Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Προσωπικότητες

Ο στρατάρχης Ζούκοφ[1]

Ο Στάλιν γινόταν καχύποπτος αν κάποιος Σοβιετικός πολίτης εισέπραττε επαίνους από το εξωτερικό και πρέπει να είχε γίνει ακόμα πιο δύσπιστος με τα διθυραμβικά σχόλια του αμερικανικού και βρετανικού τύπου για τον Ζούκοφ[2] και τον Κόκκινο Στρατό. Παρ’ όλο που φοβόταν την δύναμη του Μπέρια[3], την οποία σύντομα επρόκειτο να χαλιναγωγήσει, τον απασχολούσε ακόμη περισσότερο η τεράστια δημοτικότητα του Ζούκοφ και του Κόκκινου Στρατού. Όταν ο Αϊζενχάουερ επισκέφθηκε την Σοβιετική Ένωση, ο Ζούκοφ τον συνόδευε παντού, μέχρι που πέταξε μαζί του, με το προσωπικό του αεροσκάφος για το Λένινγκράντ. Όπου και αν πήγαιναν, οι δύο μεγάλοι ηγέτες γίνονταν δεκτοί με ενθουσιασμό. Αργότερα, ο Αϊζενχάουερ προσκάλεσε το Ζούκοφ και τη «σύζυγο εκστρατείας» του, Λύδια Ζόβα, να επισκεφθούν τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ο Στάλιν κάλεσε αμέσως τον στρατάρχη του στην Μόσχα για να ανατρέψει τα σχέδιά του. Ήταν ολοφάνερο ότι ο Ζούκοφ είχε οικοδομήσει μια αυθεντική σχέση συμπάθειας με τον Αρχιστράτηγο των Συμμάχων.

Αν και ο Ζούκοφ γνώριζε τις προσπάθειες που κατέβαλλε ο Μπέρια για να τον υπονομεύσει, δεν συνειδητοποιούσε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος προερχόταν από τη ζήλια του ίδιου του Στάλιν. Στα μέσα Ιουνίου, σε μια συνέντευξη τύπου στο Βερολίνο, ο Ζούκοφ ρωτήθηκε για τον θάνατο του Χίτλερ. Αναγκάστηκε να παραδεχτεί σε ολόκληρο τον κόσμο ότι «δεν έχουμε ακόμα ανακαλύψει ένα αναγνωρίσιμο πτώμα». Γύρω στον Ιούλιο, ο Στάλιν τηλεφώνησε ξανά στον Ζούκοφ για να τον ρωτήσει πού ήταν το πτώμα. Αυτό το παιχνίδι με τον Ζούκοφ σίγουρα του προσέφερε μεγάλη ευχαρίστηση. Όταν τελικά ο Ζούκοφ ανακάλυψε την αλήθεια, είκοσι χρόνια αργότερα, από την Ρζεφσκάγια, δυσκολευόταν ακόμη να δεχτεί ότι ο Στάλιν τον είχε γελοιοποιήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. «Ήμουν πολύ κοντά στον Στάλιν» επέμενε. «Ο Στάλιν με έσωσε. Αυτοί που ήθελαν να με βγάλουν από την μέση ήταν ο Μπέρια και ο Αμπακούμοφ». Ο Αμπακούμοφ[4], ο αρχηγός της ΣΜΕΡΣ, μπορεί να ήταν η κινητήρια δύναμη εναντίον του Ζούκοφ, αλλά ο Στάλιν γνώριζε ακριβώς τί συνέβαινε και το ενέκρινε.

