Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Δίκαιο και Δικαιοσύνη

Αξίωση για ισότητα[1]

Η δικαιοσύνη είναι η αξίωση για ισότητα, για «ίσες ευκαιρίες» και ένα μερίδιο στα οφέλη της ζωής, τα οποία είναι συμβατά με τη συμβολή κάποιου. Σύμφωνα με τα λόγια του Thomas Jefferson, είναι «ίση και ακριβής...», βασισμένη σε κάποιο σεβασμό για την αρχή της ισοδυναμίας. Αυτός ο δίκαιος ή ισοδύναμος επιμερισμός της μεταχείρισης που έχει κάποιος – κοινωνικά, δικαστικά και υλικά- σε ανταπόδοση αυτών που δίνει έχει παραδοσιακά παρασταθεί με τη ζυγαριά ή την πλάστιγγα της Δικαιοσύνης, της ρωμαϊκής θεάς, την οποία κρατά στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο χέρι κρατά το σπαθί, και τα μάτια της καλύπτονται από ένα μαντίλι. Αν θεωρήσουμε όλα αυτά από κοινού, η εμφάνιση της Δικαιοσύνης μαρτυρεί την ποσοτικοποίηση μιας ισότητας η οποία κομματιάζεται και μοιράζεται στους δυο δίσκους της ζυγαριάς• μαρτυρεί τη δύναμη της βίας που στέκεται πίσω από την κρίση της με τη μορφή του σπαθιού (υπό συνθήκες «πολιτισμού» το σπαθί έμελλε να γίνει το ισοδύναμο του κράτους)• μαρτυρεί την «αντικειμενικότητα» των απόψεων της όπως αυτή εκφράζεται από το μαντίλι που της κλείνει τα μάτια.

Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε εδώ τις περίπλοκες συζητήσεις για τις περί δικαιοσύνης θεωρίες από τον Αριστοτέλη στον αρχαίο κόσμο ως τον John Rawls στη σύγχρονη εποχή. Εμπεριέχουν διερευνήσεις του φυσικού νόμου, του συμβολαίου, της αμοιβαιότητας και του εγωισμού – ζητήματα, δηλαδή, που δεν ενδιαφέρουν άμεσα την έρευνα μας. Όμως το μαντίλι που καλύπτει τα μάτια της Δικαιοσύνης και η ζυγαριά που κρατά στα χέρια της είναι σύμβολα μιας εξαιρετικά προβληματικής σχέσης, την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Μπροστά στη Δικαιοσύνη όλα τα ανθρώπινα όντα υποτίθεται ότι είναι «ίσα». Στέκονται «γυμνά» μπροστά στη Δικαιοσύνη, για να χρησιμοποιήσουμε μια κοινή έκφραση, αποστερημένα από κοινωνικά προνόμια, ειδικά δικαιώματα και κοινωνικές θέσεις. Η περίφημη «κραυγή για Δικαιοσύνη!» έχει μακρά και σύνθετη καταγωγή. Από τις πρώτες μέρες της συστηματικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης, οι άνθρωποι έδωσαν στη Δικαιοσύνη μια -τυφλή ή όχι- φωνή και την έκαναν φερέφωνο των καταπιεσμένων ενάντια στη χωρίς αισθήματα ανισότητα και τις παραβιάσεις της αρχής της ισοδυναμίας.

Αρχικά η Δικαιοσύνη αντιπαρατέθηκε ενάντια στον κανόνα των φυλών για εκδίκηση αίματος, στη χωρίς περίσκεψη ανταπόδοση του κακού που είχε γίνει στο σόι κάποιου. Ο περίφημος lex talionis – το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, ζωή αντί ζωής – εφαρμοζόταν αποκλειστικά για απώλειες που επιφέρονταν κατά των συγγενών κάποιου και όχι κατά των ανθρώπων εν γένει. Αυτή η αρχή ήταν τοπικιστική και περιορισμένη, όσο και αν φαινόταν ορθολογική η αξίωση για φυλετική ισότητα στην επιταγή της για ισοδυναμία στη μεταχείριση. Κανείς δεν υπερασπιζόταν τον ξένο που γινόταν αντικείμενο κακομεταχείρισης ή φονευόταν – εκτός από τους συγγενείς του σε μια μακρινή περιοχή. Από την άλλη πλευρά, η τιμωρία ήταν συχνά πολύ αυθαίρετη. Για εγκλήματα που υφίσταντο μόνο στα μάτια του κρίνοντος συνήθως απαιτούνταν περισσότερες από μία ζωές, με το απάνθρωπο αποτέλεσμα να συνεχίζονται για πολλές γενιές οι αιματηρές βεντέτες, στις οποίες μπλέκονταν ολόκληρες κοινότητες και άνθρωποι που ήταν ολοφάνερα αθώοι από παραβάσεις, οι οποίες είχαν από καιρό σβήσει από τη μνήμη των αντιμαχομένων.

Το νόημα της Ορέστειας του Αισχύλου, το οποίο είχε ευρύτατα συζητηθεί – πρόκειται για τη δραματική ελληνική τριλογία στην οποία εμφανίζεται η φυλετική εκδίκηση για το φόνο μιας μητέρας από το γιο της ως τιμωρία για το θάνατο του πατέρα του που αυτή προκάλεσε –, έχει πολλές και διαφορετικές θεματικές παραλλαγές. Ανάμεσα σ' αυτές σημαντική είναι η υψηλή αίσθηση αφοσίωσης ενός γιου (καθώς και μιας κόρης) έναντι της μητέρας του σε ένα σύστημα του επονομαζόμενου μητριαρχικού νόμου, στο οποίο μάλλον οι γυναίκες παρά οι άντρες σχημάτιζαν τους κοινωνικά αναγνωρισμένους δεσμούς συγγένειας και προγονικής καταγωγής. Όμως εξίσου σημαντική ως θεματική παραλλαγή και πιθανώς περισσότερο σημαντική για την κλασική Αθήνα, η οποία τιμούσε αυτή την τριλογία, ήταν η ανάγκη να εξαχθεί η δικαιοσύνη από τον αρχαϊκό κόσμο μιας τραχιάς, παράλογης εκδίκησης σε έναν τομέα ορθολογικής και αντικειμενικής ισότητας: το να γίνει η δικαιοσύνη «ίση και ακριβής».

… Στην περίοδο που ακολουθεί τη μετάβαση από τις φυλετικές κοινωνίες στις φεουδαλικές αριστοκρατίες και τις απόλυτες μοναρχίες, η κραυγή για δικαιοσύνη –στην ουσία για γραπτούς κώδικες νόμων οι οποίοι σαφώς διατύπωναν τις ποινές για τα εγκλήματα – έγινε το μείζον αίτημα των καταπιεσμένων. Η ισοδυναμία στη μορφή μιας «ίσης και ακριβούς» δικαιοσύνης αποκόπηκε σταδιακά από τις ταξικές προϊδεάσεις της, είτε επρόκειτο για τον εβραϊκό Δευτερονομικό Κώδικα είτε πάλι αφορούσε τον Σόλωνα στην Αθήνα. Ο ρωμαϊκός νόμος, η βάση για το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής νομολογίας, περιέπλεξε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα αρχικά λαϊκά οφέλη, αναγνωρίζοντας στο jus naturale και στο jus gentium ότι οι άντρες ήταν πραγματικά ίσοι από τη φύση, όσο και αν η φύση τούς είχε κάνει άνισους. Ακόμη και η δουλεία ως κινητή περιουσία αναγνωριζόταν ως ένα «συμβόλαιο» του τύπου που ένας δούλος, η ζωή του οποίου ενδέχεται να είχε διεκδικηθεί σε κάποια πολεμική επιχείρηση, διατηρούνταν στη ζωή αν έδινε το σώμα και την εργασία του ως τίμημα στο νικητή.

Εκείνο που είναι προβληματικό στην «ίση και ακριβή» δικαιοσύνη είναι, εν τούτοις, ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι από τη φύση τους, παρά την τυπική ισότητα που τους αποδίδεται σε μια «δίκαιη» κοινωνία. Μερικά άτομα είναι γεννημένα με σωματική δύναμη, ενώ άλλα είναι συγκριτικά ασθενέστερα. Και πάλι, άλλοι διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους στην υγεία, την ηλικία, τις αναπηρίες, το ταλέντο, την ευφυΐα και τα υλικά μέσα προς το ζην που διαθέτουν. Αυτές οι διαφορές είτε είναι τετριμμένες και ασήμαντες είτε είναι εξαιρετικά σημαντικές εξαιτίας των αξιώσεων που διατυπώνονται στη βάση τους στην καθημερινή ζωή.

Η ειρωνεία είναι ότι σ’ αυτή την περίπτωση η ιδέα της ποσότητας μπορεί να χρησιμοποιηθεί με λεπτό τρόπο προκειμένου να αντιμετωπιστούν εξαιρετικά άνισα οι άνθρωποι: τα ίδια βάρη τα επωμίζονται πολύ διαφορετικά άτομα που έχουν πολύ διαφορετικές δυνατότητες να τα αντιμετωπίζουν. Τα δικαιώματα που αποκτούν, όσο και αν είναι «ίσα και ακριβή», χάνουν κάθε νόημα για εκείνους που δεν μπορούν να τα ασκήσουν εξαιτίας των σωματικών ή υλικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν. Επομένως, η δικαιοσύνη γίνεται πολύ άνιση στην ουσία της, ακριβώς επειδή η εγκαθίδρυση της αναφέρεται στον τύπο.

[1] Μάρεϊ Μπούκτσιν, Ξαναφτιάχνοντας την κοινωνία, σελ. 138 κ.ε., Εξάντας 1993.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Διήγημα

ο Συνετός, ο γάτος του κι η άδεια του ζωή[1]

Όταν ο γάτος του κ. Συνετού ένοιωσε πως ήρθε η τελευταία του ώρα, επειδή είναι φυσικό στη ράτσα του να τελειώνη μ’ αξιοπρέπεια, κρύφτηκε σε μια τρύπα κι από τότε δεν τον ξαναείδαν. Ο κ. Συνετός δεν είχε δάκρυ να κλάψη το γάτο του. Το τελευταίο ( αυτό που χύνεται με τόση δυσκολία) το είχε δώσει αλλού. Από κει και πέρα, για ό,τι κακό θα τον εύρισκε, ένα μόνο μπορούσε να κάνη. Να τον συλλογιστή, να το μετρήση και να το κρίνη, σαν νάγινε σε ξένον. Λοιπόν, μαθαίνοντας απ’ τα παιδιά της γειτονιάς πως ο γάτος του ψόφησεν, έκαμε κάτι ανάλογο προς την αξιοπρέπεια του αγαπημένου του ζώου. Συλλογίστηκε για τελευταία φορά το γάτο του. Τον άφηκε να περπατήση μέσ’ στην ενθύμησή του μ’ όλα του τα μεγάλα μουστάκια και την καμπύλη της ουράς του κ’ έπειτα – αφού πολύν καιρό του έγινεν εφιάλτης η βελούδινη αφή της γούνας του και το ρουθούνισμά του – τον ξέχασε. Ναι, τον ξέγραψε τέλεια. Είχε πάρει την απόφασή του. Θα ξεχάση, είπε, τον τελευταίο που έχασε. Θα σβήση κι όλους τους άλλους ! Ο γάτος ήταν ο τελευταίος. Έτσι τελείωσεν η ιστορία της στοργής, των πόνων και των παθών του κ. Συνετού μ’ ένα οργισμένο κίνημα της λογικής του. Έμεινε μοναχός. Όση ζωή του μένει τώρα θάνει πλέον δική του.

- Από μια γουλιά νερό που θα πίνω στο εξής, είπε, δεν έχει να πάρη τίποτα κανένας !

Λοιπόν ο κ. Συνετός έβγαλε τα διαβατήριά του κ’ έτρεξε να χαρή το υπόλοιπο του εαυτού του στα «διεθνή έθνη», καθώς έλεγε, στους πολυτάραχους τόπους, όπου καθένας μπορεί και βρίσκεται μοναχός μέσα σε μυριάδες εαυτούς απολυτρωμένους. Τώρα κατάλαβε τους ταξιδιώτες εκείνους, που βουβαίνουνται στα τραίνα και στα πλοία, αποφασισμένοι να μη δώσουν στον άλλον ούτε λέξη, ούτε χαμόγελο, γιατί το βρίσκουν και τούτο φθορά της ατομικής των περιουσίας. Τώρα νοιώθει την ηδονή των ανιαρών εκείνων τύπων, που ταξιδεύουν και σφίγγουν μέσα των με φιλαργυρία τις λύπες και τις ασκήμιες, αρκεί πως είναι δικές των ! Αυτοί που ακινητούν στις πολυθρόνες των ξενοδοχείων, που γίνονται για το ύφος των αντιπαθητικοί και βρίζονται στις γλώσσες που δεν γνωρίζουν, τα σκιάχτρα των τραίνων και των βαποριών, προστατεύουν απλούστατα τον εαυτό τους από τον άλλον. Ο κ. Συνετός έγινε σε λίγο νούμερο των ξενοδοχείων της Ευρώπης. Με πόση ηδονή στο ταξίδι του ακούει τώρα να ονομάζεται απ’ τους καμαριέρηδες το «έντεκα», το «εικοσιτρία», το «ογδονταδύο» ! Θριαμβευτικά κλείδωνε την πόρτα του. Περήφανα σιωπούσε. Το ελαφρό κούνημα του κεφαλιού, που έκανε για να χαιρετήση, μπαίνοντας στη σάλα του φαγητού, το θεωρούσε θυσία. Ήταν ρήγμα στο κάστρο του ατόμου του. Στον ανύποπτο ξένο, που κάποτε του μιλούσε, απαντούσε με σχήμα ή με μονοσύλλαβα. Άλλο ρήγμα. Για τις μικρές αυτές υποχωρήσεις μετανοούσε κατόπιν και προσπαθούσε να τις διορθώση με μιαν ατέλειωτη σιωπή.

- Μη με κοιτάζεις, φίλε μου, έλεγε μέσα του απαντώντας στο βλέμμα των ανθρώπων. Δε θα μου πάρεις λέξη. Τίποτα δε μου περισσεύει για σένα. Αρκετά ! Αρκετά ! Είμαι ο εαυτός μου ! Είμαι το έντεκα ! Το εικοσιτρία ! Το ογδονταδύο !

Και τότε συλλογίστηκεν όλους, όσοι δεν τον άφησαν να ζήση τη ζωή του … Ήταν ατελείωτη σειρά ανθρώπων. Ήταν η γυναίκα του. Εσπατάλησε το μεγαλύτερο μέρος του εαυτού του, για να τακροποιήση τις μικρές τις αδυναμίες, που του παρουσιάστηκαν με τεράστιες αξιώσεις, και να περιποιηθή τους ρευματισμούς της. Χώρισαν και δεν έμαθαν ποτέ γιατί είχαν ζήσει μαζί. Ήταν οι συγγενείς της γυναίκας του. Ήταν οι δικοί του συγγενείς. Ήταν οι φίλοι του. Ήταν οι περαστικές γνωριμίες του, που κι απ’ αυτές ακόμα μερικές – η τύχη του το είχε βέβαια – του πρόβαλαν αξιώσεις και του κόστισαν απίστευτες φροντίδες. Για να ξεκολλήση κι απ’ αυτές, αφήκεν ένα κομμάτι απ’ το πετσί του. Καθένας απ’ τους δικούς του, απ’ τους φίλους, απ’ τους γνώριμους είχε για τον κ. Συνετό τη διάψευσή του στην τσέπη. Άλλος τον πρόδωσε νωρίς, αλλός αργά. Επί τέλους ο γάτος του, αφού τον πρόδωσε κι αυτός – τί άλλο είναι ο θάνατος ; --, του έδωσε την ευκαιρία να κάμη το ιστορικό κίνημά του και να ζήση μοναχός του.

