Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Οθωμανικός πολιτισμός ...

Αληθινές ιστορίες από την ΕλληνοΤουρκική συμβίωση[1]

Μια από τις πρώτες και σημαντικώτερες προσωπικές μαρτυριές για τις σφαγές της Πόλης, που είδε το φως στην Ευρώπη, ήταν το χρονικό του Γερμανού Ιωάννη Βίλχελμ Αύγουστου Στρέιτ. Νεαρός τεχνίτης ο Στρέιτ εργαζόταν στην Κωνσταντινούπολη και βρέθηκε μέσα στη δίνη των αγριοτήτων που ξέσπασαν μόλις έφθασε η είδηση για την εισβολή του Υψηλάντη στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Ο Στρέιτ, που κινδύνεψε πολλές φορές στους μήνες του κατατρεγμού των Ελλήνων, έγραψε ένα χρονικό που κυκλοφόρησε αρχές του 1822 στη Λειψία[2]. Είναι μια συγκλονιστική περιγραφή της τραγωδίας του Ελληνισμού της Πόλης.

Το βιβλίο του Στρέιτ αποτελεί ένα πολύτιμο ντοκουμέντο. Τις φρικαλέες σκηνές που ιστορεί με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και σχολαστική ακρίβεια δεν τις γνωρίζουμε από άλλη πηγή.

Την πρώτη κιόλας μέρα έγιναν διακόσιες συλλήψεις κορυφαίων Ελλήνων της Πόλης. Πολλοί απ’ αυτούς κακοποιήθηκαν άγρια από το πλήθος καθώς μεταφέρονταν στις φυλακές Κατροσάν. ...

... «Ο οθωμανικός όχλος, σε φοβερή έξαψη, ρίχτηκε στα σπίτια των Ελλήνων αρχόντων και άρχισε τη λεηλασία. Βασάνιζαν τους ενοίκους με θηριωδία, έκοβαν μύτες και αφτιά και τους γκρέμιζαν ύστερα από τα παράθυρα στο δρόμο».

... «Μέσα σε μια ώρα η απέραντη Κωνσταντινούπολη έγινε θέατρο αιματηρών και φρικαλέων σκηνών»[3]. Το πλήθος κατέλαβε τις φυλακές του κατροσάν και άρπαξε τους 186 Έλληνες. Οι Τούρκοι σκότωσαν πολλούς επιτόπου και άλλους «τους έδεσαν με σκοινιά και τους έσερναν στα καλνερίμια, ώσπου οι σάρκες αποκολλήθηκαν από τα οστά και οι δύστυχοι βρήκαν πικρό θάνατο».

Έδεναν τα πόδια και τα χέρια των Ελλήνων με σκοινιά και τα τραβούσαν από όλες τις μεριές διαμελίζοντάς τα. Έκοβαν τα κεφάλια τους, τα κάρφωναν στις αιχμές των σπαθιών και τα τριγύριζαν στους δρόμους θριαμβικά. ...

Άναψαν φωτιές σε όλους τους δρόμους και εκεί βασάνιζαν τους Έλληνες. «Πύρωναν στη φλόγα τα μεταλλικά τμήματα των όπλων και τα έμπηγαν στα ξεγυμνωμένα κορμιά. Τους έψηναν στα κάρβουνα σιγά-σιγά, πρώτα τα πόδια, ύστερα τα χέρια και ολόκληρο το κορμί ώσπου να ξεψυχήσουν. Περνούσαν πυρακτωμένα σύρματα στη μύτη, έκαιγαν τα βλέφαρα των θυμάτων με πυρωμένα σίδερα».

Το άλλο πρωί είδε πολλούς Έλληνες, άνδρες και γυνάικες, κρεμασμένους ανάποδα από τα παράθυρά τους. «Τα θύματα σπαρταρούσαν και ούρλιαζαν. Στα οπίσθια πολλών είχαν καρφώσει μαχαίρια και σπαθιά. Κάθε τόσο έκοβαν και ένα κομμάτι σάρκα».
...
«Εκείνο ρο πρωινό γύρω στα 4.000 πτώματα και των δύο φύλων, κεφάλια, πόδια, κείτονταν στους δρόμους της Πόλης. Χωρίς να λογαριάσουμε όσους σκοτώθηκαν στα σπίτια τους ή κρεμάστηκαν από τα παράθυρα.

