Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Πολιτική

Αμερικανική Ειρήνη[1]

Στην μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο, η Αμερική «επέλεξε», εσκεμμένα και κατόπιν ενδελεχούς και πολυεπίπεδης επεξεργασίας στην οποία συνέβαλε οργανωμένα και μεθοδικά ολόκληρο το σύστημα ασφάλειας του κράτους, μια στρατηγική παγκόσμιας πολιτικής ηγεμονίας, οι μέθοδοι της οποίας αποτυπώθηκαν στο περίφημο έγγραφο NSC-68 1950[2]. Κατά το NSC-68, οι ΗΠΑ θα έπρεπε να εφαρμόσουν μία παρεμβατική πολιτική στα παγκόσμια δρώμενα και κατ’ επέκταση να έχουν έναν ηγετικό ηγεμονικό ρόλο, ο οποίος όχι μόνο θα λειτουργούσε αποτρεπτικά / ανασχετικά έναντι της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά ταυτόχρονα θα απέτρεπε και την «αυτονόμηση» και των δικών της δυτικών συμμάχων από την αμερικανική «ευμενή», αν θέλετε, ηγεμονία. Η εκπληκτική, κατά κάποιο τρόπο «παραδοχή» του NSC-68, όπως επαναβεβαιώνεται μισό αιώνα αργότερα από τον Πωλ Νίτσε, διευθυντή τότε του Policy Planning Staff του Υπουργείου Εξωτερικών που «συντόνισε» την παραγωγή του NSC-68 είναι, ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να ακολουθήσουν την ηγεμονική στρατηγική που ακολούθησαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έστω και αν δεν υπήρχε η Σοβιετική Ένωση. Η ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης, μας πληροφορεί ο Νίτσε το 1999, απλά προσέδωσε επιτακτικότητα σε μια στρατηγική ηγεμονίας που επέβαλλαν οι αμερικάνικες επιταγές[3].

Ούτε και το NSC-68 ήταν καινοτόμο αναφορικά με τις ηγεμονικές βλέψεις των ΗΠΑ. Για τον εντοπισμό τους θα πρέπει να μεταφερθούμε πίσω στον 19ο αιώνα με το Δόγμα Μονρόε, όσων προηγήθηκαν της διακήρυξής τους και αυτών που ακολούθησαν, κυρίως μετά τον Αμερικανο-ισπανικό πόλεμο του 1898. Ανεξάρτητα, όπως μας πληροφορεί ο Μελνύν Π. Λεφλέρ με βάση τους αμερικανικούς μεταπολεμικούς σχεδιασμούς, «ούτε μία ενωμένη Γερμανία, ούτε μία ανεξάρτητη Ιαπωνία, επιτρέπεται να αναδυθούν ως μία Τρίτη δύναμη ή ως ένας ουδέτερος συνασπισμός»[4].

Το πόσο ειλικρινείς υπήρξαν οι συντάκτες του NSC-68, όπως ο Πωλ Νίτσε, αναφορικά προς τους διαχρονικούς στόχους και τις μεθοδεύσεις των ΗΠΑ, φάνηκε αμέσως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Πιο συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 1992 διέρρευσαν στον αμερικανικό τύπο, αποσπάσματα ενός απόρρητου προσχεδίου του Αμερικανικού Πενταγώνου που έφερε τον τίτλο «Οδηγίες Αμυντικού Σχεδιασμού». Στο απόρρητο αυτό προσχέδιο, προσφέρεται μία άνευ προηγουμένου ευκαιρία να αντιληφθεί ο αναγνώστης τον τρόπο σκέψης και τις αντιλήψεις, που καθοδήγησαν και διαμόρφωσαν τις διαχρονικές παραμέτρους της αμερικανικής στρατηγικής. Το έγγραφο, καταγράφει τόσο τη λογική όσο και την διαχρονικότητα των αμερικανικών στόχων και επιδιώξεων στον μετά τον Β΄ ΠΠ κόσμο, αλλά και της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Οι διατυπώσεις και οι επιδιώξεις είναι πανομοιότυπες και αποβλέπουν στη διατήρηση της αμερικανικής υπεροχής έναντι όλων απολύτως των αντιπάλων.