Στην σοβιετική πρωτεύουσα, ο απλός λαός αποκαλούσε τον Γκεόργκυ Κωνσταντίνοβιτς Ζούκοφ «Άγιο Γεώργιο», προστάτη άγιο της Μόσχας. Μετά τους εορτασμούς της νίκης στις 9 Μαΐου 1945 στην Μόσχα – μια ημέρα χαράς και ανακούφισης, αλλά και πολλών δακρύων – προγραμματίστηκε μια μεγάλη παρέλαση στην κόκκινη Πλατεία. Στην παρέλαση θα λάμβανε μέρος ένα σύνταγμα από κάθε Μέτωπο, καθώς και μια μονάδα του σοβιετικού ναυτικού και μια της αεροπορίας. Η σημεία που είχε υψωθεί στο Ράιχσταγκ θα έφτανε ειδικά για αυτό το σκοπό. Είχε ήδη μετατραπεί σε ιερό κειμήλιο. Γερμανικές σημαίες συγκεντρώνονταν επίσης και μεταφέρονταν στην Ρωσία για άλλο σκοπό.

Οι Σοβιετικοί στρατάρχες και στρατηγοί υπέθεσαν ότι ο Στάλιν θα ηγείτο της παρέλασης στις 24 Ιουνίου. Ήταν ο ανώτατος διοικητής – ο Βερκχόβνυ – που υποτίθεται ότι είχε οδηγήσει την Ρωσία στην μεγάλη νίκη. Ωστόσο, σύμφωνα με την ρωσική παράδοση, ο νικητής έπρεπε να παρελάσει έφιππος.

Μια εβδομάδα πριν από την παρέλαση, ο Στάλιν κάλεσε τον Ζούκοφ στην ντάτσα του. Ο Στάλιν ρώτησε τον Ζούκοφ, ο οποίος είχε υπηρετήσει στο ιππικό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Εμφύλιο, αν μπορούσε ακόμη να ιππεύσει.

«Μερικές φορές κάνω ακόμη ιππασία», απάντησε ο Ζούκοφ.
«Τότε θα κάνουμε το εξής», είπε ο Στάλιν. «Θα ηγηθείς εσύ της παρέλασης και ο Ροκοσόφσκυ[5] θα έχει το γενικό πρόσταγμα».
«Ευχαριστώ πολύ για την τιμή», είπε ο Ζούκοφ. «Δεν θα ήταν όμως καλύτερο να ηγηθείτε εσείς ; Εσείς είσαστε ο Αρχιστράτηγος και αυτό είναι δικός σας προνόμιο».
«Είμαι πλέον πολύ μεγάλος για να κάνω παρελάσεις. Εσύ είσαι νεώτερος. Ανάλαβέ το εσύ». Αποχαιρετώντας τον, ο Στάλιν είπε στον Ζούκοφ να παρελάσει ιππεύοντας το αραβικό άλογο που θα του υποδείκνυε ο στρατάρχης Μπουντυόνυ.

Την επόμενη ημέρα, ο Ζούκοφ πήγε στο κεντρικό αεροδρόμιο για να παρακολουθήσει τις ασκήσεις για την παρέλαση. Εκεί συνάντησε τον γιο του Στάλιν, Βασίλυ, ο οποίος τον πήρε παράμερα. «Ο πατέρας προετοιμαζόταν για να παρελάσει ο ίδιος, αλλά συνέβη ένα περίεργο περιστατικό. Πριν από τρεις ημέρες, το άλογο αφηνίασε στο στίβο ιππασίας, επειδή ο πατέρας μου δεν χρησιμοποίησε σωστά τα σπιρούνια. Πιάστηκε από τη χαίτη του και προσπάθησε να μείνει πάνω στη σέλα, αλλά δεν τα κατάφερε και έπεσε. Έτσι, χτύπησε στον ώμο και το κεφάλι. Όταν σηκώθηκε, έφτυσε και είπε, «Άσε τον Ζούκοφ να κάνει παρέλαση. Αυτός είναι παλιός ιππέας»».
«Και ποιο άλογο καβάλησε ο πατέρας σου ;»
«Ένα λευκό αραβικό άλογο, αυτό που θα πάρεις κι εσύ για την παρέλαση. Αλλά σε ικετεύω, μην πεις λέξη για όσα σου είπα». Ο Ζούκοφ τον ευχαρίστησε. Τις λίγες ημέρες που απέμεναν για την παρέλαση, δεν έχανε ευκαιρία να ιππεύει και να δαμάζει το άλογο.

