Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Πολιτική

μέλλον σκοτεινό[1]

Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, οι Τούρκοι έκοβαν τις γλώσσες των κατοίκων για να τους αναγκάσουν να μην μιλάνε ελληνικά. … Η κατάσταση αυτή κράτησε πάνω από τετρακόσια χρόνια, και παρ’ όλα αυτά, σήμερα όλοι οι Έλληνες μιλάνε ελληνικά. …

Η ιστορία της Ευρώπης είναι πια αρκετά παλιά ώστε να κατανοούμε ότι όλες αυτές οι ισοπεδωτικές διαδικασίες, που υποκινήθηκαν σε διάφορες εποχές και δοκιμάστηκαν από τη μία ή την άλλη κυβέρνηση, είχαν ένα και μοναδικό αποτέλεσμα : οι διάπυρες σπίθες των φυλετικών παραδόσεων να καίνε πιο δυνατά κάτω από τις στάχτες που τις σκέπασαν κατά καιρούς, για να ξαναπυρώσουν πιο πολύ με το φύσημα ενός καινούργιου ανέμου.

Υπάρχουν, σε γενικές γραμμές, τρεις τρόποι για να διακανονισθεί το … πρόβλημα : ένας είναι η μέθοδος του Αττίλα και του Τζένγκις Χαν, που και οι δυο τους θέλησαν να σκοτώσουν ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, ούτε και κανένας από τους πιο επιδέξιους και διεστραμμένους σημερινούς κληρονόμους τους το πέτυχε …

Άλλος τρόπος είναι ο αμερικανικός : να διδάσκεται η αγγλική γλώσσα σε όλους και να επιτρέπεται στον καθένα να μιλά οποιαδήποτε γλώσσα τον ευχαριστεί. … Αλλά δυστυχώς ο αμερικανικός τρόπος ισοπεδώνει τους ανθρώπους σε μια ομοιομορφία αλυσίδας καταστημάτων, που δεν αντιπροσωπεύει τις καλύτερες ικανότητές τους και μάλιστα με τρόπο που η δεύτερη γενεά να ντρέπεται να μιλάει τη γλώσσα των γονιών, έστω κι αν η γλώσσα αυτή είναι η ελληνική. Έτσι σταδιακά εξαλείφει φυλετικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να προσφέρουν πρόσθετη ρώμη και πρωτοτυπία …

Ο τρίτος τρόπος, και ο μόνος που θα μπορούσε να διαφυλάξει την πολύτιμη μοναδικότητα, που όλα αυτά τα έθνη αγωνίστηκαν να διατηρήσουν, υπάρχει προς το παρόν μόνο στην απέραντη βαθιά «θάλασσα της λήθης», που είναι ο υποσυνείδητος ανεξιχνίαστος ωκεανός της ελληνικής σοφίας. Η ουσία του μπορεί να συνοψισθεί σε μία μόνο λέξη, λέξη που, όπως πολλές βαρυσήμαντες ελληνικές λέξεις, έχει ευτελιστεί σε απίστευτο σημείο. Πραγματικά, έχει καταντήσει ένα συναίσθημα σε όλα τα έθνη, εκφράζοντας τη συσσωρευμένη πονηριά και χαμερπή ιδιοτέλεια όλων εκείνων που ασχολούνται με τα κοινά εις βάρος των ψηφοφόρων τους σε όλες τις χώρες. Έτσι η λέξη «πολιτική» έφτασε όχι μόνο να σημαίνει, αλλά και να καλύπτει στην καθομιλουμένη τις αναίσχυντες μηχανορραφίες των αξιωματούχων για την εξασφάλιση των θέσεών τους στην εξουσία ή την παράνομη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος.

Ο Γεώργιος Βλάχος, μια μέρα που το μέλλον διαγραφόταν τελείως σκοτεινό, είπε : «Η Ελλάδα έχει δείξει στον κόσμο πώς να πολεμάει. Θα δείξει στον κόσμο πώς να πεθαίνει». Αυτή είναι η καθαρή ελληνική παράδοση.

[1] Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, «Ιερός Πανικός», σε μετάφραση Τζων Άντον, σ. 245 κ.επ., Εξάντας 1992.

