Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Ιστορικά


στην Ελλάδα … κάποτε[1]

 

Έχω σαφή την αντίληψιν ότι απευθύνομαι, την στιγμήν αυτήν, προς ανθρώπους πεινώντας και πολυειδώς πάσχοντας. Γνωρίζω πόσας στερήσεις υφίστανται, πόσον υποφέρουν … χωρίς να ημπορούν να πράξουν τίποτε …


Είναι πλάνη να πιστεύη κανείς ότι, εις την σημερινήν καθολικήν δοκιμασίαν, ημπορεί να φροντίζη μόνον δι’ εαυτόν … αδιαφορών διά την δυστυχίαν η οποία απλώνεται γύρω του.


 
Κανείς δεν πρέπει να λησμονή ότι η δυστυχία εξωθεί τον δυστυχούντα εις πράξεις απελπισίας και ότι η έκρηξις της απογνώσεως είναι πάντοτε τρμερά και καταλήγει εις την πλήρη καταστροφήν των κοινωνιών και των αποτελούντων αυτάς ατόμων.

 
Γνωρίζετε πάντες, εκ της πείρας του παρελθόντος, πόσοι ύπουλοι εχθροί επεβουλεύθησαν και επιβουλεύονται  πάντοτε την κοινωνικήν ενότητα και την εσωτερικήν γαλήνην, βασίζοντες τας ελπίδας των εις την προϊούσαν γενικήν εξαθλίωσιν αυτήν όσον είναι δυνατόν. Διότι, ούτω, όχι μόνον επιτελούμεν το πρώτιστον καθήκον παντός χριστιανού, αλλά και προασπίζομεν την συνοχήν της κοινωνίας και εξασφαλίζομεν ομαλήν και αδιατάρακτον την συμβίωσιν των ατόμων, διά του περιορισμού της ανισότητος των κοινωνικών τάξεων και της περιστολής του διαρκώς ογκουμένου κύματος της δυσφορίας των αναξιοπαθούντων.


Πώς είναι δυνατόν να παρέρχηται τις ασυγκίνητος ενώπιον του σιγηλού δράματος των ανέργων αλλά και των εργαζομένων, είτε ελευθέρων εργατών είτε επί μισθώ υπαλλήλων, ιδιωτικών και δημοσίων, διά τους οποίους ευρύνεται καθημερινώς το χάσμα μεταξύ των αναγκών της ζωής και της παρεχομένης αμοιβής ;

 

Είναι αυτοί οι ασυγκρίτως περισσότεροι, οι κυρίως πεινώντες και πάσχοντες εν τω μέσω της γενικής δοκιμασίας.



[1] Ηλία Βενέζη, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός – οι χρόνοι της δουλείας, Εστία, Αθήνα 1981