Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

εξωτερική πολιτική


Η θυσία της Βορείου Ηπείρου ή στον δρόμο για την ευτυχή και ζωτικήν ανάπτυξιν των λαών του Αίμου[i]

Η δικαίωση, σε πλατιά κλίμακα, των εθνικών διεκδικήσεων της Ελλάδας δεν κάλυψε, όπως ήταν εύλογο, το σύνολο των εκκρεμών αλυτρωτικών αιτημάτων. Σε πρώτο επίπεδο, ανάμεσα στα τελευταία αυτά, οφείλουν να τοποθετηθούν ο καθορισμός του καθεστώτος της βόρειας Ηπείρου[ii] και η συμβατική προσκύρωση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, απελευθερωμένων από τον ελληνικό στόλο στη διάρκεια των επιχειρήσεων του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου.
Η απόφαση για την ίδρυση αυτόνομου αλβανικού κράτους, απότοκη σύντονης ιταλοαυστριακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της πρεσβευτικής συνδιασκέψεως του Λονδίνου, δεν συνοδευόταν από τον καθορισμό των εδαφικών ορίων της νέας επικράτειας. Η μοιραία σύναψη των συνοριακών αυτών εκκρεμοτήτων με σκοπιμότητες και κριτήρια ξένα προς την εθνολογική πραγματικότητα των επίμαχων επαρχιών, έτεινε να ματαιώσει την προσάρτηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, παρά την κατάληψή της από τον ελληνικό στρατό στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Το επίφοβο αυτό ενδεχόμενο επαληθεύτηκε, όταν η πρεσβευτική συνδιάσκεψη, ειδικά εξουσιοδοτημένο όργανο βάσει των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου, επεξέτεινε με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, στις 17 Δεκεμβρίου 1913, τα νότια σύνορα της Αλβανίας ως τη γραμμή Στύλου-Πρέσπας. Η εκδήλωση της ελληνικής αντιδράσεως περιστελλόταν κάτω από την εκβιαστική πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, επιφορτισμένων να καθορίσουν το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου. Η κοινή ευρωπαϊκή διακοίνωση προς την Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 1914, συσχέτιζε άμεσα τα δύο ζητήματα : η αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας στον νησιωτικό χώρο του Αρχιπελάγους – με την εξαίρεση της Ίμβρου, της Τενέδου και του Καστελλόριζου – συνεπαγόταν τον εξαναγκασμό της Ελλάδας να αποσύρει τα στρατεύματά της από τη Βόρεια Ήπειρο και να αποθαρρύνει κάθε αντίδραση απέναντι στο καθεστώς της αλβανικής κυριαρχίας.
Η αναγκαστική υποχώρηση της Αθήνας δεν προοριζόταν εν τούτοις, να οδηγήσει στην εξομάλυνση των διαφορών πάνω στα δύο επίμαχα ζητήματα. Οι Έλληνες της Βόρειας Ηπείρου εξεγείρονταν κατά των ευρωπαϊκών αποφάσεων, ανακήρυσσαν την αυτονομία της περιοχής και εγκαθιστούσαν στο Αργυρόκαστρο προσωρινή κυβέρνηση με πρόεδρο τον Γ. Χρηστάκη-Ζωγράφο. Η αναγνώριση, με τη συμφωνία της Κέρκυρας, στις 17 Μαΐου 1914, σημαντικών διοικητικών, εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών προνομίων, ισοδύναμων με την χορήγηση πραγματικής αυτονομίας στις επαρχίες Κορυτσάς και Αργυροκάστρου και η προσεπικύρωσή των παραχωρήσεων από τον νεοεκλεγέντα ηγεμόνα της Αλβανίας, Γουλιέλμο Βηδ, δεν θα αρκέσει για να παγιωθεί η ειρήνη στο εσωτερικό του νεότευκτου αλβανικού κράτους.
Τα συγκεκριμένα αιτήματα (της ελληνικής κυβέρνησης) εντοπίζονταν στην οριστική διευθέτηση του νησιωτικού και στον θετικό διακανονισμό του βορειοηπειρωτικού ζητήματος. Ηγέτης στην επική πολεμική προσπάθεια της χώρας, ο Βενιζέλος, γινόταν, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, κήρυκας της ανάγκης για την οριστική αποκατάσταση και παγίωση της ειρήνης. Στο διμερές επίπεδο … η Ελλάδα … ήλπιζε ότι ο καθορισμός των νοτίων συνόρων της Αλβανίας θα γινόταν με τρόπο που να μην διαταράξει τις φιλικές σχέσεις των δύο λαών …
Πέρα από το διμερές πεδίο, τα βαλκανικά κράτη, στο σύνολό τους, θα ήταν δυνατόν – σύμφωνα με την άποψη του Έλληνα πρωθυπουργού – να συσφίξουν τους δεσμούς τους … προκειμένου να φθάσουν βαθμηδόν στην σύμπηξη μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας «προς ευτυχή και ζωτικήν ανάπτυξιν των λαών του Αίμου»


