Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Λογοτεχνία

Οι Έλληνες[1]

Ξαπλωμένος χάμω, πίσω από το μολυβένιο στρατό του, το ένα μάτι κλειστό, σημαδεύοντας με το άλλο, πού να ρίξει τον βόλο του, είπε ο Αντώνης :

- Λοιπόν ! Αποφάσισε ! Είσαι ή δεν είσαι Τούρκος ;
- Δεν είμαι ! αναφώνησε αγανακτισμένος ο Αλέξανδρος, γονατισμένος και αυτός πίσω από τον δικό του στρατό, τα χέρια του απλωμένα προστατευτικά πάνω από τα παρατεταγμένα μολυβένια στρατιωτάκια.

Ο Αντώνης άνοιξε το δεύτερο μάτι του για να αγριοκοιτάξει τον αδελφό του.

- Λοιπόν τι είσαι ;
- Έλληνας ! φώναξε ο Αλέξανδρος
- Μα πώς μπορούν Έλληνες να πολεμούν και να σκοτώνουν Έλληνες ; ρώτησε ο Αντώνης.

Ο Αλέξανδρος δεν ήξερε.

- Δεν θέλω όμως να είναι Τούρκοι οι στρατιώτες μου ! διαμαρτυρήθηκε θυμωμένος.
- Και ποιος θα είναι τότε Τούρκος ; Πώς θα πολεμήσωμε ; Ή Έλληνες θα είναι οι στρατιώτες σου ή Τούρκοι ! Αφού οι δικοί μου είναι Έλληνες, οι δικοί σου πρέπει να είναι Τούρκοι !
- Δεν θέλω ! επανέλαβε ο Αλέξανδρος.

Από το τραπέζι, όπου με μπλου και κόκκινα μολύβια χρωμάτιζαν οι δυο αδελφές ντεκολτέ κυρίες με τριαντάφυλλα στο κεφάλι, παλιά φιγουρίνια της θείας Μαριέτας, σηκώθηκε η Πουλουδιά και σίμωσε τα’ αγόρια.

Στάθηκε η Πουλουδιά, με τα χέρια στην πλάτη, όρθια, κι επιθεώρησε με μια ματιά τα τακτικά, κατά τετράδες βαλμένα στρατιωτάκια του Αντώνη, τα τουφέκια και τις ξιφολόγχες του ολόισα, γραμμή στον ώμο, με την ελληνική σημαία στην μέση και τον στρατηγό καβάλα εμπρός. Και ύστερα κοίταξε τα στρατιωτάκια του Αλέξανδρου, μια μάζα γύρω στην τρίχρωμη μολυβένια σημαία τους, με τις ξιφολόγχες άλλες στραβωμένες και άλλες σπασμένες, με βάσεις ασταθείς, αλλού τσακισμένες και αλλού κυρτές. Μα δεν μίλησε.

Και είπε ο Αντώνης, σταυρώνοντας τα χέρια του :

- Τότε καλύτερα να μην παίξομε !

Παραπονιάρικα είπε ο Αλέξανδρος :

- Δεν θέλω ο στρατός μου να είναι τούρκικος !

Και νιώθοντας πως ο ερχομός της Πουλουδιάς σήμαινε επικουρία, σήκωσε το κεφάλι και παρακάλεσε :

- Πες του !
- Τότε μάζεψε τον στρατό σου, είπε ο Αντώνης.
- Γιατί δεν γίνεσαι εσύ Τούρκος ; ρώτησε η Πουλουδιά.
- Εγώ ;

Υπερήφανα έδειξε ο Αντώνης τον στρατό του, ολοκαίνουριο, περιποιημένο, βερνικωμένο, σα να βγαινε από το μαγαζί, και χάιδεψε τη χάρτινη ελληνική σημαία, όχι πολύ τακτικά χρωματισμένη, αλλά παστρικά κολλημένη απάνω στη μολυβένια σημαία, για να σκεπάσει τα τρία της χρώματα.

- Αυτοί Τούρκοι ; έκανε. Πώς μπορούν να είναι οι Τούρκοι πιο ωραίοι από τους Έλληνες ; Και πώς μπορούν οι Έλληνες να έχουν αυτό το χάλι ; πρόσθεσε με μια περιφρονητική κίνηση κατά τη μολυβένια μάζα του Αλέξανδρου.

Το επιχείρημα συγκίνησε την Πουλουδιά. Ειρηνευτικά είπε του Αλέξανδρου :

- Ας είναι Άγγλοί οι δικοί σου !
- Λαμπρά ! Σαν την μις Ράις ! επιδοκίμασε ο Αντώνης, που ήξερε τη νίκη του σίγουρη και ήταν ενθουσιασμένος να τραβήξει ένα τράκο στους συμπατριώτες της μις Ράις, ας ήταν και μολυβένιοι.

Ο Αλέξανδρος στάθηκε να συλλογιστεί.