[1] Ζαχ. Παπαντωνίου, Διηγήματα, Ανακάλυψε την ψυχή του, σελ. 37-39, Εστία.
* στη μνήμη της γάτας μου της Ήρας _ Ι. Λ.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

όσο ένα τσιγάρο ...

διάλογοι … πάνω απ’ τις στάχτες[1]

Τον κακό του και τον ανάποδο. Εγώ, ρε βγάζω λεφτά, έχω εταιρεία καπνού με κέρδη, και αυτόν τον κύριο – το κ με μικρό γράμμα, επειδή είναι πολύ μικρός – θα τον πάω στη δικαιοσύνη, όπου και θα δώσει λόγο που μου κατηγορεί τη μάρκα. Ακούς να λέει ότι το τσιγάρο μου δεν προστατεύει την υγεία ; Εγώ έχω συμφέρον, οι ανταγωνιστικές μου εταιρείες παλεύουν για το δικό τους συμφέρον, εκείνος γιατί δεν βουλώνει ; Τί συμφέρον έχει ; Ρε, το τσιγάρο μου αλλάζει την ιστορία του καπνίσματος, σώθηκε η ανθρωπότης …

- Αχ, Αδαμάντιε ! Εσύ τα λες έτσι και βγάζεις πολλά, όπως και άλλες καπνοβιομηχανίες. Εσύ μπορείς να αγαπάς και τα δικαστήρια για να δείχνεσαι ότι αδικείσαι στη μάχη των εντυπώσεων και να κάνεις τζίρο στο δικό σου προϊόν. Αλλά για μένα αλλού είναι το πρόβλημα. Ότι όλες οι μάρκες, όπως και η δική σου, διαφημίζονται με γιγαντοαφίσες, οι οποίες κάτω, κάτω αναφέρουν την προειδοποίηση του Υπουργείου Υγείας ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία. Άρα δεν σου φταίει ο κύριος με το μικρό κ, αλλά το Υπουργείο που επιμένει ότι όλα ανεξαιρέτως τα τσιγάρα βλάπτουν. Μάλιστα μου κάνει εντύπωση και αυτό το Υπουργείο. Αφού διαπιστώνει ότι το κάπνισμα κάνει κακό, γιατί δεν απαγορεύει την πώληση του τσιγάρου στα περίπτερα ; Αφού βεβαιώνεται ότι όλοι οι καρκίνοι του λάρυγγα, όλοι χωρίς εξάιρεση, οφείλονται στο κάπνισμα, γιατί αφήνει τους υπαλλήλους και τον κόσμο να καπνίζουν μέσα στο ίδιο το Υπουργείο … ; τί είδους ασφάλιση είναι αυτή, όταν το ίδιο το Υπουργείο βλέπει τα νοσοκομεία του να γεμίζουν από αρρώστους με νοσήματα των πνευμόνων και της καρδιάς και αφήνει με αδιαφορία τους γιατρούς, τις νοσηλεύτριες και τους επισκέπτες να καπνίζουν πάνω από το κεφάλι του αρρώστου που πάσχει από πάθηση νικοτίνης ;Και εδώ το κακό φτάνει και σε μένα που δεν καπνίζω. Τα ταμεία, που πληρώνουν για όλους αυτούς τους άμυαλους, χρησιμοποιούν και λεφτά δικά μου. Κατάλαβες, Αδαμάντιε ; Πληρώνω εγώ τα σπασμένα που δεν καπνίζω … Και αυτά τα σπασμένα όλο και μεγαλώνουν. Πολλά παιδιά αρχίζουν το κάπνισμα, έχουνε μπει και οι γυναίκες στο χορό, και μερικές φορές αισθάνομαι ότι δουλεύω για τα δικά τους νοσήλια. Πέρα από τους γνωστούς θανάτους του Γεννηματά και της Μελίνας, και του άγνωστου στον κόσμο ξαδέλφου μου του Νώντα στα 50 του, που τους πλήρωσα τα μαλλιοκέφαλά μου σε νοσηλείες εδώ και στο εξωτερικό, είναι τόσοι και τόσοι άλλοι που δεν πεθαίνουν και μου καταβασανίζουν το πορτοφόλι. Έμφραγμα, νέο έμφραγμα, βροχικά, κορτιζόνες, πάλι δύσπνοιες, ακόμη και συσκευές οξυγόνωσης για το σπίτι. Βήχας, φλέματα, πνευμονίες …

- Αναλγησία κοινωνική, παρεμβαίνει ο Δημήτρης. Αναλγησία οικογενειακή και ατομική. Σου ανάβω το κόκκινο φως για να μην περάσεις τον δρόμο, αλλά σε αφήνω ελεύθερο να σκοτωθείς ή μάλλον σε ενισχύω με όλα αυτά τα περίπτερα που πωλούν καπνό να περάσεις, να μπεις στον δρόμο της αυτοκαταστροφής. Η αναλγησία φτάνει και στο σχολείο με τους «γνωστούς» χώρους των καπνιζόντων μαθητών και διδασκάλων. Ομαδική η παράκρουση ! Ακόμη και στους ναούς της παιδείας όπου πληρώνουμε για την υγεία του πνεύματος, του σώματος και της ψυχής των παιδιών. … Όμως ο δάσκαλος και ο γιατρός δεν κρύβονται. Και αγωνίζεται η κορούλα να τραβήξει την πρώτη «ρουφηξιά» καπνού, βήχει και ζαλίζεται, πάει να πέσει κάτω. Και, κρυμμένη και αποκαμωμένη, θυμάται το όνειρο και ένα δαίμονα να της φωνάζει: «Προσπάθησε πάλι, πρέπει να μπορέσεις …»

- Όχι και δαίμονα, δαιμονολογίες και για το κάπνισμα, διαμαρτύρεται ο πλούσιος της καπνοβιομηχανίας. Η Ελλάδα επιβίωσε από τις φυτείες του καπνού και το εμπόριό του. Σήμερα ζουν τόσοι άνθρωποι από τη νικοτίνη, και επιτέλους μια ημέρα όλοι τελειώνουμε ! Εγώ βέβαια με το νέο φίλτρο που έβγαλα κάνω αθώο το κάπνισμα και είμαι ήρεμος. Και θα χτυπήσω αλύπητα όποιον μου είναι εμπόδιο. Με το δικό μου το τσιγάρο φεύγει και ο βήχας …

Το αστείο είναι ότι σήμερα, … , αν προστατεύσεις τη δική σου ελευθερία και ζητήσεις το δικό σου καφενείο χωρίς καπνό, σε λένε ρατσιστή !

[1] Παύλος Τούτουζας, Περί καρδίης, σελ. 35 κ. ε., εκδόσεις Κάκτος 1998.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

πολιτική φιλοσοφία

η έννοια της Δίκης και της Δημοκρατίας[1]

Έχω την ιδέα πως η ακίνητη πέτρα που πάνω της ακουμπάει η δημοκρατία του Σόλωνα είναι η έννοια της Δίκης.

Τί είναι η στέρνα του νερού για το περιβόλι ; Και ο επιούσιος άρτος στο τραπέζι του δικαίου ; Και το δόρυ του Αλέξανδρου στη μάχη ; Τί είναι το αστραφτερό μάτι του γαμπρού για τον υμέναιο ;

Όλα αυτά είναι θεμελιώδη και κυρίαρχα, που πρωτολογούν και ορίζουν. Το ίδιο είναι και η ιδέα της δίκης για τη δημοκρατία του Σόλωνα.

Και πάρα πέρα η Δίκη είναι που έδωκε στη δημοκρατία του Σόλωνα το χρίσμα να γίνει το αρχέτυπο των πολιτευμάτων μέσα στο ξετύλιγμα της πολιτικής περιπέτειας του ανθρώπου.

Εάν οι διανοητές και οι επιστήμονες που γράψανε τα περισπούδαστα έργα για την ηθική και την πολιτική, από την Πολιτεία του Πλάτωνα ως την Ηθική του Σπινόζα και το Κεφάλαιο του Μαρξ, είχαν αγνοήσει το πλήθος των στοιχείων που ερεύνησαν, και δούλευαν μόνο την ιδέα της Δίκης, θα μας είχαν δώσει πολύ πιο φιλάνθρωπο, αδρό, και τελεσφόρο έργο για τη δίκαιη πολιτική μας συγκατοίκηση.

Γιατί όλα τα άλλα πολιτικά σημαίνοντα σε σύγκριση με την ιδέα της Δίκης επουσιώνονται, ξεθωριάζουν, απομαγνητίζονται, δευτεραγωνιστούν.

Η Δίκη, παρότι απεριχώρητη έννοια, είναι απλή. Όπως συμβαίνει με όλα τα θεμελιώδη του κόσμου.

Δίκη θα ειπεί να συμπεριφέρεται μετρημένα ο άνθρωπος στη σχέση του με τον εαυτό του, στη σχέση του με το συνάνθρωπο, και στη σχέση του με τα φαινόμενα και τις δράσεις του κόσμου. Η πράξη του να τον υψώνει σταθερά στο επίπεδο της φυσικής αληθινότητας.

Δίκη θα ειπεί να μη χαρίζεσαι ποτέ στον εαυτό σου μπροστά στο άδικο, στο ψέμα, στην αδυναμία, σ’ αυτό που το νομίζεις συφέρο σου. και όλες σου τις επιθυμίες να τις αφήνεις να ευδοκιμήσουν και να αυξηθούν όσο και το μπόι σου. Ούτε χιλιοστό περισσότερο.

Αν είναι να μάθουμε τα παιδιά μας αυτή τη Δίκη, τότε χαλάλι να κλείσουμε τα σχολεία. Να καταργήσουμε τα μαθήματα. Να κόψουμε τη γλώσσα στις μάνες, στους σοφούς, και στους δασκάλους. Που όλο μας ορμηνεύουν και όλο μας κανοναρχούν. Και να πιαστούμε να φυτέψουμε το δέντρο της στις απλωσιές της γης. Παντού.

Στην εποχή του Σόλωνα το λουλούδι που έδωκε στην πόλη του αυτό το φυτό ήταν ένας τρόπος ζωής δύσκολης, περήφανης, τρισεύγενης, και τραγικής. Η τραγωδία στο θέατρο γεννήθηκε στην Αθήνα επί Σόλωνος.

Και αντίστοιχα ο καρπός που έδωκε αυτό το φυτό, ο νόστιμος και ο στυλωτικός καρπός, ήταν η επόμενη μέρα της μάχης στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Τότε που η νίκη και η ιαχή της ζωής ανέβασαν τον άνθρωπο και την πόλη του στην κορυφή της φύσης. Τι θρίαμβος !

Και ακόμη αυτό. Επειδή η δυνατότητα του εχθρού μας γίνεται ο άριστος συνήγορος της αξίας μας, είναι χρήσιμο να θυμίσω πως στη μακριά μέρα της δημοκρατίας του Σόλωνα εκράτησε η τυραννίδα των Πεισιστρατιδών. Από τις δέκα το πρωΐ ως τις πέντε το απόγευμα την Αθήνα την κυβέρνησαν ηγεμόνες.

Ωστόσο αυτή η τυραννίδα, ετούτος ο χολεριασμένος γεωργιανός χωροφύλακας που είπε κάποτε για το Στάλιν ο Λένιν, είναι η ματρυρία και το δοκίμιο του θριάμβου της δημοκρατίας του Σόλωνα. Γιατί δεν κατάφερε να τη ζημιώσει. Δεν την επήρωσε σε χέρι, ή πόδι, ή μάτι.

Αντίθετα, η σκουριά του δεσποτισμού των Πεισιστρατιδών έδειξε άπεφθο το χρυσό της δημοκρατίας του Σόλωνα.

[1] Δ. Λιαντίνης, τα ελληνικά, σελ. 168-169, εκδόσεις Βιβλιογονία 1992.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

περί κράτους, δικαιοσύνης και πατρίδος

Δι’ αυτά πολεμήσαμεν[1]

Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι’ ένα βασιλόπουλο ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρον, τάχαν πάρη κάτι στρατιώτες και εις τ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων, χίλια τάλαρα γύρευαν. Άντεσα κ’ εγώ εκεί, πέρναγα, πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: «Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτήτε να βγουν από την πατρίδα μας. Δι’ αυτά πολεμήσαμεν». Βγάζω και τους δίνω τρακόσια πενήντα τάλλαρα, κι’ όταν φιλιωθούμεν με τον Κυβερνήτη, ότι τρωγόμαστε, τα δίνω και σας δίνει ό,τι του ζητήσετε διά να μείνουν εις την πατρίδα απάνου. Και τάχα κρυμμένα. Τότε με την αναφορά μου τα πρόσφερα του Βασιλέως να χρησιμέψουν διά την πατρίδα.