Το πρωί της παρέλασης έβρεχε συνέχεια. «Ο ουρανός κλαίει για τους νεκρούς μας», ήταν το συνηθισμένο σχόλιο μεταξύ των Μοσχοβιτών. Το νερό έσταζε από τους τεπέδες των κασκέτων. Όλοι οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί είχαν παραλάβει νέες στολές και μετάλλια. Τρία λεπτά πριν από τις 10:00΄ το πρωί, ο Ζούκοφ καβάλησε το αραβικό άτι κοντά στην πύλη Σπάσκυ του Κρεμλίνου. Μπορούσε να ακούσει τα χειροκροτήματα καθώς οι ηγέτες του Κόμματος και τα μέλη της σοβιετικής κυβέρνησης έπαιρναν τις θέσεις τους στο μαυσωλείο του Λένιν. Όταν το ρολόι σήμανε ακριβώς 10:00΄, άρχισε να κατευθύνεται προς την Κόκκινη Πλατεία. Οι μπάντες άρχισαν να παίζουν το «Σλαβ συά !» (Δόξα σε σένα !) και έπειτα σιώπησαν. Ένας εξίσου νευρικός Ροκοσόβσκυ κρατούσε σταθερά τον έλεγχο του μαύρου πολεμικού αλόγου του. Οι διαταγές του ακούγονταν καθαρά. Η αποκορύφωση της παρέλασης ήρθε όταν 200 βετεράνοι, ο ένας μετά τον άλλον, βάδισαν μέχρι το μαυσωλείο και εκεί, στα πόδια του Στάλιν, πέταξαν την σημαία των Ναζί. Ο Ζούκοφ, εν μέσω των επευφημιών του κόσμου, πάνω στο εκπληκτικό αραβικό άλογό του, δεν είχε ιδέα ότι ο Αμπακούμοφ προετοίμαζε την πτώση του.

Στην ντάτσα του Ζούκοφ είχαν τοποθετηθεί κοριοί. Το μικρό δείπνο που είχε δώσει εκεί για κάποιους στενούς του φίλους, για να γιορτάσουν τη νίκη, είχε καταγραφεί. Το έγκλημα που διέπραξαν ήταν ότι η πρώτη τους πρόποση δεν ήταν στο όνομα του Στντρόφου Στάλιν. Αυτό οδήγησε αργότερα στο βασανισμό και τη φυλάκιση του διοικητή του ιππικού, Στρατηγού Κρυούκοφ. Η σύζυγός του, η διάσημη λαϊκή τραγουδίστρια Λυδία Ρουσλάνοβα, στάλθηκε στα γκούλαγκ όπου απέρριψε τις εκβιαστικές ερωτικές προτάσεις του Αμπακούμοφ. Ο διοικητής του γκούλαγκ την διέταξε να τραγουδήσει για εκείνον και τους αξιωματικούς του. Εκείνη απάντησε ότι θα τραγουδούσε μόνο αν επιτρεπόταν σε όλους τους συντρόφους της, τους υπόλοιπους «ζέκυ», να παρευρεθούν.

Μια εβδομάδα μετά την επινίκια παρέλαση, ο Στρατάρχης Στάλιν έλαβε το αξίωμα του Αρχιστρατήγου, «για τις εξέχουσες υπηρεσίες του κατά τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο». Επιπλέον, έλαβε τα μετάλλια του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης, του Τάγματος του Λένιν και του Τάγματος της Νίκης, μια κασετίνα με πέντε πλατινένια αστέρια – το καθένα το στόλιζαν 135 διαμάντια και 5 μεγάλα ρουμπίνια. Τα εορταστικά δείπνα και τα βραβεία εξέφραζαν μια πραγματική τσαρική αδιαφορία απέναντι στην πείνα που επικρατούσε στην Κεντρική Ασία.