[i] Κων/νου Σβολόπουλου, «Η ελληνική εξωτερική πολιτική, 1900 – 1945», βιβλιοπωλείον της Εστίας, πρώτη έκδοση 1992, κεφ. Β΄, σ.σ. 99-103
[ii] Ήδη, η τελική κάμψη της τουρκικής αντιστάσεως στα Ιωάννινα, την Ανδριανούπολη, τη Σκόδρα και ακόμη το Αργυρόκαστρο, το Τεπελένι και τη Σάμο, επιβεβαίωναν την ολοκληρωτική στρατιωτική κατίσχυση των βαλκανικών συμμάχων και την κατάρρευση κάθε σοβαρού οθωμανικού ερείσματος στα εδάφη της Χερσονήσου και στον νησιωτικό χώρο του Αιγαίου. (βλ. και σ. 85)

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

πολιτική Λογοτεχνία

κι όμως ... μπορείς

Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας[i]

Η ιστορία αυτή μου έκανε τρομερή εντύπωση γιατί μέσα στο πάθημα του ελέφαντα αντικατοπτρίστηκε στα μάτια μου το πάθημα της Ελλάδας. Κι όταν μιλάω για Ελλάδα, για να μην παρεξηγιόμαστε, δεν αναφέρομαι στους τρισάθλιους πολιτικούς μας, αυτούς που μας οδήγησαν στην σημερινή μας κατάντια, αλλά στον ελληνικό λαό που φαίνεται πως ξέχασε ότι αυτός και μόνο αυτός έχει τη δύναμη στα χέρια του να ανατρέψει τόσο το σάπιο και υποταγμένο στους κακόβουλους αλλοεθνείς κατεστημένο, όσο και την κατάσταση στην οποία αυτό το απερίγραπτο κατεστημένο τον βύθισε και τον βυθίζει καθημερινά. Αναφέρομαι στον ελληνικό λαό που ξέχασε πως αυτός και μόνο αυτός μπορεί να καταβαραθρώσει τους διαβρωμένους από τους παντοειδείς υπονομευτές της δύσμοιρης Χώρας πολιτικούς σχηματισμούς που αυτός έχρισε δυνάστες του και που με τον ενδοτισμό τους τον οδήγησαν στην χρεοκοπία, στην απόγνωση, τον εξευτελισμό, τις αυτοκτονίες (αλήθεια δεν είδα την δικαιοσύνη να ασχολείται με το έγκλημα αυτό της φυσικής δηλαδή εξόντωσης χιλιάδων, όπως φαίνεται, Ελλήνων πολιτών, με δράστη φανερό, ιθύνοντα νου φανερότερο και όπλο προφανές). Αναφέρομαι στον ελληνικό λαό που ξέχασε, ως φαίνεται, πως αυτός και μόνο αυτός μπορεί την εναλλακτική πολιτική του 3% να την καταστήσει κυρίαρχη και αντίστροφα. Αναφέρομαι στον κυρίαρχο, κατά τα φαινόμενα, ελληνικό λαό που ξέχασε πως υπάρχουν και σήμερα εναλλακτικές φωνές, που όμως αρνείται να ακούσει, ίσως επειδή παραιτήθηκε της προσπάθειας, επειδή το προσπάθησε στο παρελθόν και έφαγε τα μούτρα του. Θα μου πείτε, ελέφαντας η ψωροκώσταινα ; Η Ιταλία με το πολλαπλάσιο οικονομικό μέγεθος ίσως. Η Ελλάδα, όμως, μάλλον για ποντικάκι δείχνει. Απαντώ : το ποντικάκι φοβάται, περισσότερο από κάθε τι, ο ελέφαντας. Ιδού λοιπόν η ιστορία …

Ι.Λ.

Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του. Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ’ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.
Ωστόσο, το ξύλο ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος. Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορεί να ξεριζώσει δέντρα με τη δύναμή του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.   
Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο.
Μα τί τον κρατάει ;
Γιατί δεν το σκάει ;
Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο, τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας δεν το έσκαζε γιατί ήταν δαμασμένος.
Έκανα τότε την προφανή ερώτηση : «Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν ;»
Δεν θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.
Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα – ευτυχώς για μένα – ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν’ ανακαλύψει την απάντηση.
Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ’ ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.
Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο κι ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα παρ’ όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί εκείνο το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.
Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο. Ώσπου, μια μέρα, μια φρικτή ημέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.
Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.
Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του.
Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση.
Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του ...

Κι ένα τελευταίο σχόλιο. Σεβασμός στους λαούς που εξακολουθούν να αντιστέκονται. Ντροπή και ανάθεμα σε όσους έχουν αποδεχτεί τη μοίρα τους. Κι όπως είπε κι η γηραιά και σοφή βασίλισσα της Αγγλίας, λίγο πριν από το δημοψήφισμα για την παραμονή ή ΟΧΙ της Βρετανίας στην φυλακή της Ευρωπαϊκής Ένωσης των Γερμανών : «δώστε μου τρεις καλούς λόγους για να μείνουμε στην Ε.Ε.»[ii] … η απάντηση είναι προφανής.




[i] Χόρχε Μπουκάι, «Να σου πω μια ιστορία», τίτλος πρωτοτύπου “Dejame que te cuente”, μετάφαση Κρίτων Ηλιόπουλος, σ. 7-9, εκδόσεις opera, Αθήνα 2011
[ii] https://www.protothema.gr/world/article/588936/vasilissa-elisavet-doste-mou-treis-kalous-logous-gia-meinoume-stin-ee/

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

2018 ... θνησιγενή ονόματα



το Κράτος του Αλέξανδρου

Η Πρώτη Ιουστινιανή … δηλαδή … η περιφέρεια των Σκοπίων[i]

