Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Ηθικά



Οι συμφορές του δανεισμού (1)

Αν αρκούμασταν στα απαραίτητα, οι δανειστές δεν θα υπήρχαν ως είδος, όπως δεν υπάρχουν Κένταυροι και Γοργόνες. Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή …

Άνθρωπος όμως που μπλέκει μια φορά, μένει χρεωστής για πάντα και, σαν άλογο που του έχουν φορέσει χαλινάρι, δέχεται στη ράχη του τον έναν αναβάτη μετά τον άλλον· και μη βρίσκοντας κανένα καταφύγιο σ’ εκείνα τα λιβάδια και τα βοσκοτόπια, περιπλανιέται μάταια, όπως οι δαίμονες που λέει ο Εμπεδοκλής, οι διωγμένοι απ’ τους θεούς κι απ’ τα ουράνια …

«Ο ένας λοιπόν τον άλλον διαδέχεται», τοκογλύφος ή μεσάζοντας …

Αν πέσει κάποιος μες στη λάσπη πρέπει ή να σηκωθεί αμέσως ή να μείνει ακίνητος· αν στριφογυρνάει και κυλιέται με το σώμα του μουσκεμένο, μαζεύει επάνω του ακόμη περισσότερη βρωμιά. Αντιστοίχως και οι οφειλέτες, δανειζόμενοι από τον έναν για να πληρώσουν τον άλλον και μετακυλίοντας τα χρέη τους, φορτώνονται όλο και περισσότερους τόκους και δυσχεραίνουν όλο και πιο πολύ τη θέση τους· και δεν διαφέρουν σε τίποτε από ανθρώπους που πάσχουν από χολέρα …

Έτσι λοιπόν και οι οφειλέτες, δεν φροντίζουν να γλιτώσουν οριστικά από τα χρέη και, κάθε φορά που φτάνει η στιγμή, με οδύνη και σπαραγμό πληρώνουν τον τόκο, που ευθύς αμέσως τον διαδέχεται άλλος …

Η Καλυψώ έντυσε τον Οδυσσέα «με ρούχα ευωδιαστά» που ανέδιδαν θεϊκή πνοή, δώρα και ενθύμια της αγάπης της. Μα όταν το πλεούμενό του ανατράπηκε, κι ο ίδιος πάλευε με τα κύματα, καταφέρνοντας μετά βίας να κρατηθεί στην επιφάνεια, έβγαλε από πάνω του τα ρούχα της Καλυψώς, που είχαν μουσκέψει και βαρύνει, τύλιξε το γυμνό του στήθος μ’ ένα μαντίλι και πέρα απ’ την ακτή κολύμπησε, με βλέμμα πάντα στη στεριά· κι όταν πια ήταν ασφαλής, δεν του λείψανε ούτε ρούχα ούτε τροφή.

Μήπως δεν βρίσκει φουρτούνα τους οφειλέτες, όταν εμφανίζεται κάθε τόσο ο δανειστής και λέει «πλήρωνε» ; … Έτσι κι οι τόκοι σωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο·κι ο άνθρωπος που βλέπει να τον πνίγουν τα χρέη, αγωνίζεται να μείνει στην επιφάνεια, μα δεν μπορεί να κολυμπήσει μακριά απ’ όσα τον βαραίνουν και να γλιτώσει· τον παρασύρουν στον βυθό και αφανίζεται …

(1) Πλούταρχος, «περὶ τοῦ μὴ δεῖν δανείζεσθαι», μτφρ. Πολυξένη Παπαπάνου, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2011

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

ιστορικές αναφορές

σαν σήμερα

Βαυαρική αποικία[1]