- Καλά, είπε αργοκουνώντας το κεφάλι του, όχι για τη μις Ράις, μα γιατί ο θείος λέγει πως οι Άγγλοι μας έδωσαν την Κρήτη …
- Την Κέρκυρα ! επιδιόρθωσε ο Αντώνης. Πού η Κρήτη ! Η Κρήτη θα ελευθερωθεί μόνη της ! Αυτή δεν έχει ανάγκη από τους Άγγλους !
- Ναι αι αι ; έκανε ο Αλέξανδρος. Πώς θα ελευθερωθεί ;
- Θα κάνει επανάσταση, όπως ο Καραϊσκάκης … που μας έδειξε ο θείος τον τάφο του, και θα ελευθερωθεί όπως ελευθερώθηκε η Ελλάδα. Να ! Αυτοί οι Κρητικοί είναι παλικάρια ! Οι δικοί μου στρατιώτες λοιπόν είναι Κρητικοί !
- Ωραία ! φώναξε με ενθουσιασμό ο Αλέξανδρος. Και οι δικοί μου είναι Έλληνες …

Μα τον διέκοψε ο Αντώνης :

- Μπούφο ! Και τι είναι οι Κρητικοί ; Δεν είναι και αυτοί Έλληνες ; Και οι Κερκυραίοι : Και οι Ροδίτες και οι Κυπριώτες ; Πώς μπορούν Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες ;

Ο ενθουσιασμός του Αλέξανδρου έπεσε, και κοντοστάθηκε, ζαλισμένος λίγο από τα ονόματα.

- Μα τότε ; Τι θα είναι οι δικοί μου ; ρώτησε κατσουφιασμένος.
- Μα δεν είπαμε πως θα είναι Άγγλοι ; Και η σημαία σου το λέγει. Είναι ξένη.
- Η μις Ράις είπε πως δεν είναι αγγλική αυτή η σημαία, μουρμούρισε διστακτικός ο Αλέξανδρος.
- Το ξέρω, είναι γαλλική, αδιάφορο. Έλα ! Ετοιμάσου !
- Μα είναι παλικάρια οι Άγγλοι ; ρώτησε επιφυλακτικά ο Αλέξανδρος.
- Βέβαια είναι ! Αφού μας έδωσαν την Κέρκυρα ; Έλα τώρα ! Πού είναι ο βόλος σου ;

Μα ο Αλέξανδρος είχε χάσει τον βόλο του. Τον γύρεψε μες τις φούστες του, ανάμεσα στους στρατιώτες του, μες στο κουτί τους, και πάλι στην μάζα των στρατιωτών. Ο βόλος δεν βρέθηκε. Μόνο που έπεσαν οι στρατιώτες του, που ήταν ποιος πολύ, ποιος λίγο, όλοι κάπως κουτσοί και ανάπηροι, και χρειάστηκε να τους ξαναστήσει.

- Έχασε την υπομονή του ο Αλέξανδρου. Σου δίνω εγώ άλλο βόλο ! Μόνο στήσε γρήγορα τον στρατό σου !

Βιάζουνταν ο Αλέξανδρος όσο μπορούσε, και βοηθούσε και η Πουλουδιά. Μα δεν ήταν εύκολο να στηθούν γερά στρατιώτες που όλοι σχεδόν είχαν στραβωμένες τις βάσεις.
Το είδε η Πουλουδιά και άρχισε να θυμώνει. Με τα δόντια της, νευρικά, θυμωσιάρικα, έσιαξε μια δυο λυγισμένες βάσεις.

- Τι χάλια που είναι οι στρατιώτες σου ! είπε χαμηλόφωνα του Αλέξανδρου, ενώ παρακάτω ο Αντώνης γύρευε ανάμεσα στους βόλους του έναν όμοιο σαν τον δικό του, για να τον δώσει του αδελφού του. Τι χάλια ! Ένας δεν έχει στερεή βάση ! Και θες να είναι κι Έλληνες ! Με την πρώτη θα πέσουν !

[1] Πηνελόπη Δέλτα, «ο τρελαντώνης», κεφ. Χ, σ. 99-103, εκδόσεις Μίνωας 1998.

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Επανάσταση και Πόλεμος

Όταν η επανάσταση ήταν το τέκνο του πολέμου[1]

