Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

1453

πολεμικές συσκευές[1]

29 (1) … έστειλε και φώναξαν τους κατασκευαστές κανονιών και συζήτησε μαζί τους για τα όπλα αυτά και για το τείχος, πως δηλαδή θα το γκρεμίσουν όσο γίνεται ευκολότερα. Οι μηχανικοί αυτοί του υποσχέθηκαν ότι είναι εύκολη υπόθεση η καταστροφή του τείχους αν, εκτός από τα ήδη υπάρχοντα κανόνια – αφού είχαν κατασκευάσει και άλλα – φτιάξουν και ένα ακόμα που υπολόγιζαν ότι θα μπορούσε να γκρεμίσει και να ισοπεδώσει το τείχος, αλλά για το οποίο απαιτούνταν πολλά έξοδα, κυρίως πολύς χαλκός και διάφορα άλλα υλικά.

(2) Ο Μωάμεθ, πριν καλά – καλά το ακούσει, τους διέθεσε όλα τα χρειαζούμενα σε αφθονία και εκείνοι προχώρησαν στην κατασκευή του κανονιού. Το αποτέλεσμα, αν το έβλεπε κανείς, ήταν τρομακτικό, ενώ αν απλώς το άκουγε θα του φαινόταν απίστευτο και σχεδόν θα το απέρριπτε. Όμως, εδώ θα σας διηγηθώ, όπως μπορώ, πως κατασκευάστηκε και πως ήταν αυτό το πράγμα και πως λειτουργούσε.

Συγκέντρωναν χώμα πεντακάθαρο, λεπτόκοκκο και γλοιώδες και έφτιαχναν λάσπη που τη μάλασσαν ημέρες πολλές, ώσπου να ομογενοποιηθεί, κι ύστερα την ανακάτευαν με μικρά κομμάτια από ίνες λιναριού και κάνναβης και άλλα συνδετικά υλικά, ώστε, τελικά, να προκύψει ένα υλικό συμπαγές και αδιάσπαστο.

(3) Από τη λάσπη αυτή έφτιαξαν, ύστερα, ένα καλούπι επίμηκες και κυλινδρικό σαν αυλό, όπως είναι ένας προεξέχων αφαλός. Το μπροστινό του τμήμα, αυτό που θα υποδεχόταν τις πέτρες, είχε περίμετρο περιφέρειας 12 σπιθαμές, ενώ το οπίσθιο, της ουράς, αυτό που θα δεχόταν την εκρηκτική ύλη, είχε περίμετρο κάτι παραπάνω από τέσσερις σπιθαμές πιο πολύ απ’ ό,τι είχε το μπροστινό τμήμα, νομίζω. Παράλληλα κατασκευαζόταν κι ένα άλλο καλούπι κούφιο, που μέσα του θα έμπαινε ο προηγούμενος κύλινδρος, σαν σε θήκη, πιο φαρδύς βέβαια, ώστε να χωρέσει τον άλλο και να μείνει και αρκετή απόσταση κενή μεταξύ τους. Καθώς τα δύο αυτά καλούπια θα έμπαιναν το ένα μέσα στο άλλο, άφηναν μεταξύ τους κενό χώρο σε όλα τα σημεία περίπου μια σπιθαμή και κάτι, εκεί ακριβώς που θα χυνόταν ο χαλκός από το καμίνι, ώστε, έτσι, να ολοκληρωθεί η κατασκευή.

(4) Το εξωτερικό καλούπι κατασκευάστηκε κι αυτό από πηλό, αλλά ήταν περιζωσμένο με ελάσματα από σίδερο και ξυλοκατασκευές και ήταν στηριγμένο πάνω στο χώμα με πέτρες και άλλα βοηθητικά υλικά, ώστε να κρατιέται στέρεα και να μην ανοίξει από το τεράστιο βάρος του χαλκού που θα χυνόταν μέσα του και πάει έτσι χαμένη όλη η κατασκευή.

(5) Δίπλα ακριβώς από το καλούπι αυτό, και στη μια και στην άλλη πλευρά, κατασκευάστηκαν κλίβανοι – καμίνια σε σχήμα χωνιού – πάρα πολύ δυνατοί και στέρεοι, που το μεν εσωτερικό τους ήταν από ψημένα τούβλα και γλοιώδη λάσπη καλοδουλεμένη, το δε εξωτερικό τους από τεράστιες πέτρες με ασβέστη και άλλα συγκολλητικά υλικά στερεωμένες.

(6) Σε ό,τι αφορά το χαλκό και τον κασσίτερο, μέσα στους κλιβάνους έριξαν τεράστιες ποσότητες, κάπου χίλια πεντακόσια τάλαντα, όπως ειπώθηκε. Τώρα, πάνω και κάτω και ολόγυρα σε αυτούς τους κλιβάνους τοποθετήθησαν μεγάλες ποσότητες από κάρβουνο και κορμούς δέντρων, εν είδει εποικοδομήματος, έτσι που σκεπάστηκαν σε μεγάλο πάχος, εκτός, φυσικά, από τα στόμιά τους.

(7) Μετά εγκατέστησαν φυσερά γύρω από τα καμίνια με τα οποία φυσούσαν εντονότατα και αδιάκοπα πάνω στην καύσιμη ύλη, ώστε να διατηρείται συνεχώς αναμμένη η φωτιά για τρία ημερόνυχτα, με αποτέλεσμα ο χαλκός να λιώσει εντελώς, να διαλυθεί και να γίνει ρευστός. Ύστερα άνοιξαν τα στόμια των καμινιών και έτρεξε ο χαλκός μέσα από σωλήνες στα καλούπια μέχρις ότου γέμισε το κενό διάστημα πολύ καλά και μάλιστα χύθηκε κάπου ένας πήχυς παραπάνω. Έτσι, ολοκληρώθηκε η κατασκευή.

(8) Στη συνέχεια κρύωσε ο χαλκός και αφαιρέθηκαν τα καλούπια, μέσα – έξω, κι άρχισε με ξυστήρες το ξύσιμο και η λείανση, ώστε έγινε πολύ γυαλιστερό και ωραιότατο αυτό το πράγμα. Τέτοια ήταν η κατασκευή και η εμφάνιση του κανονιού. Θα σας πω τώρα πως λειτουργούσε.

30 (1) Στην αρχή έβαζαν την εκρηκτική ύλη στο πίσω μέρος του σωλήνα με συμπίεση, ώσπου να γεμίσει ως το σημείο που άρχιζε το δεύτερο τμήμα του, αυτό που δεχόταν την πέτρα.

(2) Ύστερα, στο στόμιο του πίσω μέρους του σωλήνα έχωναν ένα χοντρό πάσσαλο από γερό ξύλο που τον χτυπούσαν με σιδερένιο λοστό για να σπρώξει την εκρηκτική ύλη προς τα μέσα και να συμπιεστεί τόσο, ώστε να γίνει ένα συμπαγές σώμα που με κανένα τρόπο να μη μπορεί κανείς να την ξαναβγάλει από ‘κει, παρά μόνο βίαια και αφού της βάλει φωτιά. Ύστερα, από το μπροστινό μέρος του σωλήνα έβαζαν την (σφαιρική) πέτρα και την έσπρωχναν για να μπει καλά και ν’ αγγίξει τον πάσσαλο από την άλλη πλευρά και μετά την έκλειναν από παντού.

(3) Στη συνέχεια έστρεφαν το κανόνι προς την κατεύθυνση που ήθελαν να κτυπήσουν και με διάφορες τεχνικές και μεθόδους το ζυγοστάθμιζαν και το ευθυγράμμιζαν προς τον συγκεκριμένο στόχο. Μετά έβαζαν από κάτω του μεγάλα ξύλινα μαδέρια σε απόλυτη εφαρμογή, ενώ από πάνω του και στα πλάγιά του και από πίσω του, παντού τοποθετούσαν τεράστιες πέτρες, ώστε να έχει σε όλα τα σημεία του μεγάλα βάρη και να κρατιέται ακινητοποιημένο. Έτσι, δεν θα έριχνε τη βολή του άστοχα, καθώς δεν θα ταρακουνιόταν από τη θέση του εξαιτίας της ορμητικής και βίαιης εκτόξευσης.

(4) Μετά πυροδοτούσαν την εκρηκτική ύλη από μια μικρή τρυπούλα που είχαν αφήσει στο πίσω μέρος. Και, καθώς εκείνη άναβε πριν προλάβει άνθρωπος να κάνει κιχ, ακουγόταν πρώτα ένα φοβερό μουγκρητό κι ένα συθέμελο ταρακούνημα της γης ολόγυρα κι ένας πάταγος υπόκωφος και πρωτόγνωρος, ενώ αμέσως μετά ακολουθούσε μια τρομερή βροντή κι ένας γδούπος φρικιαστικός, κι όλα γύρω φεγγοβολούσαν και σκοτείνιαζαν μαζί από τη φωτιά, καθώς η εκρηκτική ύλη ωθούσε βίαια την πέτρα να εκτοξευτεί.

(5) Αυτή η πέτρα, σπρωγμένη με τόσο βία και ορμή, έφευγε κι έπεφτε πάνω στο τείχος και το ταρακουνούσε και το γκρέμιζε, ώστε σε πολλά σημεία του δημιουργούσε ανοίγματα και διασκορπούσε τα υλικά του και σκότωνε όσους τύχαιναν εκεί γύρω. Άλλοτε, βέβαια, θα γκρέμιζε ένα κομμάτι τείχους από πάνω ως κάτω, άλλοτε ως τη μέση, άλλοτε πάλι ένα μεγάλο ή μικρό τμήμα πύργου ή μεταπυργίου ή έπαλξης, ώστε, τελικά, στην τόσο τεράστια κρουστική δύναμη της πέτρας δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αντέξει ένα οποιοδήποτε τμήμα τείχους, όσο ισχυρό και συμπαγές και παχύ κι αν ήταν.

(6) Τέτοιο απίστευτο και ακατανόητο πράγμα ήταν αυτό το κανόνι, το οποίο οι παλαιότεροι βασιλιάδες και στρατηγοί ούτε το ήξεραν ούτε το είχαν. Αν το είχαν, τίποτε δεν θα μπορούσε να τους αντισταθεί στις πολιορκίες, οτιδήποτε και να ‘ταν αυτό, και δεν θα χρειαζόντουσαν άλλα μέσα για να ταρακουνήσουν και να γκρεμίζουν ακόμη και τα πιο γερά τείχη. Και φυσικά δεν είχαν ανάγκη να χτίζουν άλλα τείχη τριγύρω και ν’ ανοίγουν τάφρους ή να σηκώνουν χώματα και κάποτε να φτιάχνουν υπονόμους και άλλα τέτοια, προκειμένου να κυριεύσουν πόλεις ή να καταλάβουν φρούρια. Τα πάντα θα υπέκυπταν στο άψε – σβήσε, αφού θ’ αναγκάζονταν να παραδοθούν, ύστερα από τα τρομερά ταρακουνήματα και τα γκρεμίσματα που θα προκαλούσε το κανόνι. Αλλά τότε κανόνια δεν υπήρχαν.

(7) Αυτό το πράγμα, λοιπόν, ήταν μια σχεδόν καινούργια εφεύρεση των Γερμανών και των Κελτών, πριν από εκατόν πενήντα, ίσως και περισσότερα χρόνια, πολύ ευφυής επινόηση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την εκρηκτική ύλη. Η σύνθεσή της ήταν από στεγνά και εύλεκτα υλικά, όπως θείο, νίτρο, κάρβουνο και κάποιο ειδικό χορτάρι, που, όλα μαζί, συγκροτούσαν ένα εξαιρετικά στεγνό και εύφλεκτο σύνολο. Αν αυτό το πράγμα το έχωνες με πίεση μέσα στο χαλκοσωλήνα, που βέβαια ήταν στεγανός και πανίσχυρης κατασκευής, και δεν είχε άλλη διέξοδο για να βγεί από πουθενά παρά μόνο να συμπιεστεί μπορούσε προς τα μέσα, τότε, από την τρομερή ωστική δύναμη που παραγόταν, μπορούσε να εκτοξεύσει την πέτρα με απίθανη δύναμη και ταχύτητα τόση που και τον ίδιο τον χαλκοσωλήνα πολλές φορές να τσακίσει.

(8) Το πράγμα αυτό, λοιπόν, είναι τέτοιας λογής που δεν ξέρει κανείς πώς να το ονοματίσει από κάποια παλαιότερη λέξη. Ίσως θα μπορούσε κανείς να το πει ελέπολη ή εκτοξευτήρα. Τελικά, όλοι σήμερα το ονομάζουν με μια απλούστατη λέξη, σκευή. Τα σχετικά με αυτό το μηχάνημα σας τα εξέθεσα έτσι όπως μπόρεσα και τα πληροφορήθηκα.

[1] Μιχαήλ Κριτόβουλου, Βυζαντίου Άλωσις, σελ. 53 επ., εκδόσεις δημιουργία, Αθήνα 1999.

σχετικό άρθρο: http://nomosophia.wordpress.com/2009/05/29/1453/

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

η ιστορία επαναλαμβάνεται ...

η βούληση του θεού, οι επιούσιοι λαοί και η νέα τάξη ή …
το σχέδιο του Αχούρα Μάζντα[1]

Σύμφωνα με τους Πέρσες, η καταστροφή των ελληνικών ναών αποτελούσε μέρος της εντυπωσιακής αυτοκρατορικής επέκτασης που είχαν πραγματοποιήσει με τη βοήθεια του Αχούρα Μάζντα. Ο ιδρυτής της αυτοκρατορίας, ο Κύρος Β', «ο Μέγας», (559-530), είχε υποτάξει στην περσική κυριαρχία πρώτα την Μηδία (550), μετά τη Λυδία και τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας (540), έπειτα τη Βαβυλωνία (539), και τέλος τη Βακτριανή και τη Σογδιανή.

Μετά το θάνατο του Κύρου και την ταφή του στο καινούργιο βασιλικό κέντρο στις Πασαργάδες (στο κεντρικό Φαρς) ο γιος του Καμβύσης Β' (530-522) πρόσθεσε την Αίγυπτο στην περσική αυτοκρατορία. Μια συνταγματική κρίση ακολούθησε το θάνατο του Καμβύση κατέληξε με την άνοδο στο θρόνο του σφετεριστή Δαρείου Α' (522/21-486). Τώρα η βορειοδυτική Ινδία, αρκετά ελληνικά νησιά συμπεριλαμβανομένης και της Σάμου, και το δυτικό μέρος της Θράκης (περίπου το 513) περιήλθαν υπό την περσική κυριαρχία, καθώς ο Δαρείος προσπάθησε να εδραιώσει τα σύνορα της αυτοκρατορίας.

Μέχρι το τέλος του έκτου αιώνα η Περσία είχε γίνει η μεγαλύτερη και επιτυχέστερη αυτοκρατορία στη μακριά ιστορία της αρχαίας Εγγύς Ανατολής, μια επιτυχία που οι βασιλείς της απέδιδαν στη θέληση και τη δύναμη του μεγάλου τους θεού. Στην τρίγλωσση επιγραφή που είναι σκαλισμένη σε ένα βράχο στο Μπεχτιστούν στα όρη Ζάγγρος στο δρόμο από την αρχαία Βαβυλωνία προς τα Εκβάτανα, ο Δαρείος, για παράδειγμα, ισχυρίζεται ότι έδωσε δεκαεννέα μάχες και αιχμαλώτισε εννέα βασιλείς σε ένα χρόνο υπό την προστασία του Αχούρα Μάζντα.

