να αιτιολογηθή η διαταγή αύτη, εστάλησαν δε ο Εφέσου Διονύσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο Ανδριανουπόλεως Δωρόθεος ο και Πρώϊος και ο Αγχιάλου Ευγένιος. Παρασταθέντες οι αρχιερείς ούτοι ενώπιον του ρεήζ-εφέντη απεστάλησαν εις Οθωμανικήν τινα οικίαν υπό πολιτικήν φύλαξιν έχοντες μεν τας αναπαύσεις των, αλλ’ όχι και την άδειαν να βλέπωσιν άλλους ειμή τους διακόνους των ως υπηρέτας των. Συγχρόνως η εξουσία έφερε εντός της βασιλευούσης και πλήθος Ασιανών στρατιωτών, και την 14 διέταξε να οπλισθώσι και όλοι οι Οθωμανοί της Κωνσταντινουπόλεως. Αφ’ ου δε έστησε παντού φυλακάς, εκίνησεν αμέσως χείρα βαρείαν και μιαιφόνον καθ’ όλων των σημαντικών Ελλήνων ανεξετάστως και ακρίτως. Αι οικίαι και οι γυναικωνίται των έκτοτε επατήθησαν, αι φυλακαί εγέμισαν εν τω άμα υπόπτων, αιμοχαρείς Ασιανοί σείοντες γυμνάς τας ρομφαίας των και φρυάττοντες περιέτρεχαν πληθηδόν τας οδούς και τας αγοράς θύοντες και απολύοντες όσους του κοινού λαού απήντων άνευ αδείας της κυβερνήσεώς των, αλλ’ άνευ και κωλύματος. Η πολιτική δε λύσσα συνώμοσε μετά του θρησκευτικού φανατισμού εναντίον των αποστατών και των απίστων. Άνευ αποδείξεων ή ενδείξεων αλλ’ επί απλή υποψία είλκυαν κατά διαταγήν της εξουσίας τους γνωστούς Χριστιανούς εις σφαγήν και εις την αγχόνην, άλλους έσφαζαν επί των οδών, άλλους εκρέμων έξωθεν των παραθύρων των ιδίων οικιών των και έμπροσθεν των συγγενών των, άλλους παρέδιδαν εις τα βασανιστήρια, εκκλησίας εμίαιναν και εγύμνοναν, οικίας κατεδάφιζαν, περιουσίας εδήμευαν, γυναίκας και κοράσια ήρπαζαν, πλοία υπό Ευρωπαϊκήν σημαίαν επεσκέπτοντο, και τους εις αυτά καταφυγόντας Έλληνας έσυραν εις την ξηράν υπό τους οφθαλμούς των πρέσβεων. Εν’ ενί λόγω ο Σουλτάνος εθεώρησε τους σημαντικούς Έλληνας, κληρικούς και κοσμικούς, όλους συνωμότας, και όλους αξίους θανάτου.
__________________________

[1] Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1996

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Ανθολογία

Η Ψωροκώσταινα[1]

Είναι γνωστό πως όλος ο κόσμος με τη λέξη «Ψωροκώσταινα» εννοεί το ελληνικό δημόσιο ταμείο, που δεν υπήρξε ποτέ γεμάτο. Η ιστορία του ονόματος αυτού είναι η εξής :

Ήταν μια γυναίκα, που την έλεγαν Πανώρια Χατζηκώστα, απ’ το Αϊβαλί. Στο μακελλειό, που έγινε το καλοκαίρι του 1821 στο Αϊβαλί, σφάξανε τον άντρα της και τα 4 παιδιά της κι αυτή μόλις κατάφερε να γλυτώση φεύγοντας στα Ψαρά. Ύστερα τη βρίσκουμε στο Ναύπλιο, όπου για να ζήση αναγκαζόταν να ξενοδουλεύη και να ζητιανεύη. Κακοφτιαγμένη όμως και κουρελιάρα καθώς ήταν, έγινε σιγά – σιγά ένας τύπος τ’ Αναπλιού. Τα παιδιά την έπαιρναν από πίσω και την πείραζαν, φωνάζοντας «Ψωροκώσταινα». Κι όμως η μεγάλη της καρδιά μοιραζόταν τα ξεροκόμματα με διάφορα ορφανά προσφυγόπουλα.

Όταν ο Καποδίστριας αργότερα έκαμε το Ορφανοτροφείο, προσέλαβαν την Ψωροκώσταινα για πλύστρα.
_______________________

Μια μέρα ο Καποδίστριας βγήκε περίπατο στο Ναύπλιο μ’ ένα γερουσιαστή. Εκεί που περπατούσανε συλλογισμένοι, λέει έξαφνα ο Κυβερνήτης :

- Ά ! Πόσα πλούτη έχει η Ελλάς !

Ο γερουσιαστής παραξενεμένος ρώτησε :

- Και πού είναι αυτά τα πλούτη ;
- Στα σπλάχνα της γης ! απάντησε ο Καποδίστριας, εννοώντας την προγονική κληρονομιά.

_______________________

Ο Κυβερνήτης συνήθιζε να λέη :

- Οι «επιτροπές» και η «προσωρινότης» κατέστρεψαν την Ελλάδα.

_____________________

[1] Ευαγγέλου Κ. Μιλλεούνη, «Ανθολογία Ιστορικών Ανεκδότων», εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1969

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2008

Φιλοσοφία

Ο Τζων Άντον, εξέχουσα προσωπικότητα της Ελληνικής Ομογένειας στις Η.Π.Α., και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, κατέχει, σήμερα, την έδρα της Φιλοσοφίας και του Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Φλόριδας, στις Ηνωμένες Πολιτείες και ταυτόχρονα διευθύνει τα κέντρα Ελληνικών Σπουδών και Νεοπλατωνικής Έρευνας του ίδιου Πανεπιστημίου. Το έργο του, στο σύνολό του, ακτινοβολεί τον δυναμισμό και το πάθος της αρχαίας ελληνικής σκέψης και κυριαρχείται από την οικουμενικότητά της. Το άρθρο, που ακολουθεί, με τίτλο "η επίδραση της Ελληνικής Φιλοσοφίας στην Αμερική", πρωτοδημοσιεύθηκε στην "Εγκυκλοπαίδεια της Αμερικανικής Φιλοσοφίας", στις αρχές του τρέχοντος έτους. Στόχος του να καταγράψει και να καταδείξει τον ρόλο και την θέση της Ελληνικής Φιλοσοφίας στην ανάπτυξη της σύγχρονης Αμερικανικής σκέψης και διανόησης. Και αν αυτός ο πρώτος και κύριος στόχος επιτυγχάνεται, παραμένει ανοιχτό, όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο συγγραφέας, το ζήτημα της επίδρασης της Ελληνικής σκέψης στον Αμερικανικό τρόπο ζωής.


Η "Νομοσοφία" επιθυμώντας να αποδώσει πιστά τα επιχειρήματα του καθηγητή Τζων Άντον, αναδημοσιεύει σήμερα το εν λόγω άρθρο στην γλώσσα στην οποία αυτό συντάχθηκε και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά.

Ι.Λ.

_________________________________________

Published in American Philosophy, an Encyclopedia. Eds. J. Lachs and R. Talisse. New York: Rutledge, 2008, pp. 340-46.

GREEK PHILOSOPHY, INFLUENCE OF.

[340, col. 1] The case of the influence of Greek philosophy in America is somewhat similar to that of the European Enlightenment in selecting strands of classical thought relevant to current cultural interests. In general, the classical tradition in America, less conspicuous during the Colonial period, grew more appreciative and useful in the decades preceding and during the revolutionary years. After the mid-point of the nineteenth century, when philosophy became an independent academic discipline, Greek philosophy gradually gained recognition with the rise in the universities of different philosophical trends and especially with the development of American Pragmatism. However, the question of influence has to be treated with a note of reservation. Gradual assimilation of select ideas borrowed from the classical philosophy had a slow start, almost hardly noticeable during the first three centuries of the new nation. The more positive—“creative” might be a better word—phase became manifest at the end of the nineteenth century and continued through the first half of the twentieth and later under a different guise. More precisely, the [340, col. 2] question of influence in the sense of being a factor in the way that philosophy was taught and written in America remains a controversial, if not debatable theme.

