Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

καθαρή πολιτική


«Ο ηγέτης είμαι εγώ»[1]
ή αναλύοντας την αμερικανική σκέψη

Οι περίοδοι άνισης ισχύος μπορούν να παράξουν σταθερότητα. Εάν όμως οι πολιτικές που επιχειρηθούν να επιβληθούν από την ισχυρότερη δύναμη προκαλέσουν υπέρμετρα τους υπολοίπους η δημιουργία συμμαχιών ενάντια σε αυτές τις πολιτικές δεν θα πρέπει να θεωρηθεί απίθανη. Απώτερος δε στόχος τέτοιου είδους συμμαχιών είναι, σε κάθε περίπτωση, η ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης πράγματων και η αδρανοποίηση της ισχύος του δυνατώτερου παγκόσμιου παίκτη. Ο Ιωσήφ Νάι που υποστηρίζει την παραπάνω θέση δεν μας διευκρινίζει βεβαίως σε ποιό ακριβώς σημείο βρίσκεται αυτή η λεπτή γραμμή ισορροπίας μεταξύ της ανοχής της υπέρτερης ισχύος και της απόρριψής της. Δεν θα μπορούσε άλλωστε αφού παρόμοια μεγέθη δεν είναι μετρήσιμα με μαθηματικές ή άλλες λογικές μεθόδους.

Οι Αμερικανοί θεωρούν την ανερχόμενη Κίνα αυταρχική και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν διστάζουν να την συγκρίνουν με την Γερμανία της εποχής του Κάιζερ. Ο σινολόγος Αρθούρος Βάλντρον προχωρά ένα βήμα περισσότερο. «Αργά ή γρήγορα, αν οι τρέχουσες τάσεις διατηρηθούν, ο πόλεμος στην Ασία είναι πιθανός ... Η Κίνα, σήμερα, προσπαθεί ενεργητικά να εκδιώξει τις ΗΠΑ από την Ανατολική Ασία, περίπου όπως η Γερμανία επιζητούν να τρομάξει την Βρετανία πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο». Οι ενδεικτικές αυτές της ψυχροπολεμικής διάθεσης της υπερδύναμης θέσεις δεν είναι οι μόνες. Ο αρθογράφος Ροβέρτος Κάγκαν υποστηρίζει στους ίδιους υψηλούς τόνους: «Οι Κινέζοι ηγέτες ενοχλούνται από το περιοριστικό πλαίσιο που αντιμετωπίζουν και ανησυχούν επειδή θα πρέπει να αλλάξουν τους κανόνες του διεθνούς συστήματος, πριν τους αλλάξει το διεθνές σύστημα». Η αλαζονεία της υπερδύναμης σε όλο της το μεγαλείο. Στο όνομα της διατήρησης της Αμερικανικής μονοκρατορίας οι αγγλοσάξωνες αναλυτές δεν διστάζουν να ταυτίσουν την κυριαρχία των ΗΠΑ με το ίδιο το διεθνές σύστημα, θυμίζοντας την αλήστου μνήμης ρήση του Γάλλου μονάρχη του ΙΖ΄ αιώνα, του βασιλιά Ήλιου Λουδοβίκου ΙΔ΄ “L’ etat c’ est moi”. Όταν όμως ο ισχυρός του πλανήτη φτάσει στο σημείο να δηλώνει πως «αυτός είναι το διεθνές σύστημα» απλά και μόνο επειδή η βούλησή του επιβάλεται ως επί το πλείστον, τότε η αντίστοφη μέτρηση για την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του έχει ήδη αρχίσει. Εάν εξετάσουμε φιλοσοφικά το ζήτημα της αμφισβήτησης της δύναμης του ισχυρού διαπιστώνουμε πως το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας δεν έχει σε τελική ανάλυση ιδιαίτερη σημασία, σε επίπεδο ουσίας. Αντιθέτως, σε επίπεδο σημειολογίας η κατάληξη της αμφισβήτησης αυτής έχει τεράστια σημασία, καθώς είναι δυνατόν να αλλάξει τα επιμέρους δεδομένα, όπως την ψυχολογία των ανταγωνιστών, το κλίμα και την δυναμική των δυναμεων που αντιπαλεύουν. Με άλλα λόγια στον εφαλτήριο αυτό αγώνα, μεταξύ της κυρίαρχης δύναμης και των αντιπάλων της δεν έχει καμία σημασία το αποτέλεσμα της αναμέτρησης, αλλά η ποιότητα της σύγκρουσης και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της. Η υπερδύναμη δεν είναι υποχρεωμένη απλά να απαντήσει στην πρόκληση. Για να κερδίσει πραγματικά το στοίχημα της διατήρησης της καθεστηκυίας τάξης που η ίδια επέβαλε θα πρέπει επιπλέον να νικήσει ιδεολογικά και ηθικά, να μην αμφισβητηθεί στο παραμικρό η υπεροχή της και η τελική της νίκη να μην επιδέχεται μεθύστερης αναθεώρησης.