Η σημερινή Βαλκανική χερσόνησος ελέγετο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους Ιλλυρικόν, από δε του Μεγάλου Κωνσταντίνου μόνον το δυτικόν τμήμα αυτής,από του Δουνάβεως μέχρι της Ελλάδος μετά της Κρήτης, των Κυκλάδων νήσων και των Σποράδων. Όταν το κράτος διενεμήθη μεταξύ Ουάλεντος και Ουαλεντιανού, εγεννήθη ζήτημα περί του Ιλλυρικού, το οποίον το 379 παρεχωρήθη προς διοίκησιν υπό του Γρατιανού εις τον Θεοδόσιον τον Μέγαν. Μετά τον θάνατον τούτου ο Στιλίχων ήθελε να κυβερνήση αυτός το Ιλλυρικόν και δι’ αυτό επενέβη εις τα πράγματα της Ανατολής κατά τα πρώτα έτη του Αρκαδίου. Και πολιτικώς μεν παρέμεινε πλέον το Ιλλυρικόν υπό την διοίκησιν του Βυζαντίου, εις το οποίον προσετέθη το 437 και το λεγόμενον δυτικόν Ιλλυρικόν με πρωτεύουσα το Σίρμιον, αλλ’ εξηκολούθησε να εξαρτάται από την εκκλησιαστικήν δικαιοδοσίαν του Πάπα. …
Αντιπρόσωπος του Πάπα εις το Ιλλυρικόν ήτο ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης, αλλ’ ο Ιουστινιανός ιδρύσας εις την πατρίδαν του, την περιφέρειαν των σημερινών Σκοπίων, την μητρόπολιν της Πρώτης Ιουστινιανής περιώρισε προσωρινώς την δικαιοδοσίαν της Θεσσαλονίκης. Η Πρώτης όμως Ιουστινιανή δεν ήκμασε, διότι αι επιδρομαί των Αβάρων και Σλάβων επέφεραν καταστροφάς εις το βόρειον Ιλλυρικόν και δεν έχομεν ειδήσεις περί αυτής μετά το 602.
… Οι Σλάβοι από του Ηρακλείου εγκαθίστανται προς νότον του Δουνάβεως, αλλά βέβαια βαθμηδόν και όχι χωρίς εμπόδια.
Επί Ηρακλείου αναφέρεται και επίθεσις Σλάβων ή Σλάβων και Αβάρων κατά της Θεσσαλονίκης[ii], η οποία δεν επέτυχεν, αλλά πάντως συνετέλεσε να φέρη Σλάβους νοτιώτερα και δι’ αυτό γίνονται επί των διαδόχων του Ηρακλείου εκστρατείαι των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου κατ’ αυτών εις την ανατολικήν Μακεδονίαν. Τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου αναφέρουν[iii] διαφόρους Σλαβικάς φυλάς εις την Μακεδονίαν. Το γραφέν όμως[iv] ότι ήδη υπήρχαν «Σκλαβηνίαι» εις την κυρίως Μακεδονίαν δεν είναι ακριβές. Εις την Ροδόπην και τον άνω Στρυμώνα κατώκησαν πυκνότεροι οι Σλάβοι και αυταί αι περιφέρειαι ωνομάσθησαν Σκλαβηνίαι.
Ο Κώνστας επωθελήθη τας αραβικάς ανωμαλίας διά να αναλάβη τον αγώνα (568) κατά των Σλάβων, οι οποίοι είχαν φθάσει μέχρι Μακεδονίας[v]. Αύτη είναι η πρώτη μαρτυρία ασφαλούς εγκαταστάσεως των Σλάβων εις την Μακεδονίαν.
Όπως ο Κώνστας Β΄, ηναγκάσθη να εκστρατεύση και ο Ιουστινιανός Β΄ κατά των Σλάβων της Μακεδονίας, ίσως κατά το 688, ότε επροχώρησε μέχρι Θεσσαλονίκης[vi], τότε δ’ άλλους ηχμαλώτισε, άλλους «ομολογία παρέλαβε»[vii] και μετώκισεν εις το θέμα Οψίκιον της Μικράς Ασίας ήτοι εις την Βιθυνίαν.
Το 747 συνέβη φοβερός λοιμός («θανατικόν» κατά τον Θεοφάνη 1, 429), ο οποίος ηραίωσε τον πληθυσμόν της Κωνσταντινουπόλεως. …
Εξ αφορμής του λοιμού αναφέρεται το πρώτον η ασφαλής ύπαρξις Σλάβων εν Ελλάδι υπό του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου[viii]: «εσλαβώθη δε πάσα η χώρα και γεγονε βάρβαρος, ότε ο λοιμικός θάνατος πάσα εβόσκετο την οικουμένην (=Βυζαντινόν Κράτος), οπηνίκα Κωνσταντίνος, ο της κοπριάς επώνυμος (=Κοπρώνυμος) τα σκήπτρα των Ρωμαίων διείπε αρχής»


[i] Κωνσταντίνου Ι. Αμάντου, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», τόμος πρώτος, Σελ. 170-171, 290-291, 325, 334-335, 362-363, εν Αθήναις 1939

[ii] Tafrali, ενθ’ ανωτ. Σ. 108 και 118. Ίσως εις τας επί Ηρακλείου επιδρομάς αναφέρεται και η ανωτέρω εικών σ. 274 του Αγίου Δημητρίου. Επίσης σχετική είναι και η εξής επιγραφή του Αγίου Δημητρίου : «Κτίστας θεωρείς του πανενδόξου δόμου, εκείθεν ένθεν μάρτυρός Δμητρίου του βαρβάρων κλύδωνα, βαρβάρων στόλον μετατρέποντος και πόλιν λυτρουμένου»

[iii] Migne PG. τ. 116 στ. 1325 : «πλήθος άπειρον … Δρογουβιτών, Σαγουδατών, Βελεγεζητών, Βαϊουνητών, Βερζητών και λοιπών εθνών».

[iv] Diehl – Marcais 1, 152.