«Εγώ δεν θέλω βαθμόν, δούλεψα την πατρίδα μου όσο που κόλλησα εις τον βαθμόν του στρατηγού με κίντυνους και με πληγές και με θυσίες. Τον πέταξα και μπήκα εις τον ταχτικόν απλός στρατιώτης διά να πάγη ομπρός. Αυτό σου είναι γνωστό από τον Φαβγέ κι’ αλλούς και είναι και η αναφορά μου εις τα πραχτικά της Κυβέρνησης και οι ‘φημερίδες το λένε. – Μου λέγει, το ξέρω. – Και εις την ημέρα του Βασιλέως μου πάλε κάνω τον ίδιον. – Λέγει, ο Βασιλέας δεν θέλει να τον δουλέψουν οι αξιωματικοί ως απλοί στρατιώτες. Ο βαθμός οπού θα δώση εις τους Έλληνες ο πρώτος είναι του ταγματάρχη και δεν είναι άλλος βαθμός ανώτερος. – Μ’ όρκισες εις το όνομα της πατρίδας μου και του Βασιλέως μου να σου ειπώ τί γνωρίζω και θα σου το ειπώ ελεύτερα και με σέβας, και εις την αλήθεια μου και τον θάνατον τον δέχομαι, ότι, σου είναι γνωστόν, πολλές βολές πλησίασα εις αυτόν και δεν με πήρε, και τον καταφρονώ εις το εξής και πεθαίνω εις την αλήθεια μου. Αυτούς τους βαθμούς οπού μου λες, γκενεράλη μου, είναι αδικία εις τους αγωνιστάς, ότι ετούτος ο τόπος, οπούρθε ο Βασιλέας να βασιλεύη και του λόγου σας Αντιβασιλείς, ήταν σκλαβωμένος τόσα χρόνια από τους Τούρκους και είχε γένη ρουμάνι, βάλτος, αγκάθια, κι’ αυτείνοι οι αγωνισταί τον δούλεψαν με το ψωμί τους, με το τζαρούχι τους, με το ντουφέκι τους, με το φουσέκι τους, γιόμωσαν, επότισαν την γης αίμα, την Τουρκιά και σκλάβους τούρκεμα τους Χριστιανούς. Και οι σκοτωμένοι άφησαν χήρες γυναίκες και αρφανά, κ’ εκείνοι οπούταν νοικοκυραίγοι έγιναν διακοναραίγοι, ότι θυσιάσαν το δικόν τους εις τα δεινά της πατρίδος, όταν κιντύνευε. Από αυτούς υπάρχει η πατρίδα, από τους αγωνιστάς. Τους άλλους, τους διαφταρμένους, τους γνωρίζεις η Εξοχότη σου πολύ καλά. Διά να ρουφήξουν την πατρίδα κ’ εθνικά όλο συχνούς εφύλιους πολέμους έκαναν και φατρίες, και είναι άλλος Άγγλος, άλλος Γάλλος κι’ άλλος Ρούσσος. Κι’ αυτό δεν σβένει από αυτούς. διά να το σβέσετε, διά να στερεωθή η πατρίδα κι’ ο βασιλέας, χρειάζεται δικαιοσύνη νάχετε και ‘λικρίνεια και μ’ αυτό κάνετε συντρόφους της πατρίδος όλους τους αγωνιστάς. Κατά τους αγώνες του κάθε ενού να του δώσετε τον βαθμόν οπού απόχτησε με το αίμα του. Κι’ αν έκαμεν κανένας κατάχρησιν, να φτειάσετε μια ‘πιτροπή, να κάμη μίαν τοπική συνέλεψη και να διορίση τους πλέον καλύτερους του τόπου, οπού να ξέρη ποιος αγωνίστη, ποιος σκοτώθη, ποιος σκλαβώθη και τί φαμελιά έχει ο καθείς, ποιος έκανε το εμπόριόν του και δεν έλαβε μέρος είς τον πόλεμον, ποιον καπετάνο είχε η κάθε επαρχία και τί μιστούς έχει πλερώση και τί του πλέρωσε η Διοίκηση. Κι’ από ένας από αυτούς της κάθε επαρχίας με τους τοπικούς καταλόγους – και να ξέρη και της εθνικές γες – να συνταχτούν απ’ ούλες της επαρχίες και να τους βάλετε σε έναν όρκον, να τους ειπήτε όποιος κρύψη αυτά και τα υποστατικά τα εθνικά θα παιδεύεται κακά. Κι’ αυτούς όλους να τους κάμετε μίαν επιτροπή και να πάρουν και τα πρωτόκολλα του Κράτους και να βάλουν κ’ έναν πρόεδρον με συνείδηση και να καθίσουνε να τηράξουνε ποιος δούλεψε, ποιος τήραγε το εμπόριόν του και τώρα ζητεί δικαιώματα. Κι’ αφού η ‘πιτροπή ιδή όλα αυτά, τότε να δικαιώση τους αγωνιστάς, θαλασσινούς και στεργιανούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς. να δώσετε εις τους απλούς πενήντα στρέμματα γης, οπούναι μιλλιούνια και κάθεται χέρσα, κι’ από πεντακόσια ως χίλια γρόσια, οπούναι το τέλλαρον είκοσι ένα και μισό γρόσι. Και κατ’ αναλογίαν να πάτε από τον απλόν στρατιώτη ως τον βαθμό του χιλιάρχου, αυτόν τον βαθμόν οπού γνώρισε κι’ ο Καποδίστριας. Διά της κατάχρησες των εθνικών πραμάτων, οπού έγιναν καμπόσοι κόντηδες, οπού ήταν καντιποτένιοι, να τα πάρετε οπίσου, αφού τους δώσετε βαθμόν και γης και χρήματα, τότε να τους ζητήσετε αυτά. Κι’ ό,τι ζητεί από το Έθνος ο κάθε οπλαρχηγός, από μιλλιούνι και κάτου, αφού του πλερώνετε το δίκιον του και τους στρατιώτες και χήρες των σκοτωμένων κι’ αρφανά, άλλο τίποτας δεν του χρωστάγει η πατρίς. Και μ’ αυτό πλερώνετε όλους τους αγωνιστάς και χήρες κι’ αρφανά κι’ όσους θυσιάσαν από αυτές της ‘πηρεσίες, και βάλτε το πολύ δυο τρία ή και τέσσερα μιλλιούνια γρόσια να πλερωθούν όλοι και να λευτερώσετε από της μεγάλες απαίτησες του κάθε ενού την πατρίδα. Κι’ αφού κάμετε αυτά, τότε θέλετε στρατέματα ; Πέστε του κάθε ενού: «Ό,τ’ είχετε να λάβετε διά τους αγώνες σας και θυσίες το λάβετε από την πατρίδα σας ως αγωνισταί. Τώρα θα μπήτε εις την ‘πηρεσία ως κοπέλια της πατρίδας, τούτα τα χρέη θα κάνετε, τούτον τον μιστόν θα παίρνη ο καθείς. Αν δουλέυη τιμίως, θα δοξάζεται, ατίμως, τότε οι νόμοι θα τον κρίνουν». Και μ’ αυτόν τον τρόπον θα γενούν οι Έλληνες νοικοκυραίγοι και θα πλουτήνη και το ταμείον, και η πατρίδα θα φύγη από «τα δικαιώματά μας», οπού ζητεί ο καθένας. Κ’ εγώ έχω να λάβω διά παλιούς μιστούς πολλές χιλιάδες γρόσια – αύριον φκείανω την αναφορά μου και τα προσφέρνω εγώ πρώτος και δίνω το παράδειγμα».

[1] Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Βιβλίο Γ΄

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Παρθενώνας η χώρα όλη ...

αρχαιολογικές επιδρομές[1]

Οι επιδρομές κατά των ελληνικών αρχαιοτήτων θα εξελιχθούν σε καταστροφική θεομηνία εξαιτίας του ανταγωνισμού των δυτικών Δυνάμεων, κυρίως της Γαλλίας και της Αγγλίας. Αγώνας δρόμου για τη λεηλασία των αρχαίων μνημείων. Αυτή η συλλεκτική αντιπαλότητα θα φτάσει ως την προμελετημένη καταστροφή αρχαιολογικών ευρημάτων, για να μην περιπέσουν σε «εχθρικά» χέρια. Το 1729 ο απεσταλμένος του Λουδοβίκου ΙΕ΄ αββάς Φουρμόν, βασιλικός βιβλιοθηκάριος και μέλος της Ακαδημίας Επιγραφών και Καλών Τεχνών, κατέστρεψε ενεπίγραφα μάρμαρα στην Πελοπόννησο επειδή κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αρχαιολογούσε εκεί κάποιος Άγγλος ερευνητής. Είναι εξακριβωμένο ότι στη Σπάρτη, αφού αποτύπωνε τις επιγραφές, εξαφάνιζε με καλέμι τα γράμματα. Αλλά δεν περιοριζόταν στην εξάλειψη των αρχαίων επιγραφών. Κατέστρεψε ολόκληρα μνημεία για να μην επωφεληθούν άλλοι από τα δικά του ευρήματα. Και διαλαλεί τους βανδαλισμούς του χωρίς δισταγμό και αίσθημα ενοχής. Αντίθετα είναι υπερήφανος[2].

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα βάρβαρο πολιτιστικό ιμπεριαλισμό και μια μανία καταστροφής που θυμίζει τον αφανισμό των αρχαίων κέντρων λατρείας κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες από τους Βησιγότθους του Αλάριχου υπό την καθοδήγηση «των τα φαιά ιμάτια εχόντων» ιερωμένων. Τα φαιά έφερε και ο Γάλλος αββάς. Εκτελούσε αποστολή. Είχε, όπως γράφει στον καρδινάλιο Φλερύ, εντολή του βασιλιά του ! «Το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε κτίσματα που, κατά τη γνώμη μου, έκρυβαν θησαυρούς για τα Γράμματα. Ήταν κίονες, ανάβαθρα, ενεπίγραφες μετόπες. Να αφήσω όλα αυτά σε άλλους – γιατί δεν είμαι εδώ ο μόνος ερευνητής – θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου. Θα σήμαινε πως είναι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκτελέσω τις διαταγές του».

Ποιες ακριβώς διαταγές είχε ο Γάλλος βάνδαλος ; Να καταστρέψει τα αρχαία μνημεία για να μη μελετηθούν και πρωτοεμφανισθούν από τους Άγγλους ; Είναι γνωστό ότι η αγγλογαλλική εχθρότητα ήταν αχαλίνωτη. Λίγα χρόνια πριν, στο τέλος της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄, ένας πράκτορας έγραφε από την οθωμανική Ανατολή ότι χρειάζονταν για τις αρχαιοσυλλεκτικές αποστολές ειδικοί και πεπαιδευμένοι άνδρες και όχι άξεστοι έμποροι. Γιατί θα μας ξεπεράσουν οι Άγγλοι. «Αυτοί είναι σοφοί, πλούσιοι, ανοιχτοχέρηδες. Ταξιδεύουν και συγκεντρώνουν αρχαιότητες εις βάρος μας».

Το 1788 ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Σουαζέλ Γκουφφιέ, εφοδιασμένος με σουλτανικό φιρμάνι, επιχειρεί διαμέσου του προξένου της Γαλλίας στην Αθήνα Φωβέλ, να αποσπάσει γλυπτά από τον Παρθενώνω. Κατά τη διάρκεια των εργασιών στην κορυφή του ναού κατέρρευσε μια μετόπη. Το περιστατικό αναφέρεται σε υπόμνημα σχετικά με την καταστροφική επιδρομή του Έλγιν στην Ακρόπολη, 20 χρόνια αργότερα: «Γάλλοι τεχνίτες προσπάθησαν να αφαιρέσουν πολλά γλυπτά από διάφορα κτίσματα του φρουρίου και κυρίως από τον Παρθενώνα. Αλλά ενώ κατέβαζαν μια μετόπη, η συσκευή αστόχησε και τα γλυπτά κατέπεσαν και θρυμματίσθηκαν». Τα υλικά και τα εργαλεία των Γάλλων, τους μακαράδες και τις σκάλες θα χρησιμοποιήσουν οι πράκτορες του Έλγιν το 1801 για να ολοκληρωθεί η καταστροφή που άρχισαν οι Βενετοί το 1687. Οι άνθρωποι του Σουαζέλ Γκουφφιέ στην Αθήνα είχαν καταρτίσει σχέδιο μεταφοράς στο Παρίσι ολόκληρου του Θησείου. Αλλά δεν πρόλαβαν. Και όμως ο βάνδαλος συλητής Σουαζέλ Γκουφφιέ θεωρείται μεγάλος φιλέλληνας. Και δόθηκε το όνομά του σε μια αθηναϊκή οδό. Επειδή υπήρξε αρχαιολάτρης !

Ένα χρόνο πριν την Επανάσταση γαλλικό άγημα φόρτωνε σε πολεμικό, με την απειλή των όπλων, στο λιμάνι της Μήλου το περιλάλητο άγαλμα της Αφροδίτης. Ο πλοίαρχος Ματτερέ αφηγείται πώς ακρωτηριάσθηκε στο μουράγιο το γλυπτό στις 23 Μαΐου 1820: «Το άγαλμα είχε κιόλας μεταφερθεί στο γιαλό … Αν από θαύμα ζωντάνευε η θεά θα έκλαιγε πικρά καθώς την έσερναν στη βραχουριά, την αναποδογύριζαν και την κατρακυλούσαν άνθρωποι σε έξαλλη κατάσταση. παραλίγο να γκρεμιστεί στη θάλασσα … Ακολούθησε πανδαιμόνιο γύρω από το κασόνι με την Αφροδίτη. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να παραδώσουν το άγαλμα. Ο κυβερνήτης του πολεμικού «Εσταφέτ», άνθρωπος πολύ δραστήριος, κραυγάζει: - Ναύτες, πάρτε το κασόνι και ρίχτε το στη λέμβο ! Τότε άρχισε η μάχη. Σπαθιά και ρόπαλα ανέμισαν. Ο δύστυχος παπάς δέχτηκε πολλά χτυπήματα στο κεφάλι και τη ράχη. Το ίδιο και οι Έλληνες που έσκουζαν σπαρακτικά ζητώντας βοήθεια από το Θεό … Ο πρόξενος της Γαλλίας στη Μήλο, αρματωμένος με σπαθί κι’ ένα χοντρορόπαλο, πολεμούσε καλά. Κόπηκε ένα αφτί, το αίμα κυλούσε. Και μέσα σ’ αυτή τη μάχη οι ναύτες τραβολογούσαν το κασόνι που τραμπαλιζόταν και έπεφτε δεξιά και αριστερά και το μετέφεραν στο «Εσταφέτ». Εκεί έχασε η Αφροδίτη το αριστερό της χέρι».

[1] Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια, μέρος Β΄, σελ. 370-372, Αθήνα 1990.
[2] Το 1730 γράφει θριαμβικά στο φίλο του Φρερέ για την καταστροφή αρχαίων μνημείων στη Σπάρτη. «Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμελίωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πόλη δεν απόμεινε πια λίθος επί λίθου. Εδώ και ένα μήνα συνεργεία από τριάντα και μερικές φορές σαράντα ή εξήντα εργάτες γκρεμίζουν, καταστρέφουν, εξολοθρεύουν τη Σπάρτη … Αυτή τη στιγμή είμαι απασχολημένος με την τελευταία καταστροφή της Σπάρτης … Έψαξα να βρω τις αρχαίες πόλεις αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές … Γκρεμίζοντας τα τείχη και τους ναούς της, μη αφήνοντας λίθον επί λίθου θα κάνω αγνώριστο αυτό τον τόπο. Αλλά εγώ τουλάχιστον ξέρω πώς θα την αναγνωρίσω … Τώρα ασχολούμαι με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. Βρίσκω κάθε μέρα θαυμαστά πράγματα. Δεν μετανιώνω. Θα καταστρέψω και άλλους ναούς αν με αφήσουν» [Henri Omont, Missions archeologiques francaises en Orient, Paris 1902, τ. Α΄, σ. 618 κ.ε.]

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

το παρελθόν και το μέλλον

Το παίγνιον της μοίρας[1]

Το καθετί κατ’ ανάγκην είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει, είτε θα συμβεί είτε δεν θα συμβεί[2].

Με τα λόγια αυτά ο Αριστοτέλης περιέγραψε την μοιρολατρική στάση απέναντι στα πράγματα του κόσμου. Στον αιώνα μας ο Gilbert Ryle διατύπωσε την αντίληψη αυτή ως εξής :

Ο,τιδήποτε κάνει κανείς, ο,τιδήποτε συμβαίνει οπουδήποτε δεν θα μπορούσε να μη γινόταν ή να μη συνέβαινε, εάν ήταν αλήθεια εκ των προτέρων ότι επρόκειτο να γίνει η επρόκειτο να συμβεί. Έτσι, το καθετί, συμπεριλαμβανομένης της κάθε πράξης μας, έχει οριστικώς εγγραφεί πριν από οποιανδήποτε ημερομηνία θέλεις εσύ να επιλέξεις. Ο,τιδήποτε υπάρχει ήταν (γραφτό) να υπάρξει. Έτσι, ο,τιδήποτε συμβαίνει δεν θα μπορούσε να έχει υποβοηθηθεί για να συμβεί, και ο,τιδήποτε πράγματι δεν έχει γίνει δεν θα μπορούσε να έχει γίνει[3].