Colonial period
The place of Greek philosophy in the communities of faith in the early life of the Colonies was restricted to the education of the seminarians and mainly as preparation to Biblical studies and learning New Testament Greek. Before proceeding with issues of influence, a distinction is needed between usefulness of the classics in the Colonies and the limited interest in philosophical ideas. On the whole, philosophy as a systematic discipline was not cultivated in colonial America although the classics were taught in the established schools. The early interest in Greek subjects was limited mainly to the language and to a lesser extent to rhetoric and poetry, usually imported by scholars educated in England. Smatterings of philosophical ideas, when considered acceptable to the religious culture in the Colonies, only occasionally found a serious place in the mainstream of the values the Puritans held. Whatever presence such ideas enjoyed is better understood as limited extensions of the English response to the European renaissance movement. Classical political philosophy, for instance, became an object of interest in the pre-Revolutionary period, mainly in the modern form it took through the writings of Cicero and Seneca.
A distinction can be made between the modes of responding to the classical tradition that mark the earlier period on the one hand and the transition to the responses, on the other, that characterize the second half of the eighteenth century and after. The intellectuals in both periods proved quite eclectic in what they found in the classics as useful to their cultural, religious and political needs. The dominant religious interests in the Colonies exercised considerable restraints over what could be beneficial to the believers and contribute to stabilizing their faith. Whatever of the classical tradition was successfully absorbed after the middle of the eighteenth century was actually limited to the features of the European Enlightenment that helped promote new political ideas. Aristotle’s social thought, for instance, was read only in the way it was accepted in the writings of Locke. Platonism, on the other hand, found its place in Puritanism through the seventeenth century Christian Platonists of Cambridge University, Benjamin Whichcote, Ralph Cudworth, Henry More and [341, col. 1] others. In sharp contrast, the Americans while using the doctrines of the Cambridge Platonists to accommodate religious interests, made no scholarly attempt to study Plato himself apart from their puritan credo.
A note of caution is perhaps needed at this point. Whatever was absorbed from the classical tradition during that period and later had already undergone serious changes during the late Hellenistic and Roman periods of intellectual history, and the end result was that the classical tradition in general became available to modern times primarily in Roman dress. This historical change is particularly important to understanding the limited presence of Greek philosophy in America during the colonial and post-colonial periods. The same reservation holds true for the reception of other features of the classics, from language and rhetoric to poetry and architecture. With regard to philosophy, the Greek thinkers that eventually held the interest of American intellectuals were Socrates, Plato, and Aristotle, and to a lesser degree the Stoics and the Epicureans. Again the preference for special classical philosophers differs from one period of American thought to another. For instance, the works of Aristotle during the colonial period were virtually ignored and not solely because of lack of texts and translations, in contrast to the influence that Greek philosophy was exerting in England.
Viewed in retrospect, the cultivation of the Classics in the Colonies played a significant albeit inadvertent role in the intellectual preparation of the political outlook of the Revolution, although initially such a role was not intended. Once the Colonies passed the initial phase of settlement and communities were made adequately secure, the educational needs led to gradual enrichment for the cultural advancement beyond the outlook of the frontier fighter. The nine pre-Revolutionary colleges, mainly educational institutions for men, required all entering students to be trained in Greek and Latin. In New England the Boston Latin School, founded in 1635, contributed largely to this preparation, and Harvard College, founded in the next year, added in 1723 to its curriculum, besides Greek, Latin and Hebrew, courses in logic, ethics and metaphysics. Princeton, closer to a classical curriculum than Harvard, taught philosophy in the second year and moral philosophy in the third; added to these were lectures on Aristotle’s theory of the mixed form of government. In various combinations of courses the same pattern was followed in the curricula of other sprouting colleges, from William and Mary to Cornell and Yale. [341, col. 2] Adding to the quality of teaching was the continuous exchange of students between the Colonies and England in addition to the influx of teachers from the standard institutions of Cambridge and Oxford and ones in Scotland. Stated in another way, philosophy in the Colonies was not a special preoccupation of teaching in the colleges. In the popular use of the term, “philosophizing” as an activity was also pursued in the other walks of life, from the farmers and the clergy to the holders of office in the governing of the land. Whatever the agent, the wisdom sought after was not an original system but a personal account of lively affairs meant to throw light on events of the affairs of public life in an environment of constant expansion and novel opportunities.
The importation of ideas from Europe, especially from England played a significant role in the area of practical thinking, especially as these ideas had an impact on the already highly organized religious communities. While it may be incorrect to speak of a “philosophy” of the Puritans or of other religious groups, it would be correct to speak of the use of philosophical ideas for the elucidation of their religious commitment. Basically, in all religious congregations, the faithful members exhibited unquestionable confidence in the unshakable truth of their beliefs and their ultimate dependence on the providence God had granted to humanity.
Philosophy as a subject matter, however, was mainly taught in the courses of colleges but in a somewhat different way than as ideas in support of the beliefs held by the religious communities. A special feature of Protestant thought related to the classical tradition was the religious individualism whereby the salvation took the form of personal attainment. This was an important feature as it entered the set of beliefs that proved influential for the political developments in the next century. It was a type of individualism that gained further support when it was combined with the doctrines of John Locke. The Puritans, through their adherence to Calvinism, expected the lessening of the impact of individualism to prevent heresies. But it was not a philosophy of individualism as it was an extension of their theology of revelation in the sacred confirmation of faith. What might have been an unacknowledged indebtedness to Greek philosophy, namely the place of reason in community life, was accepted only as a principle to confirm the truths of faith, as in the case of God’s covenant with human beings. The religious employment of reason asserted the acceptance of human knowledge primarily as knowledge of nature to show its harmonious connectedness with [342, col. 1] the Will of God and the divine rule. This blending of faith and reason, non-Hellenic is essence, once again brought reason under the dictates of religion, re-asserting the medieval priorities, which was another way of accepting not philosophy but the faculty of reason within the frame of religious faith. To be sure, the individualism that sprouted under the cover of Protestantism was quickly tempered by the religious community to prevent misinterpretations of the biblical truth.
Interest in science was accepted as the study of God’s work. However, no significant contribution was made to science. Locke’s theory of knowledge made inroads in the outlook of the Puritans just as did Newton’s work as “natural philosophy,” not physics. Both thinkers were contemporaries: John Locke (1632-1704), Isaak Newton (1642-1727). Locke’s Essay concerning Human Understanding published in 1690 soon found its way to New England. Jonathan Edwards read it at the age of fourteen in 1717. In 1695 Locke published his The Reasonableness of Christianity in which he claimed that Christianity deriving as it does its teachings from biblical sources contains nothing contrary to reason, thus making it the most reasonable institution for the benefit of humanity. Equally appealing was Locke’s theory of tabula rasa, a doctrine he nowhere admitted as having its original source in Aristotle. Jonathan Edwards absorbed in his own way Locke’s views and formed his theological outlook by bringing it in line with his Neoplatonism as a Trinitarian theology while leaning on a reconstruction of Ramus.
Greek philosophy began to make its presence felt in the decades before the Revolution. It made its appearance within the set of the political ideas of the Enlightenment. Classical models of freedom and constitutional rights were made stronger through the study of antiquity. However, no systematic study of either Plato or Aristotle was done in preparation for the impending social change. American leaders, when they referred to the ancients, did so by way of prudence and common sense rather than a carefully phrased new political philosophy. When the American Philosophical Society was founded in 1742, with Benjamin Franklin being one of its founders, its purpose was to promote “Useful Knowledge.” Besides exchanging information by “physicians, botanists, mathematicians, chemists,” the clause stating the inclusion of “a natural philosopher” had nothing to do with Greek philosophy. The same was true of a similar society founded in 1748 in Charleston, S.C. During this phase an emigrant Presbyterian minister, James Wilson, with a love for Aristotle, [342, col. 2] and James March, a professor at the University of Vermont, who taught Plato, Aristotle and Kant, did much to keep Greek philosophy alive.

American Revolution
Locke’s theory of natural rights was far more influential in America than any aspect of Greek political thought, Platonic or Aristotelian. The classical conception of political government exerted only a mild appeal. Actually it was Cicero’s conception of government that influenced the Americans. This conception had already been influential in Locke’s thought. Francis Bacon and John Locke were the two thinkers who instructed the Americans what to value in Greek political philosophers. Bacon and Locke were convinced that everything of value in classicism had already been revived, a view the Americans readily accepted while articulating the “practical” wisdom of happiness including the “pursuit power” (Hamilton) and “the taming of power” (Madison). Jefferson thought about happiness as “a dynamic balance between power and morals” (Koch 1961: 22). The more certain the Americans became of their political success in forming a constitution of states, the more independent they felt from ties to historical traditions. They had not “suffered a blind veneration for antiquity” (Madison). Actually, the founding fathers reached back to Athens via Rome by adopting the political ideal of Cicero’s concordia, not Aristotle’s homonoia. Intentionally left out of the revival of classical ideas were the ethical doctrines of Plato and Aristotle, which explains the vagueness that was allowed to linger in the part of the Declaration of Independence that stated “the Pursuit of Happiness” as an unalienable Right, endowed by the Creator. In fact, no theoretical foundation was provided to specify the precise meaning of happiness. Jefferson appealed to “common sense” rather than consult what the Greek philosophers had to say about the theory of happiness as eudaimonia in its ethical and political context. Thus, the use of the idea of happiness in the literature of the period as a Right remained undefined while it continued to suit the pursuit of the new freedom and whatever fruits it could yield. John Adams came closest to the Greek view as he mixed his borrowing from Locke and Aristotle to conjoin his ideas of power and morals. In preferring monarchy to aristocracy he conveniently distorted his Aristotle to fit the Lockean-Hobbesian view of the common good. Briefly stated, the American leaders put definite limits to the wider use of the political wisdom of [343, col. 1] classical humanism. In their view, ancient democracy had certain merits but could not adequately serve the goals of the Revolution, as Jefferson admitted in a letter to Isaak Tiffany written in 1816 that representative democracy made every political structure, including Aristotle’s Politics, “almost useless.” The eclectic approach to Greek political philosophy should not be overlooked although Thomas Paine did not hesitate to declare that he saw no reason why Americans should go “two thousand years back for lessons and examples. In a comparable vein, John Taylor of Virginia insisted that the political perfection of the Greek government and thought was irrelevant to America. The distance between the “present” and the “tradition” increased after the early post-revolution era only to be gradually modified after the middle of the nineteenth century.

Nineteenth century and the rise of academic philosophy.
Two movements around the middle of the nineteenth century deserve mention for their efforts to relate to the study of Greek philosophy and its pertinence to the intellectual life of the new nation: the Hegelian movement of St. Louis that led to the programs of the Concord Summer School of Philosophy, and the Transcendentalists of New England. Much in these new trends was due to an encounter with German philosophy and the advanced classical scholarship of the German universities as the latter continued during the last decades of the nineteenth century and the early ones of the twentieth.
The Transcendentalists’ criticism of utilitarianism and their attack on commercialism bear no relation to the type of Platonism they espoused. As a movement, Transcendentalism is best understood as a different expansion of idealism vacillating between a reasonable theology and philosophical inspiration. As such, its post-revolutionary stance aimed at strengthening the confidence in the new freedom for the spiritual gains of the common citizens. It may be said that it was an offspring of the Romantic Movement, but with a twist of its own. What is of special interest about its role as an intellectual attitude is the way it understood a connection between the Kantian theory of pure reason and a special interpretation of Plato. Although Transcendentalism did not succeed nor did it try to become a technical philosophy, it attracted followers who thought that with its help they could discern the continuity from the rationalized faith of Jonathan Edwards’ puritanism to [343, col. 2] Emerson’s way of receiving in the soul’s reason the flow of the divine. Emerson was confident in his effort to blend into a harmonious unity the Bhagavad-Gita and the Platonism of Plotinus in a vision of idealism that would provide the democratic individual with a solid basis for rational faith and a new universality. Once again, the movement, dominated as it was by the metaphysics of Kant, as siphoned through Coleridge, had only limited room for Greek philosophy beyond what Plotinus’ Plato could render appealing. Emerson could hold Plato and Plutarch in high esteem, yet the ancients never occupied a respectable place in the foreground of his thinking or his goals anymore than did the recent growth of the experimental science of nature. Still, Emerson set the tone for the transcendental understanding of progress as advancing humanity to a higher plateau of freedom, beyond nature, history and science. In the closing part of his famous “The American Scholar” address he confidently exclaimed: “in yourself slumbers the whole Reason; it is for you to know all; it is for you to dare all.” The Greeks remained luminaries in the background, a view that had already become firmly established in the American intellectual outlook.
The other movement, the Hegelianism of the Philosophical Society of St. Louis, established formally in1866, worked out a different philosophical program. Its members launched the Journal of Speculative Philosophy and while advocating German Idealism, the group also promoted the serious study of Aristotle. Two of its members, Denton J. Snider and Hiram K. Jones, organized a “Plato Club.” Another group created in 1879 the Concord School of Philosophy. It included W. T. Harris, A Bronson Alcott and Thomas Davidson, who abandoned Hegel in favor of Aristotle. Among the younger teachers who lectured at the Concord School was John Dewey. It can be argued that it was the vigorous and open philosophizing of these thinkers that broke the rigid pattern of text-book teaching, mainly by ministers at the colleges. The activities of this group should be credited with alerting the younger generation of students to the outstanding work of the university professors at the leading universities of Germany, France and England that were doing advanced research in classical philology and philosophy. The influence of the Greek philosophy in America was in large measure due to the fresh interpretations of the Greek mind in Europe. While we cannot speak of a direct Greek influence in the case of the St. Louis thinkers, their way of pursuing philosophy left its mark on the next generation.
[344, col. 1] The contributions of classical philology during the second half of the nineteenth century were due to American scholars who had studied in German Universities. Lane B. L. Gildersleeve and others received their doctorates from Göttingen, and so did M.W. Humphies, H. W. Smyth, and Paul Shorey during the 1880s. Their work was strictly methodical and scientific with no explicit concern for the development of a new cultural character. As such, ethical philosophy was left outside the scope of philological research. In his Presidential Address “The Province of the American Philologist” before the American Philological Association in 1878, Gildersleeve outlined its goals as dealing with the texts and aiming at understanding the wisdom of the ancients. The evaluation of the ancient wisdom was better left to those philosophers who were qualified to meet the demands of the task. The volumes of the American Journal of Philology from1880-1919 provide a fair picture of the limited interest of the philologists in philosophy. In fact their interest deepened after the philosophers had made Greek thought a respected field of studies. The Platonic studies of Paul Shorey are an exception, as are those of Harold Cherniss in later years. Both had responded to the philosophy of humanistic values of the Greeks and were followed by the contributions of F. Solmsen and Philip Merlan, also in the twentieth century.
Parallel to the philological studies was another encounter with German philosophy during the second half of the nineteenth century, contributing to a trend that coincided with the establishing of graduate studies in American universities. A number of gifted American students went to Germany, among them Josiah Royce, who after receiving his B. A. in 1875 with a graduation thesis on “The Theology of Aeschylus’ Prometheus,” immediately went to Germany to study philosophy for two years. Upon returning, he went to Johns Hopkins and received his PhD in 1878. Greek philosophy, however, remained peripheral to his religious idealism. Others who went to Germany were G. S. Morris from Johns Hopkins, G. Santayana from Harvard, and F.J.K. Woodbridge from Columbia, They were deeply affected by the new interpretations of Plato and Aristotle. Upon his return, Morris brought back with him an Aristotle radically different from that of the scholastic version. Developed as a dynamic idealist, Morris following the model of his teacher F. Trendelenburg, It was Morris who later influenced John Dewey to modify his Hegelianism in favor of Aristotle, a move that was reinforced through Dewey’s association with Woodbridge at Columbia.