Ο ναρός Στρέιτ παρακολούθησε τη φοερή σφαγή από το εργαστήριο του αφεντικού του, που βρισκόταν στην πλατεία του Μουφτή. «Μόνο σ’ αυτή την πλατεία μέτρησα γύρω στα 300 πτώματα. Βραβεία ορίζονταν για την επινόηση των πιο φριχτών βασανιστηρίων».
...
Στο μεταξύ άλλοι Τούρκοι στερέωναν στο χώμα πολλές σιδερένιες σούβλες. Εκεί θα κάθιζαν τα θύματά τους για να παραδώσουν το πνεύμα σφαδάζοντας. ... Οι σούβλες ήταν ογδόντα περίπου. Γύμνωσαν τους Έλληνες – γύρω στους 65 νέοι, γέροι, γυναίκες – και τους κύκλωσαν με ξαθηκαρωμένα σπαθιά, μπροστά στις σούβλες.

Αλλά ήρθε η νύχτα. Η βασανιστική εκτέλεση αναβαλλόταν. Έστησαν καζάνια πάνω στις φωτιές και ετοίμασαν πόντσι. Μεθούσαν και αλάλαζαν. Κατά τα μεσάνυχτα έφεραν και άλλους Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, ανάμεσά τους και τρία μικρά παιδιά. Τα σούβλισαν με τα σπαθιά και τα έρριξαν ζωντανά στη φωτιά.

Κάθε τόσο τραβούσαν έναν Έλληνα κοντά στις πυρές και τον βασάνιζαν. Κάρφωναν τα αφτιά τους πάνω σε πάγκους, άδειαζαν με το φτυάρι κάρβουνα στο στόμα τους, που το άνοιγαν με ρόπαλα, ξεκολλούσαν με πυρωμένες τανάλιες κομμάτια από τις σάρκες τους.
...
Ο Στρέιτ περιγάφει την τρομακτική κηνή του μαρτυρίου. Δυο κακούργοι άρπαζαν έναν Έλληνα ή μια Ελληνίδα τους αβασήκωναν ψηλά και τους κάθιζαν με δύναμη πάνω στο κοφτερό και μυτερό σιδεροπάλουκο, έτσι που η αιχμή περνώντας από τα σπλάχνα έφτανε στο στήθος. Παλούκωσαν σαραντατέσσερες. Έτσι καρφωμένοι σπαρταρούσαν σαν τα σκαθάρια που τα παιδιά διατρυπούν με βελόνα για να διασκεδάσουν. Ένα ουρλιαχτό θανατερής αγωνίας υψωνόταν ως τον ουρανό. Κρατούσε μια περίπου ώρα, έσβημε και τα κεφάλια έγερναν στο πλάι».

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Α΄, σ. 151 κ. επ., εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.
[2] Constantinopel im Jahre 1821 oder Darstellung der blutigen und Hoechst schauderhaften Begebenheiten welche sich in dieser Hauptstadt, seit dem Ausbruche des Krieges, zwischen der Turkei und Griechenland ereignet haben. Von einem Augenzeugen der seit 1815 in Constantinopel gewohnt hat mehrmals in Todesgefahr schwebte, und auf eine wundebare Weise sein Leben rettete, Leipzig 1822.
[3] Έχουμε την αφήγηση ενός αυτόπτη Κεφαλονίτη: «Ευθύς αλαλαγμός μέγας, τρέχοντας οι Τούρκοι να αγοράζουν άρματα από το Παζάρι. Άρχισαν λοιπόν ημέρα και νύχτα να ρίχνουν πιστολιές τόσον και έμπροσθεν εις τον σουλτάνον, εις των Γραικών τα οσπίτια. Τρόμος και φόβος, εγκαστρωμένες αποβάλθησαν, γραίες και νέες ετρελλάθησαν» (Γ. Π. Αγγελόπουλου)