Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Πατρίδα

τα θεμέλια της πατρίδας[1]

Η φτώχεια και η απελπισία των οικογενειών των εκτελουμένων ήταν σπραχτική. Ώσπου να αναγνώριζε, όταν θα απελευθερωνόταν, η Πατρίδα το χρέος της απέναντι σε όσους θυσιάστηκαν και να συνδράμη τις οικογένειές τους, θα έπρεπε να συντρέξη τους απορφανισμένους κάποιο χέρι ελληνικό. Άλλο δεν υπήρχε από την Εκκλησία.

Ήδη από το 1942 η Αρχιεπισκοπή είχε αρχίσει να ενισχύη τις οικογένειες των εκτελεσθέντων. Την άνοιξη του 1943 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ίδρυσε την Υπηρεσία προστασίας απορφανισθεισών οικογενειών. Ο γενικός αυτός τίτλος έκρυβε τη μέριμνα για τις οικογένειες όλων όσοι χάθηκαν απ’ το χέρι των κατακτητών[2]. Το ταμείο του Γραφείου αυτού το τροφοδοτούσε ο Αρχιεπίσκοπος από εράνους. Οι γυναίκες, οι εθελοντές κυρίες των Αθηνών, έδειξαν και σ’ αυτή την περιοχή την πιο ωραία πλευρά της ελληνικής ψυχής.

«Η ελευθερία ήταν περισσότερο απ’ τον εαυτό μας, περισσότερο απ’ τα παιδιά μας», μου είπε μια τους.

Ζούσαν καθημερινά επαφή, σώμα με σώμα, με την πιο σπαραχτική πλευρά του ελληνικού δράματος. Έπρεπε ν’ αντικρίσουν πρώτες, με την αναγγελία των εκτελέσεων, τις γυναίκες και τα παιδιά και τις μητέρες των εκτελουμένων, έπρεπε να τις πουν τον πρώτο λόγο, να δώσουν την πρώτη βοήθεια. «Καταλαβαίναμε ότι πρόκειται να γίνη εκτέλεσις, αφηγείται η προϊσταμένη της Υπηρεσίας Ιωάννα Τσάτσου, γιατί ζητούσαν – αυτό στα πρώτα χρόνια της Κατοχής – από την Αρχιεπισκοπή έναν ή δύο ιερείς, ανάλογα με τον αριθμό των μελλοθανάτων. Την επαύριο, στις πρώτες εργάσιμες ώρες βρίσκαμε συνήθως τους ιερείς αυτούς αποκαμωμένους από τον εφιάλτη της νύχτας. Έπειτα έφθαναν οι μάνες, οι γυναίκες, οι αδελφές, όλοι όσοι είχαν κρατουμένους και είχαν τρόμο και υποψίες στην ψυχή. Ένα αίσθημα σκλαβιάς πνιγηρής και ανεπανόρθωτης πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Ήμασταν όλοι σκλάβοι και όλοι μελλοθάνατοι.»

Σ’ αυτό το Γραφείο της Αρχιεπισκοπής – το «Δεύτερο Γραφείο» όπως το λέγανε, επειδή ήταν ένα δωματιάκι, το δεύτερο κατά σειράν μετά το Γραφείο του ιδιαιτέρου Γραμματέως του Αρχιεπισκόπου – μαζεύονταν μετά την εκτέλεση τα λασπωμένα ρούχα, οι πίπες, τα μικροπράματα των Ελλήνων που τους είχαν σκοτώσει. Σαν έρχονταν οι μητέρες τους και οι γυναίκες τους, μη ξέροντας πολλές φορές αν μέσα στους σκοτωμένους της ημέρας ήταν και τα παιδιά τους, σκύβανε αλλόφρονες πάνω σ’ αυτά τα ανακατωμένα, τα άψυχα μικροπράματα, γυρεύοντας να τα αναγνωρίσουν, να βρούνε τα σημάδια : αν το πένθος τους θα άρχιζε, αν όχι ακόμα. Γέμιζε ολοφυρμό ο τόπος, και οι Ελληνίδες του «Δεύτερου Γραφείου» έπρεπε να σφίγγουν κάθε μέρα την καρδιά τους για να παρηγορούνε τις αδελφές τους του πένθους.