Επιπλέον, η Γερμανία του Κάιζερ δεν υπήρξε ουδέποτε αυταρχική στο εσωτερικό της. Τουναντίον μάλιστα, έχοντας πλήρως εκβιομηχανιστεί ανταγωνιζόταν επί ίσοις όροις την Βρετανική οικονομική πρωτοπορεία. Ο σωστός χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να της αποδωθεί είναι «αλλαζονική» και αυτό όμως σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, σε επίπεδο δηλαδή διεθνών σχέσεων. Ο αγγλοσαξωνικός όμως αυτός αυθαίρετος συσχετισμός στοχεύει αλλού. Η κεκαλυμμένη σκοπιμότητα αυτής της σύγκρισης έγκειται στην προσπάθεια ταύτισης του αντιπάλου με το «κακό». Και στον κόσμο των νικητών το «κακό» δεν παύει ποτέ να ταυτίζεται με τον ίδιο τον ηττημένο. Η Γερμανία προκάλεσε τον πρώτο πόλεμο, η Γερμανία είναι υπαίτια για την σφαγή εκατομμυρίων ανθρώπων και από τις δύο πλευρές, αυτή αντιπροσωπεύει νομοτελειακά την δύναμη του κακού. Είναι προφανές πως στην πρωτόλεια αυτή φάση ενός νέου ψυχρού πολέμου Ανατολής – Δύσης ο κυριάρχος δυτικός επιθυμεί σε πρώτη φάση να κυριαρχήσει επί του ανατολικού αντιπάλου του στο ηθικό πεδίο της μάχης. Η εξίσωση είναι απλή: «η Γερμανία υπήρξε κακιά. Η Κίνα μοιάζει με την Γερμανία. Άρα, η Κίνα είναι κακιά». Θα αναρωτηθεί όμως κάποιος και γιατί η σύγκριση αυτή, που ούτως ή άλλως δείχνει αυθαίρετη, δεν προχωρά ένα ακόμα βήμα. Με άλλα λόγια γιατί αποφεύγεται προς το παρόν η αντιπαραβολή προς το «απόλυτο κακό», που δεν είναι ο Κάιζερ άλλα το πρόσωπο του Αδόλφου Χίτλερ και του ναζιστικού καθεστώτος ; Και μάλιστα όταν η ταύτιση αυτή έχει ήδη προβληθεί σαν κεντρικό επίχειρημα για τις επιχειρήσεις, πέρα από κάθε νομιμοποίηση, ή αν επιθυμείτε υπό καθεστώς αμφισβητούμενης νομιμοποίησης, ενάντια στην πρώην ενιαία Γιουγκοσλαβία και τον Χίτλερ των Βαλκανίων, όπως αρέσκονταν να τον αποκαλούν τότε οι Αμερικανοί, Μιλόσεβιτς. Ή όταν στις παραμονές της ανιστόρητης απόφασης για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύεων της Τουρκίας στην ΕΕ η αμερικανική πλευρά φοβούμενη την αρνησικυρία των Κυπρίων χαρακτήριζε τον Κύπριο πρόεδρο της εποχής Τάσσο Παπαδόπουλο μικρό Μιλόσεβιτς της Ανατολικής Μεσογείου, κατ’ αναλογία δηλαδή μικρό Χίτλερ. Η απάντηση, έγκειται προφανώς σε μία διαδικασία κλιμάκωσης που οι ΗΠΑ σχεδιάζουν για το μέλλον. Το ήφος της αντιπαράθεσης δεν επιδεινώνεται προς το παρόν, όχι για πραγματιστικούς λόγους, ούτε λόγω ευγένειας που η μία πλευρά επιδεικνύει προς ην άλλη. Η προειδοποίηση είναι σαφής και το επόμενο χαρτί έτοιμο να πέσει στο τραπέζι, όταν αυτό κριθεί αναγκαίο. Το αν θα κριθεί, όμως και πότε δεν είναι σήμερα βεβαίο.