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Φιλοσοφία της Οικονομίας

η κρίσις εις την οικονομίαν[1]

Το φαινόμενον της κρίσεως ενεφανίσθη πρωταρχικώς εις τον τομέα του οικονομικού βίου. Ακριβώς δε εκ του τομέως τούτου μετεφέρθη η χρησιμοποίησις του όρου κρίσις και εις τας άλλας πολιτιστικάς περιοχάς. Εις την οικονομίαν, ο όρος κρίσις νοείται όπως και εις την ιατρικήν, ως δηλωτικός σοβαράς οργανικής διαταραχής. Η εμφάνισις κρίσεων εις την περιοχήν της οικονομίας υπό την μορφήν της περιοδικής επαναλήψεως χρονολογείται από των αρχαιοτάτων χρόνων. Πρώτην περί αυτών ένδειξιν αποτελεί η εις την παλαιάν Διαθήκην αφήγησις περί του ονείρου των επτά ισχνών και των επτά παχειών αγελάδων το οποίον είδεν ο Φαραώ και ηρμήνευσεν ο Ιωσήφ. Κατά την νεωτέραν εποχήν το φαινόμενον των οικονομικών κρίσεων απέβη ως εκ της σημαντικότητός του, θέμα επισταμένης επιστημονικής ερεύνης. Ο άγγλος φιλόσοφος και οικονομολόγος Ουΐλιαμ Τζέβονς είχεν κατά τα μέσα του παρελθόντος αιώνος διατυπώσει την γνώμην ότι αι κρίσεις αύται συνδέονται με την περιοδικήν εμφάνισιν των ηλιακών κηλίδων. Το αστρονομικόν τούτο φαινόμενον επιδρά είπεν ο Τζέβονς επί της παραγωγικότητος των γηΐνων εδαφών, επιφέρει ανωμαλίαν εις την παραγωγήν των αγαθών ήτις είναι η αιτία των οικονομικών κρίσεων, των εμφανιζομένων περιοδικώς κατά διαστήματα μεταξύ 7 έως 11 ετών. Σήμερον η θεωρία του Τζέβονς έχει εγκαταλειφθή. Έχει όμως δημιουργηθή ιδιαίτερος κλάδος της οικονομικής επιστήμης, όστις έχει ως αποστολήν του να μελετά την εν γένει πορείαν της οικονομικής ζωής και να εξευρίσκη μέσα αντιμετωπίσεως των κατά καιρούς ανακυπτουσών διαταραχών. Οι οικονομολόγοι την ονομάζουν μάθησιν μελετώσαν την οικονομικήν συγκυρίαν, λαμβάνοντες τον όρον συγκυρίαν από την αστρονομίαν. Η προχώρησις του οικονομικού βίου αρνείται να υποταχθή εις εκ των προτέρων καθωρισμένην νομοτέλειαν. Παρουσιάζει απροβλέπτους εξελίξεις, αίτινες φυσικόν είναι να εμπνέουν ανησυχίας και να δημιουργούν ψυχολογίαν κρίσεως. Καταβάλλεται η προσπάθεια διά της λεγομένης σχεδιακής ορθολογιστικής οικονομίας να εξουδετερωθούν οι αστάθμητοι παράγοντες. Τούτο όμως δεν είναι δυνατόν να επιτευχθή πάντοτε. Η εξέλιξις της οικονομίας ανατρέπει λόγω των ανορθολογιστικών παραγόντων οίτινες της επηρεάζουν την ορθολογιστικήν πρόβλεψιν. Κατά την σύγχρονον εποχήν, ο έντονος αγών πεος επικράτησιν, ο διεξαγόμενος από τας κοσμοθεωρητικάς αντιθέσεις και τας αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων, και η ραγδαία προχώρησις της τεχνικής συντελούν ώστε ο παράγων της αβεβαιότητός να παρουσιάζεται εντονώτερος εις την οικονομικήν περιοχήν. Αι οικονομικάι κρίσεις επηρεάζουν κατ’ άμεσον τρόπον τας μεγάλας λαϊκάς μάζας, διότι πρόκειται περί συμμετοχής εις την απόλαυσιν αγαθών, άτινα είναι προσιτά εις μεγάλα πλήθη ανθρώπων. Εις την απόλαυσιν των πνευματικών αγαθών συμμετέχουν ολιγώτεροι άνθρωποι. Εις την απόλαυσιν των οικονομικών αγαθών συμμετέχουν πάντες οι άνθρωποι. Διά τούτο αι οικονομικάι κρίσεις είναι αμέσως αισθηταί, κατέστησαν εντόνως συνειδηταί και αποτελούν αντικείμενον ερεύνης από των αρχαιοτάτων χρόνων.