Την πρωτομαγιά του 1944 – αφηγείται το «Χρονικό» του Γραφείου – ετουφέκισαν διακόσιους. Στις 9 το πρωί μας τηλεφώνησαν απ’ το Αστυνομικό Τμήμα της Καισαριανής ότι έχουν εκεί τα ρούχα των και να στείλωμε να τα πάρωμε. Εστείλαμε αμέσως ένα φορτηγό και τα μεταφέραμε σε μια πρόχειρη αποθήκη, στην οδόν Απόλλωνος. Τα παραλάβαμε στις 2 το μεσημέρι, και όλο το απόγευμα της ίδιας ημέρας και όλη την επομένη προσπαθήσαμε να ανακαλύψωμε από ταυτότητες και σημειώματα λίγα ονόματα. Είναι αφάνταστο πόσο ζωντάνεψαν γύρω μας όλοι εκείνοι οι πεθαμένοι. Και οι διακόσιοι ήταν εκεί με τα παλιωμένα παπούτσια των, τα τριμμένα μανίκια των, με την αγωνία τους στα πρόχειρα σημειώματα. Διαδόθηκε αστραπιαία η όλη υπόθεσις. Ο κόσμος άρχισε να εισβάλλη στην αποθηκούλα της οδού Απόλλωνος. Εβδομήντα ονόματα μάς είχαν γίνει γνωστά από τα διάφορα χαρτιά και ταυτότητες που είχαμε βρη μέσα στις τσέπες των νεκρών. Οι συγγενείς των αγνώστων έπρεπε ν’ αναγνωρίσουν μόνοι των κάποιο ρούχο, και οι γυναίκες των χαμένων ανθρώπων αναστάτωναν ό,τι εύρισκαν εκεί μέσα με αλλοφροσύνη. Ξεφώνιζαν, μοιρολογούσαν, έκλαιγαν σιωπηλά. Μια μητέρα απ’ την Πεντάλη βρήκε το σακάκι του γιου της. Το αγκάλιασε, και το κρατούσε σφιχτά, πνιγμένη στα δάκρυά της. Έπειτα, σαν μπόρεσε να κοιτάξη γύρω της, πήρε το μάτι της κάποιο ρούχο του πιο μικρού κρατουμένου παιδιού της. Την μεταφέραμε αναίσθητη. Άλλη μητέρα πίστεψε το παιδί της νεκρό γιατί βρήκε τα πράγματά του. Κι όμως αργότερα μάθαμε πως ο γιος της δεν ήταν μέσα στους διακόσιους. Είχε δανείσει ρούχα σε φίλο του, που εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά.

Ένα κορίτσι έφτασε μια μέρα στην Αρχιεπισκοπή και ολοφυρόταν γιατί της είχαν σκοτώσει τον αδελφό της οι Γερμανοί. Όταν την πήγαν στο Δεσπότη έπεσε στα γόνατα, έκλαιγε με λυγμούς και δερνόταν σπαραχτικά. Όμως, σαν της μίλησε ο Δεσπότης για την Ελλάδα, σηκώθηκε άλλος άνθρωπος.

«Τελείωσε, γέροντα, του είπε. Δεν κλαίγω πια. Καταλαβαίνω. Τώρα μπαίνουνε τα θεμέλια της Πατρίδας.»

[1] Ηλία Βενέζη, «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός», σ. 249-251, Εστία, Αθήνα 1981.
[2] εκτελεσθέντες, κρατούμενοι που πνίγηκαν σε ναυάγια ενώ μεταφέρονταν στην Ιταλία, κρατούμενοι που πέθαναν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

She will present her heart to you

http://www.sanctuaryclassicwheels.eclipse.co.uk/teeth.html Don't disappoint
your wife this night

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

το φραγκοφορεμένο κράτος

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν προέρχονται από αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο[1]. Αν και το συγκεκριμένο άρθρο[2] υπό τον γενικό τίτλο «η ευρωπαϊκή σκέψη του Παναγιώτη Κανελλόπουλου» στοχεύει στην κριτική παρουσίαση του συγγραφικού έργου του Έλληνα λόγιου και πολιτικού οι διαχρονικές αλήθειες που προβάλλονται το καθιστούν επίκαιρο, ιδιαίτερα στην σημερινή δυσχερή συγκυρία.
Ι.Λ.