Twentieth century [344, col. 2]
A preliminary note is needed on the extent and power of “influence.” What happened in the twentieth century is not much different from what took place early in the intellectual history of America. For instance, the philosophical trends that reached America from Cambridge and Oxford, or Paris, Berlin and Heidelberg, were conveniently absorbed in revised form through critical reconstruction and adjustment to the American established needs. As importations, the currents of value theory, existentialism, phenomenology and other winds of doctrine, were influential but not converting forces. In a similar way, though not as powerful as in the past century, the same mode of receiving the currents of English and European trends, continued. The influx of the classical tradition and especially Greek philosophy, rather than being a catalytic force, generated a creative response that at best may be called one of creative accommodation. In this respect, the power of influence bears the signs of a mild effect rather than a revolutionary beginning in a new direction. The Greek philosophers were available to whatever purposes the American intellectuals thought proper. The “living” past entered the scene mainly as a fertile reservoir of ideas than a relevant “present” doctrine. In this sense, the mild acceptance of Greek philosophy is better viewed in the fashion in which the trends of rationalism and empiricism were treated in the nineteenth century.
Of all the new philosophical currents in the late nineteenth century, it was the naturalistic side of Pragmatism that made extensive use of Greek philosophy, Aristotle in particular, and felt a strong attraction to it. The affinity can be explained as resulting from the naturalistic strand that soon was to become the dominant feature of Pragmatism. The early Santayana and the mature Woodbridge are the two American philosophers who came close to building their work in response to Aristotle. Dewey, although a leading pragmatist, was freely using the Aristotelian tradition together with the Socratic dialectic within the spirit of his naturalistic humanism. In all three cases we see an adjustment of Aristotle’s most usable principles to the contemporary cultural and theoretical problems. If we can speak of “influence,” we find it here in the most creative features of the school.
Santayana, who taught courses on Plato and Aristotle at Harvard, was the first to present a defense and espouse advocacy of Greek philosophy as a rational mode of life in the five volumes of his The Life of Reason (1905-1906). The work was [345, col. 1] inspired by a blending Hegelian phenomenology and Plato with Aristotelian ethics and aimed to project the full story of the progress of the human mind. Still, Santayana’s intellectual position owed more to James’ Principles of Psychology than to Aristotle’s De Anima. It was the closest any American thinker had ever come to understanding the naturalism of the Greeks, especially at a time, as he stated, when “the philosophical and political departments at Harvard had not yet discovered Plato and Aristotle.” Woodbridge, after studying with Paulsen in Germany, returned to America and used Aristotle’s ontology to liberate his thinking from the last strains of idealism. Like Santayana but more persistently, he contributed largely to the study of Greek philosophy as the reliable model for the new naturalism. Still, Woodbridge’s indebtedness was not only to the ancients but also to Spinoza, Locke and Santayana. Although neither he nor Santayana were members of the emerging Pragmatism, both helped build the bridge that made Greek thought understandable to students working on either side of Pragmatism. Their work was continued by the students who wrote dissertations at Columbia, among them Herbert W. Schneider, John Herman Randall, Jr., Sterling Lambrecht, Richard McKeon, Irwin Edman, and A. Edel.
John Dewey’s affinity to Greek philosophy was a blend of critical reservations and fruitful engagement. He borrowed an expression from T. Veblen to characterize the Greek epistemology as being a case of the “spectator’s theory of knowledge.” At the same time he came closer to the Greek view of philosophy as a way of life, a thesis he was eventually to posit within the context of social life. Dewey brought philosophy under the banner of democracy. Actually, of all the pragmatists it was Dewey who succeeded in making use of the Greeks while trying to transform the educational norms through the rational understanding of the changing cultural conditions. Dewey’s instrumentalism prevented him from appreciating the Greek view of reason in the full meaning of its humanistic value. But like the Greeks, he still sought to transform experience and raise it to a heightened understanding of the pressing problems of life. His response to Plato took the form of an urgent recommendation to adopt the Socratic command for relentless inquiry without the dualism of the Platonic theory of transcendent Forms. Dewey found it impossible to accept what he believed was the Greek confidence in ultimate values. As a result he dismissed this essential part of the philosophy of the Greeks at the critical turning point of his [345, col. 2] own thinking. It was this view he passed on to the next generation of naturalists, some of whom wrote sustained works on Greek philosophy. Dewey wrote none; Woodbridge wrote at least two, among them The Son of Apollo (1929), which delighted Dewey and irritated Paul Shorey.
By the middle of the twentieth century the scholarly interest in the ancient Greeks had reached a high plateau of productivity. A great number of books and articles had been published expounding on select themes and offering full treatments of the philosophies of the ancients. However, it is difficult to speak of Greek influence in the mode of philosophizing of the Americans comparable to the way Descartes, Locke, Hume, Kant, and Hegel had exerted. Critical studies of Greek philosophy abounded, but few tried to place the Greeks within the scope of their own intellectual loyalties, as did P. E. More, for instance in the case of Plato. Far more interesting proved the historical approach of Dewey’s student, John Herman Randall, Jr. who as a leading historian of philosophy wrote books on Plato, Aristotle, also the Hellenistic thinkers by applying the principles of his naturalistic cultural relativism. What distinguishes Randall’s reading of the ancients is an open and critical discussion on the role of the ancient philosophers in effecting changes in ideas, methods and objectives. The results, though not generally accepted, were nevertheless illuminating as, for instance his seeing Plato’s theory of Forms as imaginative perfections, or Aristotle’s ethical excellences as special cultural responses to changing conditions. Randall himself remained confident that he understood both Dewey and Aristotle while deepening the historical evaluation of their contributions. Much different were the studies on ancient philosophers that R. Demos, R. McKeon, A. Edel, M. Greene, J. Owens, John Wild, R. Brumbaugh, Charles Kahn, Reginald Allen, and others worked out, always seeking to come close to the substance of the original.
A cross between philosophy, philology and analysis began by the mid-point of the twentieth century with the creation of the Society for Ancient Greek Philosophy in 1954 with G. Vlastos as its first president. Vlastos’ publications on Plato and the Presocratics bear the marks of the application of the analytical tools to the evaluation of philosophical arguments in the philosophical texts of the Greeks. The analytical movement succeeded mainly as an interpretive undertaking rather than one seeking to reach beyond the perimeter of professional expertise. On the other hand, the cultural impact the pragmatic naturalists sought to bring [346, col. 1] gradually lessened during the latter part of the twentieth century. The only exception seems to be the approach of the existentialists deriving from their study of Nietzsche a different intensity to reach the mind of the ancient thinkers of Greece, poets as well as philosophers.
Understanding philosophy as a way of life was a Greek achievement and grew out of the conditions of that particular cultural setting. The primacy their philosophy assigned to reason survived in a variety of ways after the decline of the classical world. They viewed philosophy as the pursuit of wisdom, at once a personal affair and a political concern. Still, it was reason as the method the Greeks had developed for the pursuit of wisdom, including science, which proved adjustable. As a distinct “way of life,” however, the original conception of philosophy remained non-transferable to alien conditions. Thus, recasting the methods of philosophy did not entail the incorporation of the original Greek “way of life” despite efforts to claim its applicability and relevance. The meaning of “influence” in the case of American philosophy calls for special evaluation when discussing the continuous interest in the study of ancient thought. The closest, it seems, the American thinkers came to being influenced by the Greek philosophers were initially certain members of the St. Louis Hegelians and the naturalistic pragmatists in their attempts to see philosophy as a way of life. Both were cases of imitations of a model that did not aim at bringing about wider public acceptance. The Greeks have been studied, often very seriously, but more often than not without any explicit intent to grant their “way of life” a leading role of substantive influence in culture.

Postscript
A complete picture of the place of Greek philosophy and its role in the development of American thought is still a vast subject for investigation. Without such a close study it is difficult to specify with precision what may be called, even in a loose sense, “influence.” Be that as it may, the academic interest has grown to the point where American scholarship in this field is now internationally recognized. As for the cultural role of Greek philosophy and its influence as “a way of life,” that remains an open issue.

Further Reading.
Anderson, Paul R. Platonism in the Midwest. Temple University Publications, distributed by Columbia University Press, 1963.
Anton, John P. American Naturalism and Greek Philosophy. Amherst, N.Y.: Humanity Books, 2005.
Eadie, John W., ed. Classical Traditions in Early America. Ann Arbor: The University of Michigan, 1976.
Koch, Adrienne. Power, Morals, and the Founding Fathers: Essays in the Interpretation of the American Enlightenment. Ithaca, New York: Cornell University Press, 1961.
Reinhold, Meyer. Classical Americana. The Greek and Roman Heritage in the United States. Detroit, Mich.: Wayne State University Press. 1984.
Schneider, Herbert W. History of American Philosophy. Columbia University Press, 1946.
Sleeper, Ralph W. The Necessity of Pragmatism. New Haven and London: Yale University Press, 1986.

JOHN P. ANTON
-------------------------------------------
Ευχαριστούμε θερμά τον καθηγητή Τζων Άντον, καθώς και τους εκδότες του J. Lachs και R. Talisse, για την ευγενική παραχώρηση του άρθρου αυτού.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Ελλάδα και Ευρώπη

ο πιο ακριβός καρπός της Ελλάδας

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, από ομιλία που έγινε στο Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν στις 22 Ιουνίου 1994, με τίτλο «Ελληνισμός και Ευρώπη», η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ εξετάζει τις σχέσεις ελληνισμού και ευρωπαϊσμού, ελληνισμού και ανθρωπισμού, αποκαλύπτει μια νέα κεκαλυμμένη μορφή πνευματικού ανθελληνισμού και καταλήγει στο συμπέρασμα πως τίποτα και ποτέ δεν πρόκειται να ξεφύγει από την ελκτική και ταυτόχρονα υπέρμετρα θελκτική δύναμη του ελληνικού πνεύματος.

Ι.Λ.

Είναι αλήθεια ότι ο κάθε Ευρωπαίος διαλέγει την Ελλάδα που του αρέσει και του πηγαίνει, την Απολλώνια ή την Διονυσιακή για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Νίτσε, όλοι όμως συνειδητά ή ασυνείδητα είναι κάπως φορτισμένοι από μια κάποια σκοπιά ελληνικότητας.

Σ’ αυτήν την απανταχού παρουσία της Ελλάδας αντέδρασαν μεταξύ άλλων όχι μόνο εχθροί της Ελλάδος, αλλά κυρίως οι σουρεαλιστές όταν διέγραψαν από τον χάρτη της πνευματικής τους πορείας την αρχαία Ελλάδα μολονότι κράτησαν σε επίλεκτη θέση την Κωνσταντινούπολη.

Αυτό το αδιάλειπτο και ασφυκτικό ελληνικό κύκλωμα, θέλησε να διασπάσει ο Αντρέ Μπρετόν, όταν στην ερώτησή μου, «γιατί δεν συνοδεύσατε την γυναίκα σας στο ταξίδι της στην Ελλάδα ;» με αντερώτησε : «Εσείς πήγατε στην Γερμανία στην περίοδο της Κατοχής ;»

Μπρος στην ειλικρινή έκπληξή μου για τον παράλογο αυτό συσχετισμό και παραλληλισμό βροντοφώνησε : «Το Ευρωπαϊκό πνεύμα, βρίσκεται υπό την Ελληνική κατοχή, εδώ και δύο χιλιάδες πεντακόσια χρόνια. Είναι πια καιρός να ελευθερωθούμε».