[1] Κωνσταντίνου Δ. Γεωργούλη, «Φιλοσοφία του Πολιτισμού», σ. 83-84, Αθήναι 1979.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Φιλοσοφία

Η Τρέλα, ο άνθρωπος και η γυναίκα[1]

Σύμφωνα με τον ορισμό των Στωικών, σοφία πα να πει ν’ αφήνεις να σε κυβερνάει το λογικό· κι αντίθετα, τρέλα, να παραδέρνεις μέσα στα πάθη. Ο Δίας, για να μην είναι η ζωή των ανθρώπων θλιβερή και ανούσια, τους έδωσε πολλά πάθη και λίγο λογικό. Ποσο πιο πολλά ; Όσο μια οκά πλάι σε μισό κιλό. Κι από πάνω, αυτό το λογικό, το ξάκρισε σε μια στενή γωνιά της κεφαλής, ενώ παράτησε στα πάθη όλο το ρέστο του κορμιού. Έπειτα, στο λογικό μονάχο έβαλε αντίκρυ δυο έξαλλους τυράννους : το Θυμό, που βαστά το κάστρο του στήθους με την πηγή της ίδιας της ζωής, δηλαδή την καρδιά· και τον Πόθο, που το κράτος του απλώνεται ως και κάτω απ’ τα’ αποκοίλι. Τώρα, τι μπορεί να κάνει το λογικό αντικρύ σ’ αυτές τις δυο αδελφωμένες εξουσίες, το βλέπουμε αρκετά στο καθημερινό φέρσιμο των ανθρώπων. Μπορεί να κράζει μόνο τις προσταγές του χρέους ώσπου να βραχνιάσει. Μα είναι σαν ανήμπορος βασιλιάς : του λένε «άμε να κρεμαστείς», οι βρισιές τους σκεπάζουν τη φωνή του, ώσπου κι αυτός, μπαϊλντισμένος, παραδίνεται.

Όσο για τον άνθρωπο το γεννημένο να κυβερνά το σπίτι του, χρειαζόταν να του στάξουν και κανένα δράμι λογικό. Ο Δίας πήρε τη γνώμη μου[2] πάνω σ’ αυτό – την παίρνει για όλα. Ευθύς του έδωσα μια συμβουλή στ’ ανάστημά μου : να τον ζέψουν με μια γυναίκα, ζώο κουτό και παλαβό, μα τόσο αστείο και χαριτωμένο ! Η τρέλα της θα μοσκοβολάει τη σπιτική ζωή και θα γλυκαίνει την αυστηρότη των αντρίκιων φυσικών.

Όταν ο Πλάτων δείχνει πως διστάζει πού να ταξινομήσει τη γυναίκα, στα λογικά πλάσματα ή στα ζώα, δε ζητά, βέβαια, παρά να τονίσει τη φημισμένη τρέλα αυτού του φύλου. Αν μιας γυναίκας, λόγου χάρη, της κατεβεί να περάσει για μυαλωμένη, θα γίνει δυο φορές τρελή. Αλείφουνε το βόδι για την παλαίστρα ; Και θ’ άφηνε η Αθηνά ; Μην πας κόντρα στη φύση : κάνεις διπλό το κουσούρι σου όταν το φτιασιδώνεις σε αρετή, κι όταν φορτσάρεις το ταλέντο σου. Ακόμα και ντυμένη στην πορφύρα, λέει μια ελληνική παροιμία, η μαϊμού μένει μαϊμού.

[1] Εράσμου, «Μωρίας Εγκώμιον», σ. 51 – 53, σε μετάφραση του Στρατή Στίρκα, εκδόσεις Ηριδανός 1970.
[2] Εγώ είμαι βλέπετε, η αληθινή δωρήτρια της ευτυχίας, που οι Λατίνοι ονομάζουν Stultitia, κι οι Έλληνες Μωρία.