«Στο σχολείο δεν θυμάμαι να μας μίλησαν ποτέ για τους Έλληνες ποιητές του ΙΘ΄ αιώνα … Γινόταν μια συστηματική αποσιώπηση του έργου και της προσφοράς των λογοτεχνών μας»
Παν. Κανελλόπουλος

Το ελληνικό φραγκοφορεμένο κρατίδιο του 1832 είχε ξεχάσει την οργανική σχέση που συνέδεε τον ελληνισμό με την Ρωμανία. Το δράμα αυτό της αλωμένης ελληνικής ψυχής συνεχίσθηκε – παρά τις κραυγές απελπισίας και αντιστάσεως που είχαν προβάλει ο Περικλής Γιαννόπουλος, ο Ίων Δραγούμης και ο Αθανάσιος Σουλιώτης Νικολαΐδης – σε όλην την διάρκεια του ΙΘ΄ και του Κ΄ αιώνος.

… Η Ψυχαρική επιβολή της δημοτικής από τους λογίους Έλληνες δημοτικιστές, με το επιχείρημα ότι πρέπει ν’ ακολουθούμε την «ζωντανή γλώσσα του λαού», είναι εισαγώμενο δυτικό επιχείρημα που εχρησιμοποιήθη φερ’ ειπείν για την επιβολή στην ελβετική λογοτεχνία της ελβετικής γερμανικής διαλέκτου – της λεγόμενης σβύτσερ ντυτς – ή στον Καναδά για την επιβολή στα μυθιστορήματα της γαλλικής διαλέκτου του Κεμπέκ, της λεγόμενης ζουάλ. Με το λαϊκιστικό επιχείρημα πως πρέπει να «χρησιμοποιούμε την γλώσσα της γιαγιάς», οι Γερμανοελβετοί και οι Γαλλοκαναδοί εκινδύνευσαν να απομονωθούν από τον μεγάλο κορμό του γερμανικού και γαλλικού πολιτισμού έως που εκατάλαβαν το λάθος τους. Ομοίως το δυτικοφερμένο κίνημα του δημοτικισμού είχε ως αποτέλεσμα να αποξενώσει τους Έλληνες του σημερινού ελλαδικού κρατιδίου των δέκα εκατομμυρίων, από την παγκοσμιότητα της ελληνικής γλώσσης και επέτρεψε στους Δυτικούς να ισχυρισθούν πως τα αρχαία ελληνικά ήσαν – όπως και τα λατινικά – μια νεκρή γλώσσα και πως τα νέα ελληνικά ήσαν μια διάλεκτος ουδόλως πιο σημαντική από τα δανικά ή τα ολλανδικά. …

… Ο Ντυροζέλ, παρουσιάζει τους Δυτικούς Λατίνους Άγιο Αυγουστίνο, Άγιο Ιερώνυμο, πάπα Γρηγόριο Α΄ και τον Καρλομάγνο, το Άσμα του Ρονάλδου, τον Αβελάρδο, τον Βερνάρδο του Κλαιρβώ, το Άσδμα των Νιμπελούνγκεν, τους καθολικούς αγίους όπως τον Φραγκίσκο της Ασσίζης, τον Δάντη, τους Πετράρχη και Βοκκάκιο, τον Μάιστερ Εκχαρτ, τον αγγλικό προτεσταντισμό, την ιταλική ζωγραφική και γλυπτική, τους Τζιόττο, Λεονάρντο ντα Βίντσι και Μιχαήλ Άγγελο, τον Σαβοναρόλα, τους Μεδίκους της Ιταλικής Αναγεννήσεως, το μακιαβέλλι, τον προτεσταντισμό των Λουθήρου και Καλβίνου, τον Ουμανισμό, τον Ντύρερ και την γερμανική τέχνη, την Πορτογαλία και την Ισπανία, την φλαμανδική και ολλανδική τέχνη, την Αγγλία του Σαίξπηρ, την γαλλική λογοτεχνία και φιλοσοφία, τον Πασκάλ, τους Ιησουΐτες και τουςε Γιανσενίστες, την αγγλική φιλοσοφία, την ιταλική λογοτεχνία, το γερμανικό πνεύμα, την δυτική μουσική, την αμερικανική λογοτεχνία, την Ρωσία του ΙΘ΄ αιώνος, τους Σουηδούς, τους Δανούς, τους Νορβηγούς, τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό.