Με το επιχείρημα ότι η υπεροχή αυτή είναι αναγκαία, διότι διασφαλίζει την παγκόσμια πολιτική σταθερότητα και παρέχει ασφάλεια, όπως και στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, στις Οδηγίες Αμυντικού Σχεδιασμού υπογραμμίζεται ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει συνεπώς «να αποθαρρύνουν τα ανεπτυγμένα βιομηχανικά κράτη, από το να αμφισβητήσουν την ηγεσία μας ή ακόμα και να τρέφουν φιλοδοξίες για ένα ευρύτερο παγκόσμιο ή περιφερειακό ρόλο». Ταυτόχρονα, το «κυρίαρχο ζήτημα» της αμερικανικής μακροστρατηγικής, πρέπει να είναι η «αποτροπή κάθε εχθρικής δύναμης από την δυνατότητα να κυριαρχήσει μιας περιοχής, της οποίας οι πόροι θα της επιτρέπουν, κάτω από συγκεντρωτικό έλεγχο να παράγει παγκόσμιας εμβέλειας δυνατότητες». Στις περιοχές που μπορούν να αναδείξουν τέτοιας μορφής ανταγωνιστές κατονομάζονται η Δυτική Ευρώπη, η Ανατολική Ασία, οι περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και η Νοτιοδυτική Ασία (ευρύτερη Μέση Ανατολή).

Για την πραγμάτωση των παραπάνω στρατηγικών τους στόχων στην μεταψυχροπολεμική περίοδο, οι ΗΠΑ θα πρέπει να εφαρμόσουν μια πολιτική που να τους επιτρέπει να λειτουργούν, σύμφωνα με τις Οδηγίες Αμυντικού Σχεδιασμού, ως «επιτηρητής ενηλίκων» (“adult supervisor” είναι η φράση στο κείμενο). Οι ΗΠΑ δηλαδή αναλαμβάνουν ουσιαστικά να επιβλέπουν και να προστατεύουν τα συμφέροντα όλων των δυνητικά μεγάλων δυνάμεων για λογαριασμό τους, όπως βέβαια αυτά ερμηνεύονται από την Ουάσινγκτων, ώστε οι δυνάμεις αυτές να παραμένουν δυνητικά τέτοιες και να μην λειτουργούν στην πράξη ως πραγματικά μεγάλες δυνάμεις ανεξάρτητα από τη βούληση των Αμερικανών.

Το αναπόδραστο συμπέρασμα, ως προς τη διαχρονικότητα της μακροστρατηγικής των ΗΠΑ … είναι ότι η Ουάσινγκτων δεν ανέχεται την ύπαρξη πραγματικά ανεξάρτητων δρώντων στο διεθνές σύστημα διότι μια τέτοια εξέλιξη διαρρηγνύει την αμερικανική ηγεμονία, την οποία οι διαμορφωτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής θεωρούν κλειδί για την παγκόσμια σταθερότητα ή αλλιώς «αμερικανική ειρήνη».

[1] Γεωστρατηγική, Σεπτέμβριος 2008 – Απρίλιος 2009, «Οι ΗΠΑ και ο κόσμος», απόσπασμα από το άρθρο του Μάριου Ευρυβιάδη, «η διαχρονική συνέχεια της αμερικανικής μακροστρατηγικής», σ. 15-18.
[2] Το NSC-68 είναι προσβάσιμο στο Διαδίκτυο (www.fas.org)
[3] Βλ. το εισαγωγικό σημείωμα του Νίτσε στο ειδικό αφιέρωμα “NSC-68 and US Foreign Policy Today”, SAIS Review, Vol.XIX Number One (winter – spring 1999), σελ. 2.
[4] A Preponderance of Power, Stanford, California, SUP, 1992, σελ. 17

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

οικονομικά

ο πληθωρισμός, η φτώχεια κι οι λαχανόκηποι[1]

Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ πήρε το παρατσούκλι Παρά-πινάκης από το γεγονός, ότι στην εποχή του λόγω ένδειας και πείνας οι άνθρωποι έπαιρναν με ένα χρυσό νόμισμα αντί τεσσάρων μόνο τρία πινάκια σιτάρι. Αυτό σημαίνει αύξηση της τιμής κατά 25% μέσα σε λίγα χρόνια – πληθωρισμός που κάτω από σύγχρονες συνθήκες ίσως φαίνεται ακόμη υποφερτός, αλλά σε μια εποχή που δεν γνωρίζει καθόλου το φαινόμενο του πληθωρισμού σημαίνει αληθινή καταστροφή για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Όμως αυτές οι δυσκολίες του 11ου αιώνα φαίνονται ασήμαντες σε σύγκριση με τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Κωνσταντινουπολίτες και οι υπεύθυνοι υπάλληλοι του επάρχου, του δημάρχου θα λέγαμε σήμερα, στην πρώιμη βυζαντινή εποχή, και συγκεκριμένα στον 5ο και 6ο αιώνα, τουλάχιστον μέχρι τη μεγάλη δημογραφική καταστροφή της πανούκλας που ενέσκηψε το 541 στο Πηλούσιον της Αιγύπτου και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 542. Διότι μέχρι τότε, ιδιαίτερα στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολής έφθανε οπωσδήποτε τις 400.000, ίσως και τις 500.000 και συνεπώς η οργάνωση της εξασφάλισης της καθημερινής κατανάλωσης δεν μπορούσε να περιορισθεί στην «αννώνα», δηλαδή τον εκ μέρους του κράτους εφοδιασμό με σιτάρι και ψωμί, αλλά εμπεριείχε κάθε λογής τρόφιμα.

Η κατάσταση αυτή αντικατοπτρίζεται πολύ καλά στη νεαρά 64 του αυτοκράτορα Ιουστινιανού De hortulanis constantinopolitanis [Περί των κηπουρών]. Πρόκειται για νόμο, που εκδόθηκε το 538, τρία χρόνια πριν από την επιδημική πανούκλα, πιθανότατα στο αποκορύφωμα της εποίκησης της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος ρυθμίζει τα μισθώματα των λαχανοκηπουρών, που ανήκαν σε ιδιαίτερο «σύστημα των κηπουρών» και μίσθωναν αγρούς από τους κτηματίες στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της πρωτεύουσας για την καλλιέργεια λαχανικών.

Ο νόμος δείχνει ακόμη τη μεγάλη σημασία αυτής της καλλιέργειας στις περιοχές εγγύς της Κωνσταντινούπολης, σε περιοχές που επέτρεπαν τη μεταφορά των φρέσκων προϊόντων – ή και άλλων τροφίμων που χαλούν εύκολα – εντός ολίγων ωρών στα κεντρικά fora, στις αγορές της πόλης, για την καθημερινή κατανάλωση.

Τεκμήριο της σημασία των λαχανόκηπων για την πόλη, και μάλιστα της ύπαρξής τους μέσα στις πόλεις, είναι το εγχειρίδιο αρχιτεκτονικής του Ιουλιανού Ασκαλωνίτου, ο οποίος ανήκει στην ίδια περίπου εποχή (6ος αιώνας). Στις παραγράφους 76 κ.ε. ο Ιουλιανός πραγματευεται τις σχετικές λεπτομέρειες διατάξεως της οικοδομίας. Από το εγχειρίδιό του – όπως και από άλλες βυζαντινές πηγές – πληροφορούμαστε ότι κάθε οικογένεια είχε κατά κανόνα δίπλα στο σπίτι της έναν κήπο με λαχανικά και βότανα (ένα «λιβάδιον του οίκου», όπως το ονομάζει ένα έγγραφο του 1073) για τις καθημερινές της ανάγκες. Πάντως αυτό, πιθανότατα, δεν ισχύει για όλα τα αστικά σπίτια στις – ακόμη – πολύ μεγάλες πόλεις του 6ου αιώνα.

[1] Johannes Koder, Ο κηπουρός και η καθημερινή κουζίνα στο Βυζάντιο, σ. 10-12, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν 1992.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Πολιτική

η εθνική αδυναμία[1]

Το πώς εδημιουργήθη η εθνική αδυναμία, το αν τα στοιχεία αυτής ανευρίσκωνται και εις τους παναρχαίους χρόνους, αν αυτή οφείλεται εις την ιδιομορφίαν του Ελληνικού ιστορικού βίου δεν είναι του παρόντος.

… Η αδυναμία δεν είναι της Ελλάδος ... ούτε αδυναμία τούτο λέγεται. Η «αδυναμία» (γράφε τα συμφέροντα) είναι των εκάστοτε ιθυνουσών τάξεων και το «ξενομανία» είναι το «ξεπούλημα». Έτσι, απ’ το ’21 και συνέχεια, είχαμε τα λεγόμενα ξενόφιλα κόμματα. Μάλιστα του Κωλέττη, το Γαλλόφιλο, έκανε διαδηλώσεις … με σημαίες γαλλικές. Έκτοτε τα πράγματα πήραν κομμάτι στο καλύτερο. Δεν έχουν πια των αφεντικών τους τα ονόματα, μα τις προσωνυμίες των ντόπιων αρχηγών τους· λόγου χάριν, Τρικουπικό, Δεληγιαννικό, Βενιζελικό … Αλλά μια και πήρε η καρδιά τους στο καλύτερο, έχουν έκτοτε ονομασίες … αφηρημένες.

