Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Λόγος και Αλήθεια

Η κατ’ αντιστοιχίαν θεωρία περί της αληθείας[1]

Η γνώμη ότι η αλήθεια συνίσταται εις την συμφωνίαν του λόγου μας προς τα πράγματα είναι αρχαιοτάτη και έχει υπέρ αυτής την κοινήν αντίληψιν. Απαντά ήδη εις τον Πλάτωνα (Σοφιστ. 263b), τον Αριστοτέλη (Τα μετά τα φυσικά 1011b25) και υιοθετήθη υπό των νεοπλατωνικών και σχολαστικών φιλοσόφων. Ο Θωμάς Ακυινάτος αποδέχεται τον υπό του Εβραίου νεοπλατωνικού φιλοσόφου Ι. Ισραέλι εκφρασθέντα ορισμόν της αληθείας, κατά τον οποίον: “Veritas est adaequatio rei et intellectus” (Αλήθεια είναι η εξίσωσις της νοήσεως προς το πράγμα). Αργότερον παρετηρήθη ότι είναι προτιμότερον να γίνεται λόγος ουχί περί συμφωνίας του λόγου μας προς τα πράγματα, αλλά περί αντιστοιχίας (correspondia). Ο όρος “correspondia” απαντά ήδη εις τον Θωμάν τον Ακυινάτον και αποκτά πλήρως την τεχνικήν του σημασίαν κατά τας αρχάς του εικοστού αιώνος εις τα κείμενα του Άγγλου ιδεοκράτου φιλοσόφου Χάρολντ Τζόασιμ (Ιωακείμ), ο οποίος ομιλεί περί της κατ’ αντιστοιχίαν θεωρίας της αλήθειας. Κατά τον παρόντα αιώνα η αντίληψις ότι η αλήθεια είναι η αντιστοιχία των κρίσεών μας προς την πραγματικότητα επαγιώθη διά των ιδεών του Τζ. Ε. Μουρ, του Μπ. Ράσσελ και άλλων.

Κατά την υπό εξέτασιν θεωρίαν η αλήθεια είναι σχέσις μεταξύ του λόγου μας (ή της σκέψεώς μας) και της πραγματικότητος.

Οι όροι της σχέσεως είναι αφ’ ενός μεν ο λόγος μας (αι δηλωτικαί προτάσεις ως εδείξαμεν), αφ’ ετέρου δε η πραγματικότητς (τα γεγονότα, τα συμβάντα, αι καταστάσεις, τα πράγματα). Ο δεύτερος όρος της σχέσεως μένει να προσδιορισθή. Εάν υποτεθή ότι ο δεύτερος όρος της σχέσεως είναι τα πράγματα (τα συμβάντα, αι καταστάσεις), τότε ερωτάται πώς είναι δυνατόν να υπάρχη σχέσις μεταξύ όντων διαφορετικού γένους, πώς είναι δυνατόν να είπωμεν ότι υπάρχει κάποια αντιστοιχία μεταξύ του λόγου μας (των δηλωτικών προτάσεων) και των πραγμάτων (res). Τούτο φαίνεται εντελώς αδύνατον. Διά τούτο υπό των περισσοτέρων εκπροσώπων της θεωρίας αυτής γίνεται δεκτόν ότι ο δέυτερος όρος της σχέσεως πρέπει να είναι το γεγονός. Ούτω η κατ’ αντιστοιχίαν θεωρία της αληθείας λαμβάνει την μορφήν: Αι δηλωτικαί προτάσεις είναι αληθείς, εάν και μόνον εάν αντιστοιχούν προς τα γεγονότα.

Αλλά τί είναι ό,τι καλείται «γεγονός» ; Είναι κάτι που έχει ύπαρξιν όπως τα πράγματα και, εάν ναι, διατί να μην δεχθώμεν ότι ο όρος «πράγμα»«συμβάν») είναι εξ ίσου κατάλληλος ως και ο όρος «γεγονός» ; Τα γεγονότα … δεν υπάρχουν ως ωμαί και ακατέργαστοι καταστάσεις εν τω κόσμω, δεν υπάρχουν ως τα πράγματα. Εν τούτοις δεν δυνάμεθα να είπωμεν ότι είναι άσχετα προς τα πράγματα και τα συμβαίνοντα. Τα γεγονότα είναι αι νοηταί όψεις των πραγμάτων και των συμβαινόντων. Ο όρος «γεγονός» σημειοί μίαν κατηγοριακήν έννοιαν και είναι κατάλληλος προς χρήσιν, όταν θέλωμεν να προσδιορίσωμεν κάτι εν τω κόσμω διά των δηλωτικών προτάσεων. Τα συμβάντα και τα πράγματα είναι εν χώρω και χρόνω, ενώ τα γεγονότα δεν επιδέχονται τοιούτους προσδιορισμούς. Εν συμβάν είναι κάτι το μοναδικόν, ενώ το γεγονός δύναται να είναι και κάτι το γενικόν.

Εάν ταύτα διασαφούν κάπως την έννοιαν του γεγονότος, τότε μένει να διασαφηθή η υφή της αντιστοιχίας. Τί εννοούμεν, όταν λέγωμεν ότι υπάρχει δυνατότης αντιστοιχίας μεταξύ των δηλωτικών προτάσεων και των γεγονότων ; Ποία η μορφή της αντιστοιχίας αυτής ; Υπάρχει τελεία και ακριβής σύμπτωσις μεταξύ των δηλουμένων διά του πρώτου και του δευτέρου όρου της σχέσεως ή μήπως υπάρχη απλώς κάποια συσχέτισις ; Είναι τρόπον τινά αι δηλωτικαί προτάσεις εικόνες των γεγονότων ή μοιράζονται με αυτά κάποιαν κοινήν δομήν και, εάν ναι, ποία είναι αυτή ; Τα ερωτήματα ταύτα εμφαίνουν τα δυσχερείας τας οποίας συναντώμεν, όταν θελωμεν να δώσωμεν σαφές περιεχόμενον εις τον ισχυρισμόν μας ότι η αλήθεια των προτάσεων είναι κάποια μορφή αντιστοιχίας προς τα πράγματα. Οπωσδήποτε οι περισσότεροι οπαδοί της θεωρίας αυτής δέχονται σήμερον ότι η αντιστοιχία αυτή πρέπει να νοηθή ως συσχέτισις και όχι ως αυστηρά σύμπτωσις στοιχείων. Είναι αξιοσημείωτον το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης, μη πατωθούμενος υπό του αιτήματος διά γνωστικήν βεβαιότητα, δεν προσεπάθησε να προσδιορίση ακριβώς την μορφήν της αντιστοιχίας μεταξύ των αληθών δηλωτικών προτάσεων και των γεγονότων. Αντιθέτως οι νεώτεροι φιλόσοφοι, ως ο Λοκ, επιθυμούντες να έχουν ασφαλές κριτήριον διά τα πράγματα που γνωρίζομεν, προσεπάθησαν να προσδιορίσουν ακριβώς την μορφήν της σχέσεως αυτής, δεχόμενοι ότι πρόκειται περί συμφωνίας μεταξύ των σημείων της γλώσσης (που εκφράζουν την σκέψιν) και των πραγμάτων. Τοιουτοτρόπως ορθώς ενέπλεξαν εις τας περί της αληθείας συζητήσεις τας αντιλήψεις περί του νοήματος του λόγου. Κατά τον Λοκ αι λέξεις σημειούν τα πράγματα. Τα πράγματα συμφωνούν ή δεν συμφωνούν μεταξύ των. Ομοίως αι λέξεις συμφωνούν ή δεν συμφωνούν εντός των προτάσεων, εάν αντιστοιχούν προς τα πράγματα συμφωνούντα ή μη συμφωνούντα. Αι πρωτόγονοι αυταί αντιλήψεις περί του νοήματος ωδήγησαν εν συνεχεία εις σοβαρά προβλήματα, σχέσιν έχοντα προς τον σκοπόν κατά τον οποίον η γλώσσα συνάπτεται προς τον κόσμον. … Πώς αι λέξεις προσλαμβάνουν νόημα ; Είναι αι προτάσεις … απλώς συμπαράταξις στοιχείων του λόγου ή μήπως μόναι αυταί εκφράζουν την σκέψιν μας ; Πώς αι λέξεις δηλούν τα πράγματα και πώς συμβαίνει (εάν συμβαίνη) ώστε να υπάρχει εξεικόνισις των πραγμάτων διά του λόγου ; Εις τα ερωτήματα αυτά διάφοροι θεωρίαι περί του νοήματος επεδίωξαν να απαντήσουν. ... Εκ των περί του νοήματος αντιλήψεων η πληρεστέρα είναι του Λούτβιχ Βιτγκενστάιν, η οποία συστοιχεί προς τας απαιτήσεις της κατ’ αντιστοιχίαν θεωρίας περί της αληθείας και εκτίθεται εις το έργον του Tractatus Logico-philosophicus (Πραγματεία λογικοφιλοσοφική). … Εν ολίγοις αύτη δέχεται ότι υπάρχουν αι ατομικαί προτάσεις, που είναι συναρμολόγησις εξ ονομάτων. Τα ονόματα αυτών αντιστοιχούν κατ’ ευθείαν εις αντικείμενα της πραγματικότητος, έτσι ώστε αι ατομικαί προτάσεις να εικονίζουν την πραγματικότητα. Αι προτάσεις αυταί δεν υπάρχουν (αλλ’ είναι αιτήματα, πρέπει να υπάρχουν), τα δε αντικείμενα δεν είναι συνήθη πράγματα ή γεγονότα, αλλά μεταφυσικά, παραστατικά στοιχεία της πραγματικότητος. Επειδή υπάρχει η ακριβής εικόνισις της πραγματικότητος, έπεται ότι υπάρχει καθωρισμένον νόημα και βεβαιότητς, η οποία όμως χάνεται με την ασάφειαν που περιβάλλει τα πρωταρχικά στοιχεία του κόσμου, τα μεταφυσικά αντικείμενα.

[1] Κωνσταντίνου Βουδούρη, Η θεωρία της γνώσεως, μέρος Β΄, κεφ. Ε΄, σελ. 92-95, Αθήνα 1984.