Η επανάσταση ήταν τέκνο του πολέμου του εικοστού αιώνα : αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη Ρωσική επανάσταση του 1917 που δημιούργησε τη Σοβιετική Ένωση και τη μετέβαλε σε υπερδύναμη κατά τη δεύτερη φάση του Πολέμου των Τριάντα και Ενός Ετών, αλλά ισχύει γενικότερα για την επανάσταση ως παγκόσμιας σταθεράς στην ιστορία του αιώνα. Από μόνος του ο πόλεμος δεν οδηγεί τις εμπόλεμες χώρας στην κρίση, την κατάρρευση και την επανάσταση. Πράγματι, πριν το 1914 επικρατούσε η αντίθετη ακριβώς αντίληψη, τουλάχιστον για τα εδραιωμένα καθεστώτα με παραδοσιακή νομιμοποίηση. Ο Ναπολέων ο Α΄ εξέφραζε πικρά παράπονα για το γεγονός ότι ο αυτοκράτορας της Αυστρίας άνετα μπορούσε να επιζήσει, ακόμα κι αν έχανε εκατό μάχες, όπως ο βασιλιάς της Πρωσίας επέζησε αν και υπέστη στρατιωτική πανωλεθρία και έχασε τα μισά εδάφη του, ενώ ο ίδιος, τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης, διακινδύνευε τη θέση του αν υφίστατο μία και μοναδική ήττα. Όμως, πιέσεις του ολοκληρωτικού πολέμου του εικοστού αιώνα πάνω στα κράτη και τους λαούς που συμμετείχαν σ’ αυτόν, δεν είχαν προηγούμενο και ήταν τόσο ισχυρές ώστε τα κράτη αναγκάστηκαν να φτάσουν στα όριά τους και, είτε το ήθελαν είτε όχι, σε σημείο κατάρρευσης. Μόνο οι ΗΠΑ εξήλθαν από τους παγκόσμιους πολέμους στην ίδια σχεδόν κατάσταση που ήταν πριν συμμετάσχουν, και μάλλον ισχυρότερες. Για όλες τις άλλες χώρες, το τέλος των πολέμων σήμαινε εκρηκτική αναταραχή.

Φαινόταν προφανές ότι ο παλαιός κόσμος ήταν καταδικασμένος. Η παλαιά κοινωνία, η παλαιά οικονομία, τα παλαιά πολιτικά συστήματα «έχασαν την εντολή του ουρανού», όπως λέει μια κινέζικη ρήση. Η ανθρωπότητα περίμενε μια εναλλακτική λύση. Το 1914 μια τέτοια εναλλακτική λύση ήταν οικεία. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, την εναλλακτική αυτή λύση εκπροσωπούσαν τα σοσιαλιστικά κόμματα που βασίζονταν στην στήριξη της αυξανόμενης εργατικής τάξης στις χώρες τους και εμπνέονταν από την πεποίθηση ότι η νίκη τους ήταν ιστορικά αναπόφευκτη. Φαινόταν πως χρειαζόταν κάποιο σήμα για να ξεσηκωθούν οι λαοί, να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με το σοσιαλισμό και κατά συνέπεια να μεταβάλουν τα άνευ νοήματος δεινά των παγκοσμίων πολέμων σε κάτι πιο θετικό : οι αιματηρές ωδίνες του τοκετού και οι συσπάσεις ενός νέου κόσμου. Το σινιάλο αυτό έδωσε στον κόσμο η Ρωσική επανάσταση ή, για την ακρίβεια, η Οκτωβριανή επανάσταση των Μπολσεβίκων του 1917. Επομένως, η επανάσταση αυτή αποτέλεσε γεγονός τόσο κεντρικής σημασίας για την ιστορία του εικοστού αιώνα όσο και η Γαλλική επανάσταση του 1789 για τον δέκατο ένατο. Πράγματι, δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία του Σύντομου Εικοστού Αιώνα … δεν συμπίπτει ουσιαστικά με τη διάρκεια ζωής του κράτους που γεννήθηκε από την Οκτωβριανή επανάσταση.

Ωστόσο η Οκτωβριανή επανάσταση είχε πολύ πιο βαθιές και παγκόσμιες συνέπειες από την πρόγονό της, διότι εάν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης επέζησαν πέραν του Μπολσεβικισμού, όπως είναι φανερό σήμερα, οι πρακτικές συνέπειες του 1917 ήταν πολύ πιο μεγάλης έκτασης και διάρκειας απ’ αυτές του 1789. Η Οκτωβριανή επανάσταση αναμφισβήτητα παρήγαγε το πιο εκπληκτικά οργανωμένο επαναστατικό κίνημα στην σύγχρονη ιστορία. Η παγκόσμια επέκτασή της δεν έχει το όμοιό της στην ιστορία από την εποχή των κατακτήσεων του Ισλάμ και μετά. Μέσα σε τριάντα με σαράντα χρόνια από την άφιξη του Λένιν στον Σταθμό της Φιλανδίας στο Πέτρογκραντ, το ένα τρίτο της ανθρωπότητας βρέθηκε να ζει υπό καθεστώτα τα οποία προέκυψαν άμεσα από τις «Δέκα Μέρες που Συγκλόνισαν τον Κόσμο» και το οργανωτικό πρότυπο του Λένιν, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι περισσότερες απ’ αυτές τις χώρες ακολούθησαν την ΕΣΣΔ σ’ ένα δεύτερο κύμα επαναστάσεων αναδύθηκε από τη δεύτερη φάση του μακροχρόνιου παγκοσμίου πολέμου στην περίοδο 1914-1945.