Οι Κινέζοι ηγέτες έχουν συχνά παραπονεθεί για την αμερικανική «διπλωματία των κανονιοφόρων», όπως αποκαλούν την απροκάλυπτη επίδειξη ισχύος της υπερατλαντικής υπερδύναμης. Άλλωστε η Κίνα έχει πικρή εμπειρία από αυτού του είδους την επιβολή. Έχουν επανειλημμένα λοιπόν καλέσει τόσο την Ρωσία [με την οποία η Κίνα συνδέεται πλεόν, μετά την πτώση της Σοβιετικής υπερδύναμης, περισσότερο συναισθηματικά και συμφεροντολογικά], όσο και την Γαλλία [σαν την κατ’ εξοχήν αντίβαρη φωνή στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία μέσα στους κόλπους της δυτικής συμμαχίας], να συμπαραταχθούν στην αντίσταση κατά του αμερικανικού «ηγεμονισμού». Μπορεί βέβαια η Γαλλία να μην έχει αποφασίσει να κάνει το μεγάλο αυτό άλμα στο άγνωστο, κι ούτε φαντάζει σήμερα πιθανό κάτι τέτοιο, όμως το μεγάλο βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση έχει ήδη γίνει με την υπογραφή του Συμφώνου της Σανγκάης, μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και των εξαρτημένων από την Ρωσία κεντροασιατικών δημοκρατιών. Η κάθε μία από τις δύο μεγάλες αυτές χώρες για τους δικούς της καθαρά λόγους και εκ των πραγμάτων σε απόλυτα ισότιμη βάση επέλεξαν αυτήν την σύμπραξη, δίχως όμως να προσδιορίζουν σαφώς ούτε το βάθος, αλλά ούτε και την ποιότητα της έκφρασης αυτής της αντίδρασης τους απέναντι στον ηγεμονισμό των ΗΠΑ. Το μοναδικό κοινό στοιχείο στους υπολογισμούς και των δύο μεγάλων του Συμφώνου της Σανγκάης είναι ο φόβος προς τον Αμερικανό ισχυρό αντίπαλο.

Ωστόσο, η άνοδος της Κίνας ανακαλεί στην μνήμη πολλών Αμερικανών αναλυτών την Θουκυδίδειο ρήση πως η πεποίθηση στο αναπόφευκτο της σύγκρουσης μπορεί να γίνει μία από τις κύριες αιτίες της. Το μόνο απτό δεδομένο στην παραπάνω πρόταση είναι ο αμφίπλευρος φόβος. Ο αμερικανικός φόβος επικεντρώνεται στην πιθανότητα ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Και η αντίδραση είναι αναμενόμενη: προβάλεται ο κίνδυνος της σύγκρουσης. Στόχος αυτής της επιλογής, σε πρώτη φάση η αμερικανική κοινή γνώμη. Και όταν στο εσωτερικό εμπεδωθεί η αντίληψη του πιθανού πλην όμως υπαρκτού νέου κινδύνου, τότε η ίδια κινδυνολογία προβάλεται στον «φιλικό» περίγυρο, στους συμμάχους, πρόθυμους και μη. Και για να επανέλθουμε στις ευρωατλαντικές δομές, στο ΝΑΤΟ δηλαδή, όπου ο φόβος δρα συνενωτικά, αμβλύνει τις διαφορές, κατευνάζει τις αντιθέσεις. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει στις περιόδους πραγματικής ή φαινομενικής ηρεμίας. Οι αντιθέσεις που υποβόσκουν υπό καθεστώς φόβου αναδύονται στην επιφάνεια και τότε η συνοχή χαλαρώνει.

Και όμως περισσότερο ψύχραιμοι αναλυτές δεν παύουν να επισημαίνουν πως πραγματικό φόβο στις δυτικές κοινωνίες δεν θα έπρεπε να προκαλεί τόσο η άνοδος, όσο η πιθανότητα κατάρρευσης της ανερχόμενης Κίνας. Μια ανερχόμενη Κίνα με πλήθος δομικών προβλημάτων, με ανύπαρκτη εργασιακή και ασφαλιστική πολιτική, με πληθυσμιακή ανάπτυξη οριακά ελεγχόμενη, με παλιρροϊκά εσωτερικά μεταναστευτικά ρεύματα κι ανεπαρκής περιβαλοντικές πολιτικές μοιάζει μερικές φορές με βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Οι Αμερικανοί εντούτοις δεν εφησυχάζουν. Η αυξανόμενη στρατιωτική δραστηριότητα της Κίνας προμηνύει την αύξηση των αντίστοιχων αμερικανικών πόρων ώστε να καταστεί βιώσιμη η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή. Ο ανταγωνισμός στο επίπεδο των εξοπλισμών προς το παρόν απέχει παρασάγγας από την εποχή του ψυχρού πολέμου, όταν η ΗΠΑ είχαν απέναντί τους μια ώριμη υπερδύναμη. Η δράση όμως του ενός, έστω και τοπικά επικεντρωμένη, για την ώρα, δημιουργεί την αντίδραση του άλλου και δεν παύει να φέρνει συνειρμούς στις μνήμες των ιθυνώντων.

