Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

το παρελθόν και το μέλλον

Το παίγνιον της μοίρας[1]

Το καθετί κατ’ ανάγκην είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει, είτε θα συμβεί είτε δεν θα συμβεί[2].

Με τα λόγια αυτά ο Αριστοτέλης περιέγραψε την μοιρολατρική στάση απέναντι στα πράγματα του κόσμου. Στον αιώνα μας ο Gilbert Ryle διατύπωσε την αντίληψη αυτή ως εξής :

Ο,τιδήποτε κάνει κανείς, ο,τιδήποτε συμβαίνει οπουδήποτε δεν θα μπορούσε να μη γινόταν ή να μη συνέβαινε, εάν ήταν αλήθεια εκ των προτέρων ότι επρόκειτο να γίνει η επρόκειτο να συμβεί. Έτσι, το καθετί, συμπεριλαμβανομένης της κάθε πράξης μας, έχει οριστικώς εγγραφεί πριν από οποιανδήποτε ημερομηνία θέλεις εσύ να επιλέξεις. Ο,τιδήποτε υπάρχει ήταν (γραφτό) να υπάρξει. Έτσι, ο,τιδήποτε συμβαίνει δεν θα μπορούσε να έχει υποβοηθηθεί για να συμβεί, και ο,τιδήποτε πράγματι δεν έχει γίνει δεν θα μπορούσε να έχει γίνει[3].

Η αίσθηση του μοιραίου μας είναι λίγο-πολύ οικεία στον καθημερινό μας βίο. Έτσι, δεν είναι σπάνιο, σε κάποια στιγμή απελπισίας, να παραιτηθεί κανείς από κάθε προσπάθεια στη ζωή του, λέγοντας «ό,τι είναι να γίνει θα γίνει». Ή ας σκεφτούμε την περίπτωση όπου κάποιος δεν κόβει το τσιγάρο, διότι : αν μεν είναι να πεθάνει (πριν από την ώρα του, όπως λέμε), θα πεθάνει και, τότε, δεν υπάρχει λόγος να κόψει το τσιγάρο, αν δε δεν είναι να πεθάνει (πριν από την ώρα του), δεν θα πεθάνει, οπότε είναι άσκοπο να κόψει το τσιγάρο. Ωστόσο, αυτού του είδους οι καθημερινές μοιρολατρικές αποφάνσεις κάθε άλλο παρά πειστικές είναι. Συγκεκριμένα, ο αφορισμός κάθε άλλο παρά πειστικές είναι. Συγκεκριμένα, ο αφορισμός «ό,τι είναι να γίνει θα γίνει» είναι προφανώς μια ταυτολογία, και γι’ αυτό, βέβαια, είναι κατ’ ανάγκην αληθής. Αλλά οι ταυτολογίες δεν μας λένε τίποτε, δεν μας παρέχουν καμιά πληροφορία για το τί συμβαίνει πράγματι στον κόσμο. Οι μοιρολατρικές αποφάνσεις, όμως, υποτίθεται ότι έχουν πληροφοριακό χαρακτήρα, ότι διατυπώνονται για να μας πληροφορήσουν περί του τί ακριβώς θα συμβεί και πότε συγκεκριμένα θα συμβεί. Όσον αφορά, εξάλλου, σε περιπτώσεις σαν αυτές του καπνιστού, αποσιωπάται ένας βασικός παράγων, ο οποίος ενδεχομένως να είναι εκείνος που τελικώς καθορίζει την πορεία των πραγμάτων. Το γεγονός, δηλαδή, ότι καπνίζει κανείς μπορεί να είναι ακριβώς η αιτία για την οποία θα πεθάνει πριν από την ώρα του.

Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι είναι πεπεισμένοι ότι δεν μπορούν ν’ αλλάξουν το παρελθόν τους, ότι ένα γεγονός που συνέβη δεν είναι δυνατόν ν’ αναιρεθεί ή να μεταβληθεί με κανέναν τρόπο, ενώ, αντιθέτως, πιστεύουν ότι, μέχρις ενός βαθμού, μπορούν αυτοί να καθορίσουν την εξέλιξη των πραγμάτων στο μέλλον. Αλλά, ο Taylor ισχυρίζεται, η διαφορετική αυτή στάση των ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα του παρελθόντος και στα πράγματα του μέλλοντος υπαγορεύεται από ψυχολογικούς και επιστημονικούς λόγους, αλλιώς, λογικά, δεν διαφέρουν τα μεν από τα δε. Συγκεκριμένα, εξηγεί ο Taylor, έχομε εθιστεί στην ιδέα ότι το παρελθόν είναι δεδομένο και ότι κάθε απόπειρά μας να το τροποποιήσομε είναι μάταιη. Πέρα δε από τον ψυχολογικό αυτόν εθισμό, ο τρόπος τον οποίο έχομε στην διάθεσή μας, προκειμένου να προσεγγίζομε τα γεγονότα του παρελθόντος και να βεβαιωνόμαστε για την ύπαρξή τους, είναι ασφαλέστερος από τον τρόπο που διαθέτομε, προκειμένου να προσπελάζομε τα πράγματα του μέλλοντος. Ορισμένως, η μνήμη, η οποία είναι μια από τις βασικές λειτουργίες με τις οποίες γνωρίζομε τα πράγματα, αναφέρεται μόνο στο παρελθόν. η πρόγνωση, που αφορά στο μέλλον, δεν μπορεί ασφαλώς να μας εξασφαλίσει γνώση[4]. Έτσι, συμβαίνει να ξέρομε περισσότερα για το παρελθόν από όσα για το μέλλον. Ωστόσο, «μπορούμε να φανταστούμε ένα είδος ανθρώπων, των οποίων η γνώση για το μέλλον είναι δυνατόν να συγκριθεί με την γνώση που έχομε εμείς για το παρελθόν, ενώ το παρελθόν γι’ αυτούς έχει σκεπαστεί από σκοτάδι και μυστήριο. Οι άνθρωποι αυτοί θα εύρισκαν απόλυτα φυσικό να είναι μοιρολάτρες για το μέλλον και να θεωρούν το παρελθόν σαν κάτι μυστηριώδες και γεμάτο από εναλλακτικές «δυνατότητες». Θ’ αντιμετώπιζαν με τον μεγαλύτερο σκεπτικισμό κάθε φιλοσοφικό επιχείρημα, το οποίο θα προεβάλλετο, προκειμένου να δειχθεί ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για το παρελθόν»[5]. Μιλώντας έτσι ο Taylor δεν έχει σαν στόχο, βέβαια, ν’ αμφισβητήσει την πραγματικότητα του παρελθόντος και την μοιρολατρική στάση των ανθρώπων απέναντι σε ό,τι έχει συντελεστεί. Εκείνο που επιχειρεί είναι … να εξισώσει λογικά το μέλλον προς το παρελθόν έτσι, ώστε να είμεθα υποχρεωμένοι να συμπεριφερόμεθα απέναντι στο μέλλον με τον ίδιο μοιρολατρικό τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζομε το παρελθόν. Κατά τον Taylor, οι προτάσεις που διατυπώνομε για το μέλλον συνεπάγονται τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται με την ίδια λογική αναγκαιότητα με την οποίαν οι προτάσεις που διατυπώνομε για το παρελθόν συνεπάγονται τα γεγονότα στα οποία αντιστοιχούν.

[1] Πελεγρίνης, Θεοδόσιος Ν., Άνθρωποι, ζώα, μηχανές, σ.σ. 14 κ. ε., εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1987.
[2] Αριστοτέλης, περί ερμηνείας, 9, 19a.
[3] Ryle, Gilbert, Dilemmas, σελ. 15, Cambridge University Press, 1960.
[4] Πελεγρίνης, Θεοδόσιος Ν., Κεφάλαια ηθικής φιλοσοφίας. Η αυτονομία του ηθικού λόγου, σς. 233 κ.ε., Αθήναι 1980.
[5] Taylor, Richard, Metaphysics, s. 69, (Prentice-Hall, Englewood Cliffs, NJ 1963).