Οι Πέρσες πίστευαν ότι ο Αχούρα Μάζντα είχε καταστήσει τους Πέρσες βασιλείς κυρίους των εδαφών και των λαών της γης για να φέρουν σε πέρας το σχέδιο του περί ανθρώπινης ευτυχίας και τέλειας τάξης. Ήταν καθήκον του Πέρση βασιλιά να συμβάλλει στη διατήρηση αυτής της τάξης για χάρη όλης της ανθρωπότητας. Όσοι διατάρασσαν την τάξη ή προκαλούσαν ταραχή επαναστατούσαν κατά του θεϊκού σχεδίου του Αχούρα Μάζντα και έπρεπε να «συντριβούν».

Το 499, όμως, οι Ίωνες Έλληνες που ζούσαν στις ακτές της Μικράς Ασίας ξέκοψαν από το σχέδιο του Αχούρα Μάζντα επαναστατώντας κατά της περσικής κυριαρχίας. Με επικεφαλής την πόλη της Μιλήτου και με περιορισμένη ναυτική υποστήριξη από την Ερέτρια και την Αθήνα, στην ηπειρωτική περιοχή της Ελλάδας, οι επαναστάτες κατάφεραν να κατακάψουν τις Σάρδεις, το τοπικό περσικό κέντρο ελέγχου, και το ναό της εκεί θεότητας Κυβέλης. Μέχρι το 494, όμως, οι Πέρσες είχαν καθυποτάξει και τα νησιά και τις πόλεις των ακτών της Μικράς Ασίας. Η Μίλητος κατελήφθη, οι άντρες της φονεύθηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά της έγιναν σκλάβοι, και το ιερό των Διδύμων, που στέγαζε το μαντείο του Απόλλωνα, λεηλατήθηκε και κάηκε. Ο Απόλλωνας είχε πληρώσει το τίμημα για την καταστροφή του ιερού της Κυβέλης.

Ο Δαρείος έκανε μετά μια εκστρατεία αντιποίνων εναντίον της Ερέτριας και της Αθήνας για τη βοήθεια που έδωσαν τα στρατεύματα τους στους Ίωνες. Παρά την αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων, οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς νίκησαν εκείνη την περσική δύναμη στον Μαραθώνα στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 490.


Δέκα χρόνια αργότερα, όμως, ο γιος και διάδοχος του Δαρείου, ο Ξέρξης, οδήγησε μια ακόμη μεγαλύτερη δύναμη στην Ελλάδα και τότε έγινε η αποτέφρωση της αθηναϊκής Ακρόπολης. Κι όμως δεν ήταν θέληση του Αχούρα Μάζντα να κάνει ο Ξέρξης την ηπειρωτική Ελλάδα μέρος του θεϊκού σχεδίου σχετικά με την τάξη: τον Σεπτέμβριο του 480, ο ελληνικός στόλος νίκησε αποφασιστικά τους Πέρσες και τους συμμάχους τους στα στενά της Σαλαμίνας. Σύντομα ο ίδιος ο Ξέρξης υποχώρησε στον Ελλήσποντο, αφήνοντας το στρατηγό του Μαρδόνιο να συγκρουστεί με τον ελληνικό στρατό στην ξηρά. Ο στρατός του Μαρδόνιου όμως υπέκυψε σε μια δύναμη οδηγούμενη από Σπαρτιάτες στις Πλαταιές το 479.

Παρά τις νίκες αυτές των Ελλήνων, οι Πέρσες εξακολουθούσαν να έχουν τον έλεγχο πολλών νησιών του Αιγαίου καθώς και της Θράκης και της ακτής της Μικράς Ασίας. Οι Αθηναίοι, επικεφαλής της Συμμαχίας της Δήλου (μιας ναυτικής συμμαχίας των πόλεων-κρατών), πολέμησαν επί τρεις περίπου δεκαετίες για να διώξουν τους Πέρσες από το Αιγαίο και την Μικρά Ασία. Το 450 οι εχθροπραξίες έληξαν με την Ειρήνη του Καλλία, σύμφωνα με τους όρους της οποίας οι ελληνικές πόλεις της Ασίας μπορούσαν να ζήσουν με τους δικούς τους νόμους. Αλλά ενώ οι Πέρσες βασιλείς μπορεί προσωρινά να παραιτήθηκαν από τις προσπάθειες να υποτάξουν τους Έλληνες, κατά τη διάρκεια του επόμενου αιώνα οι ίδιοι οι Έλληνες παρείχαν στους διαδόχους του Ξέρξη πολλές ευκαιρίες να επηρεάσουν τις ελληνικές υποθέσεις, καθώς οι πόλεις-κράτη εξαντλήθηκαν από τον άκαρπο πόλεμο για το ποια θα επικρατήσει στην Ελλάδα.

Μέχρι τα μέσα του τέταρτου αιώνα, οι πιο σημαντικές πόλεις-κράτη της Ελλάδας – η Σπάρτη, η Θήβα και η Αθήνα – είχαν όλες παραλύσει από τις προσπάθειες τους να πάρουν το πάνω χέρι η μία ενάντια στην άλλη, και η Περσία παρέμενε ο διαιτητής των ελληνικών υποθέσεων, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Δεν ήταν ανάγκη να συντρίψει ο Πέρσης βασιλιάς τους Έλληνες۬ το είχαν καταφέρει αυτό μόνοι τους. Το 346 οι αυτοκρατορικές βλέψεις της Περσίας προς τη Δύση ήταν πιο λαμπρές από ποτέ πριν από τη μάχη της Σαλαμίνας.

Μόνο μία απειλή ξεπρόβαλε για το θεϊκό σχέδιο του Αχούρα Μάζντα σχετικά με την ανθρώπινη ευτυχία. Έπειτα από δεκαετίες πολιτικής αστάθειας το βασίλειο της Μακεδονίας, στο βόρειο μέρος της Ελλάδας, έδειχνε δυσοίωνα σημάδια ζωντάνιας και επιθετικότητας κάτω από την ηγεσία του χαρισματικού του βασιλιά, του Φιλίππου Β'. Αν κατάφερνε κάπως να συνενώσει το δικό του χωρισμένο βασίλειο, ενώ συγχρόνως διαιρούσε τους Έλληνες, θα προέκυπτε μια πολύ μεγάλη διαταραχή της τέλειας τάξης.


[1] Γκυ ΜακΛήν Ρότζερς, Αλέξανδρος, σελ. 12 επ., Πλατύπους εκδοτική 2004.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

θρησκειολογία

Γεωργίου Γεμιστού – Πλήθωνος
η διδασκαλία της καθαρής μακαριότητος[1]

Κρίνομε σωστό ότι η ανάμειξι του αθανάτου και του θνητού μέσα μας κατασκευάσθηκε από τους θεούς τους δημιουργούς της αρμονίας του κόσμου σύμφωνα με τους νόμους του Διός (και) ότι τα δύο μέρη αυτού του ουρανού, το αθάνατο και το θνητό, συνδυάσθηκαν σε αυτό το ανθρώπινο σχήμα που είναι σαν σύνορο (αυτών). Γιατί για να είναι το παν πλήρες και τέλειο, έπρεπε να αποτελήται από αθάνατο και από θνητό για να μη διαφέρη αυτό από τον εαυτόν του και να μην είναι σύστημα. Γιατί, όπως μερικά από αυτά που είναι αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους και βρίσκονται στα όρια συναρμολογήθηκαν πρόχειρα, έτσι και τα θνητά συνδέθηκαν με τα αθάνατα με αυτό το ανθρώπινο όριο. Αν, λοιπόν, το θνητό (σώμα) ήταν πάντοτε μαζί με το αθάνατο που έχει μέσα του και αν αυτό (το θνητό στο τέλος) απέβαινε αθάνατο – γιατί θα γινόταν αθάνατο από την παντοτινή του συνύπαρξι με το αθάνατο – ο άνθρωπος δεν θα ήταν σύνορο της αθάνατης και της θνητής ουσίας, όπως θα έπρεπε, αλλά θα είχε ταχθή τελείως με τους αθανάτους. Είτε αν το αθάνατο είχε μια φορά συνευρεθή με το θνητό, και όλον τον άλλον χρόνο είχε απαλλαγή από αυτό, τότε θα εξαφανιζόταν το σύνορο (μεταξύ) των θνητών και των αθανάτων, αφού θα γινόταν μια φορά (άπαξ) και δεν θα ήταν πάντοτε σύνορο, ούτε θα συναρμολογούσε πάντοτε τα θνητά με τα αθάνατα, αλλά αφού μια φορά θα συναρμολογούσε, έπειτα μαζί με την απαλλαγή από αυτό το θνητό θα διέλυε και αυτήν την αρμονία. Θα έμενε, λοιπόν, από το ένα μέρος η επικοινωνία του θνητού με το αθάνατο, από το άλλο δε, αφού θα χανόταν (το θνητό), (το αθάνατο) θα έμενε κάθε φορά μόνο του και θα ζούσε χωριστά και αυτή (η κατάστασι) θα προχωρούσε έτσι πάντοτε και στον άπειρο χρόνο.

Αυτές τις γνώμες έχουν διατυπώσει οι σοφοί, και μάλιστα οι οπαδοί του Πυθαγόρα και του Πλάτωνος. Αυτά (έχουν πει) και οι εξηγητές άλλων εθνών και μάλιστα από τους δικούς μας προγόνους αυτοί που πήραν και διατηρούσαν καλώς την θεοσέβεια σύμφωνα με τους Κουρήτες. Αυτά (ελέχθησαν) και από τον Ζωροάστρη και τους διαδόχους του. Σε αυτόν εμείς, που είναι ο αρχαιότερος άνθρωπος που θυμούνται οι άνθρωποι, αποδίδομε τις τέτοιες διδασκαλίες, όχι γιατί νομίζομε ότι από εκείνον άρχισαν αυτά, γιατί αυτές οι αληθινές διδασκαλίες συνυπάρχουν αιωνίως σε όλο τον ουρανό και στους ανθρώπους, αν και καμμιά φορά επικρατούν σε περισσότερους και άλλοτε σε ολιγώτερους, δηλαδή, σε αυτούς οι οποίοι ξεκινούν σωστά από τις κοινές έννοιες, που έχουν τεθή μέσα στις ψυχές μας από τους θεούς, αλλά αυτός είναι ο παλαιότερος εξηγητής των διδασκαλιών που θεωρούνται από εμάς ορθές και θεωρείται παλαιότερος, (δηλαδή), πλέον των 5.000 ετών από της καθόδου των Ηρακλειδών. Γιατί, τον Μήνη, τον νομοθέτη των Αιγυπτίων, που θεωρείται περισσότερο από τρεις χιλιάδες χρόνια παλαιότερος από αυτόν, (τον Ζωροάστρη), δεν θα πούμε ότι υπήρξε κάποιος σοφός ούτε σπουδαίος νομοθέτης. Γιατί δεν θα νομοθετούσε ποτέ τις τόσο περίεργες και (φαύλες) τελετές, αν και τα δόγματά του δεν ήσαν επίσης φαύλα. Αν, βέβαια, οι διδασκαλίες των ιερέων εκείνου, ήσαν όμοιες με του Ζωροάστρου, δεν θα πούμε ότι αυτές διετυπώθησαν από τον Μήνη, αλλά ότι αυτοί τα βρήκαν έπειτα γιατί είχαν καιρό να ασχολούνται με τη σοφία, και έπειτα δεν μπόρεσαν να διορθώσουν και τις τελετές ένεκα του νόμου που τους επέβαλε ο Μήνης. (Ο νόμος αυτός) είναι άριστος και σωτήριος γι’ αυτούς που έχουν ευνομία, όχι όμως και γι’ αυτούς που έχουν κακούς νόμους. Αυτός δε, ο Νόμος, δεν αφήνει να τολμούν να αλλάξουν ούτε το παραμικρό από τα πατροπαράδοτα, (ώστε να ζουν) έχοντας σπουδαίες διδασκαλίες, αλλά συμβάλλει ώστε πολλοί να κάμουν κακές τελετές. Και από άλλους έχουν γίνει κάποιοι καλοί νόμοι, είναι και μερικοί που δεν έρχονται σε αντίθεσι με τις διδασκαλίς του Ζωροάστρου, αλλά δεν φθάνουν στο απώτατο όριο της τελειότητος. Μεταξύ αυτών είναι και (οι νόμοι) των Ινδών και των Ιβήρων στην Δύσι, που τους απέκτησαν σχεδόν συγχρόνως με αυτούς του Ζωροάστρου. Για τους Ίβηρες δεν γνωρίζομε ακόμη ούτε το όνομα του νομοθέτη ούτε αν οι νόμοι τους ισχύουν ακόμη γι’ αυτούς. Από τους νόμους δε των Ινδών, πολλοί παραμένουν ακόμη και ο νομοθέτης τους λέγεται Διόνυσος. Αυτός κυριάρχησε και ηγεμόνευσε στους Ινδούς ως ξένος (έπηλυς) και λέγεται ότι με κάποια (ήθη) και καλούς νόμους τακτοποίησε το γένος (τους). Αυτόν (τον Ζωροάστρη) ζήλεψε πολύ και ο Διόνυσος, που γεννήθηκε πολύ μεταγενέστερα από την Σεμέλη, (και θέλησε) να γίνη ο ίδιος στην ψυχή ή στον βίο με αυτόν. Και οι δύο (αυτοί) άνδρες ήσαν άπειροι στα στρατιωτικά θέματα. Αυτήν (την στρατιωτική) εμπειρία μπορεί κάποιος να την θεωρήση (γνώρισμα) του Ηρακλέους, του υιού του Αμφιτρίωνος και της Αλκμήνης, και αυτού που γεννήθηκε παλαιότερα από αυτόν, του Τυρίου (Ηρακλέους), αυτοί δε οι δύο άνδρες είχαν μεγάλη εμπειρία στα στρατιωτικά. Έχουν δε κάθε φορά παρόμοιες περιόδους ζωής και πράξεις και θα τις έχουν πάντοτε, και δεν έγινε ποτέ μέχρι τώρα κάτι καινούργιο ούτε γίνεται κάτι το οποίο δεν είχε γίνει κάποτε, προηγουμένως, σαν ιδέα, συνάμα δε ότι και πάλι κάποτε θα ξαναγίνη. Γιατί, αφού κανένα έθνος δεν είναι άθεο και αφού υπάρχουν (πολλές) άλλες και διαφορετικές δοξασίες στους ανθρώπους για τους θεούς, είναι ανάγκη μία και η ίδια (δοξασία) να είναι η άριστη, οι δε άλλες να είναι χειρότερες και από αυτές η μία να είναι πιο κοντά στην άριστη από την άλλη, και οι άλλες πιο μακριά και μερικές πολύ μακριά. Εμείς, τασσόμαστε με το μέρος της γνώμης του Ζωροάστρου που είναι άριστη, η οποία συμφωνεί με την φιλοσοφία του Πυθαγόρα και του Πλάτωνος και υπερτερεί στην ακρίβεια από όλες τις άλλες δοξασίες και συνάμα είναι και πατροπαράδοτη σε εμάς. Με αυτήν μόνη (την διδασκαλία) της καθαρής μακαριότητος που είναι δυνατή σε εμάς, κρίνομε άξιο να ασχολούμαστε.

[1] Πλήθωνος Νόμοι – Γενναδίου Πατριάρχου, εναντίον του Πλήθωνος Γεμιστού, σελ. 120-124, εκδόσεις ελεύθερη σκέψις 1997

σχετικό άρθρο: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/05/blog-post_27.html

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Φιλοσοφία

Η Μεγάλη Μητέρα[1]

Η πρωτόγονη εικόνα, η ιδέα ή το αρχέτυπο της Μεγάλης Θεάς Μητέρας, δεν υφίσταται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο αλλά είναι εσωτερική εικόνα στην ανθρώπινη ψυχή.