Έλληνες και ξένοι ιστοριογράφοι επισημαίνουν μια «αφύπνιση του φιλελληνισμού» στην Ευρώπη μετά το 1826. Στην πραγματικότητα πρόκειται για αφύπνιση του ενδιαφέροντος των Δυνάμεων για το ελληνικό πρόβλημα ύστερα από την αιγυπτιακή εισβολή στην Ελλάδα και την απειλητική για τα συμφέροντά τους κατάσταση του δημιουργούσε το προγεφύρωμα του Μεχμέτ Αλή στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Το φιλελληνικό κίνημα, σύμφυτο με τον φιλελευθερισμό των λαών, αν όχι ταυτόσημο, ελεγχόταν σταθερά σε όλα τα χρόνια του Αγώνα από τις κυβερνήσεις και χρησιμοποιούνταν επιδέξια για την προσέγγιση πολιτικών σκοπών και εξυπηρέτηση εθνικών συμφερόντων. Άλλοτε συμπιεζόταν, άλλοτε αφηνόταν ελεύθερο και άλλοτε υποδαυλιζόταν. Ουσιαστικά το λεγόμενο φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη και στην Αμερική δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην πολιτική λύση του ελληνικού προβλήματος. Οι ευρωπαϊκοί λαοί έτρεφαν φιλελληνικά αισθήματα αλλά η φωνή τους μεταστοιχειωνόταν και απενεργοποιόταν από τον μηχανισμό των Κομιτάτων που ελέγχονταν απόλυτα από τις κυβερνήσεις και τις μυστικές υπηρεσίες.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, οι φιλελληνικές εκδηλώσεις ερμηνεύονταν ως προοίμιο και εγγύηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Μέσα στο 1826 οργίαζαν οι φήμες και οι διαδόσεις για άμεση στρατιωτική βοήθεια. Το φθινόπωρο μια χαρμόσυνη είδηση κυκλοφορούσε σ’ ολόκληρη την Ελλάδα προκαλώντας ενθουσιασμό και αναπτερώνοντας τις ελπίδες. Από στιγμή σε στιγμή φθάνει από τη Βαυαρία τακτικό στράτευμα τριάντα χιλιάδων ανδρών. Έφθασαν – τον Δεκέμβριο του 1826 – πραγματικά οι Βαυαροί, αλλά ήταν μόνο δώδεκα. Μια μικρή ομάδα – αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιωτικοί γιατροί – με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κάρολο Χάιντεκ. Δεν ήταν εθελοντές αλλά μέλη «στρατιωτικής αποστολής». Υπηρετούσαν όλοι στο βαυαρικό στράτευμα, φορούσαν τις στολές τους και ταξίδευαν στην Ελλάδα επίσημα, με κανονική άδεια, ως συγκροτημένη ομάδα, με εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου[2]. Ήταν η πρώτη φορά που μια ξένη χώρα έστελνε στην Ελλάδα, ανοιχτά και απροσχημάτιστα, στρατιωτικούς. Αλλά η Βαυαρία ήταν ένα κρατίδιο στην καρδιά της Ευρώπης, χωρίς ειδικά συμφέροντα στην Ανατολή, χωρίς εμπορικό στόλο στη Μεσόγειο και οικονομικοπολιτικές σχέσεις με την Τουρκία. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων και της Αμερικής απέφευγαν κάθε φανερή ανάμιξη στις φιλελληνικές εκδηλώσεις και στην αποστολή βοήθειας. Κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους τα Κομιτάτα ή καθοδηγούσαν τους εθελοντές άμεσα ή έμμεσα και τους χρησιμοποιούσαν ως όργανα εθνικής πολιτικής, τηρούσαν τα προσχήματα και υποκρίνονταν ουδετερότητα για να μην διακινδυνεύσουν τα συμφέροντά τους στην οθωμανική αυτοκρατορία και να μην διαταραχθούν οι σχέσεις τους με την Πύλη. Για τον Λουδοβίκο, όμως, της Βαυαρίας αυτή η συμβολική χειρονομία αποτελούσε εφαρμογή μιας πολιτικής που επέτρεπε διασυνδέσεις με τον ελληνικό χώρο και καλλιέργεια επιρροής χωρίς κανένα κίνδυνο περιπλοκών με την Πύλη. Και όπως είναι γνωστό, με την φιλελληνική εκείνη πρωτοβουλία, ο Λουδοβίκος πέτυχε την έκδοση μιας συναλλαγματικής που θα εξαργυρωθεί αργότερα με την ανάρρηση στο θρόνο του ανήλικου γιου του. Ο συνταγματάρχης Χάιντεκ θα ξαναγυρίσει σε λίγα χρόνια στην Ελλάδα ως μέλος της τριμελούς αντιβασιλείας[3]. Υπερκερδοφόρα η αποπληρωμή. Η Ελλάδα θα γίνει για ένα διάστημα βαυαρική αποικία.