Το θέμα των Εθνικών Εθνοσυνελεύσεων στάθηκεν απ’ τα «Ψιλώτερα γράμματα» των ιστορικών μας … Οι Εθνοσυνελεύσεις εκείνες δεν αντιπροσώπευαν τον μαχόμενο λαό, αλλά μονο τους «συνελευσάδες» τους και τα φεουδαλικά συμφέροντά τους … Ταύτα, σε συνδυασμό με τα ξένα συμφέροντα – ιδιαίτερα τα Εγγλέζικα – δάυτες τα ωνομάτιζαν «Πατρίς» και τάλεγαν «Θρησκεία». Κατά τον τρόπο που λέμε το ξύδι «γλυκάδι», τούτων των τσιφλικάδων οι συνάξεις ειπώθηκαν Εθνικές. Ειπώθηκαν οι τιμαριούχοι αντιπρόσωποι κι όχι «επί το αυτό συνελθόντες κι από κοινού συμφέροντος κινούμενοι». Μα ο λαός «Τουρκοχριστιανούς» τους ωνομάτιζε. «Οι προύχοντες είναι Τούρκοι με όνομα Χριστιανού» έλεγεν αργότερα ο Καποδίστριας. «Τί Ζαΐμης – τί Μπραΐμης», έλεγε για έναν απ’ αυτούς – τον Ανδρέα – ο λαουτζίκος. Και Τουρκοχριστιανούς τους προεστούς του … Η προσπάθειά τους έτεινε όχι πώς να (σαν Εθνοσυνέλευσες) θεμελιώσουν τις πολιτικές και λοιπές ελευθερίες των Ελλήνων, αλλά (μια και διαγράφονταν αναπόφευχτη) πώς να τσεπώσουν και την ανεξαρτησία της Πατρίδας και να υποκαταστήσουν τους Τούρκους στα συμφέροντα (όπερ και εγένετο). Και στάθηκαν τα οχυρά πάνω στα οποία θραυόταν η θέληση του έθνους να γίνει κύριος του οίκου του και αυτεξουσιάστης της λευτεριάς του. Θανάσιμα τους μίσαε ο λαός τούτους τους «Συνελευσιακούς» του δοσίλογους.

[1] Γιάννης Σκαρίμπας, «Η τράπουλα», σ.σ. 66-67 & 87-88, εκδόσεις Κάκτος 1996.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Ηθογραφία

Η Διαπόμπευσις[1]

Συνήθεια επεκράτει κατά του Βυζαντινούς χρόνους, ίνα, εις τους καταδικασθέντας δι’ οιονδήποτε παράπτωμα … πλην της κυρίως ποινής … και προ της εκτελέσεως αυτής, χάριν μεγαλυτέρας προσβολής και προς παραδειγματισμόν του λαού, ενεργήται προσθέτως και η διαπόμπευσις.

Η ποινή αύτη, περί της οποίας αρυόμεθα διαφόρους πληροφορίας εκ των Βυζαντινών ιστορικών και χρονογράφων, μάλιστα προκειμένου περί της διαπομπέυσεως είτε συνωμοτών ή ανταρτών, είτε καθόλου εξεχόντων προσώπων εν τη πολιτεία και τη εκκλησία, προς δε εκ των νόμων … η ποινή … αύτη, την ευρείαν διάδοσιν της οποίας παρ’ ημίν κατά τον μεσαίωνα πιστοποιεί η κατά τους μετά την άλωσιν χρόνους και μέχρι της παρελθούσης εκατονταετηρίδος χρήσις αυτής, δεν είναι των Βυζαντινών χρόνων εύρημα, αλλ’ έχει την αρχήν της εις πολύ παλαιοτέρους χρόνους. Ήδη κατά την αρχαίαν Ελληνικήν εποχήν την ευρίσκομεν εφαρμοζομένην εν Σπάρτη, Βοιωτία, κάτω Ιταλία και Μικρά Ασία, δεν είναι δ’ απίθανον είτε Ασιατικήν να έχη αύτη την αρχήν, είτε και να είναι κατάλοιπον εθίμου ήδη από παλαιάς εποχής υπό διαφόρων λαών εφαρμοζομένου.