Η συμβολική έκφραση αυτού του ψυχικού φαινομένου βρίσκεται στις μορφές της Μεγάλης μητέρας, όπως παριστάνεται στους μύθους και στις καλλιτεχνικές δημιουργίες του ανθρώπινου γένους. μπορούμε να το παρακολουθήσουμε διά μέσου της ιστορίας, στις λατρείες, στους μύθους, στα σύμβολα του πρωτόγονου ανθρώπου, όπως επίσης στα όνειρα, τις φαντασίες, τα τραγούδια ή τους ύμνους, που μιλούν για τη δημιουργία του κόσμου. Εκεί ο κόσμος δημιουργείται από κάποια θεά, στην οποία απευθύνεται ο ύμνος και την κατονομάζει Μητέρα. Ύμνοι με αυτό το περιεχόμενο υπάρχουν σ’ όλους σχεδόν τους λαούς.

Η ψυχή μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου, σε θετικές ή αρνητικές συγκινήσεις εκφράζει αυτό το αρχέτυπο που εκδηλώνεται αρχικά να ορίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η επικράτηση του αρχέτυπου της Μεγάλης μητέρας εξυψώνει την ψυχή του ανθρώπου της πρωτόγονης κατάστασης, στην οποία η συνείδηση αναπτύσσεται σιγά-σιγά και βαθμιαία μόνο ελευθερώνει εαυτήν από την κυριαρχία της ασυνείδητης κατευθυντήριας προόδου.

Μερικοί μιλούν για μητριαρχικές καταστάσεις ή εποχές, όπου η κοινωνική οργάνωση βασίζεται στο μητρικό ένστικτο ή στην ομαδική μητρότητα, όπου επικρατεί η ιδέα, η εικόνα της Μητέρας, της γεννήτρας που δημιουργεί, που δίνει ζωή, που πλάθει τον ουρανό, τα άστρα, που κινεί τον τροχό της ζωής, που εξουσιάζει, που είναι η Βασίλισσα των Ουρανών, η αφέντρα των ζώων και των φυτών, η πηγή της γνώσης καμμιά φορά καλή ή κακή.

Η εμφάνιση των μορφών της πρωτόγονης κατ’ αρχήν Μητέρας ή της θηλυκής θεότητας εκτείνεται από τη Σιβηρία έως τα Πυρηναία, αλλά η Μεγάλη Θεά εντοπίζεται κυρίως στον Μεσογειακό χώρο, στην Κρήτη, Κύπρο, Αίγυπτο.

Κατά τη λίθινη εποχή οι ασχημάτιστες μορφές της Μεγάλης Μητέρας αντιπροσωπεύουν την έγκυο θεά της γονιμότητας, που ατένιζε προς όλο τον κόσμο σαν θεά της κυοφορίας και παιδοποιΐας και η οποία σαν αντικείμενο λατρείας, όχι μόνο των γυναικών αλλά και των ανδρών, αντιπροσωπεύει το αρχέτυπο σύμβολο του στοιχειώδους χαρακτήρα, της γονιμότητας, της καταφυγής (ασύλου, προσφυγής), της προστασίας και της ανάθρεψης.

Πριν από την Δ΄ χιλιετηρίδα – αντιπροσωπευτικό δείγμα της μητριαρχικής εποχής – εμφανίζεται στη λατρεία η Μεγάλη Μητέρα. Τα γνωστότερα λίθινα ειδώλια της εποχής εκείνης αποκαλούνται Αφροδίτες και βρέθηκαν εγκατεσπαρμένα από τον ποταμό Δον της Ρωσίας μέχρι τη Γαλλία. Τα μεταγενέστερα αγαλματίδια όμως είναι γύψινες παραστάσεις, γυμνών, ζωγραφισμένων γυναικών με το κεφάλι που μόλις διακρίνεται, αλλά με υπερβολικά εξεικονισμένους τους μαστούς, την κοιλιά, τους γοφούς και τη γεννητική χώρα.

Η μορφή αυτή της Μεγάλης Μητέρας και των ιερειών που την αντιπροσωπεύουν, θεωρείται από πολλούς ερευνητές ότι αργότερα λαϊκοποιήθηκε και ότι δείχνει ερωτισμό, ή αντανακλά το «γούστο» του άνδρα της εποχής εκείνης, που φθάνει μέχρι των χρόνων μας, ή ότι ήταν φυλετικό γνώρισμα των γυναικών. Αυτό θα ήταν λάθος, ούτε είναι δυνατόν η εμφάνιση της μορφής να αποδοθεί στο ανδρικό ερωτικό «γούστο». Μπορεί να επηρεάζεται ο αρσενικός ερωτισμός από τη μορφή αυτή του θηλυκού, αλλά η υπερβολικά σωματώδης άμορφη γυναίκα είναι το ευνοούμενο ερωτικό αντικείμενο και μπορούμε να συμπεράνουμε μια ασυνείδητη κυριαρχία της αρχέτυπης μητέρας στην αρσενική ψυχή. Άλλωστε μιλούμε για μητριαρχικές καταστάσεις.

Συχνά η Μεγάλη Μητέρα παριστάνεται καθισμένη επί της γης. Σαν Μάννα και χαρακτηριστικά μπορούμε να πούμε η μητρικότητα της γυναίκας βρίσκεται όχι μόνο στην μήτρα, αλλά επίσης στους πληθωρικούς γοφούς της καθισμένης γυναίκας, πάνω στην αγκαλιά της οποίας κάθεται το νεογέννητο βρέφος ενθρονισμένο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η μεγαλύτερη Μητέρα Θεά των Πρώϊμων πολιτισμών ονομαζόταν Ίσις που σημαίνει «το κάθισμα», «ο θρόνος», το σύμβολο του οποίου (του θρόνου) φέρει στο κεφάλι της, και ο βασιλιάς που «κάνει κατοχή» επί της γης της Μητέρας Θεάς, την κάνει καθίζοντας πάνω της με όλη την σημασία της λέξης.

Σύμφωνα με τον Μένγκουϊν η ένθρονος λατρεία έρχεται από την Ανατολή. Γιγαντιαίοι θρόνοι βρέθηκαν στη Λυδία, Φρυγία, [ηπειρωτική] Ελλάδα, Ρόδο, Θήρα ως επίσης σε τάφους στην Τίρυνθα, Μυκήνες, Μενίδι και την περιοχή της Ναυπλίας. Επιπρόσθετα με τις λατρείες θρόνου της κλασσικής εποχής βρίσκουμε θρόνους σε συνδυασμό με τη λατρεία του θανάτου στη Σικελία και Ετρουρία.

Ο αρχικός θρόνος ήταν το βουνό, το οποίο συνδυάζει τα σύμβολα της γης, του σπηλαίου και του ύψους. Το βουνό ήταν το αμετακίνητο, μόνιμο σύμβολο που ορατά κυβερνά επί της γης.

Πρώτα υπήρχε η μητέρα – Βουνό, όπως τη βλέπουμε σε κρητική σφραγίδα. Ο συμβολισμός της κεφαλής της θεάς με λόφο ή βουνό εξακολουθεί μέχρι τη μεταγενέστερη εποχή στην Ανατολή, όπου ο «ιερός γάμος» μεταξύ ουρανού και γης επιτελείται πάνω στην κορυφή του βουνού, ή πάνω σε πύργο που τον συμβολίζει, όπως στη Βαβυλώνα και άλλα μέρη. Εδώ ο αρσενικός θεός του ουρανού, των σύννεφων, της αστραπής, του κεραυνού και της βροχής κατεβαίνει και ενώνεται με τη Γη – Θεά.

Γυναικεία ειδώλια με υπερβολικούς γλουτούς έχουν ευρεθεί στο Περού, όπως επίσης στα Βαλκάνια. Μια νησιώτικη φιγούρα από την Ελλάδα συνδυάζει τα προηγούμενα χαρακτηριστικά με τα τατουάζ. Ανάλογες μορφές έχουν βρεθεί σε Ελληνικά νησιά και σε πρωτόγονα ειδώλια στη Ρουμανία, Θράκη, πηγάζουν δε από την ίδια την ψυχική κατάσταση. Όλες αυτές οι μορφές σχετίζονται με όμοιους αρχέτυπους, η διασπορά των οποίων εκτείνεται από τη Συρία έως την Κρήτη και από τη Μεσοποταμία έως την Ινδία.

Μια άλλη ομάδα ειδωλίων που κατανέμονται από την προδυναστική Αίγυπτο διά μέσου της Συρίας, Μεσοποταμίας, Ιράν και Μικράς Ασίας, από την Τροία, τις νήσους του Αιγαίου, την Κύπρο, Κρήτη μέχρι τη νοτιοδυτική Ευρώπη με το γεννητικό τρίγωνο πάλι προεξέχον, εμφανίζονται παραπέρα να κρατούν το στήθος τους, πράγμα που σημαίνει ότι ο χαρακτήρας της γονιμότητας και του ερωτισμού ήταν έντονος. Είναι, επίσης, μια άλλη έκφραση της Μητριαρχίας και της θηλείας θεότητας στην τέχνη.

[1] Βούλα Λαμπροπούλου, Φιλοσοφία των Φύλλων, σελ. 79-82, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1984.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

ιστορίες των τσελιγγάδων

Το τσοπανόσκυλο[1]

Κάποτε ένας λύκος, πήδησε μέσα σ’ ένα γιδομαντρί κι έφαγε ίσαμε δεκατρία γίδια. Θα ‘κοβε κι άλλα, αλλά δεν πρόλαβε. Τον κατάλαβε και πήδησε μέσα και το τσοπανόσκυλο. Για να ξαναπηδήσει ο λύκος όξω, δεν μπόρεσε, γιατί τούτοι δω οι γιδαραίοι κάνουν τα μαντριά τους ψηλά, τα πλέκουν γερά με κλαριά και τους δίνουν λίγη κλίση προς τα μέσα, ώστε να είναι αδύνατο το πήδημα προς τα όξω.

Εκεί μέσα, πάλεψαν γι’ αρκετή ώρα, τσοπανόσκυλο κι αγρίμι, ώσπου το γιδόσκυλο έπνιξε το λύκο. Επειδή όμως τον έβλεπε κι ανάσαινε λίγο ο λύκος, τί λες πως έκανε το τσοπανόσκυλο αυτό ; Τράβηξε με τα δόντια του τα πνιγμένα γίδια και τά ‘ριξε πάνω του να τον σκάσει.

Κατάκοπο ύστερα και καταδαγκωμένο, όπως ήταν απ’ το λύκο, κοιμήθηκε κοντά στην πόρτα του μαντριού.

Το πρωί όταν ήρθε ο γιδάρης, το τσοπανόσκυλο τον δέχτηκε κουνώντας την ουρά του. Φαινόταν πολύ κουρασμένο κι έδειχνε κάπως αδιάφορο μπροστά στην εικόνα αυτή. Ο τσοπάνης μπροστά σ’ αυτό το κακό που βρήκε στο γιδομάντρι στενοχωρέθηκε τόσο που τά ‘χασε, κι απάνου στο χαμό του, έβγαλε την κουμπούρα του, απ’ το σελάχι και την άδειασε πάνω στο κατακουρασμένο κορμί του σκυλιού του. Ύστερα, άρχισε να τραβάει τα φαγωμένα γίδια ένα – ένα και να τα βγάζει όξω απ’ το μαντρί.

Όταν πήρε μερικά και χαμήλωσε ο σωρός, τί να ειδεί : Ο λύκος πνιγμένος κάτω απ’ τα φαγωμένα γίδια … Μόλις αντίκρυσε το λύκο άρχισε να φωνάζει : «Πιστό μου σκυλί. Νταβέλη μου». Τότε κατάλαβε τί κακό έκαμε στο ρωμαλέο τσοπανόσκυλο. Άρχισε να κλαίει απαρηγόρητος. Και τώρα δεν έκλαιγε πια όπως πριν για τα δεκατρία φαγωμένα ζωντανά του, μούγγριζε σαν αληθινό θεριό κι έκλαιγε για τον αδικοσκοτωμένο φύλακά του. Φώναζε, έβγαζε τα μαλλιά του, χτύπαγε το βαρύ του κεφάλι στις φούρκες της γιδοκαλύβας, δερνόταν μόνος του κι έκανε άσκοπες κινήσεις. Σάλεψε, τέλος, το μυαλό του κι άρχισε να χτυπάει τα φοβισμένα γίδια του με την γκλίτσα. Του κάκου ! Το αγαπημένο του τσοπανόσκυλο τον είχε εγκαταλείψει για πάντα κι άφησε στη θέση του μια τύψη περίτρανη που κάθε τόσο σκάλιζε τη σκέψη του τσοπάνη κι έμπηχνε στην καρδιά του αλύπητα φαρμακερά μαχαίρια. Πώς να λησμονήσει τέοια κακιά ώρα ; Πώς να ξεχάσει το ηρωικό του σκυλί ; Πώς ; Να, λοιπόν, τί θα ειπεί τσοπανόσκυλο. Θα πει κάτι πιο πάνω κι από αληθινό πραματολόο[2]. Θα ειπεί πίστη και θυσία μαζί.

[1] Βασίλη Λαμνάτου, Έθιμα των τσελιγγάδων, σελ. 83-84, Εστία 1979.
[2] πραματολόος = τσοπάνης

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Ποίηση

του Αιγαίου[*]

I

Ο έρωτας
το αρχιπέλαγος
κι η πρώρα των αφρών του
κι οι γλάροι των ονείρων του
στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
ένα τραγούδι

Ο έρωτας
το τραγούδι του
κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
κι η ηχώ της νοσταλγίας του
στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
ένα καράβι

Ο έρωτας
το καράβι του
κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
κι ο φλόκος της ελπίδας του
στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
τον ερχομό

II

Παιχνίδια τα νερά
στα σκιερά περάσματα
λένε με τα φιλιά τους την αυγή
που αρχίζει
ορίζοντας –

Και τ’ αγριοπερίστερα ήχο
δονούνε στη σπηλιά τους
ξύπνημα γαλανό μέσ’ στην πηγή
της μέρας
ήλιος –

Δίνει ο μαΐστρος το πανί
στη θάλασσα
τα χάδια των μαλλιών
στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
δροσιά –

Κύμα στο φως
ξαναγεννάει τα μάτια
όπου η Ζωή αρμενίζει προς
τ’ αγνάντεμα
Ζωή –

III

Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη του άμμο – Έρωτας
τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
δίνει στον ορίζοντα
κύματα φεύγουν έρχονται
αφρισμένη απόκριση στ’ αυτιά των κοχυλιών

Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη ;
Ο Μπάτης με το διάφανό του φύσημα
γέρνει πανί του ονείρου
μακριά
έρωτας την υπόσχεσή του μουρμουρίζει – Φλοίσβος.

[*] Οδυσσέα Ελύτη, Προσανατολισμοί, Ίκαρος εκδοτική, Αθήνα 2002.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

περί λαθών

τα λάθη τα δικά μας και τα λάθη των αλλωνών[1]

Όπως έλεγε ο Αίσωπος, δύο σακούλια έχουμε κρεμασμένα στο λαιμό: μπροστά έχουμε το σακούλι με τα λάθη των άλλων, και πίσω το σακούλι με τα δικά μας. Κι έτσι, μια ζωή βλέπουμε των αλλωνών, ενώ για τα δικά μας δεν έχουμε μάτια. Όλοι δέχονται πως ο μύθος αυτός λέει την αλήθεια. Μάλιστα, ο Πλάτων εξηγεί και τον λόγο: «ο εραστής», λέει, «τυφλώνεται από το αντικείμενο της αγάπης του». Και αν ο καθένας μας αγαπάει πάνω από όλα τον εαυτό του, είναι φυσικό να μη βλέπει αυτά που έχουν να κάνουν με τον ίδιο. Πώς, λοιπόν, θα δει κάποιος τα προσωπικά του ελαττώματα, και πώς θα αντιληφθεί τα σφάλματά του ; Τόσο ο μύθος του Αισώπου όσο και ο λόγος του Πλάτωνα προφανώς μας λένε πως έχουμε πολύ λίγες ελπίδες να ανακαλύψουμε τα προσωπικά μας λάθη : αν κάποιος δεν μπορεί να πάψει να αγαπά τον εαυτό του τότε αναπόφευκτα θα είναι τυφλός ως προς το αντικείμενο της αγάπης του.