[v] Θεοφαν 1.347. Jirecek, Gesch. D. Serben, 1, 106. Προς την εκστρατείαν του Κώνσταντος εσχετίσθη (ΒΖ τ. Ι7 [1908] σ. 380) επιγραφή του αγίου Δημητρίου περί της οποίας έγινε λόγος ανωτέρω.

[vi] Προς την εκστρατείαν κατά των Σλάβων και την πιθανήν εις Θεσσαλονίκην είσοδον του Ιουστινιανού Β΄ αναφέρεται, νομίζω, και η εν CJG αρ. 8642 επιγραφή, η οποία εκεί σχετίζεται υπό του εκδότου προς τον Ιουστινιανόν Α΄: «Ω μεγαλομάρτυς Δημήτριε, μεσίτευσον προς Θεόν, ίνα τω πιστώ σου δούλω, τω επίγειω βασιλεί Ρωμαίων Ιουστινιανώ δοίη μοι νικήσαι τους εχθρούς μου και τούτους υποτάξαι υπό τους πόδας μου»

[vii] Νικηφ. Ιστορ. Σ. 36 – Πβλ. Θεοφάν. 1, 364.


[viii] Κ. Πορφυρ. Τ. 3, 53 (περί θεμάτων)

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Οικονομική Ιστορία




"Είδα τότε ότι ό,τι κάμωμε, θα το κάμωμε μονάχοι και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους" 
Θ. Κολοκοτρώνης

Από τις οικονομικές ατυχίες των Ελλήνων[i]