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

η Λογοτεχνία ... διδάσκει

Τ’ αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από τον «Ζητιάνο»[1] του Α. Καρκαβίτα. Αυτό που εντυπωσιάζει και που ταυτόχρονα τα καθιστά επίκαιρα είναι η παρουσιάση του διαχρονικού και παράλληλα αυθεντικού τρόπου με τον οποίο λειτουργούν, μπροστά στα προβλήματα, οι Έλληνες κι οι ηγεσίες τους. Οι υπότιτλοι έχουν προστεθεί απ’ την ΝομοΣοφία.

Δύο τρόποι ν’ αστισταθείς στο ΔουΝουΤού

τρόπος πρώτος
ΟΧΙ

Άλλοτε, από τον καιρό των προπάππων τους, το Νυχτερέμι, όπως και τα’ άλλα περίγυρα χωριά, επατήθηκεν από τον Αλή πασά. Ήταν τότε παντοδύναμος ο Αλής στα Γιάννινα και ο Βελής, ο γιος του, ήταν πασάς στον Τύρναβο. Κάποιος του επάινεψε τον κάμπον αυτόν και, κατά τη συνήθειά του, ορέχτηκε να τον αποχτήση, επαράγγειλε στον Βελή να προκαλέση τους προεστούς των χωριών και, με περιποιήσεις και φοβερίσματα, να τους αναγκάση να του κάμουν παραχωρητήριο. Όσα χωριά είχαν καλούς προεστούς αντιστάθηκαν τότε.

Ο Γεροβαρσάμης, της Ράψανης ο πρώτος, τρία χρόνια έκαμε φυλακισμένος στα Γιάννινα και τα μύρια υπόφερεν από τον Αλή, αλλά δεν υπόγραψε να παραδώση το χωριό. Στην Κρανιά, όταν επήγε με οπλοφόρους να την πατήση ο Βελής, οι κάτοικοι εσυνάχθηκαν στην εκκλησία του αγίου Ταξιάρχη με κλάϊματα και στηθοκοπήματα, παρακαλώντας να βάλη το χέρι του στον άδικο δρόμο του πασά. Και το έβαλε δίχως χρονοτριβή. … Και το Κονομιό, το πλούσιο μοναστήρι των Κομνηνών, που κρέμετ’ επάνω από το Τσάγεζι, στην πλαγιά του Κισσάβου, επόθησεν ο Βελής κ’ έστειλε χτίστες να του κάμουν Κονάκι. Αλλ’ ο Χατζής Καμπέκος, ο προεστός, επήγε κ’ έδιωξε τους χτίστες κ’ έπειτα επαρουσιάσθηκε στον πασά και έτσι του μίλησε παλληκαρίσια : «Πασ’α μου, το κορμί τ’ ορίζω και σου το παραδίνω· κάμε το ό,τι θέλεις· μα το μοναστήρι που μου ζητάς δεν είναι δικό μου και δεν σου το δίνω !». Αληθινά ο Καμπέκος εσφυροκοπήθηκε από αρμό σε αρμό κ’ εξεψύχησε στο κούτσουρο. Αλλά το μοναστήρι με τα κρύα νερά και τα δάση και τα πλούσια μετόχια δεν επατήθηκε.

τρόπος δεύτερος
η αντίσταση του ΝΑΙ σε όλα … αλλά με όρους

Τέτοιους όμως προεστούς δεν είχαν όλα τα χωριά. Του Νυχτερεμιού οι γερόντοι, μόλις τους εμίλησεν ο πασάς, αμέσως υπόγραψαν το παραχωρητήριο. Έτσι έκαμαν και στον Πυργετό και στην Αίγανη και στο Λασποχώρι. Είναι αλήθεια πως το έδωκαν με κάποιους όρους. Ό,τι σπείρουν οι χωριάτες, στάρι, κριθάρι, αραποσίτι, βρίζα, να δίνουν το τρίτο στον αφέντη. Τα σπίτια τους τα χτίζουν οι ίδιοι και κανείς να μην ημπορή να τους διώξη. Τ’ αμπέλια και τα ζωντανά τους – λιανά και χοντρά – δικά τους να είναι και κανείς να μην ημπορή να τα πάρη. Με αυτούς τους όρους τα έλαβε και ο Χουρσίτ πασάς αργότερα, όταν ενίκησε τον Αλή. Τώρα όμως με την Προσάρτηση ο μπέης θέλει να τα κάμη τέλεια τσιφλίκια, όπως και τ’ άλλα της Θεσσαλίας χωριά.