[1] Ερίκκου Χομπσμπάουμ, «η εποχή των άκρων», σ. 79-81, εκδόσεις Θεμέλιο, 1997.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Λογοτεχνία

Οι φρεγάδες[1]

Με το πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου φάνηκαν οι τέσσερες φρεγάδες αντίκρυ στον Καβομαλιά. Πούθ’ ερχόντανε ; για πού πήγαιναν ; ούτε άκουσε ούτε έμαθε κανείς. Μα πρέπει να ήταν βασιλικές φρεγάδες. Κι οι τέσσερες, λέει, το ίδιο είχαν χτίσιμο, χυτές πρύμη-πλώρη. Κι είχαν τις αρματωσιές τους, βασιλικές κι κείνες. Τα κατάρτια τους ατόφια μπρούτζινα από κάτω στη σκάτσα ως απάνω στη γαλέτα· τις αντένες ατσαλένιες· σχοινιά και ξάρτια από καμηλότριχα και τα πανιά τους ολομέταξα. Αν ρωτάς για τις κουπαστές και τις μπαταρίες τους, στο σύρμα ήταν ντυμένες. Κι είχαν στην πλώρη για θαλασσομάχο ένα διαμαντοκόλλητο σταυρό, τρόμο των στοιχειών και φρίκη του κυμάτου. Στην πρύμη, απάνω στο τιμόνι, είχαν το Άγιο το Βαγγέλιο και στο μεσιανό κατάρτι, ψηλά σ’ ένα δικέφαλο αϊτό, την Παναγιά που έλαμπε – προσκυνώ τη χάρη της – σαν αυγερινός. Για τούτο βέβαια ήταν βασιλικές φρεγάδες, του δικού μας του βασιλιά που όριζε στην Πόλη. Εκείνη τότε ήταν η κιβωτός της Χριστιανοσύνης. Ποιος ξέρει τι αλλόφυλους πήγαιναν πάλι να χτυπήσουν, να στήσουν παντοδύναμο σε Ανατολή και Δύση τον Τίμιο Σταυρό !

Ήταν η αυγή ανοιξιάτικη· χαρά Θεού ! Φύλλο δε σειόταν ουδέ πούπουλο. Η θάλασσα πήχτρα. Στο διάφανο ουρανό πρόσμενες να ιδείς καθρεφτισμένα τα νησιά και τ’ ακρογιάλια με την πρασινάδα τους. Αριστερά φαίνονταν της Κρήτης τα βουνά· πίσω τα Δωδεκάνησα έδειχναν γαλανά τα ριζοβούνια τους κάτω απ’ την καταχνιά που τα έδενε σαν πουπουλένιο γεφύρι· και δεξιά κατέβαιναν τ’ ακρωτήρια και οι κόρφοι του Μοριά, ως τον Καβομαλιά και το Τσιρίγο. Και καθώς χτυπούσεν ο ήλιος, έβλεπες στις στεριές να χύνουν λογιών λογιών χρώματα και τις φρεγάδες ν’ αστραποβολούν, ανάμεσα ουρανού και θάλασσας.

Είχαν απλωμένα όλα τα πανιά. Φλόκοι και κοντραφλόκοι, γάμπιες και παπαφίγκοι και παρουκέτα και τρίγκοι, όλα στη θέση τους. Μα κέμονταν όλα παραλυμένα, και μόνο τα μπρούλια τους ανάδευαν καμιά φορά, σαν φιδάκια έτοιμα να φάνε τα κεφάλια τους. Οι σκότες κρέμονταν και κείνες, παράλυτες στα χέρια των ναυτών, που άδικα περιμένουν προσταγή να γυρίσουν τα πανιά στον άνεμο. Κοιμήθηκε απάνω στο χρυσοσκάλιστο δοιάκι ο τιμονιέρης· η βάρδια, στο ξάγναντο της πλώρης ψηλά, κοιμήθηκε και κείνη, τηρώντας πάντα εμπρός της. Οι καπετάνοι, στα χρυσά και τα βελουδένια, νυστάζουν ξαπλωμένοι σε πουπουλένια προσκέφαλα, κάτω από την πρασινορόδινη τέντα της πρύμης, και μόλις ακούνε το λεβέντικο τραγούδι που παίζει το σκλαβάκι με τον ταμπουρά. Κάτω στο αμπάρι οι σκλάβοι με τα μεγάλα τους μαλλιά, τα κίτρινα πρόσωπα, τα μεστωμένα μπράτσα, κοιμήθηκαν και κείνοι μέσα στις βαριές αλυσίδες, απάνω στους πάγκους. Μα ποιος θα ειπεί πώς κοιμήθηκαν ! Τα κουρασμένα κορμιά τους ναι· όχι όμως κι η ψυχή τους. Εκείνη τρέχει και χαμοπατά στ’ άσπρα τους σπιτάκια, στις θλιμμένες γυναίκες και τ’ αρφανά τους τα παιδιά· στα κλήματα τα σταφυλοφορτωμένα και τα γλυκόχυμα βοτάνια, στ’ αφράτα χώματα και τα κρυσταλλένια νερά, στα λούλουδα και τα πούλουδα γλυκιάς πατρίδας που δεν ελπίζουν να την ιδούν ποτέ.

Άξαφνα όμως ξύπνησαν οι θαλασσινοί.

«Παιδιά, τη βάρκα στη θάλασσα !» φωνάζει ο καπετάνιος της πρώτης φρεγάδας. «Α-λα τα χέρια στα κουπιά· βγείτε έξω στα σπηλάδια, καμακίστε χταπόδια στα θαλάμια τους, καμακώστε αχινούς, συνάχτε καβούρους, ξεκολλήστε στρείδια αγνά, ό,τι βρείτε !»

