Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

μυθιστορία

Η πιο ένδοξη φυλή του κόσμου[1]

Ως και τα τραίνα κουνούσαν εδώ πέρα περισσότερο ! Πόσες φορές δε χτύπησε δεξιά κι’ αριστερά στους διαδρόμους των βαγονιών που αναγκάστηκε να διασχίσει ως που να ξαναβρεθεί στο διαμέρισμα με το κρεβάτι του. Και τί ιδέα, να μη βάζουν στο συρμό το εστιατόριο δίπλα στην κλινάμαξα !

Όλα στραβά καθώς έμπαινε στην Εγγύς Ανατολή.

Αμ’ η ώρα ; ... Κλείνοντας πίσω του την πόρτα κοίταξε το ρολόι του : εννιά ! Ποτέ στη ζωή του, από τα παιδικά του χρόνια, ποτέ δεν είχε πάρει πρωινό τόσο νωρίς. Στη Δύση, στον πολιτισμένο κόσμο, πουθενά δε σε ξυπνούσαν στα τραίνα για πρωινό, εκτός αν κόντευες να φτάσεις στο τέρμα του ταξιδιού. Αυτά έπρεπε νάναι κανονισμοί διεθνείς.

Μα δε βαριέσαι ! ... Για κανονισμούς θα μιλούσε αφού διασχίζανε πια τη Σερβία. Οι υπάλληλοι του εστιατορίου, σαν καλοί ντόπιοι, θα ξυπνούσαν αυγή – αυγούλα και θα θεωρούσαν τώρα πως η ώρα ήταν πολύ περασμένη. Αυτό ήταν όλο.

Ο Νικήτας Κωλέτης έβγαλε τα σταχτιά ταξιδιωτικά γάντια και τ’ ακούμπησε με κάποια σιχασιά στην άκρη του πράσινου καναπέ που είχε αντικαταστήσει στο μεταξύ το κρεβάτι του. Ως που να πάει στο βαγόνι – εστιατόριο και νάρθει πίσω, τα καθαρά σταχτιά γάντια που είχε βάλει εκείνο το πρωί είχαν κιόλας λερωθεί. Ίσως επειδή εδώ κανένα τραίνο δεν κινείται με ηλεκτρισμό. Ή επειδή χρησιμοποιούν ελεεινό κάρβουνο και παλιές μηχανές, εκείνες που στις πλούσιες χώρες τις πουλούσαν για παλιοσίδερα. Ποιός τα ξέρει ; Μια φορά, κι’ απ’ αυτή τη λεπτομέρεια καταλάβαινες πως είχες πια προχωρήσει στα Βαλκάνια, στα βρώμικα και απολίτιστα Βαλκάνια που με πολλή επιτυχία συμβόλισαν αμέσως τα λερωμένα γάντια του.

Κι’ απόψε στην Ελλάδα !

Σε δεκαπέντε – δεκαέξι ώρες, δηλαδή, θα κατέβαινε από το τραίνο, θα ξαναπατούσε το ελληνικό χώμα !

Τί περίεργο ! Κόντευαν είκοσι χρόνια από τότε που είχε φύγει και τώρα που ξαναγύριζε δεν αισθανόταν καμιά συγκίνηση. Για πρώτη φορά ύστερ’ από τόσα χρόνια θα ξανάβλεπε απόψε τη Λάρισα, αργότερα την Αθήνα, και τίποτα δε σάλευε μέσα του. Ούτε χαρά, ούτε περιέργεια, ούτε συγκίνηση, ούτε κανένα σκίρτημα από παλιές αναμνήσεις. Κι’ αν με το ζόρι έπρεπε να βρει κάποιο αίσθημα μέσα του, θάταν μια άρνηση, μια αποστροφή.
...
Ορίστε λοιπόν, να πηγαίνει τώρα εκεί, ενώ είχε αρχίσει τούτος ο μεγάλος μα μουντός πόλεμος, που δεν ήξερες πότε θ’ άναβε πραγματικά, πόσο και προς τα πού θα απλωνόταν.

Μη τυχόν απλωνόταν και στην Ελλάδα τις λίγες μέρες ή βδομάδες που θάμενε κει ;

Η σκέψη τον τρόμαξε.

«Απολίτιστος τόπος», συλλογίστηκε. «Απ’ τον καιρό που σχημάτισα δική μου κρίση μού φέρνει δυσφορία και κάποια σιχασιά. Μα και τί να του θυμηθώ ;»
...
Ήττα, φυγή, κοπάδι η προσφυγιά, ελεημοσύνη από τους ξένους.
...
Τότε άρχισε να καταλαβαίνει πως όσα είχε ακούσει από τον παππού του και τους Έλληνες δασκάλους του για τη δύναμη και για το μεγαλείο της Ελλάδας ήταν ένα κωμικό παραμύθι. Ένα παραμύθι που τόχαν πλάσει οι Έλληνες, ίσως για να σκεπάσουν τη φριχτή κακομοιριά τους ή για να παρηγορηθούν από δαύτην. Τί αποκάλυψη και τί απογοήτευση ! Γιατί κι’ ο ίδιος δεν ήταν βέβαια αετός, μα παρηγοριόταν με τη σκέψη πως ανήκε στην πιο ένδοξη φυλή του κόσμου !

Μαύρα χρόνια, μαύρα και κρύα ...

[1] Ευαγγέλου Αβέρωφ – Τοσίτσα, «Η φωνή της Γης», σ. 13 κ. επ., εκδόσεις Εστία.