… ενώ δεν ξεχνά ούτε τους Νορβηγούς, ενώ προσθέτει στην Ευρώπη ακόμη και τους Αμερικανούς, δεν λέει λέξη όχι μόνον για τους Έλληνες και Βαλκανίους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας … δεν αφιερώνει ούτε μια γραμμή στην ελληνική σκέψη του κράτους των Αθηνών στο ΙΘ΄ και στον Κ΄ αιώνα, σε μια σύνθεση που όμως περιλαμβάνει, για τον Κ΄ αιώνα, τον Αραγκόν και τους «Αμερικανούς και Άγγλους ποιητές στις μέρες μας».

«Ο Αυγουστίνος ήταν ένας πρόδρομος. Ύστερα από τον θάνατό του [το 430 μΧ] ήρθαν αιώνες δύσκολοι, σκοτεινοί, γεμάτοι από βαριάν ατμόσφαιρα της προσδοκίας και της προπαρασκευής … Αιώνες ολόκληρους δεν ξεχωρίζει καμιά ατομική πνευματική δημιουργία … στο Βυζάντιο δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί ο νεώτερος ευρωπαϊκός άνθρωπος … Το Βυζάντιο έμεινε ποιητικά άφωνο … Εκτός από τον φιλόσοφο Γεμιστό (Πλήθωνα) που πέρασε μόνο για λίγο από την Φλωρεντία και που άλλωστε δεν πρόφτασε ν’ αναγεννήσει ουσιαστικά το ελληνικό πνεύμα … Κανένας άλλος, απ’ όσους καταφύγανε στη Δύση ή απ’ όσους έδρασαν στο Βυζάντιο κι ακούστηκαν στη Δύση, δεν ήταν προικισμένος με ζωντανό δημιουργικό πνεύμα».

… καταδικάζει την Ορθοδοξία στο πρόσωπο του Ιωάννου του Χρυσόστομου και υποστηρίζει πως οι νεώτεροι Έλληνες δεν είναι οι συνεχιστές των προγόνων τους. Συνεχιστές των Αρχαίων Ελλήνων είναι οι δυτικοευρωπαίοι καθολικοί και προτεστάντες. Έτσι βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα της δυτικής Παρατάξεως, από την εποχή ήδη του Κοραή, ότι για να ξαναβρούν σήμερα οι Έλληνες την ελληνικότητά τους πρέπει προηγουμένως να γίνουν Γάλλοι, Άγγλοι ή Γερμανοί, οι οποίοι και είναι οι επίγονοι των Αρχαίων Ελλήνων …

[1] Χριστούγεννα 1996
[2] του Δημήτρη Ν. Κιτσίκη

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

πολιτική

«Ο ξενοφερμένος βασιλιάς με οργανωτές χοντρούς Βαυαρέζους αντέγραψαν νόμους φράγκικους και συντάγματα ισοπεδωτικά. Τους νέους τους έστελνάν στην Ευρώπη για να σπουδάσουν ευρωπαϊκά και άμα ξαναγύριζαν με ένα δίπλωμα στο χέρι, τους είχαν για θεούς. Οι μικροί αυτοί διπλωματούχοι θεοί καταφουσκωμένοι από ξένη μάθηση κακοχωνεμένη πολεμούσαν να κλονίσουν ακόμα περισσότερο την πεποίθηση των Ρωμιών στον εαυτό τους … Και ό,τι έφτασε ίσια από την Ευρώπη εφάνταζε και λαμποκοπούσε. Ό,τι ήταν εντόπιο περιφρονημένο … Η ξενομανία του κράτους έφτασε σε τέτοιο σημείο που έστειλε και κορίτσια στην Ευρώπη να μάθουν … νοικοκυρική !»

Ιών Δραγούμης

το κράτος[1]

Το μικρό κράτος το νεοελληνικό, που επλάστηκε από ένα ξέσπασμα πανελλήνιας ορμής όταν απλώθηκε κάπως στους ανθρώπους του έθνους η συνείδηση η εθνική με τη μορφή της μεγάλης ιδέας – δηλαδή με τη νοσταλγική θύμηση του βυζαντινού κράτους – το νεόπλαστο αυτό κράτος το ελληνικό έμεινε, μ’ όλες τις προσθήκες που του κόλλησαν, ένα μικρό ελληνικό κράτος, ένας ταπεινός πολιτειακός οργανισμός, ένας νέος μα μικροκαμωμένος πυρήνας εθνικοπολιτικής ζωής που όσον πήγαινε έδενε και έπηζε πιότερο και κρυστάλλωνε. Και όλες οι συνέπειες του σχηματισμού ενός τέτοιου μικρού οργανισμού ήτανε φυσικό να παρακολουθήσουν την Ελλάδα[2]. Τα κράτη καταντούν κάποτε να μη διακρίνουν παρά τον εαυτό τους.