[Δύο …, ως Αίσωπος έλεγε, πήρας εξήμμεθα του τραχήλου, των μεν αλλοτρίων την πρόσω, των ιδίων δε την οπίσω, και διά τούτο τα μεν αλλότρια βλέπομεν αεί, των δ’ οικείων αθέατοι καθεστήκαμεν. Και τούτον γε τον λόγον ως αληθή προσίενται πάντες. Ο δε πλάτων και την αιτίαν αποδίδωσι του γιγνομένου. Τυφλώττεινγαρ φησι το φιλούν περί το φιλούμενον. Είπε ρουν έκαστος ημών εαυτόν απάντων μάλιστα φιλεί, τυφλώττειν αναγκαίον εστιν αυτόν εφ’ εαυτού. Πώς ουν όψεται τα ίδια κακά ; και πώς αμαρτάνων γνώσεται ; πολλώ γας έοικεν ο τε του Αισώπου μύθος και ο του Πλάτωνος λόγος ανελπιστοτέραν ημίν την των ιδίων αμαρτημάτων εύρεσιν αποφαίνειν. Ει γαρ μη του φιλείν τις εαυτόν αποστήσαι δύναται, τυφλώττειν αναγκαίον εστι το φιλούν περί το φιλούμενον]

Τον πρώτο καιρό, ακόμα και αν διαπιστώσεις ύστερα από προσεκτική εξέταση ότι κάποιος σε κατηγορεί άδικα με σκοπό να σε προσβάλει, μην προσπαθήσεις να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν έχεις πέσει σε σφάλμα. Δέξου ως πρώτο δίδαγμα της φιλοσοφίας το να υπομένεις την αρνητική στάση των άλλων. Κάποια στιγμή αργότερα, όταν νιώσεις ότι πια τα πάθη σου έχουν καταλαγιάσει αρκετά, θα δώσεις απάντηση σε όποιον σε πρόσβαλε. Όχι όμως με πικρία ούτε με τρόπο επιτιμητικό ή εριστικό, δίνοντας την εντύπωση ότι θέλεις να τον κατατροπώσεις, αλλά με σκοπό το δικό σου όφελος: έτσι που αν σου ανταπαντήσει και πει κάτι αληθοφανές, απλώς και μόνο για να σε αντικρούσει, εσύ ή να πειστείς ότι αυτός έχει καλύτερη άποψη ή μετά από προσεχτικό έλεγχο να βρεις ότι οι αιτιάσεις του είναι αβάσιμες

[Εν μεν δη των πρώτω χρόνω μηδ’ εάν και σκεπτόμενος ακριβώς εύρης επηρεαστικώς τε και ψευδώς (ως) εγκεκληκότα σοί τινα, πειρώ σαυτόν πείθειν, ως ουδέν ήμαρτες, αλλά σοι τούτο πρώτον φιλοσόφημα το καρτερείν επηρεαζόμενον. Ύστερον δέ ποτε κατεσταλμένων ικανώς ,των. σαυτού παθών αισθόμενος επιχειρήσεις απολογείσθαι τοις επηρεάζουσι μηδέποτε πικρώς μηδ’ ελεγκτικώς μηδέ τοι φιλόνεικως εμφαίνων (μηδέ) καταβάλλειν εθέλειν εκείνον, αλλ’ ωφελείας ένεκα της σης, ίνα τι και προς την αντιλογίαν αντειπόντος αυτού πιθανόν ήτοι πεισθής εκείνον άμεινον γιγνώσκειν ή μετά πλείονος εξετάσεως εύρης αυτόν έξω των εγκλημάτων <όντα>.]

Παιδαγωγούς χαρακτήριζε ο Ζήνων τους πολλούς που είναι πρόθυμοι να επιπλήττουν τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους, ακόμα κι αν δεν τους το ζητάει κανένας. Μόνο που θα πρέπει, αυτός που θα ακούει την κριτική να μην είναι ούτε πλούσιος ούτε πρόσωπο με υψηλή πολιτική θέση γιατί από φόβο κανείς δε θα του μιλήσει με ειλικρίνεια, ακριβώς όπως στους πλούσιους οι κόλακες δεν λένε την αλήθεια από συμφέρον. Έστω και λίγο ειλικρινής να φανεί κάποιος, θα τον κάνουνε πέρα. Αν θέλει, λοιπόν, να γίνει καλός και ενάρετος κάποιος πολύ ισχυρός ή πλούσιος, θα χρειαστεί να παραιτηθεί από αυτά τα προνόμια. Και πολύ περισσότερο τώρα, που δεν θα βρει ένα Διογένη με σθένος να του μιλήσει σταράτα, ακόμη και αν είναι ζάπλουτος ή και μονάρχης. Ετούτοι λοιπόν, ας το σκεφτούν και ας αποφασίσουν μόνοι τους. Εσύ όμως, που ούτε πλούσιος είσαι ούτε ισχυρός πολιτικά, δίνε το δικαίωμα να σου λένε γι’ αυτά που δεν τους αρέσουν πάνω σου και μην αγανακτάς με κανέναν. Έχε του όλους για παιδαγωγούς, όπως έλεγε ο Ζήνωνας.

[Ωνόμαζε … ούτως[2] εκείνος ο ανήρ[3] τους πολλούς των ανθρώπων ετοίμους όντας τοις πέλας επιτιμάν, καν μηδείς αυτούς παρακαλή. Χρη δε τον ακούοντα μήτε πλούσιον είναι μήτε αιδούς έχειν πολιτικής, ως, αν γε ταύτην έχη, διά φόβον ουδείς αυτώ ταληθή λέξει, καθάπερ ουδέ τοις πλουτούσι διά κέρδος οι κόλακες. Αλλά καν ει τις αληθεύων παραφανή, διανίσταται προς αυτών. Εάν ουν τις ήτοι πολλά δυνάμενος ή και πλούσιος εθελήση γενέσθαι καλός καγαθός, αποθέσθαι πρότερον αυτόν δεήσει ταύτα, και μάλιστα νυν, όπου <γ’> ουχ ευρήσει Διογένη δυνάμενον ειπείν τούτω ταληθή, καν πλουσιώτατος η, καν μόναρχος. Εκείνοι μεν ουν υπέρε εαυτών βουλεύσονται. Συ δ’ ο μη πλούσιος μηδέ δυνατός εν πόλει πάσι μεν επίτρεπε λέγειν, α καταγιγνώσκουσί σου, προς μηδένα δ’ αυτός αγανάκτει, και ούτως έχε πάντας, ως Ζήνων έλεγε, παιδαγωγούς.]

[1] Γαληνός, Για της ψυχής τα πάθη και τα λάθη (περί ψυχής παθών και αμαρτημάτων), θύραθεν εκδόσεις 2003
[2] παιδαγωγούς
[3] Ζήνων

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Ο Θεός των ανθρώπων

Ο νέος Νόμος του Θεού[1]

Ο Θεός ήτανε κουρασμένος.

Είχε ξαπλώσει σ’ ένα βράχο ψηλά στον ουρανό και είχε γυρίσει την πλάτη του στη γη. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε θλίψη και μια μεγάλη ανία. Έβλεπε τους ανθρώπους μικρούς, γελοίους – αυτούς που στη δική του γλώσσα ονόμαζε όντα – και τον έπιασε ένας τρομερός θυμός, γιατί τους είχε πλάσει με τόση αγάπη. Αλλά αυτό είχε συμβεί τόσο παλιά που δεν θυμόταν τίποτα. Και τώρα ήτανε γέρος. Η αγάπη του τού φαινότανε κι αυτή παλιά και τον έπιασε νοσταλγία για το πάθος που είχε όταν ονειρεύτηκε τον Κόσμο.

Θυμήθηκε πώς πέταγε πάνω στη φρέσκια γη τα πρώτα ζώα, τα πουλιά, και γέλαγε περήφανος όταν τάβλεπε να τρέχουνε και να πετάνε. Και τις νύχτες να κοιμούνται μέσα στις σπηλιές τους και να τον σκέπτονται. Και τώρα, έβλεπε τη γη του και πώς είχε καταντήσει. Αναρωτήθηκε μήπως, γερνώντας αυτός, γέρασε κι αυτή μαζί του, κι έτσι η ανία του, τα μεγάλο κενό που τον βασάνιζε, νάγινε και δικό της. Σκέφτηκε μήπως την έφτιαξε σε μια στιγμή παρανομίας και γι’ αυτό είχε τα στίγματα του λάθους. Ήταν στιγμές που αισθανόταν παράνομος του εαυτού του, στιγμές ηδονής ανείπωτης, απαγορευμένης. Φοβότανε μήπως η γη ήταν παιδί της στιγμής αυτής, παιδί της ηδονής και όχι του Νόμου. Τότε που την έφτιαξε ήταν παιδί της ηδονής και όχι του νόμου. Τότε που την έφτιαξε ήταν παιδί ακόμα ο ίδιος, έπαιζε με το Σύμπαν, έλυνε μια κουβαρίστρα, δώρο κάποιου άγνωστου Πατέρα, και μέτραγε τα ουράνια βάθη. Έβλεπε τότε κι ένα όνειρο παράξενο και θολό, που κράταγε επτά μέρες ακριβώς: μορφές με τη σαγήνη της αλήθειας, πρόσωπα με την λαμπρότητα του λάθους, εύστροφες κινήσεις χωρίς σκοπό. Και τώρα φοβόταν πως αυτό το όνειρο, έτσι για παιχνίδι, το είχε κάνει πραγματικότητα κι έτσι έγινε η γη. Πάντα ήθελε κάτι να γεννήσει, ήταν φορές που αισθανότανε γυναίκα και ήθελε ένα παιδί δικό του αλλά εγκυμονούσε χωρίς τη χαρά της γέννας και τώρα έτρεμε μήπως γέννησε άθελά του αυτό το όνειρο το ατελές και το τόσο ηδονικό, το όνειρο της παρανομίας του.

Αλλά τί τον ένοιαζε ; Όλα αυτά ήταν τόσο παλιά, τόσο ασύνδετα στη μνήμη του. Σαν δικό του παιδί όμως, η γη θάπρεπε τώρα να του επιστρέφει τη ζωή και το πάθος που της είχε χαρίσει τότε, κι αυτός, γέρος πια, να κάθεται στο βράχο του και να την καμαρώνει κι έτσι να μην βαριέται. Οι άνθρωποι τον είχαν αφανίσει. Η γη του τον είχε προδώσει. Και την καταράστηκε.

Έτσι αποφάσισε να στείλει στη γη έναν Θεό καινούργιο, που θ’ αναγνωρίζανε και θα λατρεύανε απ’ την αρχή, έναν Θεό κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωσή τους, ο Θεός που θα τους άξιζε. Έναν Θεό που θάκανε εχθρούς κι όχι πιστούς. Έναν Θεό με στενούς γοφούς, άντρα και γυναίκα, αφού δεν σεβόντουσαν πια το νόμο. Έτριξε τα δόντια και σηκώθηκε. Έβαλε τα χέρια του στη μέση, έσκυψε πάνω στη γη κι έκανε εμετό. Κι ανοίξανε οι ουρανοί κι ακούστηκε βρυχηθμός μεγάλος.

Ο Μανώλης κοιμόταν πάνω στο βουνό. Έβαλε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό του για να το προστετέψει απ’ το παχύρευστο και δύσοσμο υγρό που χτύπαγε τους θάμνους και τα στάχυα. Αλλά μόλις άνοιξε τα μάτια, κατάλαβε πως ήταν όνειρο και πως ο εμετός ήτανε βροχή.

Σηκώθηκε. Δεν έιδε όμως τον Θεό σκυμμένο επάνω του να τον κοιτάζει, το στόμα του μια τρύπα που άχνιζε, τα μάτια του δυο μαύροι θόλοι. Ούτε ήξερε πως αυτό που είδε δεν ήταν όνειρο, πως η βροχή ήταν εμετός, και πως είχε βαφτιστεί Εμμανουήλ ξανά.

Περπάταγε στο βουνό, είχε γίνει άρχοντας και τον υπάκουαν τα τέσσερα στοιχεία της Φύσης και τα ζώα σκύβανε το κεφάλι στο πέρασμά του, και η γη έτρεμε κάτω από τα πόδια του, κι αυτός δεν ήξερε τίποτα. Και έτσι άρχισε η νέα Λάτρεία και ο καινούργιος Νόμος.

[1] Μαργαρίτα Καραπάνου, ο Υπνοβάτης, σελ. 9-10, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1988.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Μαθήματα Διπλωματίας

εκλεπτυσμένη προπαγάνδα ή ...
Το μήνυμα που εκπέμπει η Αμερική[1]

Η Αμερική δεν πρόκειται ποτέ να μαζέψει ένα ειδικό σώμα πλανόδιων πωλητών αρκετά προικισμένων ώστε να «πουλήσουν ψυγεία στους Εσκιμώους», τουλάχιστον όχι σε μια εποχή που ομάδες Εσκιμώων πηγαίνουν τις ΗΠΑ στα δικαστήρια με τον ισχυρισμό ότι η άνοδος της παγκόσμιας θερμότητας που προκαλεί η Αμερική καταστρέφει τα μέσα συντήρησης τους. Κανένα έξυπνο πρόγραμμα μάρκετινγκ δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της κακής εικόνας της Αμερικής. Η δομή και το επίπεδο χρηματοδότησης της δημόσιας διπλωματίας είναι σημαντικά, κυρίως στο βαθμό που εκπέμπουν σήμα στο Πεντάγωνο, τη ΣΙΑ και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σχετικά με την αυθεντική πολιτική δέσμευση του προέδρου να αποκαταστήσει τη βλάβη που έχει προκαλέσει. Τα καλά προγράμματα δημόσιας διπλωματίας πράγματι υπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ και με πολύ λογικό κόστος, αλλά για να μετρήσει την αποτελεσματικότητα τους η Αμερική πρέπει να κάνει υπομονή. Η πατριωτική αυτονόητη αλήθεια είναι ότι θα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία και διορατικότητα σε είκοσι χρόνια.

Το μόνο μήνυμα δημόσιας διπλωματίας που είναι αρκετά εντυπωσιακό, ώστε να αντικρούει τις αλληλοεπηρεαζόμενες εχθρικές αφηγήσεις για την αμερικανική ισχύ, είναι η παρατεταμένη επαφή με την ίδια την Αμερική και με ευρύ φάσμα Αμερικανών. Αυτή η θεραπεία δεν κάνει θαύματα. Οι προκαταλήψεις του κόσμου για τις ΗΠΑ μπορούν να επιβεβαιωθούν αντί να διασκορπιστούν με μια επίσκεψη που πάει στραβά. Όμως, οι άνθρωποι που έχουν περάσει καιρό στις ΗΠΑ τείνουν τουλάχιστον να είναι πιο προσεκτικοί στην επιλογή των θεωριών συνωμοσίας και να σκέφτονται πιο βαθιά σχετικά με την αλληλεπίδραση της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Μετά από μια παρατεταμένη επίσκεψη, οι περισσότεροι ξένοι που επιστρέφουν ενδιαφέρονται, για πρακτικούς και συναισθηματικούς λόγους, να δημιουργηθεί θετική εικόνα των ΗΠΑ στην πατρίδα τους.