Μετέφερα αυτολεξεί την στιχομυθία με τον ιδρυτή του σουρεαλισμού (του υπερρεαλισμού) γιατί η διακαής αυτή επιθυμία του Μπρετόν να ελευθερωθεί από την Ελλάδα και το πνεύμα της, τον εμπόδισε να καταλάβει, ότι, ζητώντας αυτό το αδύνατο, ενεργούσε ακόμη μία φορά σαν Έλληνας. Σαν κάποιος δηλαδή που δεν θα σταματήσει ποτέ να διευρύνει τα σύνορα του κάθε κόσμου, του ηθικού, του αισθητού και του επιστητού για να προσδώσει στον κόσμο, τον ελληνικό διάκοσμο δηλαδή την οικουμενική, πανανθρώπινη διάσταση.

Ίσως σε τελευταία ανάλυση αυτό να είναι η παντοτεινή, ελληνικότητα της Ευρώπης. Μια ουτοπία δηλαδή, ένας ου τόπος δυναμικός εφόσον, τέλειος Έλληνας είναι να είσαι παρών, παντού και πάντα, τώρα και εδώ, άσχετα από πού βρίσκεσαι : αυτό είναι άλλωστε η έννοια του πραγματικού ανθρωπισμού.

Έτσι, μέσα στην αβεβαιότητα των χρόνων μας, με μια Ευρώπη που υπνοβατεί και με μια Ελλάδα αντιμέτωπη με την ιστορική της ευθύνη, με μια Ελλάδα αιωρούμενη μεταξύ Ανατολής και Δύσης, είναι καιρός να αγκιστρωθούμε στα καίρια και στα ουσιώδη λέγοντας μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη : Οι ήρωες προχωρούν πάντοτε στα σκοτεινά.

Ας θυμηθούμε τον λόγο του Κωστή Παλαμά : Ο Ελληνισμός, χωρίς Ευρωπαϊσμό, είναι κάτι μισό και άπλερο, μια και όπως έγραψε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος : Η Ευρώπη είναι ακριβώς, ο πιο ακριβός καρπός της Ελλάδας.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

πρακτικές διαπραγματεύσεων


Θουκυδίδου, Ιστορίας Ε΄

Οι Αθηναίοι έκαναν εκστρατεία εναντίον της Μήλου … Οι κάτοικοι της Μήλου ήσαν άποικοι των Λακεδαιμονίων και είχαν αρνηθεί να γίνουν υποτακτικοί των Αθηναίων, σαν τα άλλα νησιά. Στην αρχή είχαν μείνει ουδέτεροι, αλλά όταν οι Αθηναίοι είχαν μεταχειριστή βία και είχαν ρημάξει τη γη τους, βρέθηκαν σε κατάσταση ανοιχτού πολέμου.[1]

Αθηναίοι : Λοιπόν κ’ εμείς δεν θα πούμε μεγάλα λόγια ούτε μακριές φράσεις για ν’ αποδείξωμε ότι η νίκη μας επάνω στους Μήδους μας έδωσε το δικαίωμα ν’ ασκούμε την ηγεμονία μας ή ότι εκστρατεύσαμε τώρα εναντίον σας επειδή μας αδικήσατε. Αυτά δεν θα σας έπειθαν. Αλλά και από σας ζητούμε να μην προσπαθήσετε να μας πείσετε λέγοντάς μας ότι, αν και άποικοι των Λακεδαιμονίων, δεν είσαστε σύμμαχοί τους ή ότι δεν μας βλάψατε ποτέ. Ας συζητήσωμε, όμως για το τί είναι δυνατόν να γίνη έχοντας υπόψη τους πραγματικούς σκοπούς του καθενός και ξέροντας ότι, στις ανθρώπινες σχέσεις, τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη και ότι, αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του.

Μήλιοι : Εμείς, όμως, νομίζομε ότι είναι χρήσιμο – και είναι ανάγκη να το πούμε αφού θέσατε βάση της συζήτησής μας το συμφέρον και όχι το δίκαιο – να μην παραβλεφθή ένα στοιχείο που είναι κοινό αγαθό, δηλαδή το να μπορή πάντα εκείνος που βρίσκεται σε κίνδυνο, να επικαλήται τα ορθά και τα δίκαια και να ωφελήται πείθοντας τον αντίπαλό του με επιχειρήματα πέρα από τα αυστηρά πλαίσια του δικαίου. Αυτό, άλλωστε, σας συμφέρει όσο και μας, γιατί αν χάσετε τον πόλεμο, θα σας επιβάλουν, για παραδειγματισμό, την μεγαλύτερη τιμωρία.

Αθηναίοι : Εμείς δεν ανησυχούμε για τις συνέπειες που θα είχε μια ενδεχόμενη κατάλυση της ηγεμονίας μας και τούτο επειδή για τους νικημένους δεν είναι τόσο επικίνδυνοι όσοι, σαν τους Λακεδαιμονίους, ασκούν ηγεμονία επάνω σε άλλους (άλλωστε δεν συζητούμε τώρα με Λακεδαιμονίους) όσο είναι επικίνδυνοι οι υπήκοοι μιας πολιτείας όταν επαναστατήσουν εναντίον της και υπερισχύσουν. Η αντιμετώπιση, λοιπόν, ενός τέτοιου κινδύνου είναι δική μας υπόθεση. Εκείνο που τώρα θέλομε να σας πούμε είναι ότι ήρθαμε εδώ για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και ότι τα όσα θα σας αναπτύξωμε έχουν σκοπό την σωτηρία της πολιτείας σας. Θέλομε να σας υποτάξωμε χωρίς να υποβληθούμε σε κόπο και χωρίς να σας καταστρέψωμε, πράγμα που είναι κοινό μας συμφέρον.

Μήλιοι : Πώς είναι δυνατόν να έχωμε εμείς το ίδιο συμφέρον να γίνωμε δούλοι σας όσο εσείς έχετε συμφέρον να μας υποτάξετε ;

Αθηναίοι : Επειδή εσείς, αν υποταχθήτε, θ’ αποφύγετε την έσχατη καταστροφή κ’ εμείς θα έχωμε κέρδος αν δεν σας καταστρέψωμε.

Μήλιοι : Ώστε δεν θα δεχόσαστε να είμαστε φίλοι σας αντί εχθροί σας, να ζούμε ειρηνικά και να μείνωμε ουδέτεροι ;

Αθηναίοι : Δεν μας βλάπτει τόσο η έχθρα σας όσο η φιλία σας που θα ερμηνευόταν σαν τεκμήριο αδυναμίας μας, ενώ το μίσος σας είναι, για τους όσους εξουσιάζομε, απόδειξη της δύναμής μας.

Μήλιοι : Τέτοια αντίληψη του δικαίου έχουν, λοιπόν, οι υπήκοοί σας, ώστε να βάζουν σε ίση μοίρα εκείνους που δεν έχουν μαζί σας κανέναν φυλετικό δεσμό και εκείνους που είναι άποικοί σας, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους, που μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς επαναστάτησαν και τους υποτάξατε ;

Αθηναίοι : Όσο για τα δικαιώματά τους κανείς από τους συμμάχους μας δεν νομίζει ότι υστερεί, αλλά πιστεύουν ότι, όσοι διατηρούν την αυτονομία τους το χρωστούν στη δύναμή τους και ότι ο φόβος μας συγκρατεί και δεν εκστρατεύομε εναντίον τους. Αν, λοιπόν, υποταχθήτε, όχι μόνο θ’ αυξανόταν ο αριθμός των υπηκόων μας, αλλά και θ’ αποδεικνυόταν ότι σεις, νησιώτες και ασθενέστεροι από άλλους, δεν μπορέσατε να μας αντισταθήτε εμάς που είμαστε θαλασσοκράτορες.

Μήλιοι : Και νομίζετε ότι οι προτάσεις μας δεν σας παρέχουν ασφάλεια ; Πρέπει και εδώ, όπως εσείς δεν μας επιτρέπετε να επικαλεσθούμε το δίκαιο και μας καλείτε να υποταχθούμε στο συμφέρον σας, να σας εξηγήσωμε και εμείς ποιο είναι το συμφέρον σας, να σας εξηγήσωμε και εμείς ποιο είναι το συμφέρον μας και να προσπαθήσωμε να σας πείσωμε ότι συμβιβάζεται με το δικό σας. Πώς είναι δυνατόν να μην μεταβάλετε σε εχθρούς σας όσους έως τώρα έμειναν ουδέτεροι, όταν δουν τί θα έχετε κάνει εδώ και θα περιμένουν ότι κάποτε θα στραφήτε και εναντίον τους ; Και με αυτό τί άλλο θα κάνετε παρά να ενισχύσετε όσους είναι εχθροί σας και να στρέψετε εναντίον σας, παρά την θέλησή τους, όσους δεν είχαν κανένα σκοπό να το επιχειρήσουν ;

Αθηναίοι : Καθόλου ! Επικίνδυνοι εχθροί μας δεν είναι όσοι κατοικούν την στεριά και είναι ελεύθεροι. Επικίνδυνοι είναι οι νησιώτες εκείνοι που σαν και σας έχουν μείνει ανεξάρτητοι και εκείνοι που είναι δυσαρεστημένοι από τους καταναγκασμούς που τους επιβάλλεί η ηγεμονία μας. Αυτοί υπάρχει πιθανότητα να ενεργήσουν αλόγιστα και να περιπλέξουν σε προφανείς κινδύνους και τους εαυτούς τους και εμάς.

[1] Οι εμφανείς ομοιότητες με τους σύγχρονους διεθνείς συσχετισμούς και τις διαπραγματευτικές τακτικές, καθώς και η ανυπόκριτη αναφορά στο συμφέρον και όχι στο δίκαιο, αλλά και στην ισχύ ως βάσης διαπραγμάτευσης, καταδεικνύουν με σαφήνεια την ωμότητα του ανθρώπινου χαρακτήρα και ταυτόχρονα την πολιτισμική στασιμότητα, σε επίπεδο αντιπαράθεσης, στο διάστημα των 25 αιώνων που μεσολαβούν μεταξύ του Πελοποννησιακού πολέμου και του σήμερα.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Ποίηση

Κώστας Βάρναλης (1883 – 1974)
Η Λευτεριά του Σολωμού[1]

Πώς του σπαθιού σου στόμωσεν η κόψη
και πώς μετράς τη γης με ανύπαρχτη όψη ;
Κλεισμένη στων Ελλήνων τα ιερά
τα κόκαλά μας, σκούζε, Λευτεριά.

Αιώνες σε κρατάνε φυλακή
οι αφεντάδες σου ξένοι και δικοί.
Και σ’ αμολάνε λίγο, αν είναι χρεία
να πνίξεις αλλωνών ελευθερία !
_______________________

[1] Γράφτηκε 28/11/1973

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

πολιτική ιστορία

Τα δύο ελληνικά κράτη*

Στις 17 Αυγούστου 1916 ξέσπασε στη Μακεδονία, όπου ήδη είχαν αποβιβασθεί αγγλο-γαλλικά στρατεύματα, το κίνημα της Εθνικής Άμυνας, που αποτελέστηκε από φιλοβενιζελικούς πολιτικούς παράγοντες και αξιωματικούς. Χάρη στην υποστήριξη των συμμαχικών δυνάμεων, το κίνημα επικράτησε, για να σχηματιστεί, τον Οκτώβριο του 1916, επαναστατική προσωρινή κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη[1], υπό τους Βενιζέλο, Κουντουριώτη και Δαγκλή. Πρώτη ενέργεια της κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης ήταν να κηρύξει τον πόλεμο στις κεντρικές δυνάμεις (11 Νοεμβρίου 1916) και να συγκροτήσει στρατό, προκειμένου να ενισχύσει το συμμαχικό μέτωπο στα Βαλκάνια.