Σκοπός εκείνων που έφτειασαν το νέο κράτος ήταν να γίνει εργαστήρι πανελληνικό που να εξακολουθήσει τον αγώνα του έθνους ως που το βυζαντινό κράτος να ξεφορτωθεί τον Τούρκο από πάνω του, να ξαναπιάσει ο Ρωμιός τη διοίκηση του κράτους του που είχε πρωτεύουσα την Πόλη και να ξανακαθίσει Έλληνας βασιλιάς στο θρόνο των Παλαιολόγων. Τη συνέχεια του παλιού δικού του κράτους φαντάζονταν και αποζητούσε το έθνος, συνεπαρμένο από την εθνική συνείδηση.

Μα οι περίστασες, η σχετική αδυναμία των αρχηγών και οι μεγάλοι της γης έτσι το θέλησαν και αντί να γίνει, σύμφωνα με τη θέληση του έθνους που ένα καλούπι κράτους αναθυμούνταν μονάχα, το κράτος της μεγάλης ιδέας, έγινε ένα μικρό ελληνικό κράτος στο μέρος που είχε ανθίσει η αρχαία Ελλάδα. Το ελληνικό όνειρο ίσως να περιορίστηκε προπάντων από την ευρωπαϊκή αντίληψη την ξεπαρμένη τότε από μια νεογέννητη φωτοβολή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Μόνο οι Ρώσοι, με το να μην έχουν κλασική μόρφωση, ένοιωθαν σωστά ποιο ήταν αλήθεια το ελληνικό όραμα, και αυτοί δεν είχαν λόγους να το σπρώξουν να γίνει πράμα, απεναντίας το έτρεμαν. Και οι Τούρκοι όμως, που δεν τους εσκότιζαν το μυαλό οι πιο αρχαίες ιστορίες, και αυτοί ήξεραν καλά το τί εγύρευε το ξυπνημένο πια έθνος των Ρωμαίων, γιατί το θυμούνταν και οι ίδιοι – δεν είχαν περάσει και πολλά χρόνια – πως απ’ αυτό το έθνος, το βασιλικό, επήραν την Πόλη[3], και αυτό το ίδιο θα θελήσει μια μέρα πάλι αν τους την ξαναπάρει.

[1] Ίωνος Δραγούμη, «Ελληνικός πολιτισμός», σ. 51-52, Φιλόμυθος, Αθήνα 1993.
[2] Ο Δραγούμης αντιτίθεται στον ευρωπαϊκό μαϊμουδισμό των Νεοελλήνων, που αντιγράφουν τα ευρωπαϊκά κακέκτυπα ζωής και συμπεριφοράς και προσηλώνονται τυφλά στους μηχανισμούς κοινωνικής παθολογίας που αναπαράγει η ευρωπαϊκή αντιφατικότητα κατά του Ελληνισμού, διακατέχονται και από συμπλέγματα εθνικής κατωτερότητας και ανοίγουν διάπλατα τις πύλες στην ξένη πολιτιστική εισβολή.
[3] Η τουρκοκρατία υπήρξε η βαθύτατη δοκιμασία του Γένους. Τουλάχιστον τα πρώτα 150 χρόνια είχε σταματήσει το σύμπαν. Ο ραγιάς είναι αντικείμενο και όχι υποκείμενο. Δεν είναι επομένως διόλου υπερβολική η αλληγορική ρήση του «όπου πατήσει Τούρκου ποδάρι, όχι λουλούδι να ούτε χορτάρι δεν φυτρώνει». Έχει δίκαιο ο George Horton να επισημάνει ότι «ο μοναδικός πολιτισμός που υπήρξε στην Τουρκία από την αποφράδα μέρα του 1453 ήταν αυτός που πρόσφεραν τα απομεινάρια της γηραιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας». Η φυγή των λογίων στη Δύση και η απαγόρευση πάσης εκπαιδευτικής κινήσεως στην πρώτη φάση του οσμανλικού κράτους ακινητοποιεί και αχρηστεύει, ευτυχώς προσωρινά, τις πνευματικές δυνάμεις του Γένους.

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Παραμύθι

Στη χώρα των Μοιρολατρών
ο βασιλιάς Αστόχαστος
τον τόπο διαφεντεύει.
Ως πότε θα τ’ ανέχεσαι αυτό ;

Ι.Λ.

Του βασιλιά Αστόχαστου, η κυβέρνηση[1]

Όταν κατάλαβε ο γερο-Συνετός πως μετρήθηκαν πια οι μέρες του, φώναξε τον γιο του, τον νεαρό Αστόχαστο, και του είπε:

- Φθάνουν, γιε μου, τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις. Ήλθε η ώρα να παντρευθείς και να πάρεις στα χέρια σου την κυβέρνηση του Κράτους. Εγώ έφαγα το ψωμί μου. Εσύ κοίταξε να κυβερνήσεις σαν καλός βασιλιάς.

Κι έστειλε τον αρχικαγκελάριό του στο γειτονικό βασίλειο, να ζητήσει την όμορφη Βασιλοπούλα Παλάβω, για τον Αστόχαστο, τον γιο του Συνετού Α΄, Βασιλιά των Μοιρολατρών.

Έγινε ο γάμος με χαρές και ξεφαντώματα, και λίγες μέρες αργότερα, αφού ευλόγησε τα παιδιά του, ο γερο-Συνετός τούς άφησε χρόνια, και ο Αστόχαστος στέφθηκε Βασιλιάς.

Όλα φαίνουνταν ρόδινα και ζηλευτά για το νέο ζευγάρι. Τα φλουριά ξεχειλούσαν από τα σεντούκια του γερο-Συνετού· κάστρα γερά και γεμάτα στρατιώτες τειχογύριζαν το βασίλειο· το λαμπρό παλάτι, χτισμένο ψηλά σ’ ένα κατάφυτο βουνό, δέσποζε τη χώρα όπου ζούσαν με άνεση οι πολίτες· δρόμοι φαρδείς και καλοστρωμένοι ένωναν το βασίλειο των Μοιρολατρών με όλα τα γειτονικά βασίλεια.

Παντού χαρά και καλοπέραση.

Και όπου γύριζε το μάτι του ο νέος βασιλιάς, από πάνω από τον ψηλό πύργο του παλατιού του, έβλεπε απέραντα χωράφια σπαρμένα, ρεματιές και λαγκάδια κατάφυτα, χώρες και χωριά με παστρικά όμορφα σπιτάκια, βουνά δασωμένα και λιβάδια καταπράσινα. Αμέτρητες αγελάδες έβοσκαν συντροφικά με κοπάδια αρνιά και κατσίκες. Και σαν μερμήγκια δούλευαν οι χωρικοί τη γη, άρμεγαν τις αγελάδες, κούρευαν τα πρόβατα και μετέφεραν γεννήματα και καρπούς στη χώρα, όπου τα πουλούσαν.

Πέρασαν χρόνια πολλά.

Ο καιρός, που άσπρισε και μάδησε τα μαλλιά του Αστόχαστου και μάρανε την ομορφιά της Παλάβως, άλλαξε και την όψη ολόκληρου του βασίλειου των Μοιρολατρών.

Παντού ερημιά. Πεδιάδες απέραντες, γυμνές, ακαλλιέργητες, απλώνονταν ως τα σύνορα του βασιλείου, και μονάχα μερικές ερειπωμένες πέτρες μαρτυρούσαν ακόμα τα μέρη όπου άλλοτε έστεκαν, υπερήφανα και απειλητικά, τα φοβερά κάστρα του Συνετού Α΄.

Που και που, κανένα γκρεμισμένο παλιόσπιτο ξεχώριζε στην μονοτονία της έρημης πεδιάδας. Τ’ αγριόχορτα και οι πέτρες σκέπαζαν τους λόφους, οι δρόμοι, παρατημένοι, χάνουνταν κάτω από τα’ αγκάθια που ελεύθερα άπλωναν τα πυκνά τους κλωνάρια.

Και σφυρίζοντας ανάμεσα στις πέτρες και τους βράχους, ο άνεμος μοιρολογούσε το ρήμαγμα του τόπου.


[1] Π.Σ. Δέλτα, «Παραμύθι χωρίς όνομα», σελ. 11-13, Εστία, 25η έκδ., Ιούλιος 2010.