Η ιστορία … του ελληνικού δημοσίου χρέους, ιδίως του εξωτερικού, από της Ανεξαρτησίας μέχρι των ημερών μας, είναι αρκετά αξιόλογος και διδακτική. Οι Έλληνες εις το κεφάλαιον τούτο υπήρξαν ή ατυχείς ή, κατά κανόνα, θύματα εκμεταλλεύσεως άνευ ορίου. Παρεσχέθησαν τα δάνεια εκ του εξωτερικού είτε εις περιπτώσεις, καθ’ ας δεν ηδύνατο άλλως να γίνη, είτε οσάκις εδημιουργείτο η εντύπωσις ότι η Ελλάς προσεφέρετο διά κερδοφόρον τοποθέτησιν αλλοδαπού χρήματος, κατά κανόνα δε υπό βαρείς όρους. Εις την πρώτην κατηγορίαν υπάγονται κατ’ εξοχήν το δάνειον των 60.000.000 φράγκων της Βαυαροκρατίας, μεταγενεστέρως δε τα μετά τον πόλεμον του 1897 και την καταστροφήν του 1922.
Οι όροι και αι συνήθεις συνθήκαι της δανειοδοτήσεως ωδήγησαν εις διαδοχικάς πτωχεύσεις. Η πρώτη, συνδεομένη με το δάνειον των 60 εκατομμυρίων, συμβαίνει το 1943. Εάν συμπεριληφθή και η κατά το 1827 αναστολή της υπηρεσίας των δανείων της Επαναστάσεως, τότε η οθωνική πτώχευσις είναι η δευτέρα …
Ο Καποδίστριας πρώτος είχε διαπιστώσει την ανάγκην της παροχής του δανείου αυτού. … Μόνον με το δάνειον αυτό θα ήτο δυνατόν να επιτευχθή συμβιβασμός διά την τύχην των δανείων του Αγώνος, δηλαδή των ετών 1824 και 1825, και θα καθίστατο δυνατή η αντιμετώπισις των μεγάλων προβλημάτων της χώρης. … Ο Καποδίστριας απέτυχεν εις την προσπάθειάν του εκείνην. Ο Όθων όμως επέτυχε. … Είχον φθάσει τα πράγματα εις το απροχώρητον. … Το αδιέξοδον ετρόμαζε τας τρεις Δυνάμεις. … Παρεσχέθη δε το δάνειον εις τρεις δόσεις, εκ των οποίων αι δύο πρώται δεν συνήντησαν σοβαράς δυσχερείας.
Διά την τρίτην όμως εχρειάσθη πλέον να ασκήση ολόκληρον την επιρροήν του ο Πάλμερστον.
Χαρακτηριστικόν επίσης είναι ότι η σύναψις του δανείου των 60 εκατομμυρίων ουσιαστικώς εγένετο μεταξύ Βαυαρίας και των τριών Δυνάμεων. Η Ελλάς δεν εξέφρασεν ούτε γνώμην. Αλλά και εδαπανήθη ουσιαστικώς πάλιν κατά τον ίδιον τρόπον, διότι, λόγω του ισχύοντος τότε καθεστώτος της απολυταρχίας, οι Έλληνες ηγνοούντο. Εις την πραγματικότητα, το δάνειον ή εσπαταλήθη ή εχρησίμευσε προς πληρωμήν τοκοχρεωλυσίων, και μόνον κατά πολύ μικρόν ποσοστόν εξυπηρέτησεν αληθώς εθνικούς σκοπούς. … Αν δεχθώμεν την άποχην του Ευνάρδου, το δάνειον υπήρξεν εν από τα σπουδαιότερα αίτια της μεταπολιτεύσεως του 1843. Χαρακτηριστική είναι άλλωστε η προηγηθείσα πίεσις των τριών Δυνάμεων έναντι του Όθωνος προς εξυπηρέτησιν του δανείου. Από της παραιτήσεως ιδίως της κυβερνήσεως Μαυροκορδάτου το 1841 η πίεσις κατέστη συστηματική και αφόρητος. Ο Όθων, ευρεθείς τότε εις δύσκολον θέσιν, διά να αντιμετωπίση την κατάστασιν, χωρίς να επιβάλη φόρους, απεφάσισε να πραγματοποιήση μεγάλας οικονομίας. Έφθασε μέχρις απολύσεως υπαλλήλων και κρατήσεων εκ του μισθού των διατηρηθέντων. Εξοικονομήθησαν τοιουτοτρόπως 850.000 δραχμών, εις τας οποίας προσετέθη και ποσόν ετησίως εκ της βασιλικής χορηγίας εκ δραχμών 200 χιλιάδων. Εγένετο δε η προσφορά αυτή του Όθωνος με την δήλωσιν ότι θα συνεχίζετο «… και εις τα εξής έτη έως ου εισαχθή τελεία ισορροπία των εσόδων και εξόδων». Το εξοικονομηθέν εν τούτοις ποσόν δεν εθεωρήθη επαρκές. Αι τρεις εγγυήτριαι του δανείου των 60 εκατομμυρίων Δυνάμεις, συνελθούσαι εις το Λονδίνον, ηξίωσαν οικονομίας τάξεως 3.600.000 δραχμών και επέμενον παρ’ όλας τας εκ της ελληνικής πλευράς παραστάσεις. Ο Όθων ηναγκάσθη τότε να προβή εις περικοπήν εκ πάντων των κλάδων της διοικήσεως μηδ’ αυτού του στρατού εξαιρουμένου, τον οποίον περιώρισεν εις δύναμιν 5.000 περίπου ανδρών. Αλλά μάτην, η πίεσις συνεχίζετο … Επελθούσης εν τούτοις της μεταπολιτεύσεως, πάσα η εξυπηρέτησις του δανείου ανεστάλη χωρίς καμμίαν διαμαρτυρίαν των εγγυητριών τριών Δυνάμεων. Τας ελληνικάς υποχρεώσεις τας ενεθυμούντο βραδύτερον, ως παρετήρησεν ο Α. Ανδρεάδης, οσάκις ήθελον να μας φαίνωνται δυσάρεστοι. Και φυσικά τούτο δεν συνέβαινε σπανίως. Εν πάση περιπτώσει υπό τοιαύτας συνθήκας κάθε σκέψις εξωτερικού δανείου απεκλείετο.
Επέτυχεν όμως ο Όθων, αντιθέτως προς τον Καποδίστριαν, εις την λειτουργίαν του τραπεζικού συστήματος. Η κατά το 1841 ίδρυσις της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εσημείωσε την φοράν αυτήν επιτυχίαν. Διότι προηγούμεναι προσπάθειαι είχον αποτύχει. … Είχε καταστεί συνείδησις εις τον λαόν η ανάγκη της υπάρξεως τραπέζης, την οποίαν όλοι πλέον εβλεπον ως πανάκειαν. Εγίνετο δηλαδή σύγχυσις της ιδρύσεως της Τραπέζης με την λύσιν των οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζεν η χώρα. … Όταν δε το 1841 εκλήθη ο Α. Μαυροκορδάτος να σχηματίση κυβέρνησιν, το λαϊκόν αίτημα είχε καταστή τρίπτυχον : Θρησκεία, Σύνταγμα, Τράπεζα.
Εις την Τράπεζαν παρεχωρήθη εκδοτικόν προνόμιον. Ανεγνωρίσθη όμως αύτη ταυτοχρόνως και ως προεξοφλητική, εμπορική και κτηματική. Το κεφάλαιόν της καθωρίσθη εις 5 εκατομμύρια δραχμών διηρημένον εις 5.000 μετοχάς, εκ των οποίων τας 1.000 εκράτησεν η Ελληνική κυβέρνησις. Γνωστότεροι εκ των πρώτων μετόχων είναι ο Ευνάρδος και ο Γ. Σταύρος, ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας, οι αδελφοί Ρότσχιλδ, ο Νικ. Ζωσιμάς και μερικοί άλλοι.