Η αίσθηση του μοιραίου μας είναι λίγο-πολύ οικεία στον καθημερινό μας βίο. Έτσι, δεν είναι σπάνιο, σε κάποια στιγμή απελπισίας, να παραιτηθεί κανείς από κάθε προσπάθεια στη ζωή του, λέγοντας «ό,τι είναι να γίνει θα γίνει». Ή ας σκεφτούμε την περίπτωση όπου κάποιος δεν κόβει το τσιγάρο, διότι : αν μεν είναι να πεθάνει (πριν από την ώρα του, όπως λέμε), θα πεθάνει και, τότε, δεν υπάρχει λόγος να κόψει το τσιγάρο, αν δε δεν είναι να πεθάνει (πριν από την ώρα του), δεν θα πεθάνει, οπότε είναι άσκοπο να κόψει το τσιγάρο. Ωστόσο, αυτού του είδους οι καθημερινές μοιρολατρικές αποφάνσεις κάθε άλλο παρά πειστικές είναι. Συγκεκριμένα, ο αφορισμός κάθε άλλο παρά πειστικές είναι. Συγκεκριμένα, ο αφορισμός «ό,τι είναι να γίνει θα γίνει» είναι προφανώς μια ταυτολογία, και γι’ αυτό, βέβαια, είναι κατ’ ανάγκην αληθής. Αλλά οι ταυτολογίες δεν μας λένε τίποτε, δεν μας παρέχουν καμιά πληροφορία για το τί συμβαίνει πράγματι στον κόσμο. Οι μοιρολατρικές αποφάνσεις, όμως, υποτίθεται ότι έχουν πληροφοριακό χαρακτήρα, ότι διατυπώνονται για να μας πληροφορήσουν περί του τί ακριβώς θα συμβεί και πότε συγκεκριμένα θα συμβεί. Όσον αφορά, εξάλλου, σε περιπτώσεις σαν αυτές του καπνιστού, αποσιωπάται ένας βασικός παράγων, ο οποίος ενδεχομένως να είναι εκείνος που τελικώς καθορίζει την πορεία των πραγμάτων. Το γεγονός, δηλαδή, ότι καπνίζει κανείς μπορεί να είναι ακριβώς η αιτία για την οποία θα πεθάνει πριν από την ώρα του.

Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι είναι πεπεισμένοι ότι δεν μπορούν ν’ αλλάξουν το παρελθόν τους, ότι ένα γεγονός που συνέβη δεν είναι δυνατόν ν’ αναιρεθεί ή να μεταβληθεί με κανέναν τρόπο, ενώ, αντιθέτως, πιστεύουν ότι, μέχρις ενός βαθμού, μπορούν αυτοί να καθορίσουν την εξέλιξη των πραγμάτων στο μέλλον. Αλλά, ο Taylor ισχυρίζεται, η διαφορετική αυτή στάση των ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα του παρελθόντος και στα πράγματα του μέλλοντος υπαγορεύεται από ψυχολογικούς και επιστημονικούς λόγους, αλλιώς, λογικά, δεν διαφέρουν τα μεν από τα δε. Συγκεκριμένα, εξηγεί ο Taylor, έχομε εθιστεί στην ιδέα ότι το παρελθόν είναι δεδομένο και ότι κάθε απόπειρά μας να το τροποποιήσομε είναι μάταιη. Πέρα δε από τον ψυχολογικό αυτόν εθισμό, ο τρόπος τον οποίο έχομε στην διάθεσή μας, προκειμένου να προσεγγίζομε τα γεγονότα του παρελθόντος και να βεβαιωνόμαστε για την ύπαρξή τους, είναι ασφαλέστερος από τον τρόπο που διαθέτομε, προκειμένου να προσπελάζομε τα πράγματα του μέλλοντος. Ορισμένως, η μνήμη, η οποία είναι μια από τις βασικές λειτουργίες με τις οποίες γνωρίζομε τα πράγματα, αναφέρεται μόνο στο παρελθόν. η πρόγνωση, που αφορά στο μέλλον, δεν μπορεί ασφαλώς να μας εξασφαλίσει γνώση[4]. Έτσι, συμβαίνει να ξέρομε περισσότερα για το παρελθόν από όσα για το μέλλον. Ωστόσο, «μπορούμε να φανταστούμε ένα είδος ανθρώπων, των οποίων η γνώση για το μέλλον είναι δυνατόν να συγκριθεί με την γνώση που έχομε εμείς για το παρελθόν, ενώ το παρελθόν γι’ αυτούς έχει σκεπαστεί από σκοτάδι και μυστήριο. Οι άνθρωποι αυτοί θα εύρισκαν απόλυτα φυσικό να είναι μοιρολάτρες για το μέλλον και να θεωρούν το παρελθόν σαν κάτι μυστηριώδες και γεμάτο από εναλλακτικές «δυνατότητες». Θ’ αντιμετώπιζαν με τον μεγαλύτερο σκεπτικισμό κάθε φιλοσοφικό επιχείρημα, το οποίο θα προεβάλλετο, προκειμένου να δειχθεί ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για το παρελθόν»[5]. Μιλώντας έτσι ο Taylor δεν έχει σαν στόχο, βέβαια, ν’ αμφισβητήσει την πραγματικότητα του παρελθόντος και την μοιρολατρική στάση των ανθρώπων απέναντι σε ό,τι έχει συντελεστεί. Εκείνο που επιχειρεί είναι … να εξισώσει λογικά το μέλλον προς το παρελθόν έτσι, ώστε να είμεθα υποχρεωμένοι να συμπεριφερόμεθα απέναντι στο μέλλον με τον ίδιο μοιρολατρικό τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζομε το παρελθόν. Κατά τον Taylor, οι προτάσεις που διατυπώνομε για το μέλλον συνεπάγονται τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται με την ίδια λογική αναγκαιότητα με την οποίαν οι προτάσεις που διατυπώνομε για το παρελθόν συνεπάγονται τα γεγονότα στα οποία αντιστοιχούν.

[1] Πελεγρίνης, Θεοδόσιος Ν., Άνθρωποι, ζώα, μηχανές, σ.σ. 14 κ. ε., εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1987.
[2] Αριστοτέλης, περί ερμηνείας, 9, 19a.
[3] Ryle, Gilbert, Dilemmas, σελ. 15, Cambridge University Press, 1960.
[4] Πελεγρίνης, Θεοδόσιος Ν., Κεφάλαια ηθικής φιλοσοφίας. Η αυτονομία του ηθικού λόγου, σς. 233 κ.ε., Αθήναι 1980.
[5] Taylor, Richard, Metaphysics, s. 69, (Prentice-Hall, Englewood Cliffs, NJ 1963).

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

πολιτική φιλοσοφία

ο επίβουλος φιλελευθερισμός κι ζωτική καταπίεση[1]

Η καταπίεση, συνήθιζε να λέει ο Σολζενίτσιν, παράγει πολύ πιο μεγάλες προσωπικότητες απ’ όσο η επίβουλη γλυκύτητα του φιλελευθερισμού. Δίχως να φτάνουμε στο σημείο να ευχόμαστε την καταπίεση, είναι επικίνδυνο και να εμμένουμε στις συνέπειές της, να εγκλείουμε τα άτομα στο ρόλο του θύματος, πράγμα που τους απαγορεύει να βγουν απ’ αυτόν. Όταν λες «υποφέρω φρικτά» τη στιγμή που δεν υποφέρεις και τόσο, αφοπλίζεσαι εκ των προτέρων, γίνεσαι ανίκανος να αντιμετωπίσεις μια πραγματική δοκιμασία (εξ ου και η διάδοση της ιατροθεραπείας των δυσκολιών, η αναγωγή του ηρεμιστικού σε παγκόσμιο φάρμακο). Η αναγνώριση της ευθραυστότητάς μας δεν πρέπει να σκοτώσει μέσα μας το πνεύμα της αντίστασης. Και σήμερα έχουμε ανάγκη από σκέψεις που ενισχύουν την ενεργητικότητα, την ευφροσύνη, τη χαρά. Έχουμε ανάγκη από ευθυμία, ιλαρότητα, ευδία. Απέναντι στη θυματική ρητορική που εξαντλείται στην ίδια την έκφρασή της, οφείλουμε να αντιτάξουμε τον πολιτικό λόγο που προσανατολίζει τα παράπονά μας προς μια λογική έκβαση, μια βιώσιμη διέξοδο, και μας επιτρέπει να διατυπώσουμε τη δυστυχία μας με μετρημένα λόγια για να μπορέσουμε να την ξεπεράσουμε. Το χαυνωτικό αναμάσημα των προβλημάτων μας, αυτός ο νοητικός αυνανισμός μας απαγορεύει να διακρίνουμε ανάμεσα στο μεταβλητό που εξαρτάται από τη θέλησή μας, και το αμετάβλητο που δεν εξαρτάται από εμάς. Κάθε ατυχία βιώνεται σαν ένα αναπόδραστο πεπρωμένο. Το άτομο δεν είναι μεγάλο παρά μονάχα όταν συμμετέχει σε κάτι που το υπερβαίνει – όπως είναι η πολιτική διακυβέρνηση – και δεν μένει εντοιχισμένο στον εαυτό του αλλά αποδέχεται τις φροντίδες των γύρω του και. πιστεύοντας πως κερδίζει μια περίσσια αυτοπεποίθηση, αποκομίζει μια περίσσια ευθραυστότητα. Ξέρουμε από τον Τοκεβίλ πως είναι παραλογισμός να συγχέουμε τον ατομικισμό με τον εγωισμό: ο εγωισμός αποτελεί ένα αιώνιο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης ενώ ο ατομικισμός είναι ένα πρόσφατο μόρφωμα στην ιστορία των πολιτισμών. Είθε το σύγχρονο άτομο να είναι τουλάχιστον εγωιστικό, να διατηρήσει τουλάχιστον αυτό το ελάχιστο της ζωτικότητας, του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης. Ζούμε το παράδοξο ενός εγωισμού που τελικά σκοτώνει το εγώ, από τη μανία του να το προφυλάξει με κάθε τίμημα, να το προστατεύσει ακόμα κι από την παραμικρή αντιξοότητα.

Η απόδειξη: όσο περισσότερο αυξάνει η ασφάλεια τόσο περισσότερο αυξάνει και η ανάγκη της προφύλαξης ενάντια σε μια πολύμορφη εναντιότητα που μπορεί να ξεπηδήσει από παντού. Όσο λιγότερο εκτίθεται, τόσο περισσότερο ο σύγχρονος άνθρωπος νιώθει πως κινδυνεύει. Ο φόβος της αρρώστιας εξαπλώνεται παράλληλα με τις προόδους της επιστήμης, οι πρόοδοι της επιστήμης γεννούν ένα παράλογο άγχος για κάθε είδους παθογένειες, καταντούμε να «υποφέρουμε από υγεία», όπως έλεγε ο Ζωρζ Ντιαμέλ το 1930 ήδη[2]. Κοντολογίς, οι φανταστικοί κίνδυνοι παλλαπλασιάζονται τη στιγμή ακριβώς που ελέγχουμε καλύτερα τους πραγματικούς. Πέρα από κάποιο όριο, τα σύνεργα της απελευθέρωσής μας μεταστρέφονται σε όργανα μείωσής μας. Και ζούμε το λυκόφως της μεγάλης φιλελεύθερης επανάστασης των λυρικών χρόνων: Η διεκδίκηση της αυτονομίας υποχωρεί μπροστά σε μια φρενιασμένη αναζήτηση συμπαράστασης, το θάρρος του αυτοκαθορισμού καταλήγει στην καλλιέργεια μιας μικρής δειλής ευτυχίας βασισμένης στη νωθρότητα και την προφύλαξη. Αυτός που ήθελε να κυριαρχήσει στον εαυτό του και στον κόσμο, γίνεται ο σκλάβος των ίδιων του των τρόμων και δεν βρίσκει άλλη διέξοδο από το να καλεί σε βοήθεια και να επιβιώνει στηριγμένος σε κάθε είδους δεκανίκια. Όμως το να είμαι ελεύθερος σημαίνει καταρχήν να απολαμβάνω τους δεσμούς στοργής και αμοιβαιότητας που με ενώνουν με τους ομοίους μου και με κάνουν ένα πρόσωπο φορτωμένο με υποχρεώσεις και ευθύνες που, μόλο που αναχαιτίζουν την ανεξαρτησία μου, την ανανεώνουν και την εμπλουτίζουν. Το να είσαι υποκείμενο σημαίνει επίσης να υπόκεισαι στον άλλον, να μη θεωρείς τον εαυτό σου ελεύθερο απέναντί του, να μπαίνεις σε αυτό το δίκτυο των δώρων, των ανταλλαγών, των υποχρεώσεων, που συνιστά τις ανθρώπινες σχέσεις. Όμως τί απομένει από το άτομο και την υπευθυνότητά του όταν, αλαφρωμένο από κάθε χρέος απέναντι στους άλλους, δεν μπορεί πια να εγγυηθεί για τον ίδιο τον εαυτό του ; Πώς να είσαι ο φύλακας των άλλων όταν δεν αντέχεις πια να είσαι ο φύλακας του εαυτού σου ; «Αν δεν είμαι εγώ για μένα, ποιος θα είναι για μένα ; Αλλά αν είμαι μόνο για μένα, είμαι ακόμα εγώ ;» (Ιλέλ).

[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, ο πειρασμός της αθωότητας, μέρος Β΄ [η δίψα για διωγμούς], κεφ. 4, σελ. 166-168, εκδόσεις Αστάρτη 1995.
[2] Σε μια μελέτη του Κρεντόκ με τον τίτλο «Η σοβαρή ασθένεια φοβίζει όλο και περισσότερο», Νο 51, 31 Αυγούστου 1990, ο Ρ. Ροσφόρ υπογραμμίζει έντονα το γεγονός πως οι πρόοδοι της ιατρικής μεγενθύνουν τους φόβους μπροστά στη σοβαρή ασθένεια που θεωρείται όλο και περισσότερο σαν μια μορφή κατάρας.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Συνεντεύξεις

Ο Ελλήνας[1]

Πώς βλέπετε τον ελληνικό χώρο, τον Έλληνα σήμερα, την ψυχολογία του, τον τρόπο της ζωής του ;

Τι να πρωτοπεί κανείς σε μια τέτοια ερώτηση ; Τον ελληνικό χώρο τον βλέπω απελπιστικά συρρικνωμένο και συρρικνούμενο. Δε φτάνει που μικραίνει η Γη, έχει μικρύνει αντικειμενικά κι η Ελλάδα. Από εγκληματική αβελτηρία της ιθύνουσας τάξης χάθηκε σιγά-σιγά ο μεγάλος Ελληνισμός της διασποράς, ωσότου φτάσαμε στην τραγική Κύπρο. Όσο για το σημερινό Έλληνα – είν’ ένα καλό, λίγο σαχλό και πολύ αγράμματο παιδί. Υπάρχει πολύ ταλέντο στην Ελλάδα, αλλά πάει χαμένο από έλλειψη παιδείας, καλλιέργειας. Κάθε μέρα σκοντάφτω σε πράγματα που μ’ εξοργίζουν. Τις προάλλες είδα στη βιτρίνα ενός μαγαζιού ένα χαρτόνι, κι απάνω έγραφε: Ζητήτε νεαρή πωλήτρια. Μπήκα μέσα, μου λέει κάποιος, μπορώ να σας εξυπηρετήσω ; Λέω, ναι, θέλω μια νεαρή πωλήτρια. Μου λέει, έχετε όρεξη γι’ αστεια, κύριε. Λέω, όχι, έτσι γράφετε στη βιτρίνα. Μου λέει, ζητάμε εμείς πωλήτρια, δεν πουλάμε πωλήτριες. Του λέω, έτσι που το ‘χετε γράψει, πρέπει να πουλάτε. Το «τε», του λέω, θέλει «αι». μου λέει είναι γραμμένοι στη δημοτική. Του λέω είν’ απλώς ανορθόγραφο. Α φύγ’ από δω ρε, μου λέει, που θα μας μάθεις εσύ να γράφουμε ! … Καταλαβαίνετε, είμαστε βρωμολαός – ξυνισμένος. Έχουμε χάσει τον πρωτογονισμό μας. Οι Τούρκοι, ας πούμε, είναι πρωτόγονοι, εμείς δεν είμαστε. Είμαστε ξεπεσμένοι άρχοντες, που ενώ ξέρουμε ότι υπήρξαμε άρχοντες, συγχρόνως αναγκαζόμαστε οι φουκαράδες να αγωνιστούμε για μικροπράγματα, ενώ όλο μας το ένστικτο μας λέει «μην αγωνίζεσαι, δεν αξίζουν τον κόπο».