Την διαπόμπευσιν οι Βυζαντινοί εχαρακτήριζον διά της λέξεως πομπή ή πομπεία, της σεμνής ταύτης κατά την αρχαιότητα λέξεως λαβούσης, κατ’ αντίφρασιν, κακήν σημασίαν, είτε ένεκα των κατά τας πομπάς γεφυρισμών και των εξ αμάξης σκωμμάτων, είτε ένεκα της απεχθείας των Χριαστιανών προς τας επί των χρόνων των εξακολουθούσας πομπάς των εθνικών, καθ’ ας περιήγοντο των θεών αγάλματα.

Επειδή εν τούτοις κατά τους βυζαντινούς χρόνους η λέξις πομπή διετήρει και την καλήν αυτής σημασίαν, δηλούσα την τε θρησκευτικήν πομπήν και την επίσημον παρέλασιν, την προέλευσιν, ως και τον θρίαμβον, διά τούτο η διαπόμπευσις πολλάκις και ως άτιμος πομπή εχαρακτηρίζετο ή ως κακή πομπή.

Ως δε το πομπή εδήλου τότε την διαπόμπευσιν, ούτω και το ρήμα πομπέυω κατήντησε συνώνυμον του διαπομπέυω.

Αι λέξεις εννοείται αυταί διετήρησαν την τοιαύτην σημασίαν των μέχρι των χρόνων μας· νυν δήλα δη συχνά περιφέρεται η «μπομπή» προς δήλωσιν της ατίμου πράξεως και το «κακή πουμπή» ως αρά, ως και το ρήμα «μπομπέυω» αντί του θεατρίζω. Πλην του πομπέυω επί της σημασίας του περιάγω ατίμως, οι Βυζαντινοί μετεχειρίζοντο και το ρήμα θριαμβεύω, κατ’ αντίφασιν πάλιν, την διαπόμπευσιν προς το θέμα του θριάμβου παραβάλλοντες, θριάμβου όμως ουχί επιτίμου, δι’ ο και άτιμον θρίαμβον ή «γελοιώδη θρίαμβον» την εκάλουν.

[1] Φαίδωνος Κουκουλέ, «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», τ. Γ΄, σ. 184-185, εκδόσεις Παπαζήση, 1949.

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

εις το όνομα της Μακεδονίας

Η μακεδονική περιπέτεια[i]
Α. αντικρουόμενα συμφέροντα

Η εξέγερση του Οκτωβρίου του 1902 και οι τουρκικές ενέργειες που ακολούθησαν έφεραν στο προσκήνιο της Ευρώπης το ζήτημα της Μακεδονίας. Από τις αρχές ήδη του 1902 οι μακεδονικές οργανώσεις στη Βουλγαρία, σε συνέδριο που είχαν στη Σόφια, παρουσίασαν σχέδιο για αυτονόμηση της Μακεδονίας. Πρότειναν, τα τρία βιλαέτια, Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων, να σχηματίσουν ένα μεγάλο βιλαέτι με πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη. Το βιλαέτι αυτό δεν θα περιελάμβανε τις περιοχές Πρίστινας, Πρισρένης και Παλαιάς Σερβίας, ούτε τη Ροδόπη, όπου υπήρχαν Πομάκοι μουσουλμάνοι, ενώ περιλάμβανε την Χαλκιδική και έφτανε ανατολικά ως το Νέστο. Σχέδιο μελετημένο έτσι, ώστε να αφήνει περιθώρια για την ικανοποίηση των Σέρβων στα βορειοδυτικά και να παρηγορεί τους Έλληνες με την αυτόματη σχεδόν παραχώρηση της Ηπείρου που αποκοβόταν από την Τουρκία. Γι’ αυτήν την μεγάλη μακεδονική επαρχία θα διοριζόταν από τον σουλτάνο βαλής χριστιανός από την προεξάρχουσα φυλή (Σλάβος – Βούλγαρος). Οι δημόσιοι λειτουργοί θα ήταν και αυτοί Σλάβοι – Βούλγαροι που θα διορίζονταν άλλοι από τον σουλτάνο και άλλοι από τον βαλή. Το ίδιο και η αστυνομία. Η βουλγαρική γλώσσα θα ήταν ισότιμη με την τουρκική. Θα δινόταν γενική αμνηστία και εγγυήσεις για την προσωπική ασφάλεια και για την περιουσία. Το 25% των εσόδων θα πήγαιναν στον σουλτάνο και τα υπόλοιπα θα αποτελούσαν τον τοπικό προϋπολογισμό. Μια επιτροπή θα επιστατούσε γι’ αυτές τις μεταρρυθμίσεις.