Το είπε κι έγινε ευθύς. Έριξαν τα παιδιά τη βάρκα στη θάλασσα· α-λα τα χέρια στα κουπιά, βγήκαν έξω στα σπηλάδια, καμακίζουν χταπόδια στα θαλάμια τους, καλαμώνουν αχινούς, συνάζουν καβούρους, ξεκολλούν στρείδια αγνά, ό,τι βρίσκουν. Μα το ναυτόπουλο, ένας κασιδιάρης και κακομοίρης, που τον είχαν για ψυχικό, ξεκόβει από τ’ άλλα τα παιδιά. Ούτε καμακίζει χταπόδια στα θαλάμια τους, ούτε καλαμώνει αχινούς, ούτε συνάζει καβούρους, ούτε ξεκολλά στρείδια αγνά, ό,τι έβρει. Γυρίζει μόνον απάνω κάτω στις μαυρισμένες πέτρες και τα χορταριασμένα σπηλάδια, σαν κάτι να ζητεί. Τι είχε – τι έχασε ; Τίποτα. Μα κάθε άνθρωπος, μικρός – μεγάλος, πλούσιος – φτωχός, έχει και τον οδηγό του. Έχει να κάμει κατιτί ; Ο οδηγός του πηγαίνει και του το θυμίζει. Βουλήθηκε να πάει πουθενά ; Ο οδηγός του έρχεται να τον ξυπνάει. Έτσι τώρα και τον κασιδιάρη ανάγκαζε να πηγαίνει ζητώντας πράμα που δεν έχασε. Τέλος είδε ο κασιδιάρης στο βράχο μια σπηλιά. Βλέπει τη σπηλιά, μπαίνει μέσα. Μπαίνει μέσα, τι ναι ιδεί ; Τοίχους γυμνούς περίγυρα. Πάει βαθιά· σκοτάδια, πίσσα. Αυτιάζεται καλά· ακούει τικ-τακ, σαν ν’ αργοστάλαζε νερό. Ζυγώνει· ξανοίγει χάμου μια λακκούλα που δεχότανε του βράχου τη διαμαντένια σταλαματιά. Του ήρθε σαν κάμα. Παίρνει από το νερό και νίβεται· δροσολογιέται. Αστόχαστα βγάνει κι ένα ψαράκι που ήβρε νεκρό στις πέτρες και το ρίχνει μέσα. Μα το ψαράκι ζωντάνεψε και αρχίζει να τριγυροφέρνει μέσα στο νερό.

«Μπρε !» λέει κάνοντας το σταυρό του.

Αλλά την ίδια ώρα νιώθει και κείνος το αρρωστημένο του κορμί να θρέφεται σαν στέλεχος πλατάνου που παίρνει νερό στις ρίζες του. Τα λέπια πέφτουν και δείχνεται το δέρμα ολομέταξο. Αίμα πύρινο κρυφοδρομεί στις φλέβες του· ψυχή με άλλη ψυχή σταυρώνονται στα φυλλοκάρδια του· φτερά έκαμε να πετάξει στα επουράνια. Κουφάρι ήταν, περιστέρι έγινε.

«Μπρε !» ξαναλέει. «Έλα, Χριστέ και Παναγιά, κοντά μου !»
Τρέχει έξω· κράζει τους συντρόφους του. Γυρίζουν εκείνοι στις φωνές, κοιτάζουν και σταυροκοπιούνται. Άγγελος είναι, άνθρωπος είναι, δεν ξέρουν.
«Μωρέ, ποιος είσαι συ ;»
«Εγώ, ο κασιδιάρης· κουφάρι ήμουν, περιστέρι γίνηκα· φτερά έχω να πετάξω στα επουράνια».
Τρέχουν κοντά, τον κοιτάζουν από δω, τον φέρνουν από κει, τον καλογνωρίζουν.
«Αμ’ ποιος σ’ έκαμ’ έτσι ;»
«Τος και τος, ήβρα τ’ αθάνατο νερό».
«Πώς ; Πού ;»
«Μέσα στη σπηλιά».
Ακούνε και θαμάζουν, ρίχνουν ό,τι είχαν στα χέρια τους και τρέχουν στη σπηλιά. Φτάνουν έξω από τη σπηλιά, πιάνουν φιλονικία.
«Όχι, εγώ θα μπω πρώτος».
«Όχι, εγώ».
Λόγο προς λόγο πιάνονται στα χέρια. Πιάνονται στα χέρια, τραβούν τα στιλέτα, μεκελοκόβονται. Να τι θα ειπεί παλιόκοσμος ! Για να έβρουν την αθανασία, ήβραν όλοι το θάνατο εμπρός στη πηγή της !