Ρωτάμε, για να προσδιορίσουμε το βαθμό της αυτογνωσίας μας. Γιατί συμβαίνουν γύρω μας πράγματα, που δείχνουν ότι δεν ξέρουμε τι μας γίνεται.

Ας μη μιλάμε γι’ αυτογνωσία στην Ελλάδα. Η αυτογνωσία χρειάζεται στην Ελλάδα. Η αυτογνωσία χρειάζεται αυτοκριτική, η αυτοκριτική χρειάζεται δύναμη και σεμνότητα, ελευθερία και παιδεία. Αλλ’ οι κοινωνικοπολιτικές μας δομές, αντί να αποθαρρύνουν, εκτρέφουν όλα μας τα ελαττώματα, όλα μας τα πλέγματα – το «φιλότιμο» με την αρνητική του έννοια, την ιδιότυπη αντίληψη που έχουμε περί «ανδρισμού» – το νταηλίκι.

Νομίζετε ότι σ’ αυτό φταίει ο Έλληνας ;

Ε, ποιος φταίει, οι μεγάλες δυνάμεις ; Βέβαια, φταίει κι η Τουρκοκρατία που εξέθρεψε το χαφιεδισμό. Φταίει η ιθύνουσα τάξη – αλλά κι αυτή κομμάτι του ελληνικού λαού δεν είναι ; Φταίει η μαμά κι ο τρόπος που ανατρέφει τα παιδιά της. Έχω προσέξει ότι ακόμα και τα μωρά εδώ στην Ελλάδα κλαίνε πιο γοερά απ’ τα μωρά στις δυτικές χώρες. Έχω παρατηρήσει μερικά ενδιαφέροντα εθνικά χαρακτηριστικά. … Ύστερα, φταίει κι η εξωστρέφεια του Ρωμιού, η οποία νομίζω δε μπορεί ν’ αλλάξει με καμιά παιδεία. Εκείνο που μπορεί ν’ αλλάξει με την παιδεία είναι να τελειοποιήσουμε αυτό που είμαστε ή τουλάχιστον να το αναγνωρίσουμε και να το εκμεταλλευτούμε, να το κάνουμε τέχνη, κάτι.

Μήπως είμαστε ανατολίτες ;

Όχι. Απλώς υπανάπτυκτοι, όπως οι ανατολίτες. Δεν είμαστε ανατολίτες, επειδή μας απωθεί κάθε λογής μυστικοπάθεια κι επειδή είμαστε ατομιστές. Αυτό που κυρίως μας διακρίνει από τους Ευρωπαίους είναι αυτή η εξωστρέφεια που έχουμε και η έλλειψη παιδείας και η επιπολαιότητα, η οποία μας έκανε να πετάξουμε από το παράθυρο μια θαυμάσια κουλτούρα που είχαμε και που θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε – και μιμούμαστε τους ξένους τρόπους, τους χειρότερους που θα μπορούσες να φαντασθείς, και είμαστε και πείσμονες, αυτό το πείσμα που στην Ελλάδα λέγεται χαρακτήρας και που σημαίνει έλλειψη σκέψης, ανικανότητα για σκέψη. … Από κει κι έλλειψη πειθαρχίας και περιφρόνησης του γενικού συμφέροντος – που αποβαίνει φυσικά εις βάρος και καθενός χωριστά.

[1] Κώστα Ταχτσή, Από την χαμηλή σκοπιά, σελ. 242-244, Εξάντας, 1992.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

θεωρητική πολιτική

Οι εξισωτικές ουτοπίες[1]

Την άνοιξη του 133, ο βασιλιάς της Περγάμου, Άτταλος Γ΄ ο Φιλομήτωρ, πέθανε ξαφνικά από ηλίαση. Λίγο αργότερα, απεσταλμένοι από την Πέργαμο έφταναν στη Ρώμη, όπου τότε κορυφώνονταν οι αγροτικές ταραχές, για να διαβιβάσουν στη Σύγκλητο και στο ρωμαϊκό λαό κληρονόμο των κρατών του. Αλλά στην Ασία, κάποιος Αριστόνικος, γιος του Ευμένη Β΄, αρνιόταν ν’ αναγνωρίσει τις αποφάσεις του ετεροθαλούς αδελφού του, και συγκέντρωσε στρατό στον οποίο γρήγορα κατατάχτηκαν «πολυάριθμοι άποροι και δούλοι» στους οποίους υποσχέθηκε ελευθερία, και τους ονόμασε «Ηλιοπολίτες»[2]. Στο γεωγράφο Στράβωνα οφείλουμε αυτή την πληροφορία που προκάλεσε πολλές συζητήσεις, οι οποίες αναφέρονταν περισσότερο στο όνομα που είχε δώσει στους οπαδούς του και λιγότερο στο χαρακτήρα της εξέγερσης του Αριστόνικου. Πράγματι, το ίδιο αυτό όνομα το ξαναβρίσκουμε σε μια παράξενη αφήγηση του Διόδωρου[3], για το ταξίδι ενός κάποιου Ιάμβουλου σε μια χώρα προφανώς φανταστική όπου το βασικό χαρακτηριστικό ήταν η πλήρης ισότητα που βασίλευε μεταξύ των κατοίκων της και η απουσία δούλων. Έμπαινε κανείς στον πειρασμό να συσχετίσει το όνομα των οπαδών του Αριστόνικου με εκέινο των κατοίκων των νησιών που περιγράφει ο Ιάμβουλος, και να επιχειρήσει έτσι να κάνει τον τελευταίο Ατταλίδη οπαδό ενός «ουτοπιστικού εξισωτισμού» που θα ήταν έκφραση ενός ρεύματος σκέψης διαδεδομένου μέσα σε ορισμένους φιλοσοφικούς ή πολιτικούς κύκλους κατά την ελληνιστική εποχή.

Έχουμε ήδη αναφερθεί στις περιστάσεις που ευνόησαν τη γέννηση τέτοιων εξισωτικών ουτοπιών. Η επιδείνωση της κοινωνικής ισορροπίας στην παλιά Ελλάδα, αλλά και στην Ανατολή, όπου οι ιθαγενείς αγροτικές κοινότητες υπόκεινταν σε μια όλο και συστηματικότερη, άρα όλο και σκληρότερη κυριαρχία, ενώ ταυτόχρονο η δουλεία κλασσικού τύπου αναπτυσσόταν στις πόλεις, δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει ταραχές που δεν αρκούσε η «καλή θέληση» του βασιλιά για να γεφυρωθούν. Δεν είναι τυχαίο ότι η ελληνιστική εποχή είναι κι εποχή των μεταρρυθμιστών βασιλέων, των επαναστατών τυράννων. Το πρόβλημα είναι να ξέρουμε σε ποιο βαθμό οι εξισωτικές ουτοπίες, και ιδιαίτερα η ουτοπία του Ιάμβουλου, αποτέλεσαν απάντηση σ’ αυτή την ανισορροπία.

Για να πούμε την αλήθεια, η αφήγηση που αναφέρει ο Διόδωρος δεν είναι και πολύ πρωτότυπη. Ξαναβρίσκουμε σ’ αυτήν θέματα ήδη παλιά, όπως εκείνο της χρυσής εποχής, που περιγράφει ο Ησίοδος και στη συνέχεια ο Πλάτων. Όπως και οι άνθρωποι της χρυσής εποχής, οι κάοτικοι των νησιών του Ήλιου χαίρονται μια αιώνια νεότητα, που μόνο ένας γλυκός θάνατος έρχεται να διακόψει. Δεν πάσχουν από ασθένειες και δεινά, κι αγνοούν το σκληρό νόμο της εργασίας αφού η γη τους παρέχει άφθονα όλα όσα έχουν ανάγκη για να ζήσουν. Μεταξύ τους βασιλεύει η πιο τέλεια ισότητα, κι αν υπάρχει ένα έμβρυο κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, αυτό θυμίζει την ελληνική δημοκρατία με την άσκηση των δημοσίων λειτουργημάτων απ’ όλους διαδοχικά τους πολίτες και τις ιδεώδεις κατασκευές των θεωρητικών. Επιπλέον, αυτή η οργάνωση παραμένει πολύ ασαφής: διανομή των κατοίκων σε φυλές των τετρακοσίων μελών, διάκριση σε μερικές κατηγορίες (κυνηγοί, τεχνίτες) κτλ.

Πιο ενδιαφέρουσα είναι μια άλλη «ουτοπία» που αναφέρεται κι αυτή από το Διόδωρο (V, 45 κ.ε.): Πρόκειται για την περιγραφή της νήσου Πανχαίας από κάποιον Ευφήμερο, που υποθέτουμε ότι έζησε στο τέλος του 4ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα. Αυτή η περιγραφή προσφέρει πράγματι την εικόνα μιας κοινωνίας οργανωμένης κατά τον τρόπο των ιδανικών κατασκευών των θεωρητικών. Οι κάτοικοι του νησιού χωρίζονται σε τρεις τάξεις: τους ιερείς στους οποίους συγκαταλέγονται οι τεχνίτες, τους γεωργούς, και τέλος τους στρατιώτες και βοσκούς. Η ατομική ιδιοκτησία δεν υπάρχει: ο καθένας έχει δικό του μόνο το σπίτι του και τον κήπο του. Οι ιερείς φροντίζουν για τη διανομή των προϊόντων του εδάφους ανάμεσα σε όλους, και παρέχουν στον εαυτό τους διπλό μερίδιο, πράγμα που σημαίνει ότι κατέχουν ξεχωριστή θέση μέσα στην πόλη. Εκεί επίσης, ορισμένες ακριβείς και ρεαλιστικές λεπτομέρειες συνυπάρχουν με παραστάσεις πιο αφηρημένες. Θα ήταν μάταιο ωστόσο να επιδιώξουμε να ενοπίσουμε την Πανχαία του Ευφήμερου. Όπως και τα νησιά του Ηλίου του Ιάμβουλου, ανήκει κι αυτή στον κόσμο της ουτοπίας.

Είναι δυνατό ν’ ανακαλύψει κανείς καμιά σχέση ανάμεσα σ’ αυτές τις ουτοπικές αφηγήσεις και στο φιλοσοφικό και πολιτικό κλίμα της εποχής ; Σ’ αυτό το ερώτημα οι άνθρωποι της σύγχρονης εποχής έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις. Για ορισμένους, οι εξισωτικές ουτοπίες απορρέουν άμεσα από τις στωικές θεωρίες, και ιδιαίτερα από την Κοσμόπολη του Κλεάνθη. Οι θεωρίες αυτές είναι τέτοιες που σε μερικά πνεύματα, γεννάνε σχέδια για μια επίγεια δημοκρατία όπου ο θεός (Ήλιος ο κοσμοκράτωρ) θα ήταν επιφορτισμένος με την επίβλεψη της κατάργησης της δουλείας και με την ισοκατανομή της περιουσίας[4]. Άλλοι, όπως ο άγγλος ιστορικός W. Tarn[5], προσπάθησαν ν’ αποδείξουν ότι οι εξισωτικές θεωρίες συνδέονται άμεσα με τη βασιλική ιδεολογία της ελληνιστικής εποχής, μια και όπως αποδεικνύεται από πολλά παραδείγματα, ο βασιλιάς ταυτιζόταν με τον ήλιο, διέθετε όλα τα αγαθά κι έλαμπε εξίσου για όλους τους ανθρώπους. Μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε αν αυτές οι δύο ερμηνείες είναι τόσο ασυμβίβαστες όσο φαινόταν στους δημιουργούς τους. Αν αναλύσουμε πράγματι τα επαναστατικά κινήματα της ελληνιστικής εποχής, δεν μπορούμε παρά να εκπλαγούμε από δύο σειρές γεγονότων: αφενός όλες οι «επαναστάσεις» έγιναν από «βασιλιάδες» ή από ανθρώπους που απέβλεπαν στην άσκηση της «βασιλικής» εξουσίας: Άγις, Κλεομένης, και κατόπιν ο ναβής στη Σπάρτη, ο ανδρίσκος στη Μακεδονία, ο Αριστόνικος στην Πέργαμο, κι ακόμα και οι ηγέτες των εξεγέρσεων των δούλων στη Σικελία που έσπευσαν ν’ ανακηρυχρούν «βασιλιάδες» … Αλλά αν παραβλέψουμε τις εξεγέρσεις των δούλων που δε φαίνονται να εμψυχώνονταν από σαφή ιδεολογία, είναι εκπληκτικό να διαπιστώνει κανείς την παρουσία αντιπροσώπων της στωικής σκέψης πλάι σ’ αυτούς τους επαναστάτες ηγέτες: ο Σφαίρος από το Βυζάντιο στη Σπάρτη, ο Βλόσσιος από την Κύμη, αρχικά στη Ρώμη … και κατόπιν στην Πέργαμο … κοντά στον Αριστόνικο … Δεν μπορεί να είναι απλή σύμπτωση, και μας φαίνεται μάταιο ν’ αρνηθούμε την επιρροή του στωικού εξισωτισμού στη δράση των επαναστατών ηγετών της ελληνιστικής εποχής. Αλλά αυτοί εδώ ήσαν και άνθρωποι της εποχής τους, της εποχής των βασιλιάδων ευεργετών κι οργανωτών της αρμονίας του κόσμου, που ονειρεύονταν να ενώσουν όλους τους ανθρώπους σε μια και μόνη ισότητα, να συνδέσουν Έλληνες και βαρβάρους μέσα στους κόλπους ενός και του ίδιου κόσμου.

[1] Claude Mosse, Ιστορία των πολιτικών θεωριών στην αρχαία Ελλάδα, Δαίδαλος – Ι. Ζαχαρόπουλος.
[2] Στράβων, XIV, 1, 38.
[3] Διόδωρος ο Σικελιώτης, II, 55 κ.ε.
[4] J. Bidez, « La cite du soleil et la cite du monde chez les Stoiciens », Bull. de l’ Acad. Royale de Belg ;ique, 5η σειρά, XVIII, 1932, σελ. 244 κ.ε.
[5]Alexander the Great and the Unity of Mankind”, Proceed. of Brit. Acad. XXI, 1933, σελ. 141 κ.ε.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Ιστορία από τις πηγές

Η Ελλάδα, οι Έλληνες και οι μεταναστεύσεις, κατά τον Θουκυδίδη[1]

Ο Αθηναίος Θουκυδίδης έγραψε την ιστορία του πολέμου μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων, πώς πολέμησαν μεταξύ τους. Άρχισε να γράφη μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, επειδή προέβλεψε ότι θα είναι ο μεγαλύτερος και ο σπουδαιότερος από όλους τους παλαιότερους πολέμους. Έφτασε στο συμπέρασμα αυτό επειδή, όταν άρχισε ο πόλεμος, οι δύο αντίπαλοι ήσαν στην ακμή της δύναμής τους, ήσαν καλά ετοιμασμένοι, και όλοι οι άλλοι Έλληνες έπαιρναν ή ήσαν έτοιμοι να πάρουν το μέρος του ενός ή του άλλου. Η αναταραχή αυτή συγκλόνισε τους Έλληνες και μερικούς από τους βαρβάρους και, μπορεί κανείς να πη, ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο. Για τα αμέσως προηγούμενα γεγονότα και τις αρχαιότερες εποχές δεν ήταν δυνατόν να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα, επειδή πέρασαν πολλά χρόνια. Αλλά από στοιχεία που, μετά από μακρότατες έρευνες, μπορώ να θεωρήσω αξιόπιστα, νομίζω ότι ούτε πόλεμοι ούτε άλλα γεγονότα είχαν πάρει τόσο μεγάλη έκταση.