Η βουλγαρική κυβέρνηση πίεζε τις δυνάμεις για ένα τέτοιο πρόγραμμα και συνέχιζε να κατηγορεί την Τουρκία για κακοδιοίκηση. Από τη μεριά της, η Τουρκία κατηγορούσε την Βουλγαρία για κακή πίστη. Τον Απρίλιο κατήγγειλε τη συγκρότηση βουλγαρικών ένοπλων ομάδων και την εντατική εκπαίδευση στα διάφορα σκοπευτήρια, στους λόφους του Γιαγκώφ και τις ενέργειες των διαφόρων μακεδονικών κομιτάτων. Ζητούσε ακόμα τη σύλληψη του Σαράφωφ που τον Ιούλιο είχε γυρίσει στη Σόφια. Σε όλα αυτά οι Βούλγαροι απαντούσαν ότι δεσμεύονται να στείλουν στρατιωτικές δυνάμεις στα σύνορα να εμποδίσουν την είσοδο σωμάτων στην Μακεδονία για να μην παρεξηγηθούν από την Τουρκία.

Από την πλευρά της η Ελλάδα, που έβλεπε να αυξάνεται η ένταση μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας και να μεγαλώνουν οι επιθέσεις κατά του ελληνικού στοιχείου της Μακεδονίας, προσπάθησε να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Τουρκία. Παράλληλα, θέλησε να έρθει σε κάποια συνεννόηση με την Σερβία, καθορίζοντας προς βορρά κάποια σφαίρα επιρροής από το Νευροκόπι – Μελένικο – Στρωμνίτσα – Περλεπέ – Κρούσοβο ως την Στρούγγα στην Αχρίδα, ανώ άφησε στους Σέρβους τις περιοχές Δρίβας, Βέλες και Ραδοβίστας. Οι Σέρβοι θα έπρεπε να αποσύρουν τα προξενεία τους από τη Θεσσαλονίκη, το Μοναστήρι και τις Σέρρες, ενώ παράλληλα η ελληνική κυβέρνηση θα ασκούσε κάθε επιρροή στο Πατριαρχείο για να ορίσει Σέρβους επισκόπους στα Σκόπια, στην Πρισρένη, στο Βέλες και στην Δρίβα.

Αλλά οι συνεννοήσεις αυτές δεν κατέληξαν σε συμφωνία, γιατί η Ρωσία, θορυβημένη από μια ενδεχόμενη ελληνοσερβική συμφωνία, προσπάθησε να συμφιλιώσει Σέρβους και Βούλγαρους προβάλλοντας συγχρόνως σαν υπερβολικές τις ελληνικές αξιώσεις. Από την άλλη μεριά η ΑυστροΟυγγαρία ενδιαφερόταν για ελληνορουμανική προσέγγιση και τη ρύθμιση των εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών ζητημάτων στην Μακεδονία, ώστε να μην υπάρξουν βλέψεις στα δικά της σύνορα.

Πιο ουσιαστική ήταν η πρόοδος στις σχέσεις της Ελλάδος με την Τουρκία, η οποία προσπαθούσε να αποφύγει συνεννόηση της Ελλάδος με τις άλλες βαλκανικές χώρες. Από την μεριά της η Ελλάδα έβλεπε πως συνέφερε η τήρηση της τάξεως στην Μακεδονία από την Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση Ζαΐμη δήλωνε πως θα εξασκούσε όλη της την επιρροή για να διευκολύνει την προσπάθεια της τουρκικής κυβερνήσεως να διατηρήσει την τάξη στην Μακεδονία και η δήλωση αυτή θα επαναληφθεί συχνά μέσα στο 1902 στους αντιπροσώπους των Δυνάμεων. Συγχρόνως, η ελληνική κυβέρνηση εφιστούσε συνεχώς την προσοχή της Ευρώπης στα εγκλήματα που διέπρατταν οι κομιτατζήδες στην Μακεδονία σε βάρος του Πατριαρχείου και των Ελλήνων και ζητούσε να γίνουν παραστάσεις στη Σόφια.

[i] Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, «Ο Μακεδονικός Αγώνας», σ. 31 κ. επ., εκδόσεις Δωδώνη 1992.
η συνέχεια του κειμένου στον ΔημοΔιδάσκαλο