Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

οικονομικά

ο πληθωρισμός, η φτώχεια κι οι λαχανόκηποι[1]

Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ πήρε το παρατσούκλι Παρά-πινάκης από το γεγονός, ότι στην εποχή του λόγω ένδειας και πείνας οι άνθρωποι έπαιρναν με ένα χρυσό νόμισμα αντί τεσσάρων μόνο τρία πινάκια σιτάρι. Αυτό σημαίνει αύξηση της τιμής κατά 25% μέσα σε λίγα χρόνια – πληθωρισμός που κάτω από σύγχρονες συνθήκες ίσως φαίνεται ακόμη υποφερτός, αλλά σε μια εποχή που δεν γνωρίζει καθόλου το φαινόμενο του πληθωρισμού σημαίνει αληθινή καταστροφή για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Όμως αυτές οι δυσκολίες του 11ου αιώνα φαίνονται ασήμαντες σε σύγκριση με τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Κωνσταντινουπολίτες και οι υπεύθυνοι υπάλληλοι του επάρχου, του δημάρχου θα λέγαμε σήμερα, στην πρώιμη βυζαντινή εποχή, και συγκεκριμένα στον 5ο και 6ο αιώνα, τουλάχιστον μέχρι τη μεγάλη δημογραφική καταστροφή της πανούκλας που ενέσκηψε το 541 στο Πηλούσιον της Αιγύπτου και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 542. Διότι μέχρι τότε, ιδιαίτερα στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολής έφθανε οπωσδήποτε τις 400.000, ίσως και τις 500.000 και συνεπώς η οργάνωση της εξασφάλισης της καθημερινής κατανάλωσης δεν μπορούσε να περιορισθεί στην «αννώνα», δηλαδή τον εκ μέρους του κράτους εφοδιασμό με σιτάρι και ψωμί, αλλά εμπεριείχε κάθε λογής τρόφιμα.

Η κατάσταση αυτή αντικατοπτρίζεται πολύ καλά στη νεαρά 64 του αυτοκράτορα Ιουστινιανού De hortulanis constantinopolitanis [Περί των κηπουρών]. Πρόκειται για νόμο, που εκδόθηκε το 538, τρία χρόνια πριν από την επιδημική πανούκλα, πιθανότατα στο αποκορύφωμα της εποίκησης της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος ρυθμίζει τα μισθώματα των λαχανοκηπουρών, που ανήκαν σε ιδιαίτερο «σύστημα των κηπουρών» και μίσθωναν αγρούς από τους κτηματίες στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της πρωτεύουσας για την καλλιέργεια λαχανικών.

Ο νόμος δείχνει ακόμη τη μεγάλη σημασία αυτής της καλλιέργειας στις περιοχές εγγύς της Κωνσταντινούπολης, σε περιοχές που επέτρεπαν τη μεταφορά των φρέσκων προϊόντων – ή και άλλων τροφίμων που χαλούν εύκολα – εντός ολίγων ωρών στα κεντρικά fora, στις αγορές της πόλης, για την καθημερινή κατανάλωση.

Τεκμήριο της σημασία των λαχανόκηπων για την πόλη, και μάλιστα της ύπαρξής τους μέσα στις πόλεις, είναι το εγχειρίδιο αρχιτεκτονικής του Ιουλιανού Ασκαλωνίτου, ο οποίος ανήκει στην ίδια περίπου εποχή (6ος αιώνας). Στις παραγράφους 76 κ.ε. ο Ιουλιανός πραγματευεται τις σχετικές λεπτομέρειες διατάξεως της οικοδομίας. Από το εγχειρίδιό του – όπως και από άλλες βυζαντινές πηγές – πληροφορούμαστε ότι κάθε οικογένεια είχε κατά κανόνα δίπλα στο σπίτι της έναν κήπο με λαχανικά και βότανα (ένα «λιβάδιον του οίκου», όπως το ονομάζει ένα έγγραφο του 1073) για τις καθημερινές της ανάγκες. Πάντως αυτό, πιθανότατα, δεν ισχύει για όλα τα αστικά σπίτια στις – ακόμη – πολύ μεγάλες πόλεις του 6ου αιώνα.

[1] Johannes Koder, Ο κηπουρός και η καθημερινή κουζίνα στο Βυζάντιο, σ. 10-12, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν 1992.