Το έργο της προσωρινής κυβέρνησης, που δημιούργησε στη Βόρειο Ελλάδα δεύτερο ελληνικό κράτος, δεν περιορίστηκε μόνο στα στρατιωτικά θέματα. Επεκτάθηκε στους σημαντικότερους τομείς της κρατικής δραστηριότητας, όπου ο Βενιζέλος, συνεπικουρούμενος από ένα επιτελείο εκλεκτών συνεργατών, επιχείρησε με εντυπωσιακή ριζοσπαστικότητα να προωθήσει λύσεις στα χρόνια προβλήματα. Σημειώνονται ιδίως μία σειρά μέτρων για την κατανομή των γαιών στους ακτήμονες, που έθεσαν τις βάσεις για την οριστική λύση του αγροτικού ζητήματος τα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς και η εισαγωγή της δημοτικής στη στοιχειώδη εκπαίδευση.

Μετά την επικράτηση του κινήματος της Θεσσαλονίκης, το «κράτος των Αθηνών» βρέθηκε απομονωμένο διεθνώς και εκτεθειμένο σε καθημερινές ταπεινώσεις, στις οποίες το υπέβαλλαν οι «σύμμαχοι». Οι βενιζελικοί της νοτίου Ελλάδας υπήρξαν, φυσικά, τα θύματα της βίας των βασιλικών και των επιστράτων, και μόνο στις συγκρούσεις των γνωστών «Νοεμβριανών», σημειώθηκαν 35 φόνοι, 922 φυλακίσεις, 503 περιπτώσεις λεηλασίας, 980 απελάσεις και εκτοπίσεις σε ένα κλίμα τρομοκρατίας που φαίνεται πως δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία μας. Τελικά οι δυνάμεις της Αντάντ (Συνεννόησης), επικαλούμενες την ιδιότητα των «εγγυητριών» που τους αναγνώριζαν οι συνθήκες του Λονδίνου του 1832[2] και του 1863 και που δήθεν τους επέτρεπαν να επεμβαίνουν στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας[3], προκάλεσαν την αναχώρηση – και όχι τη ρητή παραίτηση – του Κωνσταντίνου και του διαδόχου Γεωργίου από την Ελλάδα (30 Μαΐου 1917) και επέβαλαν ως βασιλιά τον δευτερότοκο γιο του Κωνσταντίνου Αλέξανδρο. Με τον σχηματισμό στην Αθήνα της τρίτης κυβέρνησης Βενιζέλου στις 13 Ιουνίου 1917 τερματίστηκε ο διχασμός του κράτους. Όμως ο εθνικός διχασμός έμελλε να συνεχιστεί και να γνωρίσει νέες δραματικές εξελίξεις.
____________________________

[1] Η συνέχεια του ελληνικού κράτους διακόπηκε δύο φορές. Την πρώτη, μεταξύ Σεπτεμβρίου 1916 και Ιουνίου 1917 οπότε συνυπήρξαν δύο ελληνικά κράτη και την δεύτερη κατά την διάρκεια της κατοχής (Απρίλιος 1941 – Οκτώβριος 1944).
[2] Όπως είναι γνωστό, η διεθνής αναγνώριση του ανεξάρτητου νεοελληνικού κράτους έγινε μόλις το 1830, με το πρωτόκολλο της 22ας Ιανουαρίου / 3ης Φεβρουαρίου που υπέγραψαν στο Λονδίνο η Μεγάλη Βρεττανία, η Γαλλία και η Ρωσία. Αργότερα, το 1832, με νεότερη συνθήκη που υπέγραψαν στο Λονδίνο οι τρεις «προστάτιδες» δυνάμεις με την Βαυαρία στις 24 Απριλίου / 7 Μαΐου, η Ελλάδα αναγνωρίστηκε ως «ανεξάρτητον μοναρχικόν κράτος», «υπό την κυριαρχίαν του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας και την εγγύησιν των τριών Αυλών», ενώ με την συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως που υπέγραψαν στις 9 / 21 Ιουλίου 1832 η Μεγάλη Βρεττανία, η Γαλλία και η Ρωσία, αφ’ ενός και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφ’ ετέρου, καθορίστηκαν τα πρώτα σύνορα του νεοελληνικού κράτους.
[3] Πολλές ήταν οι περίοδοι, όπου η ξένη επέμβαση αποτέλεσε μόνιμη και μάλιστα θεσμοθετημένη σταθερά του εθνικού μας βίου και επομένως παράγοντα που επηρέαζε την άσκηση της κρατικής εξουσίας, καθώς και τον «αυτοδύναμο» χαρακτήρα της.

* αποσπάσματα από το βιβλίο του Νίκου Αλιβιζάτου "Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία", εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1981.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Πολιτική

Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως[1]
Ο Ηγεμών[2] *

48. Κάποιοι λένε ότι η αρετή του άρχοντα φαίνεται από το ότι μπορεί να μετατρέψει μια πόλη από μικρή σε μεγάλη. Εγώ θα έλεγα ότι η αρετή του άρχοντα φαίνεται περισσότερο από το ότι μπορεί να μετατρέψει μια πόλη από φαύλη σε χρηστή[3]. Διότι το πρώτο είναι πολλές φορές αποτέλεσμα ευνοϊκών συγκυριών, ενώ το δεύτερο δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο από κάποιον άρχοντα που διοικεί με άριστο τρόπο. Αν εσύ έχεις ως πρότυπό σου αυτού του είδους τον άρχοντα, με όσα θα πετύχεις, θα αυξήσεις την αρετή στη ζωή των υπηκόων σου.

58. Άριστο δικαστή να θεωρείς αυτόν, ο οποίος με γρήγορη σκέψη να βρει τη φύση του δικαίου και, όταν τη βρει, τη φανερώνει με παρρησία. Και είναι γρήγορος στο να αποκαθιστά τους αδικημένους και βραδύς στο να τιμωρεί τους αδίκους[4]. Και είναι υπεράνω χρημάτων, αλλά δεν υστερεί σε κύρος. Το ίδιο να θεωρείς και αυτόν που συγκρατεί το θυμό του και δεν επηρεάζεται από συμπάθειες προσώπων. Άριστο δικαστή, τέλος, να θεωρείς αυτόν που ως μόνη συγγένεια, φιλία και δόξα, στην απονομή του δικαίου ξέρει τη δικαιοσύνη και ως μοναδική αλλοτρίωση, έχθρα και δυσφήμιση αναγνωρίζει την αδικία.

61. Πρέπει να διορίζεις ως άρχοντες κυρίως ανθρώπους πλούσιους σε όλες τις αρετές. Κι αν αυτό δεν είναι δυνατό, πάντως πάρα πολύ δίκαιους. Γιατί οι παρανομίες που κάνουν οι άρχοντες στρέφουν το μίσος και την οργή του πλήθους σ’ αυτόν που τους επέλεξε[5].

68. Τρία πράγματα υπάρχουν στους ανθρώπους: η τιμωρία, η επίπληξη, ο έπαινος, κι αν θέλεις και η ευεργεσία. Για την πρώτη είναι άξιοι οι εχθροί. Για την επίπληξη οι πολίτες που σφάλλουν ελάχιστα. Και για τον έπαινο και την ευεργεσία αυτοί που ξεχωρίζουν στα κατορθώματα[6]. Εάν κάποιος παρασυρθεί και φέρεται με την αυθάδεια των εχθρών και τους μιμείται, αυτός επιφέρει εναντίον του και την τιμωρία εκείνων. Κι όποιος επιχειρήσει να αλλάξει κάτι από αυτά και διασαλέψει την τάξη, αυτός είναι περισσότερο εχθρός της πολιτείας παρά οι αντίπαλοί της. Γιατί αυτός που επαινεί τους φαύλους κάνει άνω κάτω την πόλη, γιατί υποκινεί τους πολίτες να κάνουν το κακό. Για το λόγο αυτό και όποιος δεν τιμά όσους συμβάλλουν στην ανόρθωσή της, οδηγεί την πολιτεία στην ίδια αταξία.

77. Το χρυσάφι ανατρέπει τα πάντα στους ανθρώπους[7]. Να προσέχεις, επομένως, ώστε να μην διασυρθούν τα έθιμα και οι παραδόσεις της πατρίδας σου. Να θεωρείς άχρηστο τον χρυσό, που είναι φοβερή παγίδα όσων τον αγαπούν, και να το δείχνεις σε όλους.
__________________________

[1] Η μορφή του Πατριάρχη Φωτίου (810-893) δεσπόζει στο Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, στη διάρκεια του 9ου αιώνα. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και ήταν ανηψιός του Πατριάρχη Ταράσιου. Ως πιο πιθανός δάσκαλός του θεωρείται ο Λέων ο Μαθηματικός. Αρχικά, ο Φώτιος ακολούθησε τη σταδιοδρομία του ανώτερου δημόσιου λειτουργού και έφτασε στα αξιώματα του πρωτοσπαθάριου (αρχηγός της σωματοφυλακής του αυτοκράτορα) και του πρωτοασηκρήτου (αρχιγραμματέας της κυβέρνησης). Ο Φώτιος κλήθηκε να διαδεχθεί τον Πατριάρχη Ιγνάτιο, όταν ο τελευταίος ήρθε σε ρήξη με τον πρωθυπουργό Βάρδα, θείο και επίτροπο του ανήλικου αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄. Η εκλογή του Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις του Πάπα Νικολάου Α΄, ο οποίος σε σύνοδο στο ναό του Σωτήρος στο Λατερανό καθαίρεσε τον Φώτιο, με αιτιολογία την αντικανονική του ενθρόνιση. Ο Φώτιος υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας. Στους λόγους του «περί του Αγίου Πνεύματος» καταδικάζει το filioque. Συνέγραψε κείμενα κατά της αίρεσης των Μανιχαίων, καθώς και εκκλησιαστικούς ύμνους. Η «Βιβλιοθήκη» ή «Μυριόβιβλος» αποτελεί ίσως το σημαντικότερο έργο του, καθώς πρόκειται για καταγραφή και σχολιασμό των βιβλίων που μελέτησε ο ίδιος. Άλλα έργα του το «Λεξικό» και τα «Αμφιλόχια».
[2] Ο ηγεμών της Βουλγαρίας Βόρις, ο οποίος βαπτίστηκε χριστιανός και ονομάστηκε Μιχαήλ, επιδίωξς την ανεξαρτησία της Βουλγατικής Εκκλησίας ζητώντας τόσο από τον Νικόλαο τον Α΄, όσο και από τον Φώτιο να υπάρξει Βούλγαρος πατριάρχης, θεωρώντας την παρουσία του απαράιτητο συμπλήτωμα της πολιτικής ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας. Η επιστολή του Φωτίου γράφτηκε κατά τη διάρκεια αυτών των εντάσεων, την πρώτη περίοδο της πατριαρχίας του Φωτίου. Δυστυχώς έχει γραφτεί με τέτοιο τρόπο που δεν μας δίνει κάποιες πληροφορίες σχετικά με το ακριβές αίτημα του Βόρις.
Πρόκειται για παραινετικό λόγο που έχει ως σκοπό του να νουθετήσει. Ανήκει στην κατηγορία των «ηγεμονικών κατόπτρων». Τα βυζαντινά «κάτοπτρα ηγεμόνων» διαφοροποιούνται από τα εγκώμια στο ότι ο συγγραφέας είχε μία ξεχωριστή σχέση με τον ηγεμόνα και μπορούσε να του δώσει σημαντικές συμβουλές σχετικά με τις υποχρεώσεις του αυτοκράτορα και να διατυπώσει σοβαρές προειδοποιήσεις.
Το καινούργιο στοιχείο που εισάγεται στο κείμενο του Φωτίου είναι η έμφαση που δίνεται στο χριστιανικό ήθος. Η εικόνα του βασιλιά που προβάλλεται είναι η εικόνα ενός δίκαιου ηγεμόνα, ο οποίος β΄ρισκεται στον αντίποδα του τυράννου.
[3] μη΄. «Άρχοντος μεν τινες έφησαν αρετήν, εκ μικράς μεγάλην πόλιν ποιήσαι. Εγώ δε μάλλον αν φαίην, το εκ φαύλης σπουδαίαν παρασκευάσαι.»
[4] νη΄. «Άριστον νόμιζε δικαστήν, ος τάχει μεν λογισμών την του δικαίου φύσιν θηρεύει, θηρεύσας δε συν ορθότητι προάγει. Και πράξαι μεν ένεσιν τοις αδικουμένοις οξύς, βραδύς δε κολάσαι τους αμαρτάνοντας.»
[5] ξα΄. «Άρχοντας δει καθιστάναι, μάλιστα μεν πάσαις πλουτούντας ταις αρεταίς. Ει δε μη, πάντως γε δικαιοτάτους. Και γαρ ά τοις άρχουσι παρανομείται, ταύτα το μίσος και την οργήν του πλήθους εις τον προχειρισάμενον αναφέρει.»
[6] ξη΄. «Τρία εστίν εν ανθρώποις, τιμωρία, ψόγος, έπαινος, ει βούλει δε, και ευεργεσία. Αλλά της μεν οι πολέμιοι άξιοι. Ψόγου δε οι μέτρια των πολιτών αμαρτάνοντες. Επάινου δε και ευεργεσίας οι διαφέροντες κατορθώμασι.»
[7] οζ΄. «Χρυσός άπαντα τα ανθρώπινα στρέφει.»

