Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

εις το όνομα της Μακεδονίας

Η μακεδονική περιπέτεια[i]
Α. αντικρουόμενα συμφέροντα

Η εξέγερση του Οκτωβρίου του 1902 και οι τουρκικές ενέργειες που ακολούθησαν έφεραν στο προσκήνιο της Ευρώπης το ζήτημα της Μακεδονίας. Από τις αρχές ήδη του 1902 οι μακεδονικές οργανώσεις στη Βουλγαρία, σε συνέδριο που είχαν στη Σόφια, παρουσίασαν σχέδιο για αυτονόμηση της Μακεδονίας. Πρότειναν, τα τρία βιλαέτια, Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων, να σχηματίσουν ένα μεγάλο βιλαέτι με πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη. Το βιλαέτι αυτό δεν θα περιελάμβανε τις περιοχές Πρίστινας, Πρισρένης και Παλαιάς Σερβίας, ούτε τη Ροδόπη, όπου υπήρχαν Πομάκοι μουσουλμάνοι, ενώ περιλάμβανε την Χαλκιδική και έφτανε ανατολικά ως το Νέστο. Σχέδιο μελετημένο έτσι, ώστε να αφήνει περιθώρια για την ικανοποίηση των Σέρβων στα βορειοδυτικά και να παρηγορεί τους Έλληνες με την αυτόματη σχεδόν παραχώρηση της Ηπείρου που αποκοβόταν από την Τουρκία. Γι’ αυτήν την μεγάλη μακεδονική επαρχία θα διοριζόταν από τον σουλτάνο βαλής χριστιανός από την προεξάρχουσα φυλή (Σλάβος – Βούλγαρος). Οι δημόσιοι λειτουργοί θα ήταν και αυτοί Σλάβοι – Βούλγαροι που θα διορίζονταν άλλοι από τον σουλτάνο και άλλοι από τον βαλή. Το ίδιο και η αστυνομία. Η βουλγαρική γλώσσα θα ήταν ισότιμη με την τουρκική. Θα δινόταν γενική αμνηστία και εγγυήσεις για την προσωπική ασφάλεια και για την περιουσία. Το 25% των εσόδων θα πήγαιναν στον σουλτάνο και τα υπόλοιπα θα αποτελούσαν τον τοπικό προϋπολογισμό. Μια επιτροπή θα επιστατούσε γι’ αυτές τις μεταρρυθμίσεις.

Η βουλγαρική κυβέρνηση πίεζε τις δυνάμεις για ένα τέτοιο πρόγραμμα και συνέχιζε να κατηγορεί την Τουρκία για κακοδιοίκηση. Από τη μεριά της, η Τουρκία κατηγορούσε την Βουλγαρία για κακή πίστη. Τον Απρίλιο κατήγγειλε τη συγκρότηση βουλγαρικών ένοπλων ομάδων και την εντατική εκπαίδευση στα διάφορα σκοπευτήρια, στους λόφους του Γιαγκώφ και τις ενέργειες των διαφόρων μακεδονικών κομιτάτων. Ζητούσε ακόμα τη σύλληψη του Σαράφωφ που τον Ιούλιο είχε γυρίσει στη Σόφια. Σε όλα αυτά οι Βούλγαροι απαντούσαν ότι δεσμεύονται να στείλουν στρατιωτικές δυνάμεις στα σύνορα να εμποδίσουν την είσοδο σωμάτων στην Μακεδονία για να μην παρεξηγηθούν από την Τουρκία.

Από την πλευρά της η Ελλάδα, που έβλεπε να αυξάνεται η ένταση μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας και να μεγαλώνουν οι επιθέσεις κατά του ελληνικού στοιχείου της Μακεδονίας, προσπάθησε να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Τουρκία. Παράλληλα, θέλησε να έρθει σε κάποια συνεννόηση με την Σερβία, καθορίζοντας προς βορρά κάποια σφαίρα επιρροής από το Νευροκόπι – Μελένικο – Στρωμνίτσα – Περλεπέ – Κρούσοβο ως την Στρούγγα στην Αχρίδα, ανώ άφησε στους Σέρβους τις περιοχές Δρίβας, Βέλες και Ραδοβίστας. Οι Σέρβοι θα έπρεπε να αποσύρουν τα προξενεία τους από τη Θεσσαλονίκη, το Μοναστήρι και τις Σέρρες, ενώ παράλληλα η ελληνική κυβέρνηση θα ασκούσε κάθε επιρροή στο Πατριαρχείο για να ορίσει Σέρβους επισκόπους στα Σκόπια, στην Πρισρένη, στο Βέλες και στην Δρίβα.

Αλλά οι συνεννοήσεις αυτές δεν κατέληξαν σε συμφωνία, γιατί η Ρωσία, θορυβημένη από μια ενδεχόμενη ελληνοσερβική συμφωνία, προσπάθησε να συμφιλιώσει Σέρβους και Βούλγαρους προβάλλοντας συγχρόνως σαν υπερβολικές τις ελληνικές αξιώσεις. Από την άλλη μεριά η ΑυστροΟυγγαρία ενδιαφερόταν για ελληνορουμανική προσέγγιση και τη ρύθμιση των εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών ζητημάτων στην Μακεδονία, ώστε να μην υπάρξουν βλέψεις στα δικά της σύνορα.

Πιο ουσιαστική ήταν η πρόοδος στις σχέσεις της Ελλάδος με την Τουρκία, η οποία προσπαθούσε να αποφύγει συνεννόηση της Ελλάδος με τις άλλες βαλκανικές χώρες. Από την μεριά της η Ελλάδα έβλεπε πως συνέφερε η τήρηση της τάξεως στην Μακεδονία από την Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση Ζαΐμη δήλωνε πως θα εξασκούσε όλη της την επιρροή για να διευκολύνει την προσπάθεια της τουρκικής κυβερνήσεως να διατηρήσει την τάξη στην Μακεδονία και η δήλωση αυτή θα επαναληφθεί συχνά μέσα στο 1902 στους αντιπροσώπους των Δυνάμεων. Συγχρόνως, η ελληνική κυβέρνηση εφιστούσε συνεχώς την προσοχή της Ευρώπης στα εγκλήματα που διέπρατταν οι κομιτατζήδες στην Μακεδονία σε βάρος του Πατριαρχείου και των Ελλήνων και ζητούσε να γίνουν παραστάσεις στη Σόφια.

[i] Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, «Ο Μακεδονικός Αγώνας», σ. 31 κ. επ., εκδόσεις Δωδώνη 1992.
η συνέχεια του κειμένου στον ΔημοΔιδάσκαλο