Το ναυτόπουλο, καθώς είδε αυτά, πηδάει στ’ ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν βάρκες στη θάλασσα, α-λα τα χέρια στα κουπιά, βγαίνουν έξω. Μαθαίνουν και κείνοι το θάμα, ρίχνονται όλοι στη σπηλιά· μα αντί αν χωρίσουν, πιάνουν τη φιλονικία.
«Όχι, εγώ θα μπω πρώτος».
«Όχι, εγώ».
Λόγο προς λόγο πιάνονται στα χέρια, τραβούν τα στιλέτα, μεκελοκόβονται και κείνοι.

Το ναυτόπουλο, βλέποντας έτσι, πηδάει πάλι στ’ ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Βάνει τις φωνές, ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν και τις επίλοιπες βάρκες στη θάλασσα, βάνουν όλο το τσούρμο μέσα και βγαίνουν έξω οι καπετάνοι. Βγαίνουν έξω, ρίχνονται από δω, τρέχουν από κει, φωνάζουν, βρίζουν, φοβερίζουν· μα ποιος τους ακούει ; Όλοι οι άντρες είναι πιασμένοι στα χέρια. Μανία σκοτωμού κι αιμάτου δίψα κυρίευε καθέναν που πλησίαζε σε κείνη τη σπηλιά, λες και άχνιζε γύρω του Κάη ο θυμός. Οι ναύτες με τα στιλέτα θρήνο έκαναν, οι σκλάβοι, που δεν είαν στιλέτα, σήκωναν τις αλυσίδες και με την πρώτη άνοιγαν τον τάφο του εχθρού. Όσοι δεν είχαν αλυσίδες, πέτρες σήκωναν· κι όσοι δεν είχαν πέτρες, είχαν τα δόντια και τα νύχια τους, που κατέβαζαν λουρίδες το κρέας. Το αίμα έβαφε τις πλάκες περίγυρα. Οι σάρκες σπαρτάριζαν κοψίδια στα μαύρα χώματα. Οι σκοτωμένοι έφραζαν την πόρτα της σπηλιάς κι οι λαβωμένοι βαρυβογκούσαν. Ωστόσο δεν έπαυε ο σκοτωμός. Η δίψα του αιμάτου όσο πήγαινε όλο μεγάλωνε. Οι ίδιοι οι καπετάνοι άρχισαν να νιω΄θουν κάποιο άφαντο χέρι να τους σπρώχνει στο χαμό και δυο-τρεις φορές έφεραν το χέρι στο στιλέτο και γλυκόσυραν τη μισή λάμα έξω από το θηκάρι της. Μα κρατήθηκαν.

«Μωρέ σκυλιά, τι κάνουμε !» είπαν αναμεταξύ τους. «Τούτο είναι θείκή κατάρα ! … Σε τι κριματίσαμε κι ήρθαμε να σφαγούμε συνατοί μας εδώ στον έρμο βράχο ! …»
Ρίχνονται αμέσως στα γόνατα, κλαίνε, μύρονται, σταυροκοπιένται.
«Αμάν, Θεέ΄μου, σώσε μας από το κακό και ταζόμαστε όλοι στη χάρη σου ! Ξεχνούμε τον κόσμο και τα καλά του· παρατούμε γυναίκες και παιδιά· έλεος !»

Μόλις τάχτηκαν οι καπετάνοι, αμέσως έπαψε το κακό. Μεμιάς συνήρθε το τσούρμο. Σαν να μην ήξεραν τι έκαναν ως τώρα, είδαν με φρίκη το σκοτωμό και τα αίματα εμπρός τους. Πέταξαν στη θάλασσα τα στιλέτα και άρχισαν να κλαίνε τους συντρόφους που σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Οι καπετάνοι πήραν τότε το ναυτόπουλο να τους δείξει τη σπηλιά για να έβρουν το αθάνατο νερό. Άμα το έβρουν, σκέφτηκαν, ανασταίνουν εύκολα τους σκοτωμένους. Πάνε μέσα στη σπηλιά, ψάχνουν από δω, γυρεύουν από κει· σταλιά νερό. Ο φόνος το μόλεψε κι έφυγε από το μάτι του ανθρώπου· μαζί χάθηκε και το ψαράκι. Φαρμακωμένοι βγήκαν έξω οι καπετάνοι. Αλλ’ ώσπου να έβγουν, ακούνε που φρεσκάριζε ο καιρός. Ζωντανά τα κύματα άρχισαν να δέρνονται στα ριζιμιά σπηλάδια.

«Τις βάρκες, μωρέ παιδιά !» φωνάζουν δυνατά.
Ώστε να το ειπούν, οι βάρκες βρίσκονται καρφωμένες στα δόντια του βράχου και ροκανίζονται αργά και άσφαλτα με τον αφρό του κυμάτου. Απελπισμένοι πηδάνε στ’ ορθολίθι ν’ αγναντέψουν τις φρεγάδες. Μα πού φρεγάδες ; Το κύμα που ερχότανε δυναμωμένο από του Τσιρίγου το στενό κι ο άνεμος, άξιοι κι οι δυο γεμιτζήδες, πόδισαν τα καμαρωτά πλεούμενα και τους έδωκαν δρόμο στ’ ανοιχτά.