*μετάφραση - σχόλια Ιωάννης Πλεξίδας, εκδόσεις Αρμός, 2007.

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

Ξένοι Περιηγητές

Ο Γάλλος διπλωμάτης, περιηγητής και ιστοριογράφος Φραγκίσκος Κάρολος Ούγγος Λωράν ντε Πουκεβίλ (1770-1838) αφιέρωσε τη ζωή του αποκλειστικά στην συγγραφή έργων για τον τόπο μας. Τα έργα του – «Ταξίδι στην Ελλάδα»[1] (1820), «Ιστορία της αναγέννησης της Ελλάδας» (1824), «Ιστορία και περιγραφή της Ελλάδας» (1835) – επικεντρώνονται, στο σύνολό τους, στην ελληνικότητα μεγάλου τμήματος της χερσονήσου του Αίμου, πολύ πέρα από τα σημερινά σύνορα του νέου Ελληνικού κράτους. Με τις συχνές αναφορές του στην αρχαιότητα, ο Πουκεβίλ επισημαίνει, εμμέσως, πλην σαφώς την ελληνικότητα της τουρκοκρατούμενης τότε γης των προγόνων μας. Το έργο του αποτέλεσε θερμή συνηγορία υπέρ του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα του λαού μας και ενίσχυσε το ρεύμα του φιλελληνισμού.

Από την Πριστίνα στα Σκόπια.

Φεύγοντας από την Πριστίνα, πέφτουμε σε μια διάσπαρτη με χριστιανικά χωριά πεδιάδα, η επιφάνεια της οποίας εκτιμάται σε τριάντα τετραγωνικέ λεύγες. Μετά από μισή ώρα, συναντάμε ένα οροπέδιο, το χωριό Ντεσγκλαβίστα και τον ποταμό Λεπέτς, που χάνεται στα βάθη του ορίζοντα. Υπολογίζεται ότι ο χριστιανικός πληθυσμός υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ψυχές. Στο τέρμα της πεδιάδας συναντάμε τον ποταμό Λεπέντς, ο οποίος πηγάζει από τα βουνά που βρίσκονται βόρεια της Σκόδρας, κοντά στην κορυφή Λούγκοτιν ή Τσιαγκαλασλάσι, που είναι ορατή από απόσταση είκοσι λευγών. Ο ποταμός αυτός χύνεται στον Βαρδάρη, και στην κοιλάδα την οποία διαβρέχει, επισημάινουμε την κωμόπολη Κάτσιανικ, έδρα των Χαϊδούτ έως το 1807, οπότε αυτοί εκδιώχθηκαν από τον Ρεσίντ, τον πασά της Καλκανδερέας, μιας πόλης που απέχει οκτώ λεύγες από εκεί. Από το Κάτσιανικ και πέρα, και για μια απόσταση μισής ώρας η κοιλάδα στενεύει, ως ένα διάτρητο βράχο μήκους σαράντα ποδιών, πλάτους δέκα, κι άλλο τόσο ύψους. Αφού διατρέξουμε αυτή τη στοά, ακολουθώντας επί δύο ώρες τον ποταμό Λέπεντς, πέφτουμε στην κοιλάδα των Σκοπίων, την οποία αυτός διασχίζει για να χυθεί στο Βαρδάρη. Πριν μπούμε στα Σκόπια, βλέπουμε πενήντα τρία τόξα από ένα μεγάλο, κτισμένο με πέτρες και τούβλα υδραγωγείο, από το οποίο διοχετεύονταν άλλοτε τα νερά του Λεπέντς σ’ αυτή την πόλη.

Είκοσι λεύγες δεξιότερα, προβάλλει μια οροσειρά που κατευθύνεται από βορρά προς νότο. Είναι ένα αντέρεισμα της μεγάλης οροσειράς των Άλπεων η οποία, αφού αγκαλιάσει τη Βοσνία, κατευθύνεται ανατολικά για να διαμορφώσει τα Βαλκανικά όρη, χωρίζοντας, μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, τους παραποτάμους του Δούναβη από εκείνους της μεσογείου. Πολλές δευτερεύουσες οροσειρές, ψηλότερες καμιά φορά από την κύρια, αποχωρίζονται και κατευθύνονται προς νότο. Διαγράφουν το περίγραμμα των κόλπων του Αιγαίου πελάγους, τα νησιά του οποίου θεωρούνται ότι προέρχονται από το διαμελισμό μεγάλων λωρίδων ξηράς, αποκομμένων από τα παράλια της Ελλάδας, της Μακεδονίας και της Θράκης.

Διασχίζοντας την Μακεδονία

Το Μοναστήρι, που αριθμεί δεκαπέντε χιλιάδες κατοίκους, τόσο Χριστιανούς όσο και Τούρκους και Εβραίους, διαρρέεται από έναν ποταμό ονομαζόμενο Περιστέρα, η κύρια πηγή του οποίου εντοπίζεται πάνω στο όρος Δόβλετζικ. Ανεβαίνοντας τις όχθες αυτού του παραπόταμου του Βαρδάρη προς τα βορειοδυτικά, ανακαλύπτουμε την τοποθεσία των αρχαίων Στόβων απ’ όπου πιθανόν να προήλθε και η σύγχρονη επωνυμία Βιτώλια που δίνουν στο Μοναστήρι, τη σύγχρονη πρωτεύουσα της εδώθε του Αξιού Μακεδονίας. Το σιτάρι, το καλαμπόκι και τα άλλα δημητριακά πωλούνται στην αγορά αυτής της πόλης σε πολύ χαμηλές τιμές πάντοτε, λόγω της δυσκολίας διαθέσεώς τους, από εδώ όμως εξάγονται μεγάλες ποσότητες μαλλιού, μπαμπακιού, δερμάτων αρνιών και βούβαλων ενώ γίνεται και αναπαραγωγή αλόγων, τα οποία στέλνονται με τα καραβάνια στην Ουγγαρία.

Ακολουθώντας το ρεύμα της Περιστέρας, που ενώνεται με τον Αξιό, συναντάμε λίγο νοτιότερα τα ερείπια της Πελαγονίας, της αποκαλούμενης από τους κατοίκους Παλαιάς Βιτώλιας. Τα τείχη της, αν και κατεστραμμένα, εξακολουθούν να υφίστανται ακόμη, και ο βαλής της Ρούμελης είχε δώσει, αντί μικρού χρηματικού ποσού, την άδεια στους Έλληνες να αφαιρέσουν από εδώ μάρμαρα για την οικοδόμηση μιας εκκλησίας.

Όπως ανέφερα προηγουμένως, στο μοναστήρι δεν υπήρχε βαλής της Ρούμελης, γι’ αυτό και ήδη από πολλά χρόνια τώρα κυβερνούσε ο Αλή Πασάς. Για να πούμε την αλήθεια, το γεγονός αυτό ήταν περισσότερο αποτέλεσμα των ραδιουργιών τού Αλή και λιγότερο μιας παραχώρησης εκ μέρους της Πύλης, η οποία συνέχιζε να διορίζει εδώ σερασκέρηδες in patribus (στις χώρες των απίστων). Φρονίμως ποιούντες όμως οι τελευταίοι δεν έρχονταν να εγκατασταθούν σε μια πόλη παραδομένη στους οπαδούς και τις πανουργίες του σατράπη των Γιαννίνων. Ο αρχιεπίσκοπος, που φέρει τον τίτλο του μητροπολίτη Βιτωλίας, είναι το πιο πλούσιο και πιο ισχυρό πρόσωπο μέσα στην πόλη μετά τον σερασκέρη. Εδώ οι πολυάριθμοι και φτωχοί Εβραίοι ασκούν τη θρησκεία τους σύμφωνα με όλες τις παραδόσεις, αφού κι αυτοί, όπως κι οι Τούρκοι, παντρεύονται ταυτόχρονα πολλές γυναίκες, και ζουν σ’ ένα δικό τους κόσμο γεμάτο ψευδαισθήσεις. Αν και τους έχουν παραπλανήσει πολλοί ψευτομεσσίες, αυτοί διατηρούν πάντοτε την έμμονη πεποίθηση ότι έχουν το Μεσσία μπροστά τους, όταν τύχει και συναντήσουν κάποιον ξένο που η φυσιογνωμία του τους θυμίζει τα χαρακτηριστικά του Μεσσία, όπως τους τα έχουν παραστήσει οι Ταλμουδιστές. Τότε, σαν τους Κουακέρους κι αυτοί, που περιμένουν πότε θα δουν τον Απόστολο Ιωάννη, πλησιάζουν τον ξένο με σεβασμό. Και δεν είναι λίγοι οι ραδιούργοι που έχουν καταχραστεί τη συναγωγή της Βιτωλίας.


[1] Φραγγίσκου Καρόλου Ούγγου Λαυρεντίου Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα, Μακεδονία Θεσσαλία», μετάφραση Νίκη Μολφέτα, εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα 1995

Τρίτη 4 Μαρτίου 2008

Αρχαία Λογοτεχνία

Ηλιόδωρος[1]
«Αιθιοπικά ή τα περί Θεαγένην και Χαρίκλειαν»[2]

