Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

η ... Ιστορία ... επαναλαμβάνεται


«Προστάτιδες» Δυνάμεις[1]

Λέω πως μπήκαμε τώρα στο νόημα. Κείνο που από την αρχή του Εικοσιένα γύρεψε η Αγγλία, «η φιλοτουρκοτάτη και η μισελληνικωτάτη των ευρωπαϊκών δυνάμεων», όπως παραδέχεται κι ο Καρολίδης[2], ήτανε με ποιόν τρόπο θα μπόδιζε τη Ρωσία να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία και να λύσει, έτσι, δυναμικά το ελληνικό ζήτημα. Για να προλάβει, λοιπόν, ο Τζωρτζ Κάνινγκ κάθε μονόπλευρη ενέργεια της Ρωσίας έπειτα από το θάνατο του αυτοκράτορα Αλέξανδρου, έστειλε, την άνοιξη του 1826, στην Πετρούπολη τον Ουέλιγκτον να συγχαρεί, τάχατες, τον Νικόλαο για την ανάρρησή του στον θρόνο, στην πραγματικότητα όμως για να τον δεσμεύσει πάνω στο ελληνικό ζήτημα. Στην κουβέντα που είχαν, ο Νικόλαος είπε στον δούκα :

- Η Τουρκία είναι άρρωστη. Τι θα γίνει έπειτα από το θάνατό της ; Τι θα κάνουμε την κληρονομιά που θ’ αφήσει ;

- Μεγαλειότατε, του απαντάει ο Ουέλιγκτον, το ζήτημα της κληρονομιάς θα μπορούσαμε εύκολα να το κανονίσουμε, εάν υπήρχαν στην Τουρκία δύο Κωνσταντινούπολες[3].

Τη μια θα την έπαιρνε η Αγγλία, την άλλη η Ρωσία κι έτσι όλα θα διορθώνονταν.

Στις 4 του Απρίλη 1826, ο Ουέλιγκτον υπόγραφε στην Πετρούπολη το πρώτο αγγλορωσικό πρωτόκολλο για το ελληνικό ζήτημα. Σύμφωνα μ’ αυτό, οι δυο Δυνάμεις παίρνανε πάνω τους να προτείνουν στη Μεγάλη Πόρτα συμβιβασμό, με τον όρο πως το μικρό ελληνικό κράτος που θα δημιουργούσαν θα ‘τανε «εξάρτημα» της Τουρκίας και θα πλέρωνε φόρο υποτέλειας στο ντοβλέτι.

Ο Μέτερνιχ ονόμασε το πρωτόκολλο αυτό «θνησιγενές τέκνον» κι ο κόντες Γρέππης έγραφε:

«Πολλοί επίστευον ότι εκ των συμβαλλομένων Δυνάμεων η μία ηπατάτο υπό της ετέρας, αλλ’ ηγνόουν ποτέρα η φενακίζουσα και ποτέρα η φενακιζομένη»[4]

Η Τουρκία, έπειτα από συμβουλές που της έδωσε η Αυστρία, ούτε καν καταδέχτηκε ν’ απαντήσει στην πρόταση συμβιβασμού που της έκανε η Αγγλία για λογαριασμό δικό της και της Ρωσίας.

«Ο Κάνιγκ τότε», όπως σωστά ξεκαθαρίζει ο Κόδριγκτον, «που είχε υιοθετήσει την τολμηρή πολιτική να δώσουν οι άλλες Δυνάμεις τα χέρια τους στη Ρωσία και να την ακολουθήσουν, για να μην την αφήσουν να προχωρήσει μόνη, λογάριασε πως έπρεπε να λυγίσει την αντίσταση της Τουρκίας ενεργώντας το πιο γλήγορα. Ένας από τους πιο λαμπρούς διπλωμάτες εκείνου του καιρού έλεγε πως ο καλύτερος τρόπος ν’ αναγκάσει κανείς τη Ρωσία να μην ξεπεράσει τα όρια που διαγράφονταν στο πρωτόκολλο ήταν να κρατήσει την εγκάρδια συνεννόηση ανάμεσα σ’ εκείνη και την Αγγλία»[5]