Οι καπετάνοι πέφτουν στα γόνατα. Φως φανερά έβλεπαν πως ήταν θέλημα Θεού ν’ απομείνουν στο φοβερό ακρωτήρι. Ένα με το άλλο έχτισαν εκεί τα εικοσι τέσσερα μοναστήρια. Μα το αθάνατο νερό δεν ξαναφάνηκε. Μόνο δυο φορές το χρόνο, στην πρώτη Ανάσταση του Σωτήρος, την ώρα που ανοίγουν τα επουράνια, ο βράχος ρίχνει από μια στάλα στη γη. Πολλοί πηγαίνουν και ξενυχτούν μέσα στη σπηλιά, καλόγεροι και λαϊκοί, άντρες και γυναίκες, με τα μαντίλια στο χέρι και τα μάτια κολλημένα στου βράχου το μακαριστό μαστάρι. Όμως άδικα ξενυχτούν. Ο βράχος το βγάζει κι η γη ζηλιάρα το αναρρουφά ευθύς. Φοβάται, λες, μην τ’ αποχτήσει ο μαύρος άνθρωπος και γλιτώσει από το φοβερό της χωνευτήρι. Κι οι ξενυχτισμένοι φεύγουν κάθε χρόνο με την ίδια πίκρα στην ψυχή, χωρίς να ιδούν άλλο παρά τα κάτασπρα κόκαλα που κείτονται βωμός ακόμη στη μέση της σπηλιάς.

Εγώ είδα τα κόκαλα και γω άκουσα για τις φρεγάδες τις βασιλικές. Αφού παράδειραν για χρόνια στ’ ανοιχτά, κατέβηκαν σύξυλες στον άμμο του βυθού. Η μία βρίσκεται στης Κρήτης τα νερά, η άλλη κάπου στη Ρόδο κι οι άλλες δυο ανάμεσα στα Δωδεκάνησα. Είναι ακόμα ίδιες κι απαράλλαχτες, όπως πρωτοφάνηκαν στα νερά του καβομαλιά. Είναι χυτές πρύμη-πλώρη κι έχουν τις αρματωσιές τους βασιλικές και κείνες. Τα κατάρτια τους ατόφια μπρούτζινα, από κάτω στη σκάτσα ως απάνω στη γαλέτα. Τις αντένες όλες ατσαλένιες, σχοινιά και ξάρτια από καμηλότριχα και τα πανιά τους ολομέταξα. Αν ρωτάς για τις κουπαστές και τις μπαταρίες τους, στο σύρμα είναι ντυμένες. Κι έχουν στην πλώρη για θαλασσομάχο ένα διαμαντοκόλλητο σταυρό, τρόμο των στοιχειών και φρίκη του κυμάτου. Στην πρύμη, επάνω στο τιμόνι, έχουν το Άγιο Βαγγέλιο και στο μεσανό κατάρτι, ψηλά, σ’ ένα δικέφαλο αϊτό, την Παναγιά που λάμπει – προσκυνώ τη χάρη της – σαν αυγερινός. Κάθε αυγή, με το πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου, οι φρεγάδες αστραποβολούν στα γαλανά νερά. Τώρα ψυχή δεν έχουν· έρμες είναι από ναύτες κι από καπετάνιους. Όμως θα έρθει η ώρα που ψυχή θα πάρουν και γοργόνες καστρορίχτισσες θα σμίξουν και θα σύρουν πάλι στο δρόμο τους. Και θα γυρίσουν νικηφόρες πίσω στα πατρογονικά μας τα λιμάνια, στο διξασμένο θρόνο του αναστημένου μας του Βασιλιά.

[1] Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, εκδόσεις Αλόη, Αθήνα 2002.

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Πολιτική

παιγνίδια με τη φωτιά
(η Αίγυπτος δεν είναι η αρχή)
Όσοι πιστεύουν πως τα κινήματα των πολιτών σε Τυνησία και Αίγυπτο αντανακλούν, απλά, τη λαϊκή δυσαρέσκεια ύστερα από παρατεταμένες περιόδους καταπίεσης, διαφθοράς και κακοδιοίκησης απατώνται οικτρά. Όσοι πάλι θεωρούν τα κινήματα αυτά καινοφανή οφείλουν να ξεσκονίσουν λιγάκι τα βιβλία της ιστορίας. Όσοι τέλος εκτιμούν πως με την Αίγυπτο κλείνει ο κύκλος των ανατροπών που ξεκινά στην Τύνιδα λανθάνουν και στα δύο. Η Τύνιδα δεν ήταν η αρχή. Το Κάιρο κι η Αλεξάνδρια δεν είναι, μετά βεβαιότητας, το τέλος του χειμάρου της οργής. Κάθε φορά όμως που οι "μεγάλοι" του πλανήτη "ανάβουν" το φυτίλι, ξεχνούν πως η φωτιά δεν απειλεί να κάψει μόνο "τα ξερά", αλλά κι αυτούς ακόμα τους εμπρηστές. Το πρόβλημα για εμάς είναι πως ο δρόμος της φωτιάς περνά κι από τα μέρη μας.
Ι.Λ.
κόστος[1]