αγώνες και δικαίωση …

Φυσικά οι χωριάτες αντιστάθηκαν· πολλές φορές έδιωξαν τους επιστάτες από τα Κονάκια, αρνήθηκαν τα δοσίματα κ’ έτρεξαν στα δικαστήρια να δικαιωθούν.

Αλλά οι δίκες, έγραφε τώρα ο δικηγόρος, δεν είναι κρασί, να το τελειώση σε μια ημέρα· ούτε πουλόσκωτο, να το φάγη με μια χαψιά. Έπρεπε να έχουν υπομονή και να μη νομίζουν πως βρίσκονται ακόμη στην Τουρκιά. Τότε ο κατής, με το κομπολόγι στο χέρι και το κιτάπι στα γόνατα, ανεβοκατεβάζοντας το κορμί και ρουφώντας το ναργιλέ του, ετελείωνε σε μιαν ώρα είκοσι κρισολογίες. Τώρα το λέγουν Ελλάδα· έχουμε Σύνταγμα ! Είναι δικαστήρια και δικογραφίες και δικηγόροι, που κόβουν και ράβουν ώστε να πήξη το σάλιο στη γλώσσα τους για το συμφέρον των πελατών τους. Είναι δικαστές και εισαγγελείς και πρόεδροι που ακούν και γραμματικοί που στρώνουν στο χαρτί αμέσως ό,τι ξεστομίσης, σοβαρό είτε αστείο. Αλήθεια πώς τις περισσότερες φορές γράφουν άλλ’ αντ’ άλλων, εκείνο που συμφέρει στον καλοπλερωτή· αλλ’ ό,τι γραφή εκεί μια φορά, δεν ξεγράφεται. Κ’ είναι ακόμη ένορκοι δέκα – δώδεκα, είκοσι πολλές φορές, που κάθονται σοβαροί επάνω στα ψηλά σκαμνιά τους, όλο αυτιά και μάτια, κ’ έπειτα πηγαίνουν μέσα και μυστικά συσκέπτονται και βγάζουν τη σοφή απόφασή τους. Για να γίνουν όλ’ αυτά, χρειάζεται βέβαια καιρός πολύς κ’ έξοδα πολλά· στο τέλος όμως βγάνει μια απόφασις καθώς πρέπει. Είναι αλήθεια πως η Κυβέρνησις υποστηρίζει τον μπέη και το δικαστήριο φαίνεται τον ίδιο δρόμο να τραβά. Έχουν βλέπεις, τον πρόξενο, που πατάει ποδάρι. Έπειτα γνωστή είναι η τουρκοφιλία που πασχουν όλες στη Λάρισα οι αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές, λες και με δέκα – δεκαπέντε μπέηδες θα σωθή το Ρωμέικο ! Αυτός όμως δεν θα τους αφήση και ας κάνουν ό,τι θέλουν· έχει τα μάτια του τέσσαρα· βρίσκεται κάθε ημέρα σε γραμματαλλαγή με τον πρωθυπουργό. …

Και με το τέλος αυτό ο δικηγόρος εσυμβούλευε τους χωριάτες να μην λησμονούν. Να του στείλουν κανένα ζωντανό – λαινό είτε χοντρό και δαμάλι ακόμη δεν επείραζε. Να του στείλουν κάμποσα ζευγάρια κότες, έν’ ασκί κρασί καλό χωρίς χαβούζα. … Και ήθελε καλό κρασσί, γιατί θα το έστελνε δώρον σε τρανό πρόσωπο της Αθήνας για τη δουλειά τους.

[1] Α. Καρκαβίτσα, «ο Ζητιάνος», σ. 10-13, εκδόσεις Τέχνη – Δ. Δαρεμάς.