[i] Σπ.Β. Μαρκεζίνη, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος»,σ.σ. 108 κ.επ. (το δάνειον των 60.000.000 φράγκων) και σ.σ. 115 κ.επ. (η ίδρυσις της Εθνικής Τραπέζης)

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Πτωχο...χρονιά 2017



μπορεί η πτώχευση να είναι η λύση ;

Η πτώχευσις[i]

Επί δεκαοκτώ μήνες ο Γορτύνιος πολιτικός (Θ. Δηλιγιάννης) προσπαθούσε να βαστήξει στους ώμους του το βαρύ φορτίο του δημοσίου χρέους. Είχε επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στην αποσόβηση της πτωχεύσεως, την οποία βεβαίως δεν απέφυγε ύστερα η κυβέρνησις Τρικούπη. Ο Συγγρός επέμενε, στις ιδιωτικές συνομιλίες του, να τονίζει την ανάγκη ταχυτέρας συνεννοήσεως με τους δανειστές, διότι όλα τα στοιχεία και η μελέτη της καταστάσεως τον είχαν πείσει ότι καμμία κυβέρνησις δεν μπορούσε να αποφύγει την πτώχευση.

Γι’ αυτό, σε όποιον τον ρωτούσε για την οικονομική κατάσταση και περί ενδεχομένης πτωχεύσεως απαντούσε στερεότυπα : «Να απομακρύνουμε την πτώχευση ναι, αλλά να την αποφύγουμε όχι !».
Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Θ. Δηλιγιάννης έπεσε και ο Τρικούπης ανήγγειλε το 1893 ότι η Ελλάς ευρίσκετο σε αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές, που σήμαινε την πτώχευση του κράτους.
Εάν μεταφερθούμε μία δεκαετία αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνος, θα διαπιστώσουμε πως η λέξις «κρίσις» είχε απομακρυνθεί από το καθημερινό λεξιλόγιο.


[i] Απόσπασμα από το άρθρο του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά, με τίτλο «Παραμονές Πρωτοχρονιάς με Ανδρέα Συγγρό και Σακκουλέ», στα Ιστορικά ντοκουμέντα της εφημερίδας Εστία (31/12/2016-01/01/2017), σελ. 7