Διαδοχικοί Αμερικανοί πρόεδροι θεωρούσαν τη συνεργασία με τους βασιλείς του Μαρόκου χρήσιμη. Το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας γινόταν μέσω των διαύλων των υπηρεσιών πληροφοριών που είχαν εγκαθιδρυθεί τη δεκαετία του 1950 ήδη, από πασίγνωστα στελέχη της ψυχροπολεμικής εποχής, όπως ο Βέρνον Γουώλτερς. Αυτά τα στελέχη θεωρούσαν εύκολο και ευχάριστο το να πίνουν τσάι μέντας στα ανάκτορα του Ραμπάτ και της Καζαμπλάνκας και να ανταλλάσσουν αρρωστημένα μεσανατολικά πολιτικά κουτσομπολιά (οι Σαουδάραβες πρίγκιπες που περνούν από την Καζαμπλάνκα αναζητώντας παρθένες για να διαφθείρουν είναι μια ανεξάντλητη πηγή). Δεν έδιναν πολλή προσοχή στο τίμημα που πληρώνουν οι ΗΠΑ, για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη του Μαρόκου στην ειρηνευτική διαδικασία της Μέσης Ανατολής και στην αντιτρομοκρατική συνεργασία.

Το 1979 στο Ιράν, οι Αμερικανοί έφριξαν ανακαλύπτοντας το αληθινό κόστος της αμερικανικής φιλίας με τον σάχη. Όταν ανατράπηκε, η Αμερική έγινε ο «Μεγάλος Σατανάς» για δύο γενιές Ιρανών. Ο Μωάμεθ ΣΤ΄ του Μαρόκου δεν είναι σάχης. Με λίγη τύχη, οι προσεκτικές μεταρρυθμίσεις θα επιτύχουν. Πιθανότατα, οι σχέσεις των ΗΠΑ με την αυτού μεγαλειότητα ωφελούν τον μαροκινό πληθυσμό και τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα. Αυτή ήταν η πεποίθησή μου όταν υπηρετούσα στο Μαρόκο υπό τον πατέρα του Μωάμεθ ΣΤ΄ και ελπίζω να είναι ακόμη αληθινή. Το πιο δύσκολο καθήκον ενός διπλωμάτη είναι να ζυγίσει το κόστος και το όφελος της συνεργασίας με ένα αυταρχικό καθεστώς. Χωρίς να ακούνε τους Αχμέτ του κόσμου, οι διπλωμάτες δεν μπορούν να γνωρίσουν τους αληθινούς όρους των παζαριών τους με το διάβολο.

Σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολο να μιλήσει κανείς με τον Αχμέτ από ότι ήταν το 1986. Στην σημερινή ατμόσφαιρα έντασης των μέτρων ασφαλείας, ο αντικαταστάτης μου στην Καζαμπλάνκα θα δεχόταν επιπλήξεις γιατί τόλμησε να συνομιλήσει με έναν νεαρό ισλαμιστή που τριγυρνούσε άσκοπα έξω από το σπίτι του. Η μαροκινή αστυνομία θα τραβολογούσε τον Αχμέτ στο τμήμα για να τον φωτογραφήσει, να του πάρει δακτυλικά αποτυπώματα και να τον ανακρίνει αγενέστατα πριν τον προειδοποιήσει να βρει έναν πιο ασφαλή φανοστάστη για να διαβάζει. Ποιος ιδεαλιστής Αχμέτ έχοντας φρέσκα στο μυαλό του τα γεγονότα στις φυλακές του Άμπου Γκράιμπ, θα αποδεχόταν να συρθεί σε μια συνομιλία, για την πολιτική των ισλαμιστών, με εκπρόσωπο των Αμερικανών σταυροφόρων ; Και εγώ σήμερα θα θεωρούσα ασφαλέστερο να υποθέσω ότι ένας τέτοιος ευσυνείδητος νέος ή ήταν χαφιές μυστικής υπηρεσίας ή παρακολουθούσε για λογαριασμό κάποιας τρομοκρατικής ομάδας.

Ένα μελαγχολικό μάθημα, ένα από τα σκληρότερα μαθήματα για έναν ευσπλαχνικό διπλωμάτη, είναι πως η αμερικανική κυβέρνηση δεν ασχολείται με τη βοήθεια σε ξένους. Η βοήθεια που παρέχει ένα κράτος αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του και η βοήθεια προς τους συνανθρώπους είναι απλά ένα ευχάριστο υποπροϊόν. Εάν ήθελα να βοηθήσω τον Αχμέτ, έπρεπε να το κάνω μόνος μου. Έπρεπε να τον πληρώσω για να με διδάξει αραβικά, αλλά δεν έπρεπε ποτέ να τον είχα μπλέξει, όσο αθώα και σύντομη ήταν αυτή η εμπλοκή του, στον σκληρό, δαπανηρό κόσμο των μυστικών υπηρεσιών.


[1] Τζων Μπρέιντυ Κήσλινγκ, «Μαθήματα Διπλωματίας», σ. 461-462, εκδόσεις Λιβάνη.