Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Ελληνική ιστορία

Υπάρχει Θεός και θυμάται[i]

… έσπασε το μέτωπο … Καταστροφή …

Οι ειδήσεις μαύρα κοράκια μοναχικά κι άλλοτε κοπαδιαστά, έριχναν τον φόβο στον ουρανό του χωριού.
Έκαναν βόλτες στα στόματα, γεννοβολούσαν κι ύστερα τεράστια μαυροπούλια ξανάπαιρναν το δρόμο. Περνούσαν τη Χίο, άγγιζαν στην Ελλάδα και συνέχιζαν το ταξίδι εις τας Ευρώπας, τα χυδαίας, τας τουρκικάς στο θρήσκευμα και στο πολίτευμα χριστιανάς, να κρώζουν για έλεος και βοήθεια απλοϊκών, γλυκόκαρδων ανθρώπων.
-          Φευγάτε ! Τί κάθεστε ; Οι τσέτες κατεβαίνουν με τσεκούρια.
-          Στη Σμύρνη μεγάλο κακό. Ήμουν εκεί. Καΐκια φεύγουν φορτωμένα φοβισμένους ανθρώπους κι άλλα αράζουν και ξεφορτώνουν σακιά σταφίδες. Ένας Θεός γνωρίζει μονάχα «τι μέλλει γενέσθαι».
Ο Τούρκος κατεβαίνει … νικητής και τροπαιούχος, με την αβάντα των αγγλογάλλων.
Οι σκλάβοι ελευθερώνονται. Οι δούλοι ποτέ τους.
Απομακρύνθηκε μ’ εκείνο το ίσιο αγρoτικό του βήμα. Ψηλός και λαμπερός μέσα στην απόφαση της εκλογής του για ζωή και θάνατο. Μια θυσία χωρίς αντίκρυσμα, γιατί αυτοί που μας διαφεντεύουν, ανάξιοι κι ανίκανοι, ανιδέατοι, δούλοι των ξένων, στείροι και στεγνοί καθώς είναι, δανείζονται από τους φραγκολεβαντίνους ιδέες και γνώμες και μ’ αυτές προσπαθούν να κουμαντάρουν τον Ελληνισμό και τους Έλληνες.
-          Σφαγείο τ’ Αλάτσατα …
-          Ατιμία.
-          Πολλοί τρελάθηκαν απ’ τα μαρτύρια.
-          Θρήνος, σας λέω.
-          Με τους Τούρκους είναι Γάλλοι και Άγγλοι και Ιταλοί ντυμένοι τσέτες. Το τί γίνεται …
-          Δεν βλέπει ο Θεός, δεν λυπάται ;
-          Τούρκος είναι, σας λέω. Στη Σμύρνη τους είδα μέσα απ’ το καΐκι του νονού μου. Είχαν πιάσει θέσεις στην πόλη κι όπου έβλεπαν ψυχή, μπαμ και κάτω. Και δίπλα τους ήταν Γάλλοι και Ιταλοί και Εγγλέζοι και δεν τους εμπόδιζαν. Άνομοι, είπα, θα τα πληρώσετε μια μέρα. Υπάρχει Θεός και θυμάται.



[i] Γεωργή Διλμπόη, «ο άνεμος της παλληκαριάς», σ.σ. 19, 20, 35, 44, 51, 66, εκδόσεις άλφα πι, Χίος 2015