Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Παρθενώνας η χώρα όλη ...

αρχαιολογικές επιδρομές[1]

Οι επιδρομές κατά των ελληνικών αρχαιοτήτων θα εξελιχθούν σε καταστροφική θεομηνία εξαιτίας του ανταγωνισμού των δυτικών Δυνάμεων, κυρίως της Γαλλίας και της Αγγλίας. Αγώνας δρόμου για τη λεηλασία των αρχαίων μνημείων. Αυτή η συλλεκτική αντιπαλότητα θα φτάσει ως την προμελετημένη καταστροφή αρχαιολογικών ευρημάτων, για να μην περιπέσουν σε «εχθρικά» χέρια. Το 1729 ο απεσταλμένος του Λουδοβίκου ΙΕ΄ αββάς Φουρμόν, βασιλικός βιβλιοθηκάριος και μέλος της Ακαδημίας Επιγραφών και Καλών Τεχνών, κατέστρεψε ενεπίγραφα μάρμαρα στην Πελοπόννησο επειδή κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αρχαιολογούσε εκεί κάποιος Άγγλος ερευνητής. Είναι εξακριβωμένο ότι στη Σπάρτη, αφού αποτύπωνε τις επιγραφές, εξαφάνιζε με καλέμι τα γράμματα. Αλλά δεν περιοριζόταν στην εξάλειψη των αρχαίων επιγραφών. Κατέστρεψε ολόκληρα μνημεία για να μην επωφεληθούν άλλοι από τα δικά του ευρήματα. Και διαλαλεί τους βανδαλισμούς του χωρίς δισταγμό και αίσθημα ενοχής. Αντίθετα είναι υπερήφανος[2].

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα βάρβαρο πολιτιστικό ιμπεριαλισμό και μια μανία καταστροφής που θυμίζει τον αφανισμό των αρχαίων κέντρων λατρείας κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες από τους Βησιγότθους του Αλάριχου υπό την καθοδήγηση «των τα φαιά ιμάτια εχόντων» ιερωμένων. Τα φαιά έφερε και ο Γάλλος αββάς. Εκτελούσε αποστολή. Είχε, όπως γράφει στον καρδινάλιο Φλερύ, εντολή του βασιλιά του ! «Το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε κτίσματα που, κατά τη γνώμη μου, έκρυβαν θησαυρούς για τα Γράμματα. Ήταν κίονες, ανάβαθρα, ενεπίγραφες μετόπες. Να αφήσω όλα αυτά σε άλλους – γιατί δεν είμαι εδώ ο μόνος ερευνητής – θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου. Θα σήμαινε πως είναι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκτελέσω τις διαταγές του».

Ποιες ακριβώς διαταγές είχε ο Γάλλος βάνδαλος ; Να καταστρέψει τα αρχαία μνημεία για να μη μελετηθούν και πρωτοεμφανισθούν από τους Άγγλους ; Είναι γνωστό ότι η αγγλογαλλική εχθρότητα ήταν αχαλίνωτη. Λίγα χρόνια πριν, στο τέλος της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄, ένας πράκτορας έγραφε από την οθωμανική Ανατολή ότι χρειάζονταν για τις αρχαιοσυλλεκτικές αποστολές ειδικοί και πεπαιδευμένοι άνδρες και όχι άξεστοι έμποροι. Γιατί θα μας ξεπεράσουν οι Άγγλοι. «Αυτοί είναι σοφοί, πλούσιοι, ανοιχτοχέρηδες. Ταξιδεύουν και συγκεντρώνουν αρχαιότητες εις βάρος μας».