Η μέρα μόλις που χαμογελούσε και ο ήλιος καταύγαζε τις κορυφογραμμές, όταν κάποιοι άνδρες με ληστρικό οπλισμό ξεπρόβαλαν από τους λόφους που υψώνονται πάνω από τις εκβολές του Νείλου στο στόμιο το καλούμενο Ηρακλεωτικό. Στάθηκαν λίγο εκεί και βάλθηκαν να ψάχνουν με τα μάτια τη θάλασσα κάτω. Πρώτα άφησαν το βλέμμα τους να πλανηθεί στο πέλαγος και, καθώς κανένα πλεούμενο δεν υποσχόταν άγρα ληστρική, έριξαν τη ματιά τους στην κοντινή παραλία. Και να τί είδαν : ένα καράβι δεμένο από τα σχοινιά της πρύμνης, έρημο εντελώς και φορτωμένο ως τα μπούνια. Το πράγμα φαινόταν και από μακριά : από το βάρος του φορτίου το νερό είχε ανέβει ως το τρίτο ζωνάρι του πλοίου. Η παραλία, γεμάτη σώματα ανθρώπων που είχαν πρόσφατα σφαγιαστεί, άλλα νεκρά και άλλα μισοπεθαμένα με κάποια μέλη τους να σπαράζουν ακόμα, μαρτυρούσε ότι η μάχη μόλις είχε τελειώσει. Κι όμως δεν θα μπορούσες να πεις πως ήταν μάχη καθαρή αυτό που είχε γίνει : μαζί με τα πτώματα ήταν ανακατεμένα θλιβερά απομεινάρια από κάποιο κακότυχο φαγοπότι που είχε αυτή τη φρικτή κατάληξη. Μερικά τραπέζια ήταν ακόμα γεμάτα φαγητά κι άλλα κείτονταν καταγής πλάι στα χέρια των νεκρών που τα είχαν χρησιμοποιήσει αντί για όπλα στην απρόβλεπτη εκείνη μάχη. Άλλα σκέπαζαν σώματα ανθρώπων που είχαν νομίσει πως θα ‘βρισκαν κάτω από αυτά καταφύγιο. Έβλεπες κρατήρες αναποδογυρισμένους να κρέμονται από τα χέρια των νεκρών που είτε έπιναν είτε ετοιμάζονταν να τους χρησιμοποιήσουν αντί για πέτρες. Η αιφνίδια συμφορά τους είχε διδάξει καινούργιες χρήσεις, αναγκάζοντάς τους να χρησιμοποιούν τα ποτήρια για βέλη. Άλλος κειτόταν πληγωμένος από τσεκούρι, άλλος χτυπημένος με αιχμηρό χαλίκι από την ίδια εκείνη παραλία, άλλος είχε τα μέλη τσακισμένα από δοκάρι, άλλος ήταν πυρπολημένος με δαυλό, άλλος αλλιώς θανατωμένος, και οι περισσότεροι είχαν χτυπηθεί με βέλη από τοξότες. Σε τόπο μικρό, μύρια όσα είχε σκηνοθετήσει η τύχη : με αίμα είχε μολύνει το κρασί, το γλέντι είχε αναμείξει με τη μάχη, το φονικό με το πιοτό, τις σπονδές με τις σφαγές – να ποιο ήταν το δράμα που παρουσίαζε στους Αιγύπτιους ληστές. Κι εκείνοι, καθισμένοι στην πλαγιά σαν θεατές σε θέατρο, έβλεπαν τη σκηνή και δεν μπορούσαν να την καταλάβουν : οι νικημένοι ήταν μπροστά στα μάτια τους και πουθενά δεν έβλεπαν τους νικητές. Η νίκη φαινόταν λαμπρή, τα λάφυρα όμως ασκύλευτα. Το πλοίο, μόνο κι έρημο κι όμως απείραχτο σαν να το φύλαγαν πλήθος φρουροί, σαν σε ειρήνη να λικνίζεται στο κύμα. Όση όμως κι αν ήταν η απορία τους για το συμβάν, το κέρδος τους τραβούσε και η λεία. Και σαν να ήταν αυτοί που κέρδισαν τη νίκη, όρμησαν.

Ήδη πλησίαζαν το πλοίο και τα πτώματα, όταν είδαν ένα θέαμα ακόμα πιο παράξενο. Μια κόρη καθόταν πάνω σ’ ένα βράχο, όμορφη τόσο που θα την έλεγες θεά, βαθιά πονεμένη για το κακό κι όμως μ’ έναν αέρα ευγένειας και περηφάνιας. Φορούσε δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι και είχε στον ώμο κρεμασμένη μια φαρέτρα. Το αριστερό της μπράτσο ακουμπούσε στο τόξο, ενώ το χέρι της κρεμόταν χαλαρό. Με τον αγκώνα του άλλου του χεριού ακουμπισμένο στον δεξιό μηρό της και με το πρόσωπο αφημένο στην παλάμη, πότε έσκυβε να κοιτάξει ένα νέο που κειτόταν μπροστά της και πότε σήκωνε το κεφάλι για να κοιτάξει ολόγυρα. Ο δε νέος φαινόταν μεν σοβαρά τραυματισμένος και σαν μόλις να συνερχόταν από τον βαθύ ύπνο τού παρ’ ολίγον θανάτου του, αλλ’ ακόμα κι έτσι άνθιζε η αρρενωπή ομορφιά του και το πορφυρό αίμα που κυλούσε ποτάμι στα μάγουλά του έκανε να λάμπει ακόμα περισσότερο η λευκότητα του προσώπου του. Ο πόνος βάραινε τα βλέφαρά του, αλλά η όψη της κόρης τον έκανε να σηκώνει το βλέμμα σ’ αυτήν και το μόνο που ανάγκαζε τα μάτια του να βλέπουν ήταν ότι έβλεπαν εκείνην. Καθώς σιγά, σιγά ξαναρχόταν στη ζωή, στέναζε βαθιά και ψιθύρισε αδύναμα λέγοντας «Γλυκιά μου, στ’ αλήθεια έχεις σωθεί ή μήπως, θύμα του πολέμου κι εσύ, δεν στέργεις ούτε και νεκρή να αποσπαστείς από μένα και η ψυχή σου σαν φάντασμα με ακολουθεί στη δυστυχία μου ;» Και η κόρη « Από σένα», είπε, «εξαρτάται η σωτηρία μου και ο χαμός μου. Το βλέπεις αυτό ;» και δείχνοντας ένα ξίφος πάνω στα γόνατά της, «ως τώρα», είπε, «έμεινε αργό γιατί η αναπνοή σου το συγκρατούσε». Και με τα λόγια αυτά εκείνη μεν τινάχτηκε από το βράχο, οι δε ληστές που στέκονταν στο λόφο, σαν να τους χτύπησε στη θέα της κεραυνός, έτρεξαν θαμπωμένοι και περίτρομοι να κρυφτούν άλλος κάτω από άλλο θάμνο. Πιο μεγάλη ακόμα και πιο θεϊκή φάνταζε τώρα όρθια, καθώς τα βέλη βρόντησαν στην ξαφνική κίνησή της, το χρυσοΰφαντο φόρεμά της άστραφτε στον ήλιο και τα μαλλιά της, λυτά κάτω από το βακχικό στεφάνι, κατρακυλούσαν ως τη μέση της σχεδόν. Μα περισσότερο απ’ όσα έβλεπαν τους τρόμαζε η άγνοια για όσα γίνονταν. Άλλοι απ’ αυτούς νόμιζαν πως είναι κάποια θεά, η Άρτεμη ή η εντόπια Ίσις, άλλοι την περνούσαν για ιέρεια που είχε καταληφθεί από θεϊκή μανία και είχε διαπράξει όλο εκείνο το φονικό. Αυτά έβαζαν με το νου τους, αλλά δεν γνώριζαν ακόμα την αλήθεια. …
______________________

*εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1997
________________________
[1] «Όμηρος, Βιργίλιος και Ηλιόδωρος – οι τρεις μεγάλοι επικοί ποιητές της αρχαιότητας …» Μόνο κατάπληξη θα προκαλούσε σήμερα μια τέτοια αξιολόγηση : Τί ζητά αυτός ο Ηλιόδωρος (3ος μ.Χ. αιώνας) στη χορεία των μεγάλων κλασικών ; Στον κόσμο της Αναγέννησης όμως, παρόμοιες αξιολογήσεις δεν προκαλούσαν την παραμικρή αντίδραση : Ο Ηλιόδωρος συγκραφέας του ογκώδους μυθιστορήματος που φέρει τον τίτλο Αιθιοπικά, ήταν τότε πολύ της μόδας. Ο Αλόνσο Λοπέζ Πινθιάνο, κορυφαίος θεωρητικός της λογοτεχνίας κατά τον ισπανικό χρυσό αιώνα, υποστηρίζει με παθος ότι ο Ηλιόδωρος έχει δικαιωματικά μια θέση δίπλα στον Όμηρο και τον Βιργίλιο. Και στο έργο του Philosophia Antiqua Poetica (1596), αποδεικνύει ότι ο Ηλιόδωρος πληροί, μία προς μία, τις προϋποθέσεις που έθεσε ο Αριστοτέλης για το έπος και την τραγωδία.
Απόσπασμα από την Εισαγωγή του Γιώργη Γιατρομανωλάκη
[2] Το τελευταίο «σοφιστικό» [Τα Ποιμενικά του Λόγγου, Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα του Τάτιου και τα Αιθιοπικά αποκαλούνται «σοφιστικά» μυθιστορήματα επειδή φαίνεται να επηρεάζονται σαφέστερα από τη «Δεύτερη Σοφοστική», δηλαδή από τη γνωστή κίνηση της Αυτοκρατορικής Εποχής], κατά τα φαινόμενα, και οπωσδήποτε το εκτενέστερο και περισσότερο σύνθετο Αρχαίο Ελληνικό Μυθιστόρημα [τα πρώτα, αβέβαια «πρωτο-μυθιστορήματα» αρχίζουν να εμφανίζονται προς το τέλος της ελληνιστικής περιόδου].

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Λογοτεχνία

Οι γοργόνες[1]

Είτανε τρεις αδερφάδες. Πιπίνα τη λέγανε τη μεγάλη. Είχανε κάποτε τα ονόματά τους κ’ οι άλλες δυο. Στα νιάτα τους. Τότες που τραγουδούσανε μαζί με τ’ άλλα κορίτσια στις κούνιες και πηδούσανε τις φωτιές τα’ αγιού Γιαννιού, λυγερές σα ζαρκάδες. Η Ακιντύνα και η Βιόλα. Κατόπι, με τον καιρό, αποξεχαστήκανε τα δικά τους, και τώρα πια όλος ο κόσμος τις ήξερε και τις τρεις Πιπίνες, με της μεγάλης τ’ όνομα.

Ξεχάστηκε και το οικογενειακό τους.

Παλιός κόσμος πέρασε κ’ έσβησε. Καινούργιος ντουνιάς ανεστήθηκε και βασιλεύει. Σα δεν είναι κιόλας κανέ σερνικό να το θεμελιώσει, τ’ όνομα της φαμίλιας έτσι σβήνει μέσα στη λησμονιά. Το θυμότανε μονάχα εκεί γύρω στη γειτονιά οι γιαγιάδες, οι συνομήλικές τους. Και το ξαναλέγανε στις κοπέλες και στ’ αγγόνια, σαν το ‘φερνε η κουβέντα και λάχαινε να νιστορήσουνε καμιά φορά παλαιϊκά θυμητικά. Παλιού ουρανού χαλάσματα.

Το σόι των Γιανναράδων. Παπαδόσογο τρανό, μη βλέπεις τώρα, μ’ ένα δεσπότη μέσα στους παπούδες. Μη βλέπεις που ξεκλήρισαν κατόπι. Τα τρία κορίτσια ορφανέψανε, ξεπουλήσανε σιγά – σιγά όλο το έχει τους, ώσπου απομείνανε επί ξύλου κρεμάμενα, τρία ξερά κορμιά μέσα σ’ αυτό το σπίτι.

Ο πατέρας τους τόρριξε θαμέλια ανήμερα που γεννήθηκε η μεγάλη. Η Πιπίνα, η πρωτογέννητη με τα πολλά κανάκια. Άρχισε και χτιζότανε και τελειωμό δεν είχε. Δεν είτανε δα και καμιά βια να τελειώσει. Η γιαγιά της, η μητέρα του Γιανναρά, που όλοι πια ξεχάσανε πόσο χρονώ είτανε, δόντιασε για δεύτερη φορά και πέρασε τα στερνά της μέσα στα ξαναμωράματα. Αυτή λοιπόν, μέσα στο παραμιλητό της, είπε και μια κουβέντα με νόημα, λίγες μέρες πριν πεθάνει. Σηκώθηκε πάνω στο στρώμα της ανεκούρκουδη κ’ είπε :

- Το νου σας, κόρες, σ’ αυτό το σπίτι. Το νου σας, λέγω. Το κλειδί και τα μάτια σας. Ο ξένος και τα μάτια σας. Χρυσός θάνει και καλοψουνιστής. Ο πρώτος που θα τ’ ανοίξει να ‘μπει θα ‘ναι. Η τύχη της Πιπίνας θα ‘ναι, λέγω. Της Πιπίνας της χαϊδεμένης. Της Πιπίνας της μοσχαναθρεμένης. Νύχτα θα ‘ρτει, λέγω, να χτυπήσει τον κρίκελλα. Το νου σας, κόρες, ν’ ακούσετε…

Ο λόγος δέθηκε ακατέλυτος χρησμός πάνω από τις τρεις γυναίκες. Η Πιπίνα μεγάλωνε, το σπίτι είτανε τελειωμένο, μόνο τ’ απάνω πάτωμα απόμεινε άχριστο. Επιταυτού τ’ αφήσανε. Θα το χρίζανε πια κι αυτό σα θα ‘μπαινε ο ξένος, ο χρυσοπόδης, ο νοικοκύρης κι ο καλοψουνιστής. Η τύχη της Πιπίνας της χαϊδεμένης.

