Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Τραγωδία

για το χρυσάφι [1]

Χαράματα. Οι Αχαιοί, που έχουν περάσει τον Ελλήσποντο ταξιδεύοντας από το κουρσεμένο Ίλιο για την πατρίδα τους, είναι στρατοπεδευμένοι σε μια ακρογιαλιά στη Θρακική χερσόνησο. Μπροστά στη σκηνή του Αγαμέμνονα παρουσιάζεται μετέωρο το φάντασμα του Πολύδωρου.

- Άφησα τα σκοτεινά τα βάθη των νεκρών και τις πόρτες του σκοταδιού, όπου ξέχωρα απ’ τους θεούς κατοικεί ο Άδης, κ’ έχω ερθεί εδώ εγώ ο Πολύδωρος, που μάννα μου είναι η θυγατέρα του Κισσέα η Εκάβη[2] και πατέρας μου ο Πρίαμος. Σαν έφτασε σε κίνδυνο η πόλη των Φρυγών[3] να τη ρίξη κάτω το Ελληνικό κοντάρι, φοβήθηκε ο πατέρας μου και γι’ αυτό μ’ έστειλε κρυφά από τον Τρωϊκό τον τόπο στο παλάτι του Πολυμήστορα, του Θρακιώτη φίλου του, που σπέρνει ετούτον εδώ τον καρπερό κάμπο στη Χερσόνησο και λαό καβαλλάρηδων κυβερνάει με το κοντάρι του. Και χρυσάφι περισσό βγάζει κρυφά και το στέλνει μαζί μ’ εμένα ο πατέρας, για να μη βρεθούνε σε φτώχεια όσα παιδιά του θα ζούσανε, αν καμμιά φορά πέφτανε τα κάστρα του Ίλιου. Ο πιο μικρός από τους γιούς τού Πριάμου ήμουν εγώ, και γι’ αυτό μ’ έστειλε κρυφά έξω από τον τόπο μας. Γιατί ούτε όπλα ούτε σπαθί μπορούσα να βαστώ στο παιδικό μου χέρι. Κι όσο στέκανε ορθά τα κάστρα της χώρας και δε σπάζανε οι πύργοι κι όσο με το κοντάρι του νικούσε ο αδερφός μου ο Έκτορας, όλον αυτόν τον καιρό καλοθρεφόμουν κοντά στο Θρακιώτη φίλο του πατέρα μου και σα βλαστάρι μεγάλωνα ο άμοιρος. Μα σα χάθηκε και Τροία και Έκτορας και σαν ξεθεμελιώθηκε το σπίτι του πατέρα μου κι ο ίδιος σαν έπεσε πλάϊ στο θεόχτιστο[4] βωμό σφαγμένος από τον αιματόβρεχτο το γιο του Αχιλλέα, με σκότωσε για το χρυσάφι εμένα τον ταλαίπωρο ο φίλος του πατέρα μου και, σα με σκότωσε, μ’ έρριξε στα κύματα της θάλασσας, για νάχη αυτός το χρυσάφι σπίτι του. Άθαφτος κι αθρήνητος[5]

[1] Ευριπίδου, Εκάβη, στ. 1-27, σε μετάφραση Αθ. Χ. Παπαχαρίση, Πάπυρος, εν Αθήναις 1958.
[2] Δεν ακολουθεί εδώ ο Ευριπίδης τον Όμηρο [Ιλ. Φ 84-85], που για μάννα του Πολύδωρου ξέρει τη Λαοθόη και για πατέρα της Εκάβης όχι τον Κισσέα, αλλά το βασιλέα της Φρυγίας Δύμαντα [Ιλ. Π 717]
[3] Πόλη των Φρυγών εννοείται το Ίλιο. Ο Όμηρος ξεχωρίζει τους Τρώες από τους Φρύγες και την Τροία από τη Φρυγία. Μα οι τραγικοί, όπως εδώ ο Ευριπίδης, πολλές φορές τους Τρώες τους λένε Φρύγες
[4] Ο Απόλλωνας με τον Ποσειδώνα χτίσανε το κάστρο του Ίλιου, όπως βλέπουμε στην Ιλιάδα [Η 453] και στις Τρωάδες του Ευριπίδη [στ. 4-5], και βέβαια και το βωμό στην ακρόπολη, που ο Πολύδωρος γι’ αυτό θεόδμητον [=θεόχτιστο] τον λέει εδώ.
[5] Αγιάτρευτη πίκρα για τον Πολύδωρο που κανένας δε χύνει ένα δάκρυ για το θάνατό του. Τιμή προς το νεκρό είναι το κλάμα: «Πάτροκλον κλαίωμεν, ό γαρ γέρας εστί θανόντων», λέει στους Μυρμιδόνες του ο Αχιλλέας [Ομ. Ίλ. Ω 9]. Κι ο Σόλων [Απ. 19] εύχεται στον εαυτό του: Μηδέ μοι άκλαυτος θάνατος μόλοι, αλλά φίλοισι καλαλείποιμι θανών άλγεα και στοναχάς. [Μη μούρθη ο θάνατος και δε με κλάψουνε, πίκρες και στεναγμούς στους δικούς μου ν’ αφήσω σαν πεθάνω]. Η δε Αντιγόνη πονεί γιατί κανένας δεν την κλαίει [Σοφ. Αντ. 876, 881].