Όταν ο Νικόλαος, βλέποντας πως τίποτα δε γινόταν, δήλωσε πως «θα ενεργήση εν τω Ελληνικώ ζητήματι είτε μετά των συμμάχων είτε και μόνος», ο Κάνιγκ, για να προλάβει κάθε τέτοια ενέργεια της Ρωσίας, πρότεινε στην Αυστρία, στην Πρωσία και στη Γαλλία να υιοθετήσουν κι αυτές το αγγλορωσικό πρωτόκολλο και κοινά να ενεργήσουν για ν’ αναγκάσουν τους Τούρκους να δεχτούν το συμβιβασμό, ωσάν μικρότερο κακό από έναν πόλεμο με τη Ρωσία με τις άγνωστες συνέπειές του. Η Αυστρία και η Πρωσία αρνήθηκαν. Η Γαλλία όμως, παρ’ όλο που την κυβερνούσε η φιλοτουρκική κυβέρνηση του Βιλέλ, απάντησε πως θα δεχόταν να πάρει μέρος, αν το πρωτόκολλο μετατρεπόταν σε συνθήκη ανάμεσα στις πέντε Δυνάμεις. Ο Κάνιγκ τότες πήγε στο Παρίσι κι έπεισε τον Κάρολο Ι΄ να υπογράψουν τη συνθήκη οιτρεις Δυνάμεις, μια κι οι άλλες δυο με κανέναν τρόπο δε δέχονταν. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στο Λονδίνο και κατάληξαν στη συνθήκη της 6 Ιουλίου 1827, που για λογαριασμό της Αγγλίας την υπόγραψε ο υπουργός των Εξωτερικών Ντάντλεϋ κι από μέρος της Γαλλίας και της Ρωσίας οι πρεσβευτές Πολινιάκ και Λήβεν. Η συνθήκη αυτή, που ακολουθούσε τ’ αχνάρια του πρωτοκόλλου της Πετρούπολης, όριζε τη συγκρότηση ενός μισοανεξάρτητου ελληνικού κράτους κάτω από την επικυριαρχία του σουλτ΄ναου. προέβλεπε ακόμα «ως απαραίτητον όρον προς έναρξιν πάσης διαπραγματεύσεως, την σύναψιν αμέσου ανακωχής». Για να πετύχουν, λοιπόν, το σταμάτημα των εχθροπραξιών, στείλανε στα ελληνικά νερά τριες μοίρες των στόλων τους. Στις οδηγίες που έδωσε ο Ντάντλεϋ στον κόδριγκτον, έλεγε :

«Προς επιβολήν της ανακωχής ταύτης, είτε εις εν εκ των δύο διαμαχομένων μερών, ή έστω, και αν η ανάγκη το καλέση, και εις αμφότερα, το καθήκον των διαφόρων αρχηγών θα συνίσταται εις το να καταβάλουν συγχρόνως πάσας αυτών τας δυνάμεις προς πρόληψιν εχθροπραξιών μεταξύ των δύο εμπολέμων, αποφεύγοντες οι ίδιοι να έλθουν εις σύγκρουσιν με τον ένα ή τον άλλον εξ αυτών».

Τ’ άλλα, το πώς βρόντηξαν πέρα από τις συνθήκες και τις οδηγίες τα κανόνια, όταν οι τρεις ναύάρχοι, γυρεύοντας να επιβάλουν την ανακωχή, μπήκανε στον κόρφο του Ναβαρίνου, τ’ ανιστορήσαμε.

Κι αυτά τα κανόνια, που «απροσδόκητα» βρόντηξαν στο Ναβαρίνο, γκρέμισαν τον περίτεχνο χάρτινο πύργο που με τόσο κόπο είχε ψηλώσει η εγγλέζικια διπλωματία για να φυλακίσει την εθνική ανεξαρτησία μας.

Από τότες όμως αποχτήσαμε τρεις «προστάτιδες» Δυνάμεις. Όπως η μια στραβοκοίταγε το τι κάνει η άλλη σε τούτον τον όμορφο και μικρό τόπο, που η μοίρα θάλησε να βρίσκεται πάνω σ’ ένα από τα πιο νευραλγικά σημεία του πλανήτη μας, αποφάσισαν «από κοινού» να ρυθμίζουν την τύχη μας, όσο που στην πραγματικότητα ασίγαστα τρώγονταν ανάμεσά τους. Κι εκείνος βέβαια που πλέρωνε τη φαγωμάρα τους στάθηκε ο άμοιρος λαός μας.


[1] Δημήτρη Φωτιάδη, «Όθωνας – η Μοναρχία», σ. 47-50, εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988

[2] Καρολίδης, «Ιστορία ιθ΄ αιώνος», τ. β΄, σ. 442

[3] Μπογκντάνοβιτς, op. cit., σ. 26-27

[4] Καρολίδης, Ιστορία ιθ΄ αιώνος», τ. β΄, σ. 613

[5] Livre de Codrington, τ. Α΄, σ. 363