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Διπλωματία

Το BRexit ανά τους αιώνες*

Στον XV αιώνα, η Αγγλία είταν ένα μικρό κράτος με 3,5 – 4 εκατομμύρια κατοίκους. Την πρώτη θέση στην Ευρώπη την κατείχαν η Γαλλία και η Ισπανία – δύο δυνάμεις που είχαν συμπληρώσει ως την αρχή του XVI αιώνα την εδαφική τους συγκρότηση και αριθμούσαν η πρώτη ως 15 και η δεύτερη ως 10 εκατομμύρια κατοίκους. Οι διεθνείς συνθήκες βοηθήσανε στον XVI αιώνα την Ισπανία να καταλάβει την πρώτη θέση.
… Απ’ τα 1516, βασιλιάς της Ισπανίας έγινε ο νεαρός Κάρολος Α΄, εγγονός των βασιλιάδων της Ισπανίας του Φερδινάνδου και της Ισαβέλλας των Καθολικών, που είχαν ενώσει την Ισπανία. Απ’ την πλευρά του πατέρα του, του αρχιδούκα της Αυστρίας, ο Κάρολος είταν επίσης εγγονός του αυτοκράτορα της Γερμανίας Μαξιμιλιανού Α΄ των Αψβούργων. Ύστερα απ’ το θάνατο του Μαξιμιλιανού, οι γερμανοί πρίγκιπες εκλέξανε τον Κάρολο αυτοκράτορα της Γερμανίας. … Για τον Κάρολο Α΄ (σαν αυτοκράτορας της Γερμανίας έγινε Κάρολος Ε΄), που κυβερνούσε συγχρόνως την Ισπανία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τις υπερπόντιες χώρες, λέγανε πως στις κτήσεις του δε δύει ποτέ ο ήλιος. Και πραγματικά οι κτήσεις αυτές αποτελούσαν μια τεράστια, άγνωστη ως τότε στην Ευρώπη, παγκόσμια αυτοκρατορία.
Ο Κάρολος Ε΄ ονειρευόταν … να υποτάξει την Αγγλία στην πολιτική της Ισπανίας και της Αυτοκρατορίας, παντρεύοντας το γιό του Φίλιππο με τη βασίλισσα της Αγγλίας Μαρία. … Ο Ισπανός πρέσβυς στο Λονδίνο Ρενάρ έλαβε σχετικές οδηγίες. Παρ’ όλες τις μηχανοραφίες και τις ραδιουργίες του πρέσβυ της Γαλλίας, που πήρε μυρουδιά του σχέδιο και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να το ματαιώσει, η Μαρία αποδέχτηκε μ’ ευμένεια την πρόταση του Καρόλου. Μπορούμε να φανταστούμε το φόβο και την αγανάχτηση των πολιτικών αντρών της Αγγλίας όταν μάθανε απ’ το γάλλο πρέσβυ τις μηχανοραφίες του Καρόλου. Η Ισπανία είταν τότε ο πιο επικίντυνος αντίζηλος των άγγλων εμπόρων και των άγγλων ευγενών, που κάνανε εμπόριο μαλλιά και τσόχες και τριγυρνούσαν κιόλας σ’ όλες τις θάλασσες. Δεν μπορούσαν όμως ν’ αντιδράσουν στις επιθυμίες της βασίλισσας. Ούτε και η παράκληση της Βουλής των Κοινοτήτων που εκλιπαρούσε ευσεβάστως τη βασίλισσα να μην ξεχνάει τα συμφέροντα του λαού της και να μη γυρεύει σύζυγο έξω απ’ τα σύνορα της πατρίδας, δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Η Μαρία αποφάσισε σώνει και καλά να δώσει το χέρι και την καρδιά της στο Φίλιππο. Η γαμήλια όμως συνθήκη, που τη συντάξανε οι υπουργοί της βασίλισσας είταν ουσιαστικά μια αληθινή ήττα για τον Κάρολο.  Σύμφωνα μ’ αυτή τη συνθήκη, ο Φίλιππος αναλάβαινε την υποχρέωση να σέβεται τους αγγλικούς Νόμους, δεν έπρεπε να παρασύρει την Αγγλία στον ισπανογαλλικό πόλεμο και σε περίπτωση θανάτου της βασίλισσας Μαρίας, έχανε το δικαίωμα να κυβερνήσει το κράτος. Με μια λέξη, παρά τον υπερήφανο τίτλο του βασιλιά της Αγγλίας, ο Φίλιππος έμεινε μονάχα «σύζυγος της βασίλισσας». Όταν στα 1558, πέθανε η Μαρία, οι Άγγλοι ξέχασαν απλούστατα το «βασιλιά» τους.
Έτσι όλα τα σχέδια του Καρόλου Ε΄ γκρεμίστηκαν. Κι αυτός ο ίδιος αναγκάστηκε να παραιτηθεί απ’ το θρόνο του και να κλειστεί σε μοναστήρι.
Ύστερ' απ' την παραίτηση του Καρόλου, η "αυτοκρατορία" του διαλύθηκε.


* Απόσπασματα απ’ την «ιστορία της διπλωματίας» του Β. Ποτέμκιν, σ.σ. 200 και 204-205, εκδόσεις Γκοβόστη, σε μτφ Σ. Πρωτόπαπα