Φαίνεται ότι η σήμερα ονομαζόμενη Ελλάδα δεν είχε, παλαιότερα, μόνιμους κατοίκους. Οι μεταναστεύσεις, τότε, ήσαν συχνές και οι διάφοροι κάτοικοι, πιεζόμενοι από άλλα, νέα και πάντα πολυαριθμότερα φύλα, εγκατέλειπαν εύκολα την περιοχή που κατοικούσαν. Τότε δεν υπήρχε ούτε εμπόριο ούτε ασφάλεια στις χερσαίες και θαλάσσιες επικοινωνίες και οι κάτοικοι καλλιεργούσαν τόση μόνο γη, όση τους ήταν αναγκαία για να ζουν. Δεν δημιουργούσαν απόθεμα από χρήματα ούτε φύτευαν δένδρα γιατί, μη έχοντας τείχη για προστασία, δεν ήξεραν ποτέ αν και πότε θα εμφανιζόταν κάποιος να τους τα αρπάξη. Ξέροντας ότι μπορούσαν, οπωσδήποτε, να εξασφαλίσουν τις καθημερινές ανάγκες τους, μετοικούσαν εύκολα και γι’ αυτό δεν ήσαν δυνατοί, μη έχοντας ούτε μεγάλες πολιτείες ούτε άλλου είδους δύναμη. Στα ευφορώτερα, κυρίως, μέρη οι μετοικήσεις ήταν συχνές, όπως στην σήμερα ονομαζόμενη Θεσσαλία, στην Βοιωτία, στις περισσότερες περιοχές της Πελοποννήσου, εκτός από την Αρκαδία, και στα καλύτερα μέρη αυτά η ευφορία της γης δημιουργούσε τάξη πλουσίων και τούτο προκαλούσε καταστρεπτικές επαναστάσεις. Αλλά και τα μέρη αυτά ήσαν περισσότερο εκτεθειμένα σ’ εξωτερικές επιδρομές. Οπωσδήποτε, όμως, η Αττική, επειδή ήταν λεπτόγειος, δεν γνώρισε επαναστάσεις και γι’ αυτό την κατοικούσαν από πάντα οι ίδιοι άνθρωποι. Απόδειξη ότι εξαιτίας των μεταναστεύσεων δεν αυξήθηκε ο πληθυσμός στα άλλα μέρη της Ελλάδος είναι και τούτο: όσοι από τους πλούσιους αναγκάζονταν εξαιτίας πολέμου ή επανάστασης να φύγουν από κάποιο μέρος της Ελλάδας, αναζητούσαν καταφύγιο στην ασφαλή Αθήνα, γίνονταν Αθηναίοι πολίτες και έτσι, από τους παλαιότερους χρόνους, η Αθήνα έγινε πολυάνθρωπη πολιτεία, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να ιδρύσουν οι Αθηναίοι αποικίες στην Ιωνία όταν πια δεν τους χωρούσε η Αττική.

Βλέπω και μιαν άλλη απόδειξη της αδυναμίας των παλαιών Ελλήνων και στο εξής: ότι πριν απ’ τον Τρωικό πόλεμο οι Έλληνες δεν είχαν επιχειρήσει τίποτε από κοινού. Νομίζω, μάλιστα, ότι το όνομα Ελλάς δεν είχα καν δοθή σ’ όλη την χώρα και ούτε καν υπήρχε πριν από τον Έλληνα, γιο του Δευκαλίωνος. Τα διάφορα φύλα, και κυρίως οι Πελασγοί, έδιναν τ’ όνομά τους στα μέρη που κατοικούσαν. Ο Έλλην, όμως, και οι γιοι του επικράτησαν στην Φθιώτιδα και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια και, σιγά – σιγά, να χρησιμοποιούν η καθεμιά τον όρο Έλληνες, αλλά πέρασε πολύς καιρός προτού το όνομα αυτό επικρατήσει γενικά. Τούτο το μαρτυρεί ο Όμηρος, ο οποίος, αν και έζησε πολύ μετά τον Τρωικό πόλεμο, πουθενά δεν χρησιμοποιεί την γενική ονομασία Έλληνες, αλλά την μεταχειρίζεται μόνο για όσους είχαν ακολουθήσει τον Αχιλλέα από την Φθιώτιδα, οι οποίοι ήσαν και οι πρώτοι Έλληνες. Στα έπη του χρησιμοποιεί τις ονομασίες Δαναοί, Αργείοι και Αχαιοί. Ούτε βαρβάρους αναφέρει και τούτο, νομίζω, επειδή δεν είχε ακόμα επικρατήσει το κοινό όνομα Έλληνες, ώστε να τους διακρίνη κανείς όλους μαζί από τους βαρβάρους. Οπωσδήποτε οι τότε Έλληνες και όσοι αργότερα ονομάστηκαν Έλληνες έως ότου γενικευτή η ονομασία, δεν μπόρεσαν πριν από τα Τρωικά να επιχειρήσουν τίποτε όλοι μαζί, γιατί και αδύναμοι ήσαν και δεν είχαν σχέσεις μεταξύ τους. Αλλά και την τρωική εκστρατεία ανάλαβαν μόνον όταν απόκτησαν αρκετή πείρα στην θάλασσα.

[1] Θουκυδίδου, Ιστορίας Α΄ (1 – 3), σε μετάφραση Άγγελου Σ. Βλάχου, Εστία, Φεβρουάριος 2004.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

βυζαντινά τετράδια

η φθίνουσα οικονομία και η αδυναμία προσαρμογής[1]

Η πλήρης οικονομική κάμψη της βυζαντινής οικονομίας προήλθε αρχικά από την εξασθένιση της Διοικήσεως σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό του κράτους και την παράλληλη εμφάνιση των «ισχυρών» που ενισχύθηκαν με διάφορους τρόπους.

Από εκεί προήλθε και η κάμψη των δημοσίων οικονομικών, με αποτέλεσμα την παραμέληση των αμυντικών μέσων. Ο άμεσος αντίκτυπος εκδηλώθηκε στην εμπορική ναυτιλία, και όταν μάλιστα εμφανίστηκε η πειρατεία, χάθηκε και ο πρώτος παράγων της βυζαντινής οικονομίας.

Αφού η ναυτιλία περιήλθε σε αδράνεια, ακολούθησε η κάμψη του διαμετακομιστικού εμπορίου και η πτώση των εξαγωγών. Παράλληλη ήταν και η διακοπή της βιοτεχνικής παραγωγής. Στην περιοχή μάλιστα της Κωνσταντινουπόλεως δεν παρατηρούνται πια ονόματα Ελλήνων που ασκούν εμπορία – βιοτεχνία, ενώ αντίθετα οι ξένες παροικίες ανθούν.

Όπως είναι γνωστό, οι ξένες παροικίες εφοδιασμένες αφενός με όλα τα μέσα, δηλαδή με ατέλεια εισαγωγής – εξαγωγής, με απαλλαγές από τη φορολογία, προστατευμένες από το ίδιο τους το δίκαιο, αφετέρου αντιτάσσοντας όλη τους τη δυναμικότητα απέναντι στη βυζαντινή αδράνεια, πέτυχαν τελικά τον σκοπό τους. Έτσι συγκεντρώθηκε η παραγωγική δραστηριότητα στις περιοχές των ξένων κοινοτήτων, προς όφελος όχι των ελληνικών πληθυσμών αλλά των ιταλικών μητροπόλεων. Εκεί τελικά κατέληγαν οι καρποί της ξένης δραστηριότητας.

Επιπλέον, προκειμένου να πραγματοποιήσουν οικονομικά οφέλη οι ξένες κοινότητες μετέρχονταν όλα τα μέσα, αδιαφορώντας αν οι ενέργειές τους δεν συμφωνούσαν προς τον στοιχειώδη ανθρωπισμό και αν ήταν αντίθετες προς την υπάρχουσα νομοθεσία με τις αυστηρές κυρώσεις, ή ακόμη και με τους αφορισμούς της Εκκλησίας. Εκμεταλλεύονταν μάλιστα ληστρικά τις περιοχές, υιοθετώντας συμπεριφορά και μεταχείριση αποικιακής μορφής, δανείζοντας με υψηλό τόκο, συνεργαζόμενες με άπιστους εναντίον των Σταυροφόρων, όταν, εννοείται, επρόκειτο να έχουν οικονομικά οφέλη. Από την τακτική αυτή μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι επικρατεί και διέπει τη σκέψη τους ωμή κερδοσκοπική αντίληψη. Με την εγκατάσταση μάλιστα και στα παράλια της Συρίας και της Μικρασίας εμπόρων της Δύσεως ιδρύονται και νέες κοινότητες που χρησιμεύουν ως ορμητήρια και βάσεις ασκήσεως του εμπορίου των ιταλικών μητροπόλεων. Από τότε έχουμε, κατά τον Koetschke, τα πρώτα κεφαλαιοκρατικά κέντρα.

… Εκ μέρους του Βυζαντίου, δεν παρατηρείται καμιά δραστηριότητα παρά μόνο η τοποθέτηση του πλεονάσματος κεφαλαίου σε ακίνητα ή ο αποθησαυρισμός. Από τις πληροφορίες που έχουμε, προκύπτει, ότι ο αποθησαυρισμός δεν πραγματοποιόταν σε μεγάλη κλίμακα, οι τοποθετήσεις όμως σε ακίνητα γίνονταν σε μεγάλο βαθμό, αν και η αξία τους δεν έμενε σταθερή αλλά μειωνόταν. Η πληροφορία θεωρείται μάλλον αληθινή, γιατί όπως είναι γνωστό σε οικονομίες με καθοδική πορεία οι τιμές των ακινήτων υποχωρούν. Δεν είναι δυνατόν να παραμείνουν στα παλαιά τους επίπεδα πολύ δε περισσότερο να αυξάνουν. Αντίθετα, σε άλλο γεωγραφικό χώρο, την Ιταλία, οι τιμές των ακινήτων ανέβαιναν. Δεν ήταν όμως τυχαία η άνοδός τους, γιατί η αύξηση ήταν αποτέλεσμα της ανοδικής πορείας της οικονομίας της Ιταλίας.

Την εποχή κατά την οποία το εμπόριο απορροφούσε περισσότερα κεφάλαια, επειδή πολλαπλασιάζονταν οι ανάγκες, οι Βυζαντινοί δεν διέβλεπαν την ανάγκη παραγωγικής απασχολήσεως του κεφαλαίου που πλεόναζε προς την κατεύθυνση αυτή. … Υποστηρίζεται σωστά, ότι η κατάσταση είχε διαφοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι Βυζαντινοί σχεδόν έχασαν και αυτό το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως και άρχισε να αμβλύνεται ακόμα και η επιθυμία του κέρδους.

… Κατά τον Z. Lingenthal, ασχολούνταν λεπτομερειακά και με υπερβολική σχολαστικότητα με τις ερμηνείες διαφόρων απηρχαιωμένων διατάξεων, χωρίς βέβαια να προσφέρουν τίποτε. Δεν δέχτηκαν τους νέους θεσμούς, ούτε αυτούς που διαμορφώθηκαν, ούτε αυτούς που διαμορφώνονταν, έμειναν αδρανείς, προσηλωμένοι στα έθιμά τους … πάντως παρέμειναν απλοί θεατές της οικονομικής αναγεννήσεως των δυτικών.

Στον γεωγραφικό χώρο του βυζαντίου αρχίζουν να εμφανίζονται ιταλικές βιοτεχνίες και να καταλαμβάνουν τη θέση που είχαν πριν αντίστοιχες βυζαντινές οικονομικές μονάδες.

… Σε όλους τους τομείς της παραγωγής και της δραστηριότητας οι Βυζαντινοί υποχωρούν και φυσικοί τους αναπληρωτές στον ανατολικό χώρο αναδεικνύονται οι Γενουάτες, οι Βενετοί και οι Πιζάνοι.

… Η οικονομική κατάσταση του Βυζαντίου, τους τελευταίους αιώνες, … παθητική και μη δημιουργική, έφθασε … ως το σημείο του ολοκληρωτικού εξαφανισμού, που απλά επισφράγισε η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στα χέρια των Τούρκων το 1453.

[1] Σάββα Παρ. Σπέντζα, Γ. Γεμιστός – Πλήθων, ο φιλόσοφος του Μυστρά, σελ. 26-29, εκδόσεις Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

η Μακεδονία μέσα στο χρόνο

Εξετάζοντας τη Μακεδονία[1] σε διαφορετικές χρονικές περιόδους ο καθένας, οι γεωγράφοι δεν συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους ως προς την έκταση και τα σύνορα της, δεδομένου ότι τα όρια της επικράτειας αυτής γνώρισαν άπειρες μεταβολές στο πέρασμα των αιώνων. Αν πάλι ανατρέξουμε στους ιστορικούς, θα δούμε ότι κι εκείνων οι απόψεις δεν συμπίπτουν σ’ ό,τι αφορά τη διαίρεση της. Το βασίλειο αυτό, όπως άλλωστε και οι σημαντικότερες αυτοκρατορίες, όσο μπορούμε βέβαια να κρίνουμε από τη μυθολογία, προήλθε από μια αποικία Πελασγών, τους οποίους οι Κάδμιοι, ένας δωρικός λαός, είχαν εκδιώξει από την Εστιωτίδα, κι αφού εκείνοι εγκαταστάθηκαν στην Πίνδο με το όνομα Μάκεδνοι, επεκτάθηκαν σταδιακά φτάνοντας ως τη χώρα που λέγεται Ημαθία. Οι ιστοριογράφοι, αντιγράφοντας τους συγγραφείς της μυθολογίας, μας αφηγούνται κι εκείνοι με ποιο τρόπο η επαρχία πήρε το όνομα της από το Μακεδόνα, το γιο του Δία και της Θύας, της θυγατέρας του Δευκαλίωνα, για ποιο λόγο ονομάστηκε Μακετία, και μας εξηγούν από πού προέκυψαν αυτές οι ονομασίες, κάτι το οποίο ξεφεύγει από το θέμα μου κι επομένως ούτε θα μιλήσω γι' αυτό ούτε θα το εξετάσω. Με αυτή την ανίσχυρη αποικία βλέπουμε να συγχωνεύονται, πιθανόν μετά από κατακτήσεις, οι επαρχίες εκείνες στις οποίες αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα και νομαδικά φύλα, γνωστά με τις ονομασίες Βρύγιοι, Εορδοί, Ελιμειώτες, Στυμφαλοί, οι οποίοι δεν πρέπει να συγχέονται με τους Τυμφαίους, Βοτταικοί, Λυγκισταί, δηλαδή οι περίοικοι της λίμνης Λύχνιδου, Δασσαρίται, και Ημαθιείς, πού αποτελούσαν και το κυρίαρχο φύλο, Πηλαγόνιοι, Ορεστιείς, τα εδάφη των οποίων υπήρξαν το θέατρο των γιγαντομαχιών, και τέλος Παίονες, που κατοικούσαν βορειότερα. Έτσι, τα κυριότερα έθνη της Μακεδονίας, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονται και μερικά άλλα φύλα, όπως εκείνα των Πιαστών, την τοποθεσία των οποίων θα καθορίσω παρακάτω, και των Πενεστών, ενός λαού ανάλογου προς τους Είλωτες, ήταν αρχικά δεκαπέντε, μέχρι την εποχή που ο γιδοβοσκός Καρανός, αρχηγός μιας πολυάριθμης αποικίας Αργείων και Ελλήνων, κατέλαβε την Ημαθία, εξετόπισε το Μίδα από τις όχθες του Αλιάκμονα, κι αφού ανέτρεψε αναρίθμητους βασιλίσκους, συσπείρωσε σ’ ένα συμπαγές έθνος τους διάφορους λαούς της Μακεδονίας, θεμελιώνοντας πάνω στα ερείπια της φεουδαρχίας των ηρωικών χρόνων ένα βασίλειο, που αιφνιδίως απέκτησε εξέχουσα θέση μέσα στα όρια του ημιπολιτισμένου κόσμου.