Τα προγράμματα της Δημόσιας Διπλωματίας για Διεθνείς Επισκέπτες έχουν σεβαστή προϊστορία. Τμήματα της πρεσβείας αναζητούν μελλοντικούς ηγέτες στους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας και διαφόρων ακαδημαϊκών αντικειμένων, της δημοσιογραφίας και του πολιτισμού και τα τμήματα Δημόσιας Διπλωματίας τούς μεταφέρουν σας ΗΠΑ για μια περιήγηση με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Τον παλιό καιρό, όταν οι ξένοι ήταν πιο φτωχοί και τα ταξίδια πιο ακριβά, ήταν εύκολο να πείσεις ένα νεαρό πολιτικό ή δημοσιογράφο να πάρει ένα μήνα άδεια για να γνωρίσει την Αμερική. Σημαντικός αριθμός αυτών που είχαν επιλεγεί από την πρεσβεία, τουλάχιστον στην Ελλάδα, αργότερα ανήλθαν σε θέσεις επιρροής. Θυμούνταν το πρόγραμμα αυτό με συγκίνηση, δεκαετίες μετά, και μερικές φορές αναρωτιόνταν γιατί οι ΗΠΑ δεν ήταν πιο επιθετικές, επιδιώκοντας μια άμεση ανταπόδοση της επένδυσης τους.

Ο κόσμος είναι πιο πλούσιος και πιο απασχολημένος από ό,τι το 1986, όταν έκανα την πρώτη μου πρόταση για τους υποψήφιους επισκέπτες. Ένα δωρεάν ταξίδι στις ΗΠΑ δεν είναι πλέον αυτομάτως θεόσταλτο. Εκείνοι που ήδη προορίζονται σαφώς για μελλοντική δόξα είναι δύσκολο να δραπετεύσουν έστω και για δυο βδομάδες από την εργασία τους. Δέχονται το ταξίδι και το ακυρώνουν την τελευταία στιγμή. Όμως, παραμονή μικρότερη των τριών εβδομάδων δεν αρκεί για να εντυπωθούν σε έναν ενήλικο το εύρος και η πολυπλοκότητα των ΗΠΑ.

Η απλούστερη απάντηση στο πρόβλημα του επισκέπτη, όχι η ιδανική, είναι η διεύρυνση αυτής της διαδικασίας. Από καθεμία εκ των μεσανατολικών χωρών που έχουν σημασία για εμάς, θα μπορούσαν να στέλνονται στις ΗΠΑ εκατοντάδες άνθρωποι, αντί για δεκάδες κάθε έτος, πρόσφατοι απόφοιτοι πανεπιστημίων, μαζί μ’ άλλους προερχόμενους από θρησκευτικές και από επιχειρηματικές ομάδες, βάσει συστάσεων φιλικών δημοσίων υπαλλήλων, επιχειρηματιών και ακαδημαϊκών (εκείνων που συμμετείχαν στα ελάχιστα προγράμματα αμερικανικών σπουδών), για μια περιήγηση πέντε εβδομάδων, στην οποία θα συμπεριλαμβανόταν και η διαμονή σε σπίτι αμερικανικής οικογένειας (κατά γενική παραδοχή βασική μεταμορφωτική εμπειρία). Πολύ περισσότεροι Αμερικανοί θα προθυμοποιούνταν να παίξουν το ρόλο του οικοδεσπότη στους ξένους επισκέπτες, εάν τους το ζητούσε ο πρόεδρος τους.

Όσον αφορά τον μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό φτωχών, αυταρχικών κρατών, οι ανταλλαγές μαθητών λυκείων είναι η καλύτερη επένδυση για τη δημιουργία του πυρήνα μιας νέας γενιάς δημοκρατικών τεχνοκρατών. Ένας/μία δεκαεξάχρονος/η που αποσπάται από την ομάδα των συνομηλίκων του/της θα επιστρέψει, μετά από ένα έτος στις ΗΠΑ, μιλώντας θαυμάσια αγγλικά και έχοντας πλήρη επίγνωση του ότι ο δρόμος που ακολουθεί το Ουζμπεκιστάν δεν είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί να ακολουθήσει μια χώρα. Οι υποτροφίες Φουλμπράιτ και άλλες ακαδημαϊκές ανταλλαγές υψηλού επιπέδου είναι εξαίρετες, αλλά δεν ασκούν την ίδια επίδραση. Οι φοιτητές είναι πολύ κατασταλαγμένοι για να διορθώσουν τους κανόνες με τους οποίους κατανοούν τον κόσμο.


Η αμερικανική κουλτούρα είναι μια φθηνή, εύκολη, ευχάριστη και χρήσιμη υπενθύμιση προς τους σκεπτικιστές ξένους ότι η Αμερική είναι μια παλιά και πολύμορφη χώρα, με πλούσια και εκλεπτυσμένη πολιτισμική ζωή, ριζωμένη σε πολλές διαφορετικές και ενδιαφέρουσες παραδόσεις. Η αμερικανική κουλτούρα είναι επίσης μια τέλεια δικαιολογία για να ξανοιχτούν από την πρεσβεία έξυπνοι, χαρισματικοί ειδικοί στη δημόσια διπλωματία και να σταλούν σ’ όλη τη φιλοξενούσα χώρα, για να υπενθυμίσουν στους ξένους ότι οι Αμερικανοί δεν έχουν κέρατα και ουρές. Στην πορεία η πρεσβεία ξετρυπώνει τον επιχειρηματία που το κρυφό του πάθος για τον Έλβις Πρίσλεϊ τον κάνει τέλειο επί τιμή πρόξενο των ΗΠΑ και χορηγό των αμερικανικών αποστολών προώθησης του εμπορίου.

[1] Τζων Μπρέιντυ Κήσλινγκ, Μαθήματα Διπλωματίας, σελ. 275-279, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2007.

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

η Ευρώπη και οι Έλληνες

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΙ ΕΓΩ[1]

ΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΕ ο Δεύτερος Πόλεμος, δηλαδή όταν ήμουν δώδεκα χρονώ, οι Έλληνες χωρίστηκαν σε γερμανόφιλους κι αγγλόφιλους - δε μιλάω φυσικά για τους κομμουνιστές, γιατί αυτοί, κάτω απ’ το καθεστώς του Μεταξά, ήταν σα να μην υπήρχαν, κι αν ήταν με το μέρος κάποιου εξαρτιόταν από τις συνθήκες πού υπέγραφε ή παρέβαινε ο Στάλιν.
Ο μεγάλος αδερφός της μάνας μου - και κατά κάποιο τρόπο κηδεμόνας μου - ήταν γερμανόφιλος. Το ίδιο κι ο στενότερος μου φίλος ανάμεσα στους συμμαθητές μου, ο Τάσων Χατζηδίνας, καθηγητής αργότερα της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής του Πειραιά κι από πέρσι μακαρίτης. Για χάρη αυτών των δύο, έγινα γερμανόφιλος κι εγώ.
Στα διαλείμματα παίζαμε πόλεμο με τούς αγγλόφιλους συμμαθητές μας. Οι πιο μικρόσωμοι από μας καβαλούσαμε στους ώμους των ψηλών - πιο ψηλός απ’ όλους τους αντίπαλους ήταν ο νυν καθηγητής τής Κοινωνιολογίας στην Πάντειο και ειδικός επί θεμάτων της Νικαράγουας - και κάναμε επελάσεις ιππικού, όχι σπάνια μάλιστα μ’ αληθινούς τραυματίες.
Φυσικά, όταν η Ιταλία μάς κήρυξε τον πόλεμο τα πράματα μπερδεύτηκαν. Υπήρχαν βέβαια ακόμα οι αμετανόητοι γερμανόφιλοι που χρειάστηκε να μας επιτεθούν οι ίδιοι οι Γερμανοί για να καταπιούν τη γλώσσα τους. Όσο για μένα που έτσι κι αλλιώς η πολιτική από τότε κιόλας δε με φανάτιζε πολύ, σκέφτηκα πως η γιαγιά πρέπει να είχε δίκιο όταν έλεγε ότι, αν αυτό ήταν για το συμφέρον της Ελλάδας, ήταν πρόθυμη να πάει και με το διάολο. Έπιασα λοιπόν φιλίες με κάτι Εγγλέζους κι Αυστραλούς απ’ αυτούς που μεθοκοπούσανε στο καφενείο τής «Γρανάδας», πάνω από το καταφύγιο πού μ’ έστειλε η γιαγιά όταν οι σειρήνες σήμαιναν συναγερμό – αλλ’ εγώ είχ’ ακούσει πως η Αθήνα ήταν ανοχύρωτη πόλη, δεν κατέβαινα ποτέ κάτω, έμπαινα στο καφενείο και τούς χάζευα, και μερικοί απ’ αυτούς μ’ έπαιρναν ανάμεσα στα γόνατα τους και με κερνούσαν παγωτό. Έτσι, την αποχώρηση τους την τελευταία βδομάδα εκείνου του σκληρού Απρίλη τη συνεδύασα με την ήττα τής Ελλάδας και λυπήθηκα διπλά.

Θα πρέπει να ‘μαι απ’ τούς λίγους Έλληνες που παρέστησαν αυτόπτες μάρτυρες της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα. Είχ’ ακούσει βέβαια πως είχαν φτάσει ως τη Θήβα, μα με την αίσθηση του χρόνου που έχει ένα παιδί δεκατριώ χρονώ και παρ’ όλο που ήξερα αόριστα πως το μέτωπο είχε καταρρεύσει, δεν περίμενα να τους δω να φτάνουν τόσο γρήγορα. Τ’ απόγεμα λοιπόν εκείνο κατέβηκα όπως συνήθως προς το κέντρο της Αθήνας για να πάω σε κανένα σινεμά - τα καθώς πρέπει εννοείται πριν και γύρω από το «Ρεξ», γιατί τα λαϊκά που υπήρχαν γύρω απ’ την Ομόνοια τα θεωρούσα επικίνδυνα και κατώτερα της ιδέας πού είχα για το κοινωνικό μου επίπεδο.
Διαπίστωσα με κάποια απορία ότι, όπως άλλωστε κι όλα σχεδόν τα μαγαζιά, ήταν κλειστά, κι οι πεζοί μετριόντουσαν στα δάχτυλα. Είδα όμως λίγο κόσμο μαζεμένο στο σταυροδρόμι της Πανεπιστημίου με την Αιόλου και κατηφόρισα ως εκεί να δω τί τρέχει. Από μακριά διέκρινα νά ‘ρχεται προς το μέρος μας μια τρίκυκλη μοτοσυκλέττα, σε δευτερόλεπτα μας έφτασε, σε κλάσμα του δευτερολέπτου μας προσπέρασε, κι ίσα πού πρόλαβα να δω το πρόσωπο του οδηγού σκεπασμένο από μια κοκκινωπή σκόνη, τη γερμανική σημαία με τη σβάστικα διπλωμένη μέσ’ στη βάρκα της μοτοσυκλέττας, και δυο κοπέλλες με ξανθιές κοτσίδες πού αποσπάστηκαν από το πλήθος και του πέταξαν δυο μπουκέτα αγριολούλουδα. Όλοι oι άλλοι γύρω μου κοίταζαν βλοσυροί κι αμίλητοι, και μόνο κάποιος πλάι μου ψιθύρισε: «Πάνε να την υψώσουν στην Ακρόπολη». Ακολούθησα με τα μάτια τη μοτοσυκλέττα που απομακρυνόταν στην Αιόλου, κι είδα στο βάθος του ορίζοντα τον Παρθενώνα και το Ερεχθείο λουσμένα στο βαθύ κόκκινο φως του ηλιοβασιλέματος.
Γύρισα στο σπίτι και διηγήθηκα τη σκηνή στη γιαγιά. Είπε: «Αυτά να τα βλέπει ο ανόητος ο θειος σου. Μα δε βαριέσαι. Τα ίδια έλεγε κι ο προκομμένος ο πατέρας του στον Πρώτο Πόλεμο, πως τάχα θα κερδίσουνε. Αλλ’ όπως ‘χάσαν τότε, έτσι θα χάσουνε και τώρα». Αυτά τα λόγια της γράφτηκαν ανεξάλειπτα στη μνήμη μου κι επηρέασαν βαθιά τη στάση μου απέναντι στους Γερμανούς τα τρία-τόσα χρόνια που κράτησε η Κατοχή. Στην αρχή τους είδα σα να είχαν ζωντανέψει τα μολυβένια στρατιωτάκια της Βέρμαχτ που μάζευε με πάθος ο Ιάσονας. Αργότερα, θες επειδή ήμουν πολύ απορροφημένος απ’ τα προβλήματα της εφηβείας μου, θες επειδή από ένα ανόητο συμβάν για το όποιο θα μιλήσω κάποτε, δεν οργανώθηκα ποτέ όπως τόσοι άλλοι συνομήλικοι μου στην ΕΠΟΝ, δεν είχα ιδέαν για τις απαγωγές ομήρων και τις εκτελέσεις, για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κι ακόμα και την ύπαρξη των ανταρτών μας στα βουνά την έμαθα, παραδόξως, από έναν Γερμανό. Ήταν το καλοκαίρι του ‘43 στο Βόλο. Συνήθως πήγαινα για μπάνιο στο λιμενοβραχίωνα, γνωστό ως «μπλόκια». Ένας νεαρός φαντάρος τους μου έπιασε κουβέντα, μου έδειξε το Πήλιο, και είπε κάτι για κάποιους «παρτιζάνεν». «Παρτιζάνεν;» ρώτησα. «Τ’ είν’ αυτό;» Νόμιζε πως υποκρινόμουνα τον ανίδεο και με κοίταξε καχύποπτα. Δεκάξι χρονώ γάιδαρος και δεν είχ’ ακούσει τίποτα για τους «παρτιζάνεν»;
Βέβαια, όπως η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων, υπέφερα κι εγώ στην Κατοχή. Δεν πείνασα ίσως όσο άλλοι, αν κι υπήρξαν και βραδιές που το δείπνο μας συνίστατο σε μερικά κρεμμύδια ψημένα στη χόβολη του μαγγαλιού. Είδα όμως παιδιά της ηλικίας μου, σκελετωμένα απ’ την πείνα, να ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρούνε καμιά λεμονόκουπα ή και να ξεψυχάν στα πεζοδρόμια. Κι ίσως αυτός είν’ ένας απ’ τούς λόγους, λέω τώρα με το νου μου, που υποσυνείδητα αποφάσισα να μην παντρευτώ ποτέ. Έτρεμα στη σκέψη ότι μπορεί μια μέρα νά ‘βλεπα τα παιδιά μου να πεθαίνουν με τον ίδιο τρόπο.

Κι ωστόσο δε μίσησα τους Γερμανούς. Ε, καταχτητές ήταν - όσο θα κρατούσανε - φυσικό να τρων καλύτερα από μας. Κι όσο για το σινεμά που ήταν το πάθος μου, εκεί που άλλοτε γελούσα με το Χοντρό και το Λιγνό, τώρα γελούσα με τον Χάιντς Ρήμαν και τον Τέο Αίνγκεν. Επηρεασμένος μάλιστα απ’ τα λόγια της γιαγιάς και βέβαιος, εις πείσμα αυτών που έβλεπα στα Επίκαιρα τους, ότι θά ‘χαναν τον πόλεμο, ερχόντουσαν στιγμές που τους λυπόμουνα. Ήταν τόσο όμορφοι με τις στολές και τα σπαθάκια τους. Και πολλοί απ’ αυτούς δε θα προλάβαιναν να ξαναδούν την οικογένεια και το σπίτι τους.
Μόνο μια φορά συνέβη κάτι πού μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω τί σήμαινε η Κατοχή. Το καλοκαίρι του ‘42, σε μια απ’ τις άσκοπες εφηβικές περιπλανήσεις μου, βρέθηκα ένα σούρουπο μπροστά στο Ηρώδειο. Κάποιος γερμανικός θίασος έπαιζε μια αρχαία τραγωδία. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα υπόγεια παρασκήνια που υπάρχουν τώρα. Δυο-τρεις απ’ τούς ηθοποιούς, ντυμένοι αρχαίοι Έλληνες, περίμεναν απ’ έξω τη σειρά τους για να βγούνε στη σκηνή. Στο μεταξύ κουβέντιαζαν με Γερμανούς φαντάρους και καπνίζανε. Μου φάνηκε πολύ αστείο. Απ’ όσο ήξερα, οι αρχαίοι Έλληνες δεν κάπνιζαν. Μειδίασα και σκαρφάλωσα πίσω απ’ το θέατρο να παρακολουθήσω απ’ έξω την παράσταση. Μα τα γερμανικά μου ήταν φτωχά. Δεν καταλάβαινα τί έλεγαν. Δεν καταλάβαινα ούτε καν ποια τραγωδία έπαιζαν.
Καθώς ήτανε λοιπόν μια γλυκιά αυγουστιάτικη βραδιά με πανσέληνο κι είδα Γερμανούς ν’ ανηφορίζουνε προς τα Προπύλαια, τούς ακολούθησα κι εγώ. Είχα ζήσει τόσα χρόνια γύρω και κάτω απ’ την Ακρόπολη, όπου κι αν πήγαινα την έβλεπα, αλλ’ όπως τόσοι Αθηναίοι δεν είχε τύχει ως τότε ν’ ανεβώ επάνω. Τώρα ήταν η ευκαιρία. Αλλ’ όταν έφτασα στην πύλη με σταμάτησε ο φύλακας. «Ο κύριος; Γερμανός ή Έλληνας;» Άκου εκεί ερώτηση, σκέφτηκα κατσουφιάζοντας. «Έλληνας βέβαια», απάντησα. Και τότε μού ‘πε: «Απαγορεύεται η είσοδος στους Έλληνες.» Ήταν σα να μού ‘χαν δώσει μια γερή γροθιά στο στομάχι. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Ώστε έτσι ε; Στην Ακρόπολη, στη δική μας την Ακρόπολη, να επιτρέπεται η είσοδος στους Γερμανούς και να απαγορεύεται στους Έλληνες! Δε μπορούσα να το χωνέψω. Πάλι καλά πού αυτό το ζώον μ’ είχε αποκαλέσει «κύριο». Ήταν μια τραυματική εμπειρία απ’ την οποία έκανα χρόνια να συνέλθω. Ακόμα μέχρι σήμερα, όταν ακούω για το ηρωικό κατόρθωμα του Μανόλη Γλέζου και τού φίλου του, στα χείλια μου ανεβαίνει αυθόρμητα ένα πικρό χαμόγελο. Αυτόν τον ηρωισμό τους τον είχα πληρώσει εγώ πολύ ακριβά.

[1] Κώστα Ταχτσή, Από την χαμηλή σκοπιά, σελ. 36-40, εκδόσεις Εξάντας, 1992.

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

φιλοσοφία των κοινωνικών δομών

Ο Φιτζέραλντ και η σωτηρία των πλουσίων[*]
ή οι εκλεκτοί του Θεού

Η τζαζ, το τζιν, το Χόλιγουντ, η Κυανή Ακτή, τα σαρπράιζ-πάρτι, η ομορφιά, το πνεύμα, η νεότητα και μετά ο αλκοολισμός, η τρέλα, η φτώχεια, η αποτυχία, η περιθωριοποίηση, οι νευρασθένειες. Όλο το έργο του Φράνσις Σκωτ Φιτζέραλντ ταλαντεύεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα με μια κίνηση σαγηνευτική και αδυσώπητη. Το δράμα του είναι εγγεγραμμένο εξαρχής μέσα σε μια έμμονη ιδέα του, τρελή και αμείλικτη ταυτόχρονα: οι πλούσιοι είναι οι εκλεκτοί του Θεού, σχηματίζουν μες στους κόλπους της ανθρωπότητας μια κάστα φωτός που κανείς δεν την πλησιάζει δίχως κίνδυνο. Στον Φιτζέραλντ έχουμε από τη μια την πτώση και από την άλλη το όνειρο της δόξας: η ευτυχία είναι ένας θησαυρός πίσω από μια βαριά πόρτα που όλοι θέλουν να τη μισανοίξουν. Όμως δεν το καταφέρνουν παρά μόνον όσοι είναι από ευγενική γενιά και η πτώση είναι ακόμα πιο άγρια για τους παρείσακτους που πίστεψαν πως κατάφεραν να χωθούν στο κάστρο. Ακόμα και ο έρωτας, κυρίως ο έρωτας, συνιστά την κατεξοχήν αυταπάτη εκείνων που θέλουν να υπερβούν τον αυστηρό διαχωρισμό των τάξεων. Εδώ η γυναικεία ομορφιά είναι μια διφορούμενη υπόσχεση. Η θεσπέσια κληρονόμος, εκείνη που, όταν ο άντρας τη γοητεύει, θα τον περάσει από το Βασίλειο του Σκότους στον Παράδεισο, είναι επίσης και η πρώτη που θα αποδιώξει τον ταπεινής καταγωγής εραστή και θα τον ξαναστείλει στον κόσμο του. Η ωραία γυναίκα με τη full of money, τη γεμάτη χρήμα φωνή, αυτή για την οποία ο Φιτζέραλντ γράφει: «Οι τρόποι της αποκάλυπταν με απόλυτη βεβαιότητα πως τα όμορφα πράγματα αυτού του κόσμου της ανήκαν εν ονόματι ενός φυσικού και αναπαλλοτρίωτου δικαίου», είναι το πρότυπο ενός σύμπαντος που δεν ανέχεται καμιά αταίριαστη ένωση, όπου όλοι οι Γκάτσμπυ του κόσμου ξαποστέλνονται αφού διασκεδάσουν το κοινό. Η απόφαση δεν επιδέχεται έφεση: «Τα φτωχά αγόρια δεν πρέπει να ονειρεύονται γάμους με πλούσια κορίτσια»• όταν βγάζουμε «τους ανθρώπους από τη σειρά τους, αυτό τους γυρίζει τα μυαλά όσο κι αν προσπαθούν μην το δείξουν».

Επειδή για τον Φιτζέραλντ το χρήμα είναι ένα θεϊκό φυλαχτό και οι κοινωνικοί φραγμοί είναι και μεταφυσικοί φραγμοί, ο φτωχός πρέπει να τιμωρηθεί που τόλμησε να ανυψωθεί. Η αναμενόμενη καταστροφή είναι παταγώδης, μια φοβερή κατρακύλα κάτω από τον καγχασμό των πλουσίων. Η τραγωδία του Φιτζέραλντ, η «ρωγμή» του, εδράζεται ολόκληρη μες στην πεισματική, παιδιάστικη πίστη του στο χρήμα σαν σημάδι των εκλεκτών, σε αυτό το μυθιστορηματικό, καλβινικού τύπου, όραμα που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε προορισμένους και σε χαμένους. Η ένδεια είναι τιμωρία, και η σύντομη ευτυχία των φτωχών ένας σφετερισμός μια και μόνον οι πλούσιοι έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα στην απόλαυση και την ηδονή. Στον Φιτζέραλντ, η ερωτική ασυμφωνία δεν συνδέεται με μια λογική του πάθους ή του συναιθήματος, αλλά της κοινωνιο-οικονομίας. Και μες στη δυστυχία του, ο αποδιωγμένος δεν έχει άλλη επιλογή απέναντι στους εκατομμυριούχους και τα βουνά των διαμαντιών τους, παρά να διαλύσει την ντροπή του στο αλκοόλ.

Ολόκληρο το έργο του Φιτζέραλντ είναι μια υπέροχη αλληγορία του American Way of Life, του Αμερικάνικου Τρόπου Ζωής, και της λατρείας του δολαρίου, στα χρόνια του είκοσι και του Μεγάλου Κραχ. Αλλά οι σύγχρονοι επίγονοι του Φιτζέραλντ, γοητευμένοι όπως κι εκείνος από τη δύναμη των πλουσίων, μας αποδείχνουν πως αυτή η νοοτροπία είναι πάντα ζωντανή. Αν, πέρα από τον Ατλαντικό, οι μεσαίες τάξεις εξαφανίζονταν, αφήνοντας άμεσα αντιμέτωπους τους ζάπλουτους και τους πάμφτωχους, καθώς φοβούνται ορισμένοι, η Αμερική του 21ου αιώνα και ίσως και η Ευρώπη μπορεί να μοιάσουν στον μυθιστορηματικό κόσμο του Φιτζέραλντ: έναν κόσμο διαποτισμένο από την παγερή θεολογία του δολαρίου, της θείας σφραγίδας που διαχωρίζει τους εκλεκτούς από τους απορριγμένους.


[*] Πασκάλ Μπρυκνέρ, Η αέναη ευφορία, μέρος III [η αστική τάξη και η κατάπτυστη ευμάρεια], σελ. 224-226, εκδόσεις Αστάρτη, 2000.

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Ναυμαχίες

Αργινούσες[1]

Μετά τη κατάληψη της Δεκέλειας και την πανωλεθρία της Σικελίας, η πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Αθήνα γινόταν όλο και περισσότερο κρίσιμη και επισφαλής. Οι Αθηναίοι από στιγμή σε στιγμή απειλούνταν να δουν τους εχθρούς τους από τη Σικελία, μαζί με πρώην συμμάχους τους από τα νησιά και τα παράλια της Μ. Ασίας, να επιτίθενται κατά του Πειραιά, ενώ η Σπάρτη με τη βοήθεια των Περσών είχε δημιουργήσει ισχυρό στόλο. Η Βουλή, μην μπορώντας να αντιμετωπίσει την κρίσιμη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Πόλη, αναγκάστηκε να αναθέσει τη διοίκηση των επειγουσών υποθέσεων του Δήμου σε δεκαμελή επιτροπή, αυτήν των Προβούλων, ενώ οι πολιτικές παρατάξεις των αριστοκρατών και μετριοπαθών δημοκρατικών ενώθηκαν και απειλούσαν να καταλύσουν το δημοκρατικό πολίτευμα. Ο λαός όμως είχε ήδη κουραστεί από τον μακροχρόνιο πόλεμο, χάρη του οποίου είχε υποστεί πολλές θυσίες, χωρίς μάλιστα να έχει πια ελπίδες για νίκη. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκε η ολιγαρχική παράταξη, με αρχηγούς τον Πείσανδρο, τον Αντιφώντα και τον Φρύνιχο, που με τη βοήθεια των παραπάνω παρατάξεων το 411 κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα. Στη θέση της Εκκλησίας του Δήμου και της Βουλής ορίστηκε μια συνέλευση των «Πέντε Χιλιάδων», που εκπροσωπούσε την ανώτερη και μεσαία τάξη, ουσιαστικά όμως η εξουσία συγκεντρώθηκε στην Αρχή των Τετρακοσίων, που και αυτή μετά τετράμηνο καταλύθηκε, γιατί αθέτησε τις υποχρεώσεις, που είχε αναλάβει έναντι του Δήμου και κυρίως το να επιτύχει μια συνδιαλλαγή με τη Σπάρτη. Μετά από ταραχές στην Αθήνα οι μετριοπαθείς υπό τους Θηραμένη και Αριστοκράτη, επεκράτησαν των ολιγαρχικών και επανέφεραν τη συνέλευση των «Πέντε Χιλιάδων». Στην κατάλυση της Αρχής των Τετρακοσίων συνέβαλε κατά πολύ η απόφαση των πληρωμάτων του στόλου που βρίσκονταν στη Σάμο, για την προάσπιση του ανατολικού Αιγαίου, να αποκηρύξουν τους ολιγαρχικούς και να ζητήσουν να ανατεθεί η στρατηγία στον Αλκιβιάδη, ο οποίος είχε διαρρήξει τους δεσμούς του με τη Σπάρτη, ενώ διατηρούσε καλές σχέσεις με τον Τισσαφέρνη. Αλλά και το πολίτευμα που καθιδρύθηκε από τον Θηραμένη, που τόσο θαύμαζε ο γνωστός για την κριτική του στάση έναντι της δημοκρατίας Θουκυδίδης και το οποίο τόσο επαινούσε ο Αριστοτέλης, δεν διατηρήθηκε για πολύ. Μετά από διαπραγματεύσεις με τον στόλο της Σάμου μετριοπαθείς και δημοκρατικοί συμφιλιώνονται, ενώ οι φιλολάκωνες ολιγαρχικοί εκτελούνται ή δραπετεύουν στην Δεκέλεια, την οποία κατείχαν οι Λακεδαιμόνιοι. Ο Αλκιβιάδης ανακαλείται από την Σάμο, όπου φυγοδικούσε, αποκαθάρει εαυτόν από την εις βάρος του ερήμην καταδικαστική απόφαση για ασέβεια και του ανατίθεται η γενική αρχηγία. Ο Αλκιβιάδης επιστρέφει στη Σάμο και από εκεί οδηγεί τον στόλο στο Νότιο, κοντά στη Έφεσο, όπου ναυλοχεί ο Λύσανδρος με τον στόλο των Σπαρτιατών. Ο Αλκιβιάδης αναθέτει την επιμελητεία του στόλου στον κυβερνήτη Αντίοχο και ο ίδιος αποπλέει προς τα Μικρασιατικά παράλια με σκοπό αφενός να καταστείλει τον κίνδυνο ανταρσία των παράλιων πόλεων και αφετέρου να συγκεντρώσει χρήματα. Παρά την ρητή του εντολή προς τον Αντίοχο, να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση με τον Λύσανδρο, αυτός επιτίθεται πρώτος και ηττάται, χάνοντας την ίδια του τη ζωή. Οι Αθηναίοι υφίσταται σημαντικές απώλειες σε ανθρώπους και σε πλοία. Τα δυσάρεστα νέα εξοργίζουν τους πολίτες της Αθήνας, μεταστρέφουν τον Δήμο ενάντια στον Αλκιβιάδη, ο οποίος καθαιρείται άμεσα και η αρχηγία ανατίθεται σε δέκα νέους στρατηγούς[2]. Η γενική αρχηγία του στόλου ανατάθηκε κατά τον μήνα Οκτώβριο του 407 ή Ιανουάριο του 406 στον Κόνωνα. Με το ηθικό των πληρωμάτων πεσμένο, ο Κόνων αποπλέει, με εβδομήντα τριήρεις, προς υπεράσπιση της Μηθύμνης, την οποία κατέλαβε πρόσφατα ο Καλλικρατίδας, αντικαταστάτης του Λύσανδρου στην αρχηγία του σπαρτιατικού στόλου. Έξω από τη Μυτιλήνη ο Κόνων αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τον ισχυρότερο στόλο που είχαν ποτέ παρατάξει Πελοποννήσιοι, αποτελούμενο από 170 τριήρεις, με αποτέλεσμα να ηττηθεί, χάνοντας τριάντα τριήρεις, και να αποκλειστεί στο λιμάνι της πόλης. Η προσπάθεια του στρατηγού Διομέδοντα, ο οποίος σπεύδει με δώδεκα τριήρεις να τον επικουρήσει, δεν καρποφόρησε. Ο Διομέδοντας ηττάται και αυτός και διαφεύγει με μόλις δύο πλοία, τα δε υπόλοιπα περιέρχονται στην κατοχή του εχθρού.

Οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο Κόνων, όταν ένα πλοίο του σπάει τον αποκλεισμό, που του έχει επιβάλλει ο πελοποννησιακός στόλος. Αποφασίζουν την άμεση ανασυγκρότηση του στόλου τους και παροχή βοήθειας εκατόν δέκα πλοίων προς τον αποκλεισμένο Κόνωνα. Μέσα σε ένα μόλις μήνα κατασκευάζουν εξήντα νέα πλοία και επανδρώνουν τον νέο στόλο με πολίτες από κάθε τάξη, μέτοικους, ακόμα και ξένους στους οποίους παραχωρούν το δικαίωμα του πολίτη. Το τελευταίο αυτό γεγονός δεν περνά απαρατήρητο από τον Αριστοφάνη. Στο έργο του Βάτραχοι (405), ο Ξανθίας, δούλος του θεού Διονύσου, έχοντας βαρεθεί την αυταρχικότητα και τις τρέλες του αφεντικού του ξεσπάει με θλίψη «Αχ, γιατί δεν πήρα και εγώ μέρος στη ναυμαχία, να είμαι τώρα κύριος;» ενώ ο κορυφαίος του χορού προσθέτει: «Δεν είναι καλό ξαφνικά οι δούλοι, χάρη σε μια μόνο ναυμαχία, να γίνουν αφεντικά» και, τέλος, ο Χάροντας: «Α! Δεν παίρνω δούλους, εκτός αν είναι απ’ αυτούς που ναυμάχησαν στις Αργινούσες». Ο στόλος κατέπλευσε στη Σάμο, όπου μαζί με 30 πλοία των συμμάχων, 10 των Σαμίων και όσα από τα πλοία βρίσκονταν στη θάλασσα, η δύναμή του ξεπέρασε τα 150. Από τη Σάμο κατευθύνθηκε στην Μυτιλήνη, με σκοπό να λύσει την πολιορκία και αγκυροβολεί στις Αργινούσες, συστάδα τριών νησίδων, που βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τη μικρασιατική γη, απέναντι από το ακρωτήριο Μαλέας[3] της Λέσβου, σε απόστασε 8 ναυτικών μιλίων από αυτήν.

Ο Καλλικρατίδας, ο οποίος είχε ήδη πληροφορηθεί την άφιξη του αθηναϊκού στόλου στη Σάμο, αφού άφησε στη Μυτιλήνη πενήντα πλοία για την περιφρούρηση της, με τα υπόλοιπα εκατόν είκοσι κινήθηκε προς συνάντηση του εχθρού και αγκυροβόλησε στον Μαλέα. Οι αντίπαλοι, με προσορμισμένα τα πλοία τους στις παραπάνω θέσεις, ετοιμάζονταν για τη μεγάλη σύγκρουση, μολονότι οι μάντεις την απαγόρευαν και στους δύο. Οι Αθηναίοι, εξ αιτίας της δυνατής βροχής και του ανέμου που ενέσκηψε, αποφάσισαν να μη ναυμαχήσουν αμέσως, ενώ το ίδιο γεγονός εμπόδισε και τον Καλλικρατίδα, ο οποίος ήταν έτοιμος να επιτεθεί το βράδυ, για να αιφνιδιάσει τους Αθηναίους. Μόλις όμως ο καιρός καλυτέρευσε, τα ξημερώματα ο Καλλικρατίδας έπλευσε προς συνάντηση του εχθρού στις Αργινούσες και παρέταξε τον στόλο του σε μια σειρά μήκους περίπου 2.200 μέτρων, με τον ίδιο στο δεξιό μέρος και τον Θηβαίο Θρασώνδα στο αριστερό. Το σχέδιο του ήταν να διασπάσει (διάπλους) και να περικυκλώσει (περίπλους) τον σχηματισμό του αντιπάλου, δεδομένου, ότι διέθετε ταχύτερα πλοία. Οι Αθηναίοι αντίθετα αντιπαρέταξαν τον στόλο τους σε τρεις μοίρες και ειδικότερα σε δύο πτέρυγες, με εξήντα πλοία η καθεμιά, που παρατάχθηκαν σε δύο γραμμές, η μία πίσω από την άλλη, με κάθε πλοίο της δεύτερης γραμμής να καλύπτει το κενό ανάμεσα στα πλοία της πρώτης και στο κέντρο, όπου υπήρχαν τριάντα πέντε πλοία. Στην αριστερή πτέρυγα και στην πρώτη γραμμή είχαν τοποθετηθεί οι Αριστοκράτης και Διομέδων και πίσω τους οι Περικλής και Ερασινίδης. Στο κέντρο οι Σάμιοι - υπό τον Ιππέα - και οι άλλοι σύμμαχοι, και στη δεξιά πτέρυγα, στην πρώτη γραμμή, οι Πρωτόμαχος και Θράσυλος και πίσω τους οι Λυσίας και Αριστογένης. Οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν με τον παραπάνω τρόπο, για να μη διασπαστούν από τους αντιπάλους τους, αφού τα πλοία τους ήσαν λιγότερο ευέλικτα. Ενώ τα πλοία των αντιπάλων είχαν παραταχθεί κατά τον παραπάνω τρόπο, ο κυβερνήτης του πλοίου του Καλλικρατίδα, Έρμων από τα Μέγαρα, του συνέστησε να υποχωρήσουν και ναυμαχήσουν, γιατί οι Αθηναίοι υπερτερούσαν στον αριθμό των πλοίων. Τότε ο Καλλικρατίδας τού απάντησε ότι δεν υπάρχει φόβος να διοικηθεί χειρότερα η Σπάρτη αν αυτός πεθάνει, ενώ θα ήταν ντροπή να φύγει. Κατά τον ιστορικό Διόδωρο Σικελιώτη (90-21 π.Χ.) αυτό ειπώθηκε όταν ο μάντης, την παραμονή της ναυμαχίας, είχε προβλέψει ότι ο Καλλικρατίδας θα φονευθεί στη ναυμαχία. Ό ίδιος αναφέρει ότι η ναυμαχία στις Αργινούσες ήταν η μεγαλύτερη απ’ όσες μνημονεύει η ελληνική Ιστορία, γιατί εκτός από τον σημαντικό αριθμό των πλοίων, που έλαβαν μέρος, οι αντίπαλοι αγωνίστηκαν με μεγάλο πείσμα, αφού και οι δύο πίστευαν ότι το αποτέλεσμα της ναυμαχίας θα είχε σημαντική επίδραση στην έκβαση του πολέμου. Ο Ξενοφών, λιτός στην περιγραφή της ναυμαχίας, αναφέρει ότι αυτή κράτησε για πολύ χρόνο, και τα πλοία, ενώ στην αρχή ήσαν συγκεντρωμένα, μετά διασκορπίστηκαν. Στη συνέχεια προσθέτει ότι, όταν ο Καλλικρατίδας κατά την εφόρμηση του πλοίου του έπεσε στη θάλασσα και εξαφανίστηκε, ο Πρωτόμαχος με τις δυνάμεις του νίκησε τους Πελοποννησίους, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να τραπούν σε φυγή, οι περισσότεροι προς τη Χίο και μερικοί προς τη Φώκαια, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στις Αργινούσες νήσους. Ο Διόδωρος, ο οποίος συνέγραψε την ιστορία του μετά τρεις αιώνες, παραθέτει περισσότερες λεπτομέρειες και αναφέρει ότι ο Καλλικρατίδας επιτέθηκε πρώτος εναντίον του πλοίου του Λυσία, το οποίο και βύθισε, και κατόπιν εναντίον του πλοίου του Περικλή, ο οποίος για την ικανότητα του επονομάστηκε «Ολύμπιος». Οι δύο αντίπαλες τριήρεις βρέθηκαν η μία δίπλα στην άλλην και φαίνονταν σαν μία, μεταξύ δε των πληρωμάτων τους έλαβε χώρα λυσσώδης μάχη. Ο Καλλικρατίδας, παρά το γεγονός ότι αγωνίστηκε αδιάκοπα και με μεγάλο σθένος, τελικά κατάκοπος, και αφού δεχόταν επιθέσεις από παντού, έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε, ενώ οι Αθηναίοι κατέσφαξαν το πλήρωμα του, αφού προηγουμένως με σιδερένια αρπάγη είχαν φέρει το πλοίο του δίπλα στο δικό τους. Μετά τον θάνατο του Καλλικρατίδα που είχε ως αποτέλεσμα να καμφθεί το ηθικό των Πελλοπονησίων, ούτε ο διάδοχος του, Κλέαρχος, ούτε ο Βοιωτός Θρασώνδας, ο οποίος και αυτός αγωνίσθηκε με σθένος μπόρεσαν να συγκρατήσουν τον στόλο. Έτσι όταν αυτοί διαπίστωσαν, ότι ο κύριος όγκος των νικητών στρεφόταν εναντίον τους, ένα μέρος του στόλου κατέφυγε προς τη Χίο και το άλλο προς την Κύμη. Ως προς τις απώλειες των αντιπάλων, ο Ξενοφών αναφέρει ότι καταστράφηκαν είκοσι πέντε πλοία των Αθηναίων μαζί με το πλήρωμα τους, εκτός από λίγους άνδρες οι οποίοι διασώθηκαν και έφθασαν στην ξηρά και των Πελοποννησίων, εννέα των Λακώνων, από τα δέκα στο σύνολο τους και περισσότερα από εξήντα των άλλων συμμάχων τους, ενώ κατά τον Διόδωρο, οι Πελοποννήσιοι απώλεσαν συνολικά εβδομήντα επτά πλοία.


Κατά τον Άγγλο ιστορικό George Grote (1794-1871), κάθε πλοίο των Αθηναίων ήταν επανδρωμένο με διακόσιους άνδρες και συνεπώς το σύνολο των πληρωμάτων των είκοσι πέντε πλοίων ανερχόταν σε πέντε χιλιάδες. Ο ίδιος υπολογίζει, ότι το μισό πλήρωμα από κάθε πλοίο κινδύνευε να πνιγεί, με συνέπεια και αν ακόμη δεχθούμε ως βυθιζόμενα δέκα μόνο πλοία, οι πνιγόμενοι, οι οποίοι έπρεπε να διασωθούν ήσαν τουλάχιστον χίλιοι άνδρες. Ο ίδιος προσθέτει ότι και κατά την ομολογία του συνηγόρου των κατηγορουμένων Ευρυπτόλεμου, καταστράφηκαν δώδεκα πλοία, ενώ είναι πιθανόν να ήσαν περισσότερα και από τα είκοσι πέντε που αναφέρει ο Ξενοφών. Ο Αμερικανός ιστορικός Ντόναλντ Κέιγκαν, ο οποίος θεωρείται ο περισσότερο έγκυρος σύγχρονος μελετητής της ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου, στο πρόσφατο ομώνυμο βιβλίο του αναφέρει, ότι από τα είκοσι πέντε πλοία που έχασαν οι Αθηναίοι στη ναυμαχία επέπλεαν τα ναυάγια των δώδεκα από αυτά και χίλιοι περίπου άνδρες πάλευαν για τη ζωή τους γατζωμένοι στα σκαριά. Συνεπώς, οι άνδρες αυτών των πλοίων, όπως ανέφερε και ο Ευρυπτόλεμος, χρειάζονταν βοήθεια.

Η είδηση της θριαμβευτικής νίκης στη ναυμαχία των Αργινουσών, με άγγελμα προς τη Βουλή και την Εκκλησία, όπως ήταν φυσικό γέμισε με χαρά και αγαλλίαση όλους τους Αθηναίους. Ενώ όμως αυτοί επαινούσαν τους στρατηγούς για τη μεγάλη νίκη και όσους συνέβαλαν σε αυτή, γρήγορα η χαρά τους μετατράπηκε σε θλίψη και μελαγχολία. Η ξαφνική αλλαγή της συμπεριφοράς του λαού είχε ως αιτία τους ψιθύρους που κυκλοφόρηρσαν στην πόλη, ότι αυτοί οι οποίοι έπεσαν ηρωϊκά στα πεδίο της μάχης υπερασπιζόμενοι τα πάτρια, είχαν μείνει αβοήθητοι και άταφοι, αφού οι υπέυθυνοι δεν μερίμνησαν για την διάσωση των ναυαγών, ούτε για την ταφή των νεκρών. Αυτή η αντίδραση των Αθηναίων πολιτών ήταν φυσιολογική, αφού είναι γνωστές οι ιδέες των αρχαίων Ελλήνων αναφορικά με τον θάνατο, την ψυχή και την ταφή των νεκρών. Κανένας Αθηναίος δεν μπορούσε να έχει λησμονήσει την Αντιγόνη του Σοφοκλή[4], η οποία παρά τα κελεύσματα του Κρέοντα αποτόλμησε να θάψει τον νεκρό αδελφό της, Πολυνείκη.

[1] Ελευθέριος Βούρβαχης, η ναυμαχία των Αργινουσών, σελ. 15 επ., εκδόσεις Ενάλιος 2008.
[2] Αριστογένη, Αριστοκράτη, Αρχέσταρο, Διομέδοντα, Ερασινίδη, Θράσυλο, Κόνωνα, Λέοντα [αντικαταστάθηκε αργότερα από τον Λυσία], Περικλή και Πρωτόμαχο.
[3] σήμερα Αγριλιός.
[4] πέθανε τον ίδιο χρόνο [406 πΧ].

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Τέχνες

υφαντική[*]
Ένα εργαλείο που το ‘λεγαν … Αργαλειό, Υπουργείο Πολιτισμού, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα 1997.

Τα ευρήματα των ανασκαφών μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η υφαντική είναι γνωστή από τα προϊστορικά χρόνια σε όλους τους γνωστούς πολιτισμούς της Μεσογείου, της Κεντρικής Ασίας, της Ινδίας και της Άπω Ανατολής. Με τη δημιουργία του υφάσματος ο άνθρωπος καλύπτει βασικές ανάγκες του: προστατεύεται από το κρύο, αλλά και στολίζει το σώμα του και το χώρο όπου κατοικεί, καθώς η υφαντική, πέρα από τη χρησιμότητά της, είναι η κύρια τεχνική με την οποία ο άνθρωπος έδωσε έκφραση στο καλλιτεχνικό του συναίσθημα.

Η εικόνα της κόρης του υφαίνει στον αργαλειό είναι σε όλους γνωστή, αφού επαναλαμβάνεται σαν ποιητικό μοτίβο από τον Όμηρο ως το δημοτικό τραγούδι. Στην Οδύσσεια ο Ερμής, σταλμένος από το Δία στο νησί της Καλυψώς, βρίσκει τη νύμφη μέσα στο σπίτι της να υφαίνει στον αργαλειό με χρυσή σαΐτα. Στο δημοτικό τραγούδι, ο ξενιτεμένος γυρνώντας στην πατρίδα του βρίσκει την κόρη να «λιανοτραγουδά» στον αργαλειό και να ρίχνει μαλαματένια σαΐτα.

Όπως στα αρχαία χρόνια, έτσι και στη νεότερη Ελλάδα, οι γυναίκες υφαίνουν γιατί πρέπει να ετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα στην οικογένεια: υφάσματα για φορεσιές, υφαντά για τις ανάγκες του σπιτιού, σεντόνια, μαξιλάρια, βελέντζες, κιλίμια, κουρτίνες, προσόψια, τραπεζομάντιλα, αλλά και υφαντά απαραίτητα για τις καθημερινές ασχολίες, όπως σακκιά για τη μεταφορά προϊόντων, τσαντίλες για στράγγισμα του τυριού, λαδοσάκκια για ελαιοτριβεία.

Εκτός από την κατασκευή υφαντών για οικογενειακή χρήση, σημαντική είναι και η παραγωγή για το εμπόριο. Τα υφαντά αυτά κατασκευάζονται στα εργαστήρια – όπου εργάζονται κυρίως άντρες – κάτω από την καθοδήγηση συντεχνιών. Οι συντεχνίες συντονίζουν και οργανώνουν την παραγωγή μιας ολόκληρης περιοχής και είναι υπεύθυνες για τη διάθεση της εγχώριας παραγωγής στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι το 1705 εξάγονται από την Ήπειρο 600 δέματα με κάπες και μεγάλες ποσότητες υφαντών, και στα 1800, από τη Ζαγορά του Πηλίου 7.000 κάπες. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, οι μεγαλέμποροι των υφαντών ιδρύουν εμπορικές εταιρείες με αντιπροσώπους σε πολλά μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη Βιέννη, τη Βενετία, την Τεργέστη, και σε άλλα μεγάλα κέντρα του διεθνούς εμπορίου της εποχής.

[*] Γλωσσάρι
αδράχτι: η βέργα που περιστρέφεται και κλώθει την κλωστή. Στο κάτω μέρος του αδραχτιού στερεώνεται το σφοντύλι. Με τη ρόκα, το αδράχρι και το σφοντύλι γίνεται το γνέσιμο.
ανέμη: όργανο υφαντικής, στο οποίο τοποθετούνται οι κούκλες του νήματος, για να τυλιχτούν στα καλάμια ή στα μασούρια.
αντί: εξάρτημα του αργαλειού. Πρόκειται για ένα κυλινδρικό ξύλο στο οποίο τυλίγεται το στημόνι. Ο αργαλειός έχει δύο αντιά, το μπροστινό και το πίσω. Στο πίσω τυλίγεται τι στημόνι, ενώ στο μπροστινό το έτοιμο ύφασμα.
αργαλειός: η υφαντική συσκευή.
γνέσιμο: το στρίψιμο του μαλλιού με τα χέρια από τη γυναίκα για να γίνει το μαλλί κλωστή. Χρησιμοποιεί ρόκα, αδράχτι και σφοντύλι.
διάσιμο: η τακτοποίηση του στημονιού για να μπει στον αργαλειό.
δοξάρι: τόξο με χορδή μήκους 1μ. περίπου, που χρησιμοποιείται για το κόψιμο του βαμβακιού.
Καλάμισμα (ή μασούρισμα): το περιτύλιγμα της κλωστής σε ξυλάκια ή καλαμάκια για να γίνουν μασούρια ή κουβάρια, με τη βοήθεια της ανέμης και της σβίγας.
κόψιμο (του βαμβακιού): γίνεται με το δοξάρι. Αντιστοιχεί με το ξάσιμο και το λανάρισμα του μαλλιού.
λανάρι: ξύλινο εργαλείο με μεταλλικά δόντια. Χρησιμοποιείται στο λανάρισμα.
λανάρισμα: το άνοιγμα του μαλλιού και το ξάσιμό του από τη γυναίκα, καθώς μπλέκεται μέσα στα δόντια των λαναριών.
μαγγάνι (ή ροδάνι): εργαλείο για το ξεκούκκισμα του βαμβακιού.
μασούρι: μικρό καλάμι, όπου τυλίγεται το νήμα του υφαδιού στη σβίγα. Έπειτα τοποθετείται στη σαΐτα.
μιτάρι: εξάρτημα του αργαλειού κατασκευασμένο με χοντρά νήματα στηριγμένα σε δύο παράλληλες βέργες. Ανάμεσα στα μιτάρια περνά το στημόνι.
μίτωμα: το πέρασμα του στημονιού από τα μιτάρια.
νεροτριβή: ξύλινη κατασκευή κοντά σε ποτάμι, όπου ρίχνουν τα χοντρά μάλλινα υφαντά για να χτυπηθούν από το νερό.
ξάσιμο: το άνοιγμα του μαλλιού με τα χέρια από τη γυναίκα, για να το καθαρίσει από ξένες ουσίες.
ξομπλιαστό: υφαντό κεντητό στον αργαλειό.
πατήτρα: εξάρτημα του αργαλειού όπου πατά η υφάντρα και ανεβοκατεβαίνουν τα μιτάρια για να διασταυρώνεται το στημόνι με το υφάδι.
ριζάρι: φυτό βαφικό. Με τη ρίζα του φτιάχνουν κόκκινο χτυπητό χρώμα.
ρόκα: ξύλινο στήριγμα της τουλούπας, απ’ όπου η γυναίκα τραβά λίγο-λίγο το μαλλί για να το γνέσει.
σβίγα (ή ροδάνι): εργαλείο για το τύλιγμα του νήματος στα μασούρια ή στα καλάμια.
στημόνι: το νήμα που τοποθετείται κατά μήκος του αργαλειού για να χρησιμοποιηθεί ως βάση του υφαντού. Κατά την ύφανση διασταυρώνεται με το υφάδι και σχηματίζεται το ύφασμα.
σφοντύλι: κωνικό κομμάτι ξύλου που δίνει το απαραίτητο βάρος στο αδράχτι για να περιστρέφεται.
τουλούπα: η τούφα του μαλλιού που βάζουν στη ρόκα για να γνέσουν.
τύλιγμα: το τύλιγμα του στημονιού στο πίσω αντί του αργαλειού.
υφάδι: το νήμα που περνά με τη βοήθεια της σαΐτας ανάμεσα από τα νήματα του στημονιού και διασταυρώνεται κάθετα μαζί τους. Έτσι γίνεται η ύφανση.
χτένι: εξάρτημα του αργαλειού. Αποτελείται από μια σειρά λεπτά καλάμια με μικρές αποστάσεις μεταξύ τους, που προσαρμόζονται σε ξύλινο πλαίσιο (ξυλόχτενο). Στο χτένι περνούν κάθετα οι κλωστές του στημονιού. Το χτένι καθορίζει την πυκνότητα του υφάσματος.

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

παραδοσιακά επαγγέλματα

το χρυσάφι του βυθού[1]

Τα σφουγγάρια, άφθονα στους πυθμένες των θαλασσών της Μεσογείου, είναι γνωστά από τα πανάρχαια χρόνια. Πιστεύεται ότι αρχικά οι παράκτιοι λαοί γνώρισαν και χρησιμοποίησαν τα σφουγγάρια εκείνα που εκβράζονται από τη θάλασσα σε καιρό τρικυμίας, στην παραλία. Καθώς τα χτυπά το κύμα στην άμμο και τις πέτρες, αυτά καθαρίζονται, λευκαίνονται και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται κατάλληλα για χρήση. Κατανοώντας όμως γρήγορα … την πολλαπλή χρησιμότητα του σφουγγαριού, δεν περιορίστηκαν στο να συλλέγουν μόνο τα εκβραζόμενα σφουγγάρια, αλλά προχώρησαν και στο να τα αποσπούν με διάφορους τρόπους από το βυθό, αρχικά από τα ρηχά νερά, ενώ στη συνέχεια οι «ασκηθέντες εις την κολυμβητικήν» καταδύονταν σε μεγαλύτερα βάθη, για να συλλέξουν από εκεί το πολύτιμο «χρυσάφι της θάλασσας». Πολλοί είναι οι συγγραφείς που έγραψαν κατά την αρχαιότητα για τη σπογγαλιεία, όπως ο Αριστοτέλης και ο Πλούταρχος, όμως ελάχιστα έργα σώθηκαν. Ο Οππιανός (3ος αιώνας μΧ) … στους στίχους των «Αλιευτικών» του, διδάσκει με γλαφυρό τρόπο πως εξασκείται από τους αρχαίους «σπογγείς», «σπογγοθήρες» ή «σπογγοτόμους», η «σπογγοθηρική», δηλαδή η αλιεία των σφουγγαριών.

Ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα ότι ο θεός Ήφαιστος καθαρίζει το σώμα του με σφουγγάρι, προτού φορέσει το χιτώνα του για να υποδεχτεί τη θεά Θέτιδα στο εργαστήριό του στη Λήμνο. Στην Οδύσσεια, οι υπηρέτες του ανακτόρου του Οδυσσέα στην Ιθάκη, χρησιμοποιούν σφουγγάρια για να καθαρίσουν τα τραπέζια, ύστερα από τα σπάταλα γεύματα των μνηστήρων της Πηνελόπης: «κι άλλοι με σφουγγάρια πολύτρυπα τα τραπέζια καθάριζαν» (α 111-112). Αναφορά στα σφουγγάρια κάνει και ο Αισχύλος στον «Αγαμέμνονα», αλλά και ο Ηρόδοτος στην «Ουρανία» μιλά για ένα σπουδαίο βουτηχτή σφουγγάρια της εποχής του, τον «Σκυλλία εκ Σκιώνης».

Αργότερα, πολλοί Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς αναφέρουν τα σφουγγάρια για ποικίλες χρήσεις, όπως για οικιακή χρήση, για την περιποίηση των σωμάτων, για την προστασία του σώματος των πολεμιστών από την τριβή των θωράκων, αλλά και για τον καθαρισμό του οπλισμού τους. Χρησιμοποιούνται επίσης στην ιατρική και φαρμακευτική, στη ζωγραφική και τη γραφή, καθώς με το σφουγγάρι αφαιρείται από τον πάπυρο το μελάνι.

Στα μέσα του 19ου αιώνα το εμπόριο των σπόγγων βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια των Ελλήνων. Οι σπογγέμποροι μεταφέρουν το εμπόρευμά τους στη Βενετία και την Τεργέστη – τα κύρια κέντρα διακίνησης των σφουγγαριών – απ’ όπου διοχετεύονται στα ευρωπαϊκά κέντρα κατανάλωσης. Η βιομηχανική επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη δημιούργησε μεγάλη ζήτηση σφουγγαριών. Νέοι εμπορικοί οίκοι Ευρωπαίων και Ελλήνων σπογγεμπόρων κάνουν την εμφάνισή τους με γραφεία σε πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και κυρίως στο Λονδίνο.

Στα χρόνια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των σφουγγαριών της Καλύμνου εξάγεται στην Αμερική, αφού η ευρωπαϊκή αγορά είναι κλειστή λόγω του πολέμου. Στα μεταπολεμικά χρόνια η Κάλυμνος είναι το μεγαλύτερο σπογγαλιευτικό κέντρο της Ελλάδας, αφού καλύπτει το 75% της συνολικής σπογγαλιευτικής δραστηριότητας.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, Έλληνες μετανάστες ναυτικοί από την Ύδρα, την Αίγινα και κυρίως από τα Δωδεκάνησα, δημιουργούν μια ανθηρή κοινότητα σφουγγαράδων στο παραλιακό χωριό Τάρπον Σπρινγκς, στη Φλώριδα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στη νέα τους πατρίδα οι Έλληνες σφουγγαράδες φέρνουν τα έθιμά τους, τη θρησκεία και τη γλώσσα τους, τις φορεσιές και τους χορούς τους. Το Τάρπον Σπρινγκς, που βρίσκεται στον κόλπο του Μεξικού, σε περιοχή με άφθονα σφουγγάρια, γνωρίζει μεγάλη ακμή, και η κοινότητα των σφουγγαράδων γίνεται γνωστή σε όλο τον κόσμο.

[1] Σφουγγάρια, το χρυσάφι του βυθού, Υπουργείο Πολιτισμού, Μουσείο Ελληνική Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα 1997.

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

εν αρχή ην ο Καραγκιόζης ...

η πρώτη εντύπωση και η τελευταία[1]

Η πρώτη εντύπωση που είχα απ’ τον Καραγκιόζη, όταν ήμουν ένα μικρό παιδάκι δειλό, υποχρεωτικά ντυμένο με τις κολαρίνες, τα πανταλόνια ως τα γόνατα, και τα μποττάκια με τα κουμπιά, ήταν μια εντύπωση ενός φυσικού μεγαλείου, ενός μεγαλείου γεμάτου μυστήριο, όπως είναι ο λόγος ο ανθρώπινος.

Μοιραία λέξη, που μ’ αυτήν τόσοι ματαιόσπουδοι Έλληνες εννοούν τις αφόρητες σάχλες της «Λογοτεχνίας».

Ο καραγκιόζης, ήδη από κείνη την εποχή που δεν ήξερα τίποτα, με γέμιζε με κείνο το αίσθημα της πληρότητας στην περιοχή της ανθρώπινης φωνής, που αργότερα θα μού έδινε η ανατολίτικη ζωγραφική με τα καθαρά χρώματά της, όπως κάθε μεγάλη τέχνη, με βαθειά πίστη και γι’ αυτό με ασήμαντα μέσα. Από κείνη την ηλικία, διαισθανόμουν πως η λεπτότητα πρέπει να συνυπάρχει με κάτι πολύ πρωτόγονο κι απλό, για να είναι αληθινή λεπτότητα, δηλαδή οξύτητα κι όχι αδυναμία. Αργότερα, έμπλεξα μοιραία, με τους κύκλους των διανοουμένων, σωστή όαση για ένα νέο της αστικής τάξης που τον είχαν ζαλίσει οι σοφές συμβουλές των γονέων, θείων και φίλων της οικογένειας. Συμβουλές για μια μόνιμη θέση, ή δίπλωμα, ή μέλλον, για το «μήνας μπαίνει – μήνας βγαίνει». Συμβουλές ευϋπόληπτων, που, κατά σύμπτωση, πέθαναν σχεδόν όλοι φτωχεμένοι, εγκαταλελειμένοι σε άθλια νοσοκομεία.

Όλοι αυτοί οι διανοούμενοι με τις ρηξικέλευθες επαναστάσεις τους, ουσιαστικά ήθελαν ν’ αντικαταστήσουν το βαρύ ζυγό της ζωής μ’ ένα ελαφρύ. Μέχρι σήμερα τους υποψιάζομαι. Οι επαναστάσεις που δίδασκαν ήταν διευκολύνσεις. Η φωνή του μεγαλοπρεπούς Δεδούσαρου μέσα στη νύχτα, φωνή του Πανός και των Σατύρων, του Διός και του Αριστοφάνη, ερχόταν σ’ όλη μου τη ζωή, σαν ένας έλεγχος θείου δαιμονίου, που με υποχρέωνε να περιφρονώ με νεανική σκληρότητα κάθε τι το «φιλολογικό», το «πολιτισμένο», το «καλλιτεχνικό». Στον Καραγκιόζη οφείλω, όσο και σε μερικά άλλα πράγματα, Ελληνικά, αυτή την κυνική σκληρότητα, το οργιώδες πάθος για την απόλυτη ηθική, όπως την εννοούσαν οι Αρχαίοι. Ο αξέχαστός μου φίλος Δημήτρης Καπετανάκης, όταν μιλούσα με ασέβεια για τη Χαϊδελβέργη, έλεγε μισοπροσβεβλημένος, μισοενθουσιασμένος: «Είναι ένας τερατώδης έφηβος». Τί θα ήταν αλήθεια το πάθος μου για τα γερμανικά νεοκλασικά σεράγια του Πειραιώς, κατοικίες ματαιοδοξίας αστών της Μέσης Ανατολής, αν δεν είχα ακούσει στην τρυφερή μου εκείνη ηλικία, τον ασήμαντο και τιποτένιο Καραγκιόζη, που μέσα από την άκρα του φτώχεια γκρέμιζε το κάθε τι, για να διασώσει τον ανθρωπισμό του ; Μέσα στον τιποτένιο Καραