Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Πειρατική ... αδεία !

Πόλεμος και Ειρήνη

και η κάμψη της Ελληνικής αντίστασης

«Οι ευρύτερες μάζες, το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους …»

Ο καθηγητής Παναγιώτης Κονδύλης υπήρξε ένα από τα πλέον δυνατά μυαλά του νέου Ελληνισμού. Ήταν ένας από τους τελευταίους μύστες της γεωπολιτικής αλήθειας. Καθηγητής στην Γερμανία, όπου και διέπρεψε, ήταν φυσικό να είναι ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της γερμανικής σχολής. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το απόσπασμα που σας παραθέτουμε και που αποτελεί μέρος ειδικής εργασίας του καθηγητού Κονδύλη για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις :

«Π. Κονδύλη, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις»

«Οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. Καμιά συμμαχία και καμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτισης»

Τα «δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης».

Η λύση του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας όχι σε λογιστική αλλά σε παραγωγική βάση αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής.

Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπιστούν με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθμητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από την άνοδο του τουρισμού δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία_


Η προσπάθεια αυτή είναι απαραίτητη, γιατί στην τωρινή συγκυρία, που είναι δυσμενέστατη για την Ελλάδα, έχει προέχουσα σημασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απωλεσθεί έδαφος, με την ελπίδα ότι μελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισμό δυνάμεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας και θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει μιαν ιστορική ανάσα. Αν, όμως, απολεσθεί έδαφος στο προσεχές διάστημα, οι απώλειες θα είναι ανεπανόρθωτες και πιθανότατα μοιραίες.

Φυσικά, οι ελπίδες δεν ισοδυναμούν με βεβαιότητες. Ας υπογραμμίσουμε ακόμη μία φορά ότι η βαθύτερη αιτία της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισμική ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στην συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών.

Σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, όπως ο δημογραφικός, ξέρουμε από τώρα ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Αν θέλουμε να παραμείνουμε νηφάλιοι, έστω και με αντίτιμο την απαισιοδοξία, οφείλουμε να πούμε ότι και σε άλλα πεδία στρατηγικής σημασίας αρχίζουν να παγιώνονται αναντίστροφες εξελίξεις.

Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική.

Η διακήρυξη «δεν παραχωρούμε τίποτε» δεν έχει έμπρακτο αντίκρισμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών, ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγματα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την ΕΕ αποδεικνύοντας έτσι, άθελά της, πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς μέσω του «ευρωπαϊκού δρόμου» και της επιρροής των Ευρωπαίων εταίρων.

Τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλμένοι ή έστω συζητήσιμοι χειρισμοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόμενα μιας βαθύτερης ιστορικής κόπωσης, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παράλυσης.

Στον βαθμό που η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αυγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμη ηδονικότερη, εφόσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού οι Έλληνες θα συνηθίσουν, σιγά – σιγά, να ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό».

Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο : Η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση. Και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο, ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

Οι μετριότητες, οι υπομετριότητες και οι ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βαθμού – ίσως να καταρρεύσουν ακόμη και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στην μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική ;

Οι ευρύτερης μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο βραχυπρόθεσμής αυτοσυντήρησης, έχουν βρει την δική τους ψυχολογικά βολική λύση :

Το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους : από την φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, την χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της ΕΕ) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις Ελληνoκεντρικές» ή «εξευρωπαϊστικές», αδιάφορο).

Στις τραγωδίες ή τις κωμωδίες που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση θα τις γράψουν, ίσως, άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νου η τετριμμένη αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία : «όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται»

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Φιλοσοφία

Για το μέτρο και την συμμετρία[1]
(ή περί της ουσίας της ισχύος)

Αυτό, λοιπόν, το αγαθό πρέπει να το αναζητούμε στο μέτρο και στην συμμετρία, και γενικά στα όρια (του μέτρου) και όχι στην αμετρία ούτε στην αοριστία και στην διαρκή πλεονεξία. Και αν αυτό, που είναι περισσότερο, είναι συνάμα και καλλίτερο, θα δημιουργούσε την απορία γιατί τέλος πάντων δεν είναι καλλίτερο και ωραιότερο το περισσότερο, αλλά είναι καλλίτερο αυτό που δεν υπερβαίνει το μέτρο, (θα παρατηρούσε δε κανείς) ότι αυτό (το αγαθό) δεν βρίσκεται κυρίως στο πλήθος και στον μεγαλύτερο όγκο ούτε γενικά σε αυτό που υπερτερεί σε ποσότητα αλλά υπάρχει πάντοτε και, κυρίως, σε αυτό που είναι εκ φύσεως άφθαρτο. Εκ φύσεως (δε) ταιριάζει με το άφθαρτο κυρίως αυτό που είναι ένα και μάλλον ενωμένο. Περίσσότερο δε είναι ενωμένο το απλό από το σύνθετο, το σύμμετρο από το ασύμμετρο, τα ανάλογα από τα μη ανάλογα. Γιατί το ίδιο το μέτρο και ο ίδιος λόγος ενώνει πάρα πολύ αυτά που γίνονται κοινά και αυτά που μετρώνται και αυτά που είναι ανάλογα. Αυτά δε (τα πράγματα) που δεν αποτελούνται από σύμμετρα μέρη, ή που δεν έχουν κάποια αναλογία, ούτε τηρούν το μέτρο σε αυτά που ανήκουν και στα οποία τυγχάνει να είναι μέρη, (αυτά) πάρα πολύ απέχουν από το να είναι άφθαρτα, επειδή δεν είναι ενωμένα. Γι’ αυτό, το πιο πολύ και πιο ωραίο και πιο καλό βρίσκεται, κυρίως και πάντοτε, στο όριο και στο μέτρο και όχι στο περισσότερο και στο τελείως αόριστο.


[1] Πλήθωνος, Νόμων Συγγραφή, Βιβλίον Γ΄, ΙΑ΄, σ. 42-43, ελεύθερη σκέψις 1997.

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Οθωμανικός πολιτισμός ...

Αληθινές ιστορίες από την ΕλληνοΤουρκική συμβίωση[1]

Μια από τις πρώτες και σημαντικώτερες προσωπικές μαρτυριές για τις σφαγές της Πόλης, που είδε το φως στην Ευρώπη, ήταν το χρονικό του Γερμανού Ιωάννη Βίλχελμ Αύγουστου Στρέιτ. Νεαρός τεχνίτης ο Στρέιτ εργαζόταν στην Κωνσταντινούπολη και βρέθηκε μέσα στη δίνη των αγριοτήτων που ξέσπασαν μόλις έφθασε η είδηση για την εισβολή του Υψηλάντη στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Ο Στρέιτ, που κινδύνεψε πολλές φορές στους μήνες του κατατρεγμού των Ελλήνων, έγραψε ένα χρονικό που κυκλοφόρησε αρχές του 1822 στη Λειψία[2]. Είναι μια συγκλονιστική περιγραφή της τραγωδίας του Ελληνισμού της Πόλης.

Το βιβλίο του Στρέιτ αποτελεί ένα πολύτιμο ντοκουμέντο. Τις φρικαλέες σκηνές που ιστορεί με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και σχολαστική ακρίβεια δεν τις γνωρίζουμε από άλλη πηγή.

Την πρώτη κιόλας μέρα έγιναν διακόσιες συλλήψεις κορυφαίων Ελλήνων της Πόλης. Πολλοί απ’ αυτούς κακοποιήθηκαν άγρια από το πλήθος καθώς μεταφέρονταν στις φυλακές Κατροσάν. ...

... «Ο οθωμανικός όχλος, σε φοβερή έξαψη, ρίχτηκε στα σπίτια των Ελλήνων αρχόντων και άρχισε τη λεηλασία. Βασάνιζαν τους ενοίκους με θηριωδία, έκοβαν μύτες και αφτιά και τους γκρέμιζαν ύστερα από τα παράθυρα στο δρόμο».

... «Μέσα σε μια ώρα η απέραντη Κωνσταντινούπολη έγινε θέατρο αιματηρών και φρικαλέων σκηνών»[3]. Το πλήθος κατέλαβε τις φυλακές του κατροσάν και άρπαξε τους 186 Έλληνες. Οι Τούρκοι σκότωσαν πολλούς επιτόπου και άλλους «τους έδεσαν με σκοινιά και τους έσερναν στα καλνερίμια, ώσπου οι σάρκες αποκολλήθηκαν από τα οστά και οι δύστυχοι βρήκαν πικρό θάνατο».

Έδεναν τα πόδια και τα χέρια των Ελλήνων με σκοινιά και τα τραβούσαν από όλες τις μεριές διαμελίζοντάς τα. Έκοβαν τα κεφάλια τους, τα κάρφωναν στις αιχμές των σπαθιών και τα τριγύριζαν στους δρόμους θριαμβικά. ...

Άναψαν φωτιές σε όλους τους δρόμους και εκεί βασάνιζαν τους Έλληνες. «Πύρωναν στη φλόγα τα μεταλλικά τμήματα των όπλων και τα έμπηγαν στα ξεγυμνωμένα κορμιά. Τους έψηναν στα κάρβουνα σιγά-σιγά, πρώτα τα πόδια, ύστερα τα χέρια και ολόκληρο το κορμί ώσπου να ξεψυχήσουν. Περνούσαν πυρακτωμένα σύρματα στη μύτη, έκαιγαν τα βλέφαρα των θυμάτων με πυρωμένα σίδερα».

Το άλλο πρωί είδε πολλούς Έλληνες, άνδρες και γυνάικες, κρεμασμένους ανάποδα από τα παράθυρά τους. «Τα θύματα σπαρταρούσαν και ούρλιαζαν. Στα οπίσθια πολλών είχαν καρφώσει μαχαίρια και σπαθιά. Κάθε τόσο έκοβαν και ένα κομμάτι σάρκα».
...
«Εκείνο ρο πρωινό γύρω στα 4.000 πτώματα και των δύο φύλων, κεφάλια, πόδια, κείτονταν στους δρόμους της Πόλης. Χωρίς να λογαριάσουμε όσους σκοτώθηκαν στα σπίτια τους ή κρεμάστηκαν από τα παράθυρα.

Ο ναρός Στρέιτ παρακολούθησε τη φοερή σφαγή από το εργαστήριο του αφεντικού του, που βρισκόταν στην πλατεία του Μουφτή. «Μόνο σ’ αυτή την πλατεία μέτρησα γύρω στα 300 πτώματα. Βραβεία ορίζονταν για την επινόηση των πιο φριχτών βασανιστηρίων».
...
Στο μεταξύ άλλοι Τούρκοι στερέωναν στο χώμα πολλές σιδερένιες σούβλες. Εκεί θα κάθιζαν τα θύματά τους για να παραδώσουν το πνεύμα σφαδάζοντας. ... Οι σούβλες ήταν ογδόντα περίπου. Γύμνωσαν τους Έλληνες – γύρω στους 65 νέοι, γέροι, γυναίκες – και τους κύκλωσαν με ξαθηκαρωμένα σπαθιά, μπροστά στις σούβλες.

Αλλά ήρθε η νύχτα. Η βασανιστική εκτέλεση αναβαλλόταν. Έστησαν καζάνια πάνω στις φωτιές και ετοίμασαν πόντσι. Μεθούσαν και αλάλαζαν. Κατά τα μεσάνυχτα έφεραν και άλλους Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, ανάμεσά τους και τρία μικρά παιδιά. Τα σούβλισαν με τα σπαθιά και τα έρριξαν ζωντανά στη φωτιά.

Κάθε τόσο τραβούσαν έναν Έλληνα κοντά στις πυρές και τον βασάνιζαν. Κάρφωναν τα αφτιά τους πάνω σε πάγκους, άδειαζαν με το φτυάρι κάρβουνα στο στόμα τους, που το άνοιγαν με ρόπαλα, ξεκολλούσαν με πυρωμένες τανάλιες κομμάτια από τις σάρκες τους.
...
Ο Στρέιτ περιγάφει την τρομακτική κηνή του μαρτυρίου. Δυο κακούργοι άρπαζαν έναν Έλληνα ή μια Ελληνίδα τους αβασήκωναν ψηλά και τους κάθιζαν με δύναμη πάνω στο κοφτερό και μυτερό σιδεροπάλουκο, έτσι που η αιχμή περνώντας από τα σπλάχνα έφτανε στο στήθος. Παλούκωσαν σαραντατέσσερες. Έτσι καρφωμένοι σπαρταρούσαν σαν τα σκαθάρια που τα παιδιά διατρυπούν με βελόνα για να διασκεδάσουν. Ένα ουρλιαχτό θανατερής αγωνίας υψωνόταν ως τον ουρανό. Κρατούσε μια περίπου ώρα, έσβημε και τα κεφάλια έγερναν στο πλάι».

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Α΄, σ. 151 κ. επ., εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.
[2] Constantinopel im Jahre 1821 oder Darstellung der blutigen und Hoechst schauderhaften Begebenheiten welche sich in dieser Hauptstadt, seit dem Ausbruche des Krieges, zwischen der Turkei und Griechenland ereignet haben. Von einem Augenzeugen der seit 1815 in Constantinopel gewohnt hat mehrmals in Todesgefahr schwebte, und auf eine wundebare Weise sein Leben rettete, Leipzig 1822.
[3] Έχουμε την αφήγηση ενός αυτόπτη Κεφαλονίτη: «Ευθύς αλαλαγμός μέγας, τρέχοντας οι Τούρκοι να αγοράζουν άρματα από το Παζάρι. Άρχισαν λοιπόν ημέρα και νύχτα να ρίχνουν πιστολιές τόσον και έμπροσθεν εις τον σουλτάνον, εις των Γραικών τα οσπίτια. Τρόμος και φόβος, εγκαστρωμένες αποβάλθησαν, γραίες και νέες ετρελλάθησαν» (Γ. Π. Αγγελόπουλου)

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

παλαιοΟθωμανικός δεσποτισμός

Περί Ρήγα του Βελενστινλή και των συν αυτώ μαρτυρησάντων[1]

Εκ των εν Bιέννη αρχείων εξαχθέντων και δημοσιευθέντων υπό Αιμυλίου Λεγγράν καθηγητού της νέας Ελληνικής γλώσσης εν τη εθνική σχολή των Ανατολικών γλωσσών εν Παρισίοις μετά μεταφράσεως Ελληνικής υπό Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου, καθηγητού της ιστορίας του εθνικού Πανεπιστημίου εν Αθήναις.

Υπουργείον Εσωτερικών
Έκθεσις

Ο υποφαινόμενος έχει να προσθέση εις τας παρατηρήσεις περί της εκθέσεως της αναφερομένης εις τους Έλληνας και τα εξής :

Κατά τους λόγους του γνωστού Έλληνος Ν. Πολυζώη ως προς την ελευθέρωσιν της Ελλάδος είνε και μένει μεμαρτυρημένον γεγονός, ότι οι Έλληνες εν Κωνσταντινουπόλει ήδη αφ’ ικανού ρόνου ευρίσκονται εις διαπραγματεύσεις προς τους Γάλλους, όπως διά Γαλλικής βοηθείας απαλλαγώσι του Τουρκικού ζυγού. Η δε υπόθεσις λεπτομερέστερον έχει ως εξής :

Τύκας τις (ίσως Δούκας) εκ Κωνσταντινουπόλεως, ως και διάφοροι άλλοι εκ του Μωρέως (Πελοποννήσου) και του Αιγαίου Πελάγους διέτριψαν εφ’ ικανόν χρόνον εν Παρισίοις, Λονδίνω και Αμστελοδάμω. Τοιούτων δε οι εν Παρισίοις εζήτησαν την βοήθειαν των Γάλλων προς απελευθέρωσιν από των Τούρκων, εις αντάλλαγμα δε υπεσχέθησαν οι Έλληνες εις τους Γάλλους να παραχωρήσωσιν εις αυτούς Ελληνικάς τινάς νήσους και να διεξάγωσιν εν τη Ανατολή το εμπόριον μόνον μετά των Γάλλων.

Η πρότασις αύτη έτυχε της επιδοκιμασίας πολλών Γάλλων τόσω μάλλον, καθόσον οι Τούρκοι δεν ήσαν ευμενείς προς τους Γάλλους.
...
Καίτοι δε μετά ταύτα οι Γάλλοι συνήψαν στενήν φιλίαν προς τους Τούρκους, ουχ’ ήττον εύρον οι Έλληνες πάντοτε παρά τοις Γάλλοις φίλους, και διά τούτο δεν εγκατελείφθη το περί απελευθερώσεως αυτών σχέδιον. Άρχονται δ’ εκ νέου και πάλιν αι ενέργειαι, επειδή η τύχη του πολέμου ηυνόησε τα όπλα των Γάλλων εν Ιταλία, και οι Γάλλοι κατά την δοθείσάν ποτε υπόσχεσιν άρχονται συνδεόμενοι προς τους Έλληνας.
...
Επειδή λοιπόν ως εξάγεται εκ των λόγων Ελλήνων λογίων ενταύθα διατριβόντων και εκ των παρατηρήσεων του Ν. Πολυζώη πολλοί Έλληνες και Ιλλιριοί Χριστιανοί ευρίσκονται εις σχέσιν προς τους Ιταλούς και συμμετέχωσι του σχεδίου τούτου της απελευθερώσεως, ουδέν άπορον, ότι τα Ιλλυρικά και Κροατικά στρατεύματα δεν εκτελούσι το καθήκον των, αλλ’ ως οι Έλληνες έμποροι συμμεταβάλλονται προς τας περιστάσεις.

Το σχέδιον των Ελλήνων περί ελευθερώσεως βαίνει και περαιτέρω. Σκέπτονται δηλαδή όταν η Ιταλία τύχη διά των Γάλλων της λεγομένης ελευθερίας, να ενωθώσι καθ’ ολοκληρίαν μετά των Ιταλών, όταν δε εκλείπη η Βενετική Αριστοκρατία, ήτις κατά το σήμερον κρατούν πολίτευμα μέλλει καταλυθή, η δε Βενετία μεταβληθή εις τελείαν δημοκρατίαν, θέλουσι να προσεταιρισθώσι τη επινεύσει των Βενετών, τον Βενετικόν στόλον, όστις άλλως έχει πολλούς Έλληνας και Αλβανούς εν τοις πληρώμασι και τότε να ανησυχώσιν εν τοις ύδασι τούτους εκ των Ελληνικών νήσων και του Μωρεώς τους Τούρκους, να προσβάλλωσι δε αυτούς και από ξηράς διά των επί τούτω ωρισμένων ανταρτών.

Εν Βιέννη, 27 Νοεμβρίου 1796
(Υπογ. διαγεγραμμένη)

[1] Γιώργης Έξαρχος, «Ρήγας Βελεστινλής», σ. 336-338, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998.

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Διδάγματα από τη δημοσιονομική μας Ιστορία


Ιστορίες απ’ τους χρόνους της ελεύθερης Ελλάδας[1]
[περί του χρέους των Γραικύλων]

Η πορεία της (ευρωπαϊκής) ολοκλήρωσης θα εξαρτηθεί και από εξωτερικούς παράγοντες. Οι εξωτερικές πιέσεις και απειλές έχουν, στο παρελθόν, επενεργήσει ευεργετικά, από την άλλη όμως πλευρά η ενίσχυση της παγκόσμιας συνεργασίας και η εξεύρεση λύσεων στα διεθνή προβλήματα, στο πλαίσιο του συστήματος του ΟΗΕ μπορεί ν’ αποδυναμώσει τις προσπάθειες συσσωμάτωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Για την Ελλάδα, η συμμετοχή στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ αποτελεί αδήριτη εθνική ανάγκη. Η μη συμμετοχή θα οδηγούσε τη χώρα στη μετατόπισή της στο δεύτερο ομόκεντρο κύκλο, στον οποίο ως το τέλος του αιώνα θα συμμετέχουν χώρες όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβακία και η Σλοβενία.

Αν τα κριτήρια συμμετοχής στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ δεν αναθεωρηθούν το 1996, είναι αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπορέσει να συμμετάσχει σ’ αυτό το σάδιο πριν από τον επόμενο αιώνα. Το 1993 το δημόσιο χρέος είχε φτάσει στο 116% του ΑΕΠ[2] αντί του 60% που προβλέπεται στο πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος. Για ν’ ανατραπεί αυτή η σχέση πρέπει στα επόμενα χρόνια ν’ αυξηθεί δραστικά το ΑΕΠ και να υπάρξουν μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα στον κρατικό προϋπολογισμό, με την πάταξη της φοροδιαφυγής και την εξυγίανση του δημοσίου τομέα. Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν προβλέπεται να επηρεάσει αρνητικά τις δημόσιες επενδύσεις.

[1] Κωνσταντίνος Α. Στεφάνου, «Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση», σ. 256-257, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1993.
[2] εν έτει 2010, με το δημόσιο χρέος στο 115% του ΑΕΠ, η χώρα παραδίδεται αμαχητί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ... άλλες εποχές, άλλα ήθη !