Τον επόμενο χρόνο, η εκστρατεία που έφερε εις πέρας ο Αμπακούμοφ, συγκεντρώνοντας ομολογίες συναδέλφων του Ζούκοφ μετά από βασανιστήρια, οδήγησε τον στρατάρχη σε εξορία στην επαρχία και στην συνέχεια σε περιορισμό στην ντάτσα του. Εκτός από μια σύντομη περίοδο κατά την οποία διετέλεσε Υπουργός Αμύνης υπό τον Χρούτσεφ, παρέμεινε σε κατ’ οίκον περιορισμό μέχρι την 9η Μαΐου 1965, την εικοστή επέτειο της αποδοχής από τον ίδιο της παράδοσης των Γερμανών στο Καρλσχορστ. Στο Κρεμλίνο διοργανώθηκε ένα μεγάλο δείπνο στο Ανάκτορο των Συνεδρίων. Όλοι οι καλεσμένοι, συμπεριλαμβανομένων των υπουργών, στραταρχών, στρατηγών και πρέσβεων, σηκώθηκαν όρθιοι όταν ο Λεονίντ Μπρέσνιεφ εισήλθε στην αίθουσα επικεφαλής της ακολουθίας του. Στο βάθος εμφανίστηκε και ο Ζούκοφ. Ο Μπρέσνιεφ τον είχε καλέσει την τελευταία στιγμή. Ο Σοβιετικός ηγέτης πρέπει να μετάνιωσε αμέσως γι’ αυτήν του την χειρονομία, καθώς αμέσως μόλις ο Ζούκοφ έγινε αντιληπτός, ξέσπασαν χειροκροτήματα και στην συνέχεια ζητωκραυγές. Οι φωνές «Ζούκοφ! Ζούκοφ! Ζούκοφ!» συνοδεύονταν από χτυπήματα στο τραπέζι. Το πρόσωπο του Μπρέζνιεφ πέτρωσε.

Ο Ζούκοφ αναγκάστηκε να επιστρέψει στην ντάτσα του, η οποία εξακολουθούσε να παρακολουθείται στενά, Αν και επισήμως είχε πλέον αποκατασταθεί, δεν εμφανίστηκε ξανά σε κάποια δημόσια εκδήλωση για τα υπόλοιπα εννέα χρόνια της ζωής του. Το πιο βαθύ του τραύμα όμως ήταν η ανακάλυψη ότι ο Στάλιν τον είχε ξεγελάσει σχετικά με το πτώμα του Χίτλερ.


[1] Άντονυ Μπήβορ, «Βερολίνο, η πτώση, 1945», σ. 567-571, εκδόσεις Γκοβόστη, 2004
[2] Γκεόργκι Ζούκοφ, στρατάρχης της ΕΣΣΔ, τον Δεκέμβριο του 1941 είχε αναλάβει με επιτυχία την άμυνα της Ρωσικής πρωτεύουσας, έναντι των επιτιθέμενων Γερμανών. Τον Μάιο του 1945 εισέρχεται πρώτος, επικεφαλής των νικηφόρων σοβιετικών στρατευμάτων, στο Βερολίνο.
[3] Λαβρέντι Μπέρια, επικεφαλής της Μυστικής αστυνομίας [ΝΚΒΝΤ]
[4] Βίκτωρ Αμπακούμοφ, αρχηγός της αντικατασκοπείας [ΣΜΕΡΣ]
[5] Κωνσταντίν Ροκοσόβσκυ, στρατάρχης της ΕΣΣΔ, κατά το ήμισυ Πολωνός. Αυτό τον καθιστούσε επικίνδυνο στα μάτια του Στάλιν.