Ο Ιουστίνος, από τον οποίο αντλώ τις πληροφορίες αυτές, ισχυρίζεται ότι ανάμεσα στους ηγέτες που διαδέχθηκαν τον Καρανό, συγκαταλέγονταν ο Περδίκκας, ο Αργαίος, ο Φίλιππος, ο Εύρωπος, στο διάστημα της βασιλείας του οποίου οι Μακεδόνες επιχείρησαν νικηφόρους πολέμους κατά των Θρακών και των Ιλλυριών. Μετά τον Εύρωπο, κι ενώ, κατά τον Ιουστίνο πάντοτε, οι περίοδοι ευημερίας διαδέχονταν σταθερά η μια την άλλη, στο θρόνο ανεβαίνουν ο Αμύντας και μετά ο Αλέξανδρος, που απέσπασε από τον Ξέρξη όλη την περιλαμβανόμενη μεταξύ Ολύμπου και Αίμου χώρα την οποία και προσάρτησε στη Μακεδονία. Μετά τον ηγεμόνα αυτόν, το σκήπτρο, σύμφωνα με τη σειρά διαδοχής, παραδόθηκε στον Αμύντα, γιό του Μενέλαου, αδελφό του Αλέξανδρου, έναν προικισμένο με τα πιο σπάνια χαρίσματα μονάρχη, που απέκτησε από το γάμο του με την Ευρυδίκη τρεις γιους, δηλαδή: τον Αλέξανδρο, τον Περδίκκα και τον Φίλιππο, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έως την εποχή που βασίλευσε αυτός ο ηγεμόνας, η ιστορία περιγράφει τους Μακεδόνες σαν ένα φτωχό και περιπλανώμενο λαό, που κοιμάται πάνω σε προβιές, ασχολείται με τη βοσκή των λιγοστών κοπαδιών του, μάχεται, ανεπιτυχώς συνήθως, κατά των Ιλλυριών, των Τριβολλών, των Θρακών και καταβάλλει στους πρώτους φόρους υποτελείας. Παράλληλα, λόγω της πολυγαμίας του, ο Αμύντας απέκτησε μια σειρά αρρένων τέκνων και από την Κυκναία, δηλαδή τον Αρχέλαο, τον Αριδαίο και τον Μενέλαο. Θα είχαν όλοι αποτελέσει μια θαυμάσια ελπίδα για το θρόνο, αν η ομόνοια είχε βασιλεύσει ανάμεσα στις αντίζηλες μητέρες και ανάμεσα στους ετεροθαλείς αδελφούς.

Παρόλα αυτά, ο μονάρχης εκείνος, δηλαδή ο Αμύντας, κατάφερε να τερματίσει ειρηνικά τη σταδιοδρομία του, αφού προηγουμένως επιχείρησε σκληρούς πολέμους κατά των Ιλλυριών και των Ολυνθίων.

Στο μεταξύ, η μοίρα είχε επιφυλάξει στη Μακεδονία ένα από τα φαινόμενα εκείνα που οι ουρανοί στέλνουν σε αραιά διαστήματα στα έθνη για να τα δοκιμάσουν, ρίχνοντας τους το ριψοκίνδυνο δόλωμα της δόξας. Όταν ο Αλέξανδρος, ο γιος του Αμύντα ανέβηκε στο θρόνο, παρέδωσε, σαν μια εγγύηση ειρήνης, όμηρο στους Ιλλυριούς τον Φίλιππο, τον αδελφό του. Και χάρη σ’ αυτό το ενέχυρο ο Αλέξανδρος, σε κάποια άλλη περίσταση, συμφιλιώθηκε με τους Θηβαίους, ανάμεσα στους οποίους ο Φίλιππος είχε ζήσει τρία χρόνια, στο σπίτι του Επαμεινώνδα, ενός αξιόλογου φιλοσόφου αλλά και μεγάλου στρατηγού. Αίγο καιρό αργότερα, το πένθος εισχώρησε στα ανάκτορα των βασιλέων της Μακεδονίας. Ο Αλέξανδρος έπεσε θύμα μιας πλεκτάνης, στημένης από τη μητέρα του Ευρυδίκη, ενώ κι ο Περδίκκας, ο αδελφός του, δοκίμασε την ίδια τύχη κι αυτός. Συνέπεια όλων αυτών των εγκλημάτων ήταν να απομείνει ο Φίλιππος κηδεμόνας του νεαρού πρίγκιπα, της ισχνής εκείνης ελπίδας του βασιλείου, και να υποχρεωθεί να αποδεχθεί τον τίτλο του βασιλέα, για τον οποίο μετέπειτα δικαιώθηκε στα μάτια αυτού του τόσου φιλοπόλεμου λαού, χάρη στις νίκες και τις κατακτήσεις του, ενώ ταυτόχρονα, χάρη στην επιρροή που είχε αποκτήσει, άνοιγε το δρόμο στον Αλέξανδρο, το γιο του, για να κατακτήσει τον κόσμο, αλλά και να γίνει αιτία η μεν Ελλάδα να στερηθεί των ελευθεριών της, η δε Μακεδονία να αφανισθεί.

Είναι άραγε ο γιος του Φιλίππου ή του Αμμωνα, που ορμά στο στίβο; Δυο αετοί, πετώντας πάνω από τα ανάκτορα των βασιλέων της Μακεδονίας, τη στιγμή ακριβώς που η Ολυμπιάδα έφερνε στον κόσμο τον Αλέξανδρο, καθώς και δυο νίκες που η είδηση τους έφτασε στον Φίλιππο την ώρα που ο γιος εκείνος γεννιόταν, προοιωνίσθηκαν το μεγαλείο του. Από μικρό, ο Αριστοτέλης τον είχε διαπαιδαγωγήσει, ενώ η Πυθία, τη στιγμή που ο Αλέξανδρος ετοιμαζόταν να προβάλλει πάνω στην παγκόσμια σκηνή, τρέμοντας του είχε προφητεύσει το μεγαλείο του, αναφωνώντας: Τίποτε δεν θα σον αντισταθεί, γιε μου.

Γιατί δεν του προείπε όμως και όλες εκείνες τις συμφορές που έμελλε να επισωρεύσει στην πατρίδα του; Αλλά οι χρησμοί, όπως και οι άνθρωποι παραπλανούν τους βασιλιάδες. Η Ασία, η Αρμενία, η Ιβηρία, η Καππαδοκία, η Συρία, η Αίγυπτος, η Ιουδαία, η Φοινίκη, η Μηδία, η Περσία, η Ανατολή, μέχρι και πέρα από τον Ινδό, υποτάχθηκαν όλες στους νόμους του γεννημένου στη μικρή πολιτεία της Πέλλας Αλέξανδρου, κι αυτός ωστόσο δεν ένιωσε ότι η φιλοδοξία του είχε ικανοποιηθεί. Θλίβεται με τη σκέψη ότι έχει μόνον έναν κόσμο για να κατακτήσει. Όμως η φύση εκδικείται τους ανθρώπους, οι δυνάμεις του πορθητή εξαντλήθηκαν, η ζωή του φθάρηκε, και ο βασιλιάς του κόσμου, υποκύπτοντας στα βακχικά όργια, έχοντας γύρω από το μέτωπο του το φωτοστέφανο του ήλιου, πεθαίνει σαν ένας τιποτένιος δούλος, κορεσμένος από κρασί και εξαντλημένος από την κραιπάλη, μην μπορώντας (αυτός που καυχιόταν ότι ήταν θεός) να φανερώσει τις τελευταίες επιθυμίες του25 στους λειτουργούς της εξουσίας εκείνης, που του υφάρπαζε ο θάνατος.

Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, η ιστορία της Μακεδονίας δεν έχει να επιδείξει παρά μόνον μια μάλλον ασήμαντη αλληλοδιαδοχή μοναρχών, η δυναστεία των οποίων, όχι πλέον εκείνη των Αιακιδών, κλείνει με το πρόσωπο του Περσέα, που ο Παύλος Αιμίλιος έσυρε μέσα από τους δρόμους της Ρώμης δεμένο στο άρμα του θριάμβου του, λες κι ήταν κανένα από τα μεγαλόπρεπα εκείνα ερείπια που προορίζονται να αποδείξουν στους ανθρώπους την αστάθεια των μεγαλείων τους. Τι απέγινε όμως ο νικητής και ο βασιλέας-λαός; Η ίδια γη σκεπάζει τόσο την εφήμερη δόξα τους, όσο και την άγνωστη τέφρα τους. Η ιστορία κατέγραψε όχι μόνον τις συμφορές εκείνων των ηττημένων που αιώνια θα λυπόμαστε, αλλά και το ρόλο των Ρωμαίων, οι οποίοι ήθελαν να υπάρχει ελευθερία πάνω στη γη μόνον για τον εαυτό τους. Μετά την υποδούλωση του Περσέα, η Μακεδονία μεταβλήθηκε σε ρωμαϊκή επαρ-χία26, και διοικήθηκε απολυταρχικά από τους ανθύπατους. Στα χρόνια των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, η διακυβέρνηση της περιήλθε σε περιφερειάρχες και τοπάρχες που διαδέχονταν ο ένας τον άλλον σ’ ένα κλίμα συνεχών εξεγέρσεων μέσα στη σπαρασσόμενη από τις φατρίες αυτοκρατορία. Τέλος, πολύ πριν την υποδουλώσει ο Αμουράτ, είχε ήδη χάσει το όνομα της.

[1] Φραγκίσκου, Καρόλου, Ούγγου, Λαυρεντίου Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα – Μακεδονία Θεσσαλία, σε μετάφραση Νίκης Μολφέτα, σελ. 13-17, εκδόσεις αφων Τολίδη, Αθήνα 1995.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Ανάλυση

η αλήθεια ελευθερώσει υμάς[1]

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών.»

Οι «πτωχοί τω πνεύματι» έχουν την «αφελότητα της καρδίας», επειδή, για την Αγία Γραφή, το πνεύμα ταυτίζεται με την καρδιά. … Η πνευματική πτωχεία είναι εγρήγορση, δέχεται τον κόσμο ως δώρο, αντί να θέλει να τον κατέχει ως οφειλή.

«Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται, οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών.»

Η πραότητα, η πραότητα των δυνατών, αντιτάσσεται στη βία που καταστρέφει. Πεινάει και διψάει για δικαιοσύνη και, αν χρειαστεί, υποφέρει γι’ αυτήν, ξέροντας ότι είναι προτιμότερο να διώκεσαι παρά να διώκεις.

Η δικαιοσύνη, στις μεγάλες βιβλικές προφητείες με τις οποίες είχε ζυμωθεί ο Ιησούς, είναι πρώτα ο σεβασμός και η διακονία του φτωχού, το μοίρασμα, που το αποδέχεσαι ελεύθερα, μαζί του. Σήμερα είναι μια απαίτηση πλανητική. Η δικαιοσύνη απαιτεί έναν εκούσιο περιορισμό από μέρους των πλουσίων. Αρκεί να θυμίσουμε ότι 20% των κατοίκων του πλανήτη καταναλίσκουν 80% των πόρων του και φροντίζουν κυρίως να καλοταΐζουν τα σκυλιά τους και να καταπολεμούν την παχυσαρκία !

Η λέξη πραΰς που σημαίνει ήπιος δηλώνει επίσης και την ταπεινοφροσύνη. Ταπεινός έχεις κοινή ρίζα με τη λέξη τάπης, το στρώμα γης που την κάνει ζωντανή, θρεπτική, που την ανοίγει στον αέρα και στο νερό, την κάνει κατά κάποιο τρόπο ν’ αναπνέει. Ταπεινοφροσύνη δεν σημαίνει, λοιπόν, κάτι ταπεινωτικό, αλλά ευφορία. Η πραότητα καθαρίζει το βλέμμα μας – και επομένως τα επιστημονικά και τεχνικά μας διαβήματα – από την απληστία. Μας δίνει τη δυνατότητα να ανακαλύπτουμε την αλήθεια της γης, που είναι Σοφία του Θεού και ταυτόχρονα πρόσκληση για βοήθεια που μας απευθύνει η κτίση, επειδή «συστενάζει και συνωδίνει»

«Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται. Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται.»

Κλαίω σημαίνει κατ’ αρχήν ότι συνειδητοποιώ πως έχω πέτρινη καρδιά και πρέπει να τη σπάσω. Οι φόβοι μας, οι μέριμνές μας, η αέναη καταγγελία εχθρών πάνω στους οποίους προβάλλουμε τη σκιερή πλευρά μας, όλα αυτά κρύβουν μια θεμελιακή αγωνία

«Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται. Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί θεού κληθήσονται.»

Ο Θεός είναι εκείνος που δίνει χωρίς να μετράει και που συγχωρεί, επίσης χωρίς να μετράει και που συγχωρεί, επίσης χωρίς να μετράει, δηλαδή που δίνει ακόμα κι όταν πιστεύει κανείς πως όλα χάθηκαν και πως δεν υπάρχει διέξοδος πια.

Και καθώς δεν υπάρχουμε παρά μόνο σε κοινωνία, καλούμεθα να γίνουμε «ειρηνοποιοί». Αυτοί που εγκαθιστούν δεσμούς, που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά για ν’ ακούσει ο ένας τον άλλον με σεβασμό, αυτοί που «ειρηνεύουν την ύπαρξη» στρέφοντας τη βία προς την άσκηση, προς τη δημιουργία ζωής και ομορφιάς, ακόμα και προς το παιγνίδι, όπως στην αρχαία Ελλάδα όπου όλα γίνονταν ειρηνική άμιλλα.

«Μακάριοι εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού. Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς …»

Οι διωγμοί, ο χλευασμός, η συκοφαντία είναι … κάτι σαν τα θραύσματα του κόσμου του θανάτου που συντρίβεται πράγματι κάτω από την ώθηση της βασιλείας, όπως σπάει την άνοιξη ο φλοιός των μπουμπουκιών κάτω από την πίεση του χυμού. Ως τη συντέλεια του κόσμου θα πρέπει να μάχεται κανείς ενάντια στην ανοησία και στο μίσος, ενάντια στις δυνάμεις του μηδενός.

[1] Ολιβιέ Κλεμέν, «Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, συνομιλώντας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄», σελ. 104 επ., εκδόσεις Ακρίτας 1997.

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Πολιτική

σύστημα κομμάτων[1]

Στις πολυκομματικές δημοκρατίες το κάθε κόμμα δεν υπάρχει παρά σε σχέση με τα άλλα. Η λειτουργία του προσδιορίζεται όχι μόνο από την εσωτερική δομή του, αλλά κι από το συνολικό αριθμό των κομμάτων, τις μεταξύ τους σχέσεις, τις συγκριτικές διαστάσεις και οργανωτικές μορφές τους, καθώς και τη σχετική τους θέση μέσα στην πολιτική κονίστρα. Δηλαδή από όλα τα στοιχεία που συναποτελούν το λεγόμενο σύστημα κομμάτων.