[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 289-290, Αθήνα 1984

[2] Στην βαυαρική αποστολή υπό τον Χάιντεκ πήραν μέρος οι λοχαγοί Θ. Χύγκλερ και Φρ. Σνίτσλαιν, οι υπολοχαγοί Σενχάμμερ, Κραζάιζεν, Αντ. Σίλτσερ και Γ. φον Ας, ο στρατιωτικός γιατρός Σεμπ. Σράινερ, οι λοχίες Μέζινγκ, Γκορτ, Βιλντ, Μάντλερ και Μάγιερ, ο δεκανέας Γκυρτελάιν και ο πυροβολητής Ρύππρεχτ. Ο φον Ας αρρώστησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και γύρισε στο Μόναχο τον Νοέμβριο του 1827. Ο υπολοχαγός Σίλτσερ πέθανε στην Ελλάδα.

[3] το 1844 έγινε βαρώνος. Αποστρατεύθηκε το 1855.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Δίκαιο


μικρά κείμενα

νομικά ζητήματα στον καιρό του Καποδίστρια[1]

Στις 28 Ιουλίου 1828 κατέπλευσε στον Πόρο το αμερικανικό βρίκι «Χέραλντ». Ήταν το έβδομο φορτίο με αμερικανικά βοηθήματα που έφθανε στην Ελλάδα. Το συνόδευαν ο δικαστής Σαμουήλ Γούντρουφ και ο Ιωάννης Στύβενσαντ. Ο δικαστής κράτησε ημερολόγιο του ταξιδιού και των εμπειριών του στην Ελλάδα. Κυκλοφόρησε το 1831.

Ο Γούντρουφ εξεικονίζει στο χρονικό του τις συμφορές που άφησε ο απελευθερωτικός πόλεμος: «Οχτώ σχεδόν χρόνια κράτησε ο ωραίος αγώνας της Ελλάδας για ζωή και ελευθερία εναντίον των άγριων δυναστών της. Οι καταστροφές του πολέμου και οι δηώσεις είναι αποτυπωμένες στο μεγαλύτερο μέρος της όμορφης χώρας. Τα τέκνα της έπεσαν στο πεδίο της μάχης· πολλές από τις ωραίες θυγατέρες της βιάσθησαν και σφαγιάσθησαν· ολόκληρες πόλεις έχουν παραδοθεί στη σφαγή χωρίς διάκριση· χιλιάδες παιδιά πετάχθηκαν από τα παράθυρα στα καλντερίμια ή εκτινάχθηκαν στους τοίχους των σπιτιών, χιλιάδες χήρες και ορφανά χωρίς στέγη, χωρίς χρήματα, χωρίς προστασία υψώνουν τα μάτια και τα χέρια εκλιπαρώντας τη χριστιανική φιλανθρωπία».

Για να αποκαταστήσει την τάξη και την ασφάλεια στην ελληνική επικράτεια ο Καποδίστριας έλαβε, γράφει ο Γούντρουφ, ‘’δύο τολμηρά και αποφασιστικά μέτρα’’. Εγκατέστησε τελωνειακές αρχές σε όλα τα λιμάνια, με ένοπλη φρουρά και έδωσε εντολή να εφοδιασθούν όλα τα καράβια, μικρά και μεγάλα, με ναυτιλιακά έγγραφα, όπου θα αναφέρονται όλα τα στοιχεία του πλοίου, τα ονόματα των μελών του πληρώματος και των επιβατών, ο σκοπός του ταξιδιού, ο προορισμός κ.λπ. Το καράβι που δεν ήταν εφοδιασμένο με τέτοια έγγραφα χαρακτηριζόταν πειρατικό και δημευόταν, ενώ το πλήρωμα δικαζόταν και καταδικαζόταν. Το δεύτερο μέτρο ήταν ο αφοπλισμός όλων των πολιτών, εκτός εκείνων που βρίσκονταν σε κρατική υπηρεσία. ‘’Και τα δύο μέτρα πέτυχαν χωρίς σημαντικές αντιδράσεις’’.

Ο Καποδίστριας είπε στους Αμερικανούς ότι μελέτησε το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών και ήθελε να το εφαρμόσει στην Ελλάδα. Πρόσθεσε όμως: «Η κατάστασή μας είναι κρίσιμη. Ο λαός είναι ασυνήθιστος σε ελεύθερη διακυβέρνηση. Ο χρόνος και το μέλλον θα το αποφασίσουν».