Στην εποχή της πληροφορίας, το κλειδί για την στρατιωτική υπεροχή εξαρτάται από την ικανότητα συλλογής, επεξεργασίας, διασποράς και ενσωμάτωσης των δεδομένων. Σύμφωνα με τον Αυστραλό αναλυτή Παύλο Ντιμπ η αμερικανική πρωτοκαθεδρία είναι αναμφισβήτητη και παρά τα σημαντικά βήματα προόδου των Κινέζων, των Ρώσων και ίσως και άλλων διεθνών παραγόντων αυτή δεν είναι δυνατόν να γεφυρωθεί στο προβλέψιμο μέλλον. Ο Ροβέρτος Κάγκαν πιστεύει ότι η Κίνα θα υποκαταστήσει βραχυπρόθεσμα τις ΗΠΑ στην Άπω Ανατολή και ίσως μακροπρόθεσμα να διεκδικήσει ακόμα και τα πρωτεία στην παγκόσμια ηγεμονία, όμως το σκεπτικό αυτό είναι εν μέρει ελλειμματικό. Αγνοεί ή δεν υπολογίζει την πιθανότητα ανατροπών. Το 1989 φερ’ ειπείν το Νιουζγουηκ θεωρούσε δεδομένη την υποκατάσταση της αμερικανικής ηγεμονίας από τον ανερχόμενο τότε ιαπωνικό κολοσσό. Τα στατιστικά στοιχεία συνηγορούσαν υπερ αυτής της άποψης. Η Ιαπωνία όμως δεν άργησε να καταρρεύσει οικονομικά, αποδεικνύοντας περίτρανα πως τα δεδομένα σε παρόμοιες εκτιμήσεις είναι χαοτικά. Η Κίνα θα μπορούσε κάλλιστα να συμπαρασυρθεί υπό την πίεση μιας οικονομικής κρίσης που θα έπληττε τον οικονομικό της σκελετό ή αντίστροφα οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να χάσουν την πρωτοπορεία στην επεξεργασία των πληροφοριών και το στρατιωτικό τους πλεονέκτημα ή ακόμα κι αν δεν το χάσουν να ηττηθούν, όπως η Ρώμη που αν και ποτέ δεν βρέθηκε να υστερεί σε επίπεδο καινοτομίας, υποτάχθηκε εντούτοις στα πολυπληθέστερα βαρβαρικά φύλα. Το 1959 ο Νικίτα Χρουτσώφ διατυμπάνιζε δημοσίως την βεβαιότητά του πως η ΕΣΣΔ θα υποσκέλιζε τις ΗΠΑ έως το 1970 ή το πολύ έως το 1980. Στα τέλη του 1976, όταν ο στόχος αυτός ήταν πλέον φανερό πως δεν ήταν εφικτός ο Λεονίντ Μπρέσνιεφ δήλωνε στον Γάλλο πρόεδρο Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν πως ο κομμουνισμός θα κυριαρχούσε στον κόσμο έως το έτος 1995. Σήμερα, εν έτει 2010, η ΕΣΣΔ δεν υπάρχει. Παρόμοιες αναλύσεις θα έπρεπε εξάλλου να συνυπολογίζουν και τις μη φανερές παραμέτρους, όπως λόγου χάρη την πιθανότητα η ΗΠΑ να πάψουν απροσδόκητα να είναι οι ΗΠΑ, ό, τι κι αν σημαίνει αυτό, με αποτέλεσμα να χάσουν από το σημερινό ειδικό τους βάρος. Εξάλλου, οι αναλυτές ελάχιστα ασχολούνται με την παράμετρο «κουλτούρα». Κατά πόσο άραγε θα μπορούσε η κουμφουκιανή κουλτούρα της Κίνας να ενισχύσει την ήπια δύναμη της χώρας αυτής στον άμεσο αλλά και στο ευρύτερο περίγυρό της ; Είναι σαφές πως όλα αυτά τα στοιχεία δεν είναι μετρήσιμα, θα πρέπει όμως να συμπεριληφθούν σε μία ολοκληρωμένη ανάλυση προκειμένου η ανάλυση αυτή να έχει πιθανότητες σχετικής πρόγνωσης.

Τό πόσο κοντά πρόκειται να βρεθούν στο μέλλον Κίνα και Ρωσία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική των ΗΠΑ. Όσο πιο αυταρχικές είναι αυτές οι πολιτικές τόσο εγγύτερα θα έρθουν οι δύο μεγάλοι της Σανγκάης και τόσο ισχυρότερη θα γίνει η συνεργασίας τους.

[1] Πολιτική ανάλυση του Ιωάννη Λιάκουρα πάνω στο «Παράδοξο της Αμερικανικής Δύναμης» του Joseph S. Nye, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2003.