Το 1788 ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Σουαζέλ Γκουφφιέ, εφοδιασμένος με σουλτανικό φιρμάνι, επιχειρεί διαμέσου του προξένου της Γαλλίας στην Αθήνα Φωβέλ, να αποσπάσει γλυπτά από τον Παρθενώνω. Κατά τη διάρκεια των εργασιών στην κορυφή του ναού κατέρρευσε μια μετόπη. Το περιστατικό αναφέρεται σε υπόμνημα σχετικά με την καταστροφική επιδρομή του Έλγιν στην Ακρόπολη, 20 χρόνια αργότερα: «Γάλλοι τεχνίτες προσπάθησαν να αφαιρέσουν πολλά γλυπτά από διάφορα κτίσματα του φρουρίου και κυρίως από τον Παρθενώνα. Αλλά ενώ κατέβαζαν μια μετόπη, η συσκευή αστόχησε και τα γλυπτά κατέπεσαν και θρυμματίσθηκαν». Τα υλικά και τα εργαλεία των Γάλλων, τους μακαράδες και τις σκάλες θα χρησιμοποιήσουν οι πράκτορες του Έλγιν το 1801 για να ολοκληρωθεί η καταστροφή που άρχισαν οι Βενετοί το 1687. Οι άνθρωποι του Σουαζέλ Γκουφφιέ στην Αθήνα είχαν καταρτίσει σχέδιο μεταφοράς στο Παρίσι ολόκληρου του Θησείου. Αλλά δεν πρόλαβαν. Και όμως ο βάνδαλος συλητής Σουαζέλ Γκουφφιέ θεωρείται μεγάλος φιλέλληνας. Και δόθηκε το όνομά του σε μια αθηναϊκή οδό. Επειδή υπήρξε αρχαιολάτρης !

Ένα χρόνο πριν την Επανάσταση γαλλικό άγημα φόρτωνε σε πολεμικό, με την απειλή των όπλων, στο λιμάνι της Μήλου το περιλάλητο άγαλμα της Αφροδίτης. Ο πλοίαρχος Ματτερέ αφηγείται πώς ακρωτηριάσθηκε στο μουράγιο το γλυπτό στις 23 Μαΐου 1820: «Το άγαλμα είχε κιόλας μεταφερθεί στο γιαλό … Αν από θαύμα ζωντάνευε η θεά θα έκλαιγε πικρά καθώς την έσερναν στη βραχουριά, την αναποδογύριζαν και την κατρακυλούσαν άνθρωποι σε έξαλλη κατάσταση. παραλίγο να γκρεμιστεί στη θάλασσα … Ακολούθησε πανδαιμόνιο γύρω από το κασόνι με την Αφροδίτη. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να παραδώσουν το άγαλμα. Ο κυβερνήτης του πολεμικού «Εσταφέτ», άνθρωπος πολύ δραστήριος, κραυγάζει: - Ναύτες, πάρτε το κασόνι και ρίχτε το στη λέμβο ! Τότε άρχισε η μάχη. Σπαθιά και ρόπαλα ανέμισαν. Ο δύστυχος παπάς δέχτηκε πολλά χτυπήματα στο κεφάλι και τη ράχη. Το ίδιο και οι Έλληνες που έσκουζαν σπαρακτικά ζητώντας βοήθεια από το Θεό … Ο πρόξενος της Γαλλίας στη Μήλο, αρματωμένος με σπαθί κι’ ένα χοντρορόπαλο, πολεμούσε καλά. Κόπηκε ένα αφτί, το αίμα κυλούσε. Και μέσα σ’ αυτή τη μάχη οι ναύτες τραβολογούσαν το κασόνι που τραμπαλιζόταν και έπεφτε δεξιά και αριστερά και το μετέφεραν στο «Εσταφέτ». Εκεί έχασε η Αφροδίτη το αριστερό της χέρι».

[1] Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια, μέρος Β΄, σελ. 370-372, Αθήνα 1990.
[2] Το 1730 γράφει θριαμβικά στο φίλο του Φρερέ για την καταστροφή αρχαίων μνημείων στη Σπάρτη. «Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμελίωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πόλη δεν απόμεινε πια λίθος επί λίθου. Εδώ και ένα μήνα συνεργεία από τριάντα και μερικές φορές σαράντα ή εξήντα εργάτες γκρεμίζουν, καταστρέφουν, εξολοθρεύουν τη Σπάρτη … Αυτή τη στιγμή είμαι απασχολημένος με την τελευταία καταστροφή της Σπάρτης … Έψαξα να βρω τις αρχαίες πόλεις αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές … Γκρεμίζοντας τα τείχη και τους ναούς της, μη αφήνοντας λίθον επί λίθου θα κάνω αγνώριστο αυτό τον τόπο. Αλλά εγώ τουλάχιστον ξέρω πώς θα την αναγνωρίσω … Τώρα ασχολούμαι με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. Βρίσκω κάθε μέρα θαυμαστά πράγματα. Δεν μετανιώνω. Θα καταστρέψω και άλλους ναούς αν με αφήσουν» [Henri Omont, Missions archeologiques francaises en Orient, Paris 1902, τ. Α΄, σ. 618 κ.ε.]