[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 444 & 445, Αθήνα 1984



Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Πολιτική


σαν σήμερα

τα κόμματα και η Πατρίδα[1]

Το Μεσολόγγι αποτελεί μια ένδοξη αλλά και μαύρη σελίδα της ιστορίας του Αγώνα. Ένδοξη για τη γενναιότητα και την καρτερία, την ανένδοτη αντίσταση και την αντοχή των αγωνιστών, για το ολοκαύτωμα της Εξόδου. Μαύρη για τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή – πράξεις και παραλείψεις ιδιοτελείς, πάθη και αθλιότητες, ψυχροί υπολογισμοί και τύφλωση. Το Μεσολόγγι αφέθηκε στη μοίρα του εν ψυχρώ. Συναγωνίσθηκαν για το χαμό του, από αδυναμία ή αμέλεια, από εγωισμό ή σκοπιμότητες, η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία. Ακόμα και οι ίδιοι οι πολιορκημένοι. Όλοι και όλα εναντίον του. Και η τραγική ειρωνεία: η τουρκοαιγυπτιακή νίκη ήρθε τη στιγμή που τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και του Κιουταχή είχαν φθάσει στα έσχατα της αντοχής και αντιμετώπιζαν ακόμα και εγκατάλειψη της πολιορκίας.

Εδώ προβάλλει το ερώτημα: Ήταν δυνατή η διάσπαση του κλοιού, η διάλυση του τουρκοαιγυπτιακού στρατοπέδου και η σωτηρία του Μεσολογγίου ; Όλα δείχνουν πως υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την ανατροπή των εχθρικών σχεδίων. Είχαν γίνει εισηγήσεις για συντονισμένη πολεμική δράση και σχέδια καταστρώθηκαν για εκστρατεία ναυτική και χερσαία. Αλλά οι εσωτερικές διαμάχες, η αχρηματία, η ιδιοτέλεια και η διαφθορά δεν άφηναν περιθώρια για βοήθεια. Όλων η προσοχή είχε στραφεί, μήνες πριν, στην Γ΄ Εθνική Συνέλευση που είχε ορισθεί για τον Μάρτιο του 1826. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, τα τρία ξενοκίνητα κόμματα, πολιτικοί και στρατιωτικοί, άτομα και ομάδες αγωνίζονταν για την ανάδειξη δικών τους πληρεξουσίων με στόχο την εξουσία. Η Διοίκηση Κουντουριώτη έβλεπε την προσωρινότητά της και αδιαφορούσε, οι αντίπαλοί της πάσχιζαν με μανία για την άλωση της Αρχής. ο αγωνιστής Σπυρομίλιος, ένας από τους απεσταλμένους της Φρουράς, κομιστής απεγνωσμένου μηνύματος από το Μεσολόγγι, εξεικονίζει στα ενθυμήματά του το χάος, την ακυβερνησία, την αδράνεια, την αδιαφορία και την ιδιοτέλεια που επικρατούσε στ’ Ανάπλι. «Αλλά κατά δυστυχίαν είχε προκηρυχθεί να συγκροτηθεί Εθνική Συνέλευσις και εις αυτόν τον καιρόν ενεργούνται όλαι αι σκευωρίαι και αι ραδιουργίαι διά τας εκλογάς των πληρεξουσίων και των κομμάτων· άρα ήταν εις τον μεγαλύτερον βρασμό ναι φατρίαι»[2]. Κι’ επειδή οι απεσταλμένοι της Φρουράς δεν είχαν προσχωρήσει σε καμμία παράταξη, κανείς δεν τους πρόσεχε, κανείς δεν ενδιαφερόταν. «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το ‘’ναι, έχετε δίκαιον’’, αλλά δεν συνέπραττον υπέρ αυτού με ζήλον»[3]



[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 15-16 & 39-41, Αθήνα 1984

[2] Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Αθήναι 1926, σ. 111

[3] Ένθ’ αν., σ. 112. Δεν αποτελούσε κάτι καινούργιο η πολιτική διαφθορά που επικρατούσε στ’ Ανάπλι. Έγραφαν οι Σπετσιώτες (16 Ιουνίου 1825) στην Κυβέρνηση: «Αν δεν εξέλθωσιν οι εν Ναυπλίω εις τας ηδονάς κυλιόμενοι να υπάγωσιν εις τον πόλεμον, ήθελον μετακαλέσει και εκείνοι τα πλοία των» (Ν. Σπηλιάδη, τ. Β΄, σ. 464-465)