Όσο είτανε κοπελίτσα πολλοί τη γύρεψαν. Είχανε και το δικό τους, βλέπεις, σαν πέθαναν οι γέροι. Όμως η Πιπίνα διάλεγε, διάλεγε, κ’ οι άλλες δεν παραπονιόντανε που το πράγμα τραβούσε σε μάκρος. Και μέσα στο σπίτι δεν πάτησε πόδι σερνικό. Κάθε μπόδιο σε καλό. Δε θέλανε κιόλας να ξεπέσουνε το σόι των Χατζή – Γιανναράδων σε παρακατινό κανέναν. Κ’ η παντρειά της χαϊδεμένης θα έιχε να κάνει ύστερα και για την αποκατάσταση των άλλω δύο. Έτσι περνούσανε τα χρόνια και διαβαίνανε. Ερχόταν η άνοιξη κι ανθίζανε τα κλαδιά της ακακίας έξω στην αυλή. Ερχόταν ο χειμώνας και μαδούσανε. Κ’ η Πιπίνα όλο ν’ απαντέχει τον ξένο κάθε βράδυ. Μια νύχτα δεν είταν που θαρχότανε ; Αμ’ πώς θα γενότανε ; Πώς θα γενότανε ; Ψυχή μου, θ’ ακουγότανε τα στέρεα πατήματά του στ’ αδειανό σοκάκι, που φέγγει το φανάρι της δημαρχίας. Θα ‘ρχότανε να χτυπήσει τον κρίκελλα, της πόρτας το χτυπητήρι. Να στρίψει κείνη από μέσα το κλειδί, να βάλει κείνος το δεξί του το πόδι, το χρυσό του το πόδι μέσα στο σπίτι, αφέντης και νοικοκύρης. Να την πάρει βασίλισσά του και σκλάβα του, να παιδώσει μαζί του, να γιομίσουν οι σκάλες κ’ αγκαλιές μωρά με χρυσά μαλλιά, με σγουρά μαλλιά.

Αμ’ πώς θά ‘τανε, μαθές, ο ξένος ; Ψηλός θάτανε, ψυχή μου, λιγνός θα ‘τανε, μαυρομούστακος και καμαροφρύδης. Λεβέντης και γλυκομάτης θα ‘τανε, μέλι θα ‘ σταζε τ’ αχειλάκι του κ’ ένα κομμάτι μάλαμα η καρδιά του.

Κι όλο αφουγκραζότανε τις νύχτες από το κρεβάτι της, εκεί κοντά στο παράθυρο της αυλής. Άνοιγε τα μάτια κ’ έβλεπε άξω, ψηλά, τον κεντημένο ουρανό με τ’ άστρα του, να της γνέφουν ανάμεσα από τ’ άσπρο σύννεφο της ανθισμένης ακακίας. Περνούσαν απ’ έξω οι διαβάτες ανάρια – ανάρια. Άλλοι βιαστικοί, άλλοι με το τέμπο τους. Λογής – λογής πατήματα. Άλλα χορευτικά και άλλα κουρασμένα. Βιαστικά, συλλογισμένα, ανήμπορα ή χαρούμενα, που τρέχανε να προφτάσουν το ξεφάντωμα. Κοντεύανε, προσπερνούσανε την πόρτα, και πάλι αλαργέβανε σιγά – σιγά και σβηούντανε στα μάκρη του σοκακιού. Η μυρουδιά από την ακακία γιόμιζε την ανοιξιάτική νύχτα, γιόμιζε και το σπίτι, παχιά και μεθυστικά. Γλυκιά μυρουδιά, που την ένιωθε ως και στη γλώσσα κι αναστέναζε. Ύστερα μαδούσανε τα λουλούδια της ακακίας, χειμώνας ερχότανε, χιόνια γιόμιζε το σοκάκι. Και πάλι τα πατήμετα όλο κι ακουγόντανε στα κούφια. Όλο και προσπερνούσανε, και κείνη όλο κι αφουγκραζότανε, ν’ ακούσει τα βήματα που θα κοντοσταθούνε στην πόρτα της, που θα σταματήσουνε στην πόρτα της, ν’ ακούσει τον κρίκελλα να βροντήξει, ν’ αντιβουΐξει η αυλή, ν’ αντιβουΐξει κι η καρδούλα της, να πεταχτεί να φωνάξει «τώρα !», να κατέβει τέσσερα – τέσσερα τα σκαλιά ν’ ανοίξει. Αφουγκραζότανε με γλυκιά τρομάρα.

Ήρθε μια τέτοια νύχτα. Τρομαχτική και άγρια. Ήρθε ν’ ανοίξει την πόρτα του σπιτιού των τριών κοριτσιών, που δε δρασκέλισε σερνικό πόδι το κατώφλι της. Ήρθε να κλείσει για πάντα την πόρτα της προφητείας. Είτανε μια νύχτα που ξεμπαρκάρανε απ’ αντίκρυ, λεφούσι άγριο, οι διωχμένοι πρόσφυγες. Λεροί, ψωριάριδες, ματωμένοι. Κάτι γυναίκες κοκκαλιάρες, με μεγάλα μάτια, άγρια, γεμάτα από την κόλαση της σφαγής και του βιασμού. Μέσα στη νύχτα χτύπησε η πόρτα, βρόντηξε ο κρίκελλας της προφητείας. Το χτυπητήρι βάρεσε πάνω σε τρεις καρδιές. Ανοίξανε. Ένας άνθρωπος από τη Νομαρχία είτανε. Ένας χωροφύλακας μαζί του. Ανοίξανε με το ζόρι το σπίτι του χρησμού. Στυλώσανε διάπλατα τα φύλλα της πόρτας, και πλάνταξαν πάνω στο ντουβάρι. Σπρώξανε μέσα ένα πλήθος αγριεμένους ανθρώπους. Γιόμισε το κάτω πάτωμα. Τους είχανε μέσα έξη μήνες ολάκερους. Έξη τυραγνισμένους μήνες.

Κατόπι αράδα πλακώσανε τα δύσεχτα χρόνια. Όλοι οι δικοί κ’ οι συγγενείς που κρατούσανε με τόκο τα μετρητά των αδρφάδων – λίρες χρυσές είτανε – τα ξεπλερώσανε με μια χούφτα χαρτιά. Πετάξανε κι αυτά ένα-ένα – χαρτιά είτανε και τα πήρε ο άνεμος – και καταπόδι πλάκωσε η φτώχεια. Η μαύρη φτώχεια και τα κακά γεράματα.

Οι τρεις αδερφές αποζαρώσανε γεροντοκόρες. Γερνούσανε και δεν το καταλαβαίνανε. Το σπίτι έμενε ακόμα ατελείωτο, άχριστο τ’ απάνω πάτωμα, όπως όταν ανεβοκαταιβένανε τις σκάλες λαφροπόδαρες κοπελούδες, όπως όταν κρεμάζανε την κούνια στην ακακία της αυλής, και τα σκοινιά μαδούσανε πάνω στα μαλλιά τους τ’ ασπρα λουλούδια. Τα χρόνια ας περίμεναν αραδιασμένα απ’ έξω από την οξώπορτα τη μανταλωμένη. Δεν του ανοίγανε του Καιρού. Μόνο η φτώχεια έδωσε μια κλωτσιά, άνοιξε και πέρασε μέσα. Η πείνα πέτρες κατελεί και κάστρα παραδίνει. Τα πουλούσανε σιγά – σιγά, ένα – ένα, όλα τα παλιά, όλα τ’ αγαπημένα πράγματα. Τα μαλαματικά, τ’ ασημένια κουταλάκια, τα ζάρφια, τους ασημένιους χοκάδες του γλυκού, τα γιουσουρένια κομπολόγια, τ’ αγιοταφίτικο καντήλι, όλα τα συντέφια. Σήμερα τούτο, αύριο κείνο. Τα πιο ακριβά, τα πιο αγαπημένα πίσω – πίσω. Και δεν βαρυγνωμούσε καμιά πάνω στην άλλη. Κάλλιο έτσι, παρά να ξεπέσει του Χατζη – Γιανναρά το σόι σε παρακατιανά χέρια. Μοιραστήκανε τη ζωή, τη φτώχεια τους, σε τρία αδερφικά ψυχομέρια.

Συναμεταξύ τους κραζόντανε μ’ ένα δικό τους τρόπο. Λέγανε «η Πιπίνα μας» σα μιλούσανε για τη μεγάλη. Σα θέλανε να πούνε για τη δεύτερη λέγανε «η άλλη». Και για την Τρίτη λέγανε «η μικρή». Όπως όταν είταν κοπελίτσες. Λέγανε : Πού βγήκε η μικρή ; Απάνου είναι η μικρή ; Και μιλούσανε για τη γρηά Βιόλα, που είτανε πια εξηνταπέντε χρονώ.

Στη γειτονιά δεν τις αγαπούσε κανένας, κι αυτές ποτές δεν το προσέξανε μέσα στην ψωροπερηφάνια τους. Δεν άλλαζαν κιόλας κουβέντα με κανέναν. Με ποιόν να μιλήσουνε και τί να πούνε ! Άλλος κόσμος, άλλα λόγια, άλλα νοήματα. Κι ο κόσμος τις έλεγε και τις τρεις με τ’ όνομά της μεγάλης. «Οι Πιπίνες». Όχι μονάχα γιατί τα ονόματά τους τ’ αχρείαστα αποξεχάστηκαν στη θύμηση των ανθρώπων, μακι ακόμα για ένα λόγο.

Σαν ξεπούλησα όλα τους τα προικιά και τα πατρογονικά χρυσαφικά, κράτησαν μόνο τρία χοντρά συναξάρια της Βενετιάς – ο Μέγας Συναξαριστής – και μια φορεσιά ολομέταξη, μενεξελιά. Καλό, ακατέλυτο ρούχι της μάνας τους, που την έφερε από την Προύσσα ο πατέρας, τον καλό καιρό. Αυτή τη ντυσιά, μαζί μ’ ένα καπελλάκι γυαλιστερό, μαύρο, μ’ ένα κοκκαλένιο λουλούδι μπροστά, κ’ ένα ζευγάρι παπούτσια λουστρίνια. Τα φυλάξανε για γιορτιάτικα. Τά ‘βαζαν με την αράδα και βγαίνανε τις καλές μέρες. Τα φορούσαν η κάθε μια τους με τη σειρά, την ΚεΚριακή και τη σκόλη, σαν πηγαίνενε στο σπερνό ή να λειτουργηθούνε. Κείνη που πήγαινε, έφερνε και στις άλλες τ’ αντίδωρο, δεμένο στην άκρη του μαντηλιού. Και κείνες περιμένανε χωρίς να βάλουνε μπουκιά στο στόμα. Πέρνανε τ’ αντίδωρο, το σταυρώνανε, το τρώγανε, κ’ ύστερα πίνανε όλες μαζί τον καφέ, δολωμένον με πολύ κριθάρι.


[1] Από « Το Πράσινο Βιβλίο» του Στράτη Μυριβήλη.