Δεν είναι βέβαια ανάγκη να είναι κανείς μαρξιστής για να παραδεχθεί ότι η κομματική πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό αντανακλά την εκάστοτε κοινωνική υποδομή. Ο κυρίαρχος σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες το 19ο αι. δικομματισμός συντηρητικοί εναντίον φιλελεύθερων κατά σημαντικό ποσοστό ανταποκρινόταν στην κοινωνική αντιπαράθεση αστών εναντίον των ευγενών γαιοκτημόνων. Ο δικομματισμός δε του αιώνα μας (συντηρητικοί ή φιλελεύθεροι, συγχωνευμένοι πια, εναντίον εργατικών ή σοσιαλιστών), αντανακλά συχνά τις κοινωνικές αντιφάσεις του καπιταλισμού που βαδίζει προς την ωριμότητα. Αλλά εάν η ανταπόκριση ήταν απόλυτη δεν θα είχαμε την άπειρη ποικιλία των κομματικών συνδυασμών σε πολλές χώρες σε παρεμφερές επίπεδο κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης.

Τα πολυκομματικά συστήματα ειδικότερα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την πλευρά της ερμηνείας τους. Τα κόμματα στα συστήματα αυτά είναι δυνατό ν’ ανταποκρίνονται στην αυτόνομη και αντιπαραθετική συνύπαρξη στο πολιτικό πεδίο πολλών στρωμάτων ή τάξεων π.χ. εργατικής, αγροτικής, μικρό – και μεγαλοαστικής, μεταπρατών και βιομηχάνων, κοκ. Μπορεί όμως και να εκφράζουν την για συναισθηματικούς ή ιστορικούς λόγους πολυδιάσπαση των βασικών πολιτικών τάσεων (αυτών δηλ. που έχουν καθαρή κοινωνική ανταπόκριση). Ή ακόμη την πρόσκαιρη συνύπαρξη μιας κοινωνικοπολιτικής αντίθεσης, που σιγά-σιγά σβήνει με μια άλλη που γεννιέται. Ή τέλος, τη μερική αλληλοεπικάλυψη ιστορικά, ιδεολογικά και κοινωνικά διαμορφωμένων συγκρούσεων. Π.χ. ο βαθύτατος χωρισμός ενός λαού για θρησκευτικούς λόγους, είναι δυνατό να διαπερνά και τους δύο βασικούς κοινωνικούς αντίπαλους με αποτέλεσμα την ύπαρξη τεσσάρων κομμάτων. Παράλληλα είναι πιθανό την κοινωνικά ή ιστορικά διαμορφούμενη τάση προς κάποιο σύστημα κομμάτων να την ευνοούν ή να την παρεμποδίζουν και τεχνικοί παράγοντες: το εκλογικό σύστημα και το μέγεθος της εκλογικής περιφέρειας.

Σύμφωνα με την κλασική πρόταση του Ντυβερζέ [Duverger], η απλή αναλογική ευνοεί τον πολυκομματισμό, το πλειοψηφικό σύστημα το δικομματισμό, ενώ το πλειοψηφικό σύστημα σε δύο γύρους ενισχύει τη δισυμμαχία[2]. (Είναι άλλωστε απόλυτα χαρακτηριστικό ότι μέσα σε 20 χρόνια, 1910-1930, ο βρετανικός δικομματισμός συντηρητικοί-φιλελεύθεροι, αντικαταστάθηκε απόλυτα χάρη και στο πλειοψηφικό σύστημα, από το δικομματισμό συντηρητικοί-εργατικοί. Στο Βέλγιο αντίθετα, όπου παρόμοια τάση είχε αρχίσει να διαφαίνεται από το τέλος του 19ου αι., η πορεία του κόμματος των φιλελευθέρων προς την εξαφάνιση ανακόπηκε χάρη στην εκλογική μεταρρύθμιση του 1899, που καθιέρωσε την απλή αναλογική). Ο Ρέη [D.W. Rae] συμπληρώνοντας την πιο πάνω πρόταση, επισημαίνει πως αντίστοιχη αν όχι μεγαλύτερη σημασία έχει και το μέγεθος της εκλογικής περιφέρειας[3]. Όσο μικρότερη είναι αυτή, τόσο ευνοείται κι ο περιορισμός των κομμάτων με λογική κατάληξη η μονοεδρική περιφέρεια να ευνοεί ιδιαίτερα τη διαμόρφωση δικομματικού συστήματος.

Όποιοι κι αν είναι πάντως οι παράγοντες που συμβάλουν στη διαμόρφωση των κομματικών συστημάτων, η σημασία κάθε τέτοιου στη γενικότερη διαμόρφωση της όλης πολιτικής πραγματικότητας είναι πάντοτε καθοριστική. Ένας αμιγής δικομματισμός λ.χ. οδηγεί στο σχηματισμό μονοκομματικών συμπαγών κυβερνήσεων που το πρόγραμμα τους υποβλήθηκε στο λαό κι εγκρίθηκε απ' αυτόν. Τα μαγειρέματα των κομματικών επιτελείων χάνουν τη σημασία τους, ενώ η κυβέρνηση ενισχύεται σε σχέση με το κοινοβούλιο. Ακόμη η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται σε ουσιώδη σημεία κι όχι σε αποχρώσεις. Οι λειτουργίες των κομμάτων, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μεταβάλλονται ριζικά . Από την άλλη μεριά τείνει να περιοριστεί και το φάσμα των δυνατών επιλογών του εκλογικού σώματος. Οι δύο μονομάχοι, στην προσπάθεια τους ν' αποσπάσουν τους κυμαινόμενους οριακούς ή κεντρώους ψηφοφόρους, τείνουν όλο και περισσότερο ν' αποχρωματίσουν το πρόγραμμα τους, να το πλησιάσουν προς το κέντρο, να το κάνουν ρευστό και ασαφές, με αποτέλεσμα κι οι σαφείς δεσμεύσεις τους να περιορίζονται αλλά κι οι διαφορές τους να ελαχιστοποιούνται. Το σύστημα γίνεται κεντρομόλο. (Ο διπολισμός των κομμάτων αντίθετα προς αυτά που διατείνονται οι προπαγανδιστικοί ισχυρισμοί, σπάνια και μόνο σε ειδικές περιπτώσεις κρίσεων λειτουργεί πολωτικά).

Τα ακριβώς αντίστροφα χαρακτηριστικά παρουσιάζει ο ευρύς πολυκομματισμός. Ο πολιτικός αγώνας ιδεολογικοποιείται ακόμη και σε επίπεδο αποχρώσεων. Οι αντίπαλοι για ν' αντιμετωπίσουν τις συγγενείς σ' αυτούς πολιτικές δυνάμεις υπερτονίζουν τις ιδιαιτερότητες τους. Το σύστημα ιδεολογικά είναι φυγόκεντρο, οι ακραίες τάσεις ενισχύονται. Μετεκλογικά όμως τα κομματικά επιτελεία έχουν το λόγο. Συνηθέστατα δημιουργούνται αδόκητες και κυμαινόμενες μάλιστα κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες (πρβλ. τις γαλλικές βουλές του 1936 και του 1954 που από τον Λεών Μπλουμ [L. Bloum] και τον Π. Μαντές-Φρανς [P. Mandes France], μετακινήθηκαν στη συνέχεια πολύ δεξιότερα). Κατά κανόνα δε αποκλείονται τα άκρα. Ο προεκλογικός φυγοκεντρισμός μετεκλογικά μετατρέπεται συνήθως σε κεντρομολισμό.

Ενδιάμεση τέλος είναι η κατάσταση στις δισυμμαχίες. Εκεί όπου οι δύο πολιτικοί πόλοι δεν αντιπαραθέτουν ενιαία κόμματα, αλλά συνασπισμούς κομμάτων. Επειδή δε οι συνασπισμοί αυτοί δημιουργούνται κατά κανόνα την προεκλογική περίοδο από κομματικούς σχηματισμούς της ίδιας μεν γενικής πολιτικής τάσης (π.χ. δεξιά - αριστερά), οι οποίοι όμως μέχρι τότε τόνιζαν την αυτονομία τους, πρόβαλλαν την ιδιαιτερότητα τους και, κάποιοι απ' αυτούς, κάλυπταν τους ακραίους πολιτικούς χώρους, τα πολιτικά προγράμματα, που καταρτίζονται είναι πολύ λιγότερο στραμμένα προς το κέντρο, απ' ό,τι των ενιαίων κομμάτων στα δικομματικά συστήματα. Ο διπολισμός των συμμαχιών μπορεί επομένως να είναι κάπως πολωτικός. Η συνοχή όμως είναι συνήθως μικρότερη .

Απ' όλες αυτές τις παρατηρήσεις γίνεται πιστεύουμε ήδη φανερή η σχέση ανάμεσα στο σύστημα και τις λειτουργίες των κομμάτων. Μια σχέση εξαιρετικά σημαντική, γιατί αυτό που ενδιαφέρει ιδιαίτερα στην ανάλυση των κομμάτων δεν είναι πόσα είναι αυτά, πώς συμπλέκονται μεταξύ τους και ποια είναι η εσωτερική τους δομή, αλλά το τι κάνουν, ποια είναι η λειτουργία τους, με ποιο τρόπο συμβάλλουν στη διαμόρφωση της πολιτικής πραγματικότητας.

[1] Θανάση Διαμαντόπουλου, Εισαγωγή στην πολιτική, σελ. 100-105, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1983.
[2] Βλ. Duverger, Les partis, σ. 269 επ.
[3] Βλ. D.W. Rae, The Political , Consequences of the Electoral Law, NewHaven.1971

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

καθαρή ... πολιτική

οι «βάρβαροι» κι … η χελιδόνα[1]

Στην αρχή της παράβασης των Βατράχων μετά την επίκληση στη μούσα ο χορός θα εισαγάγει μια σειρά μουσικών μεταφορών μέσα σ’ ένα σύνολο σατιρικών χαρακτηριστικών εναντίον ενός σύγχρονου δημαγωγού.

Μούσα, χορών ιερών επόβηθι και έλθ’ επί τέρψιν
αοίδας εμάς,
τον πολύν οψομένη λαών όχλον, ου σοφίαι
μυρίαι κάθηνται
φιλοτιμότεραι Κλεοφώντος, εφ’ ου δη
χείλεσιν αμφιλάλοις δεινόν επιβράμαται
Θρηικία χελιδών
επί βάρβαρον εζομένη πέταλον,
τρύζει δ’ απίκλαυτον αηδόνιον νόμον, ως απολείται,
καν ίσαι γένωνται
[2].

Η στροφή αυτή, που αποτελείται από δακτύλους και λυρικά κώλα, αρχίζει με δύο στίχους υψηλού τόνου, με ιδιαίτερη έμφαση στο θρησκευτικό χαρακτήρα της επίκλησης. Το δεύτερο δίστιχο, φτιαγμένο στα ίδια χνάρια με το πρώτο – ένας στίχος μεγαλύτερος και ένας μικρότερος – δημιουργεί στους θεατές σατιρική ήδη διάθεση. Η λέξη «λαών» είναι δανεισμένη από την επική ποίηση και ο ποιητής τη χρησιμοποιεί ως «φαιδρό φιλοφρόνημα» για το κοινό, και για να τονίσει την αντίθεση ανάμεσα στους θεατές και τον Κλεοφώντα. Οι θεατές αυτοί είναι «όχλος», αλλά διαθέτουν και σοφία ! Είναι φανερό ότι ο Αριστοφάνης κολακεύει εδώ τους θεατές. Επιπλέον ο χορός κατηγορεί αυτούς τους θεατές πως είναι ανέντιμοι όπως ακριβώς ο Κλεοφών[3].

Με την εικόνα της θρακικής χελιδόνας ο Αριστοφάνης υπαινίσσεται διάφορα γεγονότα : υπενθυμίζει πρώτον πως ο δημαγωγός δεν ήταν Αθηναίος πολίτης και από τους δύο γονείς του[4] και τον κατηγορεί πως μιλά άσχημα ελληνικά, βρυχάται όπως οι βάρβαροι. Οι αρχαίοι Έλληνες παρομοίαζαν συχνά τον ήχο μιας ξένης γλώσσας με το τιτίβισμα των χελιδονιών. Το «χελιδονίζειν» ήταν συνώνυμο του «βαρβαρίζειν»[5]. Η ορθή χρήση της γλώσσας αποτελούσε προϋπόθεση για να γίνει κάποιος Αθηναίος πολίτης, συγχρόνως αποτελούσε βαριά προσβολή για έναν πολίτη η κατηγορία ότι βαρβαρίζει, δηλαδή ότι δε μιλάει σωστά.

Εξάλλου οι χελιδόνες είχαν τη φήμη πως ήταν φλύαρα πουλιά, εξαιτίας του τραγουδιού τους[6]. Το χελιδόνι ήταν επίσης σύμβολο βαρβαρότητας. Η παρομοίωση των χειλιών με τα πέταλα των λουλουδιών είναι αρκετά πρωτότυπη. Γενικά τα πουλιά αυτά χαρακτηρίζουν τη θλίψη και τη φλυαρία. Το τραγούδι τελειώνει με την προαγγελία του θανάτου του Κλεοφώντα, ο οποίος δεν έχει καμιά ελπίδα (απολείται – επίκλαυτος). Ο παραλληλισμός με το χαμό του αηδονιού, που από άνθρωπος έγινε πτηνό, είναι εμφανής. Ο υπαινιγμός, στην περίπτωση ισοψηφίας των δικαστών (καν ίσαι ,ψήφοι. γένωνται), όπου σύμφωνα με την ισχύουσα δικονομική αρχή η απόφαση θεωρούνταν αθωωτική, «αποτελεί», όπως λέει ο Ντόβερ, «κωμική υπερβολή να υποστηρίζεται ότι η κανονική διαδικασία δεν πρόκειται να ισχύσει όταν κατηγορούμενος είναι πρόσωπο τόσο απαράδεκτο όσο ο Κλεοφών»[7].

Είναι αξιοθαύμαστη η ικανότητα του Αριστοφάνη να μεταπηδά από τον τομέα του ιερού και του οσίου στον τομέα του ανόσιου. Επιπλέον η μετάβαση αυτή γίνεται με τη βοήθεια πλήθους εικόνων, οι οποίες αν και παραδοσιακές έχουν χαρακτήρα ποιητικό, εμποτισμένο με αριστοφανικό χιούμορ.

[1] Θεόδωρος Γ. Παππάς, ο Φιλόγελως Αριστοφάνης, σελ. 157-158, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994.
[2] Μούσα, προστάτευε εσύ τους ιερούς μας χορούς,
στήσε καλόβουλο αφτί στο τραγούδι μας
κι έλα, στα εδώλια τα πλήθη να δεις του λαού.
Πόσοι σοφοί ! Πιο φιλόδοξοι
κι από τον Κλεοφώντα, που πάνω στα δίγλωσσα χείλια του,
έτσι όπως κάθεται πάνω σε βάρβαρο φύλλο,
άγρια λαλεί χελιδόνι θρακιώτικο, σκούζει και λέει αηδονιού θρηνερό μοιρολόι,
ναι, γιατί ξέρει πως κι αν
ισοψηφία του δοθεί, πάει χαμένος ο μαύρος.
Βάτραχοι, στ. 674-685.
[3] Βάτραχοι, στ. 1504, 1532, Θεσμοφοριάζουσες, στ. 805.
[4] Η μητέρα του Κλεοφώντα ήταν από τη Θράκη και μόνο ο πατέρας του ήταν Αθηναίος. Ο δημαγωγός καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε το 404, ένα χρόνο μετά την παρουσίαση των Βατράχων – επειδή απέκτησε παράνομα τον τίτλο του πολίτη.
[5] Αισχύλος, Αγαμέμνων 1050. Βλ. και σχόλιο στο στ. 1681 των Ορνίθων.
[6] Βλ. επίσης, Βάτραχοι, στ. 93, Όρνιθες, στ. 1293, Ειρήνη, στ. 800-801.
[7] K. J. Dover, Aristophanic Comedy.