Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

σαν από τα παραμύθια

Ο φύλακας της πολιτείας[1]
και οι λωποδύτες

Η κυρά αλεπού αποφάσισε να κάμει επίσκεψη στην κοινότητα. Αφού ήρθαν ξένοι, πώς μπορεί να μην τους πει το καλωσόρισες ;

Κίνησε λοιπόν από την τρύπα της κι ήρθε. Μέτρησε τις κατοικίες : μία, δύο, τρεις ... πέντε ... οχτώ.

«Πωπώ», είπε, «τί μεγάλη πολιτεία !».

Πλησίασε και τις κοίταξε από κοντά μια – μια. Έπειτα έβαλε το αυτί της ν’ αφουγκραστεί.

Μόνο η αναπνοή των κατοίκων ακούστηκε. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και κοιμόταν βαθιά. Τέτοια ώρα κάνει η αλεπού τις επισκέψεις της.

Περπατούσε σιγά πολύ, από ευγένεια μήπως ξυπνήσει κανένα. Είδε το μεγειρειό κάτω από το πεύκο, κοίταξε τη μεγάλη κατσαρόλα που γυάλιζε από την πάστρα, είδε την κουτάλα βαλμένη στη θέση της, είδε και την πατσαβούρα.

«Όλα νοικοκυρεμένα», είπε. «Ας δω και το κοτέτσι, τό ‘χουν καλά ;»
...
Ως τώρα η κοινότητα δε φρόντιζε να φυλάξει την περιουσία της. Τα καταστήματά της ήταν ανοιχτά. Ούτε ντουλάπι, ούτε συρτάρι πουθενά, ούτ’ ένα κλειδί.

Η αλεπού όμως δεν το βρήκε σωστό αυτό. Μια πολιτεία πρέπει να έχει κι ένα φύλακα.

Στη θέση αυτή διορίστηκε μοναχή της. Κι έκαμε πολύ καλά. Ποιός άλλος να την πάρει ; Μήπως το κουνάβι, μήπως η νυφίτσα ; Αυτοί δεν είναι για τέτοια υπηρεσία.

«Είναι λωποδύτες !» λέει η αλεπού.

[1] Ζαχαρία Παπαντωνίου, «τα ψηλά βουνά», σ. 64-65, Εστία 1991.

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

μυθιστορία

Η πιο ένδοξη φυλή του κόσμου[1]

Ως και τα τραίνα κουνούσαν εδώ πέρα περισσότερο ! Πόσες φορές δε χτύπησε δεξιά κι’ αριστερά στους διαδρόμους των βαγονιών που αναγκάστηκε να διασχίσει ως που να ξαναβρεθεί στο διαμέρισμα με το κρεβάτι του. Και τί ιδέα, να μη βάζουν στο συρμό το εστιατόριο δίπλα στην κλινάμαξα !

Όλα στραβά καθώς έμπαινε στην Εγγύς Ανατολή.

Αμ’ η ώρα ; ... Κλείνοντας πίσω του την πόρτα κοίταξε το ρολόι του : εννιά ! Ποτέ στη ζωή του, από τα παιδικά του χρόνια, ποτέ δεν είχε πάρει πρωινό τόσο νωρίς. Στη Δύση, στον πολιτισμένο κόσμο, πουθενά δε σε ξυπνούσαν στα τραίνα για πρωινό, εκτός αν κόντευες να φτάσεις στο τέρμα του ταξιδιού. Αυτά έπρεπε νάναι κανονισμοί διεθνείς.

Μα δε βαριέσαι ! ... Για κανονισμούς θα μιλούσε αφού διασχίζανε πια τη Σερβία. Οι υπάλληλοι του εστιατορίου, σαν καλοί ντόπιοι, θα ξυπνούσαν αυγή – αυγούλα και θα θεωρούσαν τώρα πως η ώρα ήταν πολύ περασμένη. Αυτό ήταν όλο.

Ο Νικήτας Κωλέτης έβγαλε τα σταχτιά ταξιδιωτικά γάντια και τ’ ακούμπησε με κάποια σιχασιά στην άκρη του πράσινου καναπέ που είχε αντικαταστήσει στο μεταξύ το κρεβάτι του. Ως που να πάει στο βαγόνι – εστιατόριο και νάρθει πίσω, τα καθαρά σταχτιά γάντια που είχε βάλει εκείνο το πρωί είχαν κιόλας λερωθεί. Ίσως επειδή εδώ κανένα τραίνο δεν κινείται με ηλεκτρισμό. Ή επειδή χρησιμοποιούν ελεεινό κάρβουνο και παλιές μηχανές, εκείνες που στις πλούσιες χώρες τις πουλούσαν για παλιοσίδερα. Ποιός τα ξέρει ; Μια φορά, κι’ απ’ αυτή τη λεπτομέρεια καταλάβαινες πως είχες πια προχωρήσει στα Βαλκάνια, στα βρώμικα και απολίτιστα Βαλκάνια που με πολλή επιτυχία συμβόλισαν αμέσως τα λερωμένα γάντια του.

Κι’ απόψε στην Ελλάδα !

Σε δεκαπέντε – δεκαέξι ώρες, δηλαδή, θα κατέβαινε από το τραίνο, θα ξαναπατούσε το ελληνικό χώμα !

Τί περίεργο ! Κόντευαν είκοσι χρόνια από τότε που είχε φύγει και τώρα που ξαναγύριζε δεν αισθανόταν καμιά συγκίνηση. Για πρώτη φορά ύστερ’ από τόσα χρόνια θα ξανάβλεπε απόψε τη Λάρισα, αργότερα την Αθήνα, και τίποτα δε σάλευε μέσα του. Ούτε χαρά, ούτε περιέργεια, ούτε συγκίνηση, ούτε κανένα σκίρτημα από παλιές αναμνήσεις. Κι’ αν με το ζόρι έπρεπε να βρει κάποιο αίσθημα μέσα του, θάταν μια άρνηση, μια αποστροφή.
...
Ορίστε λοιπόν, να πηγαίνει τώρα εκεί, ενώ είχε αρχίσει τούτος ο μεγάλος μα μουντός πόλεμος, που δεν ήξερες πότε θ’ άναβε πραγματικά, πόσο και προς τα πού θα απλωνόταν.

Μη τυχόν απλωνόταν και στην Ελλάδα τις λίγες μέρες ή βδομάδες που θάμενε κει ;

Η σκέψη τον τρόμαξε.

«Απολίτιστος τόπος», συλλογίστηκε. «Απ’ τον καιρό που σχημάτισα δική μου κρίση μού φέρνει δυσφορία και κάποια σιχασιά. Μα και τί να του θυμηθώ ;»
...
Ήττα, φυγή, κοπάδι η προσφυγιά, ελεημοσύνη από τους ξένους.
...
Τότε άρχισε να καταλαβαίνει πως όσα είχε ακούσει από τον παππού του και τους Έλληνες δασκάλους του για τη δύναμη και για το μεγαλείο της Ελλάδας ήταν ένα κωμικό παραμύθι. Ένα παραμύθι που τόχαν πλάσει οι Έλληνες, ίσως για να σκεπάσουν τη φριχτή κακομοιριά τους ή για να παρηγορηθούν από δαύτην. Τί αποκάλυψη και τί απογοήτευση ! Γιατί κι’ ο ίδιος δεν ήταν βέβαια αετός, μα παρηγοριόταν με τη σκέψη πως ανήκε στην πιο ένδοξη φυλή του κόσμου !

Μαύρα χρόνια, μαύρα και κρύα ...

[1] Ευαγγέλου Αβέρωφ – Τοσίτσα, «Η φωνή της Γης», σ. 13 κ. επ., εκδόσεις Εστία.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Γεωπολιτική

Φαύλα ερρύη[1]

Όλα τα «φαύλα ερρύη» από τη λέξη «Ένωση». Αν οι Ευρωπαίοι ηγέτες διέθεταν ιστορική φρόνηση, θα μιλούσαν για το εφικτό, την «ενότητα» και όχι για το ανέφικτο, την «ένωση». ... Στην ενότηα μπορούμε να συμφωνήσουμε, στην ένωση όχι, διότι η τελευταία προϋποθέτει μία ταυτότητα. Η Ευρώπη είναι «πολυταυτοτική» και χύθηκε αίμα πολύ για να σχηματισθούν τα κράτη με αυτήν την ιδιαίτερη ταυτότητα[2]. Τα χρέη μπορεί να διαγράφονται, το αίμα όχι. Διότι με αυτό γράφεται η ιστορία. Μπορεί σήμερα οι κάτοικοι της Βρεττανίας να θεωρούν εαυτούς πιστούς υπηκόους της Ελισάβετ, σε καμία όμως περίπτωση ο Σκώτος, ο Ιρλανδός, ο Ουαλός δεν θα βάλουν πάνω από την «σκωτικότητα», την «ιρλανδικότητα» και την «ουαλικότητα» την ιδιότητα του «ηνωμένου – βασιλίτη». Ας θυμηθούμε και τους αρχαίους μας προγόνους. Παρόλο που όλοι ανεγνώριζαν την κοινή ελληνική καταγωγή τους, ωστόσο, στο πολιτικό πεδίο η τοπικότητα (πολιτικότητα) υπερείχε της Ελληνικότητας.

... Αν η Ευρώπη θέλει να παίξει καθοριστικό ρόλο στον Μεσογειακό και στον περιμεσογειακό χώρο, πρέπει να ξεφύγει από το τελματικό ζητούμενο της ενώσεως και να προχωρήσει σε μια περισσότερο αποδεκτή πρόταση: την «ενότητα». Ενότητα τουλάχιστον σε βασικούς τομείς. Και τούτο είναι αναγκαίο για να έχει ισχυρό παρεμβατικό ρόλο στα πράγματα της Μέσης Ανατολής και για να μην επαληθευθεί το λεγόμενο περί Αρμαγεδδώνος. Αν θυμηθούμε το «λεγόμενο», τότε ίσως να συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε φθάσει πολύ κοντά στην πραγματοποίησή του. Αλλά πάντα στην ιστορία υπήρχε η δυνατότητα για μια πίστωση χρόνου, έστω ενός λεπτού. Όσο κι αν έχουμε φθάσει στο «παρά πέντε», μέσα σ’ αυτό το «πέντε», όπως και στα δάκτυλα του χεριού, χωράνε πολλά. Και πρώτα – πρώτα μια χειραψία. Πρέπει να κατανοηθεί πως να δεν δώσουμε τα χέρια, θα αφανισθούμε.

[1] Σαράντου Ι. Καργάκου, «Μεσόγειος, η υγρή μοίρα της Ελλάδος και της Ευρώπης», σ. 74-75, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2007.
[2] Κάποιες προσπάθειες για το κτίσιμο της Πανευρώπης με το «ξίφος» (Ναπολέων, Κάιζερ, Χίτλερ) οδήγησαν στις πιο μεγάλες τραγωδίες. Η ευρωπαϊκή ιδέα, ωστόσο, δεν έσβησε και σ’ αυτό συνέβαλε και ένας ελληνικής καταγωγής κόμης, ο Γκουτενχόβε – Καλλέργης, που το 1922 άρχισε επίπονο συγγραφικό αγώνα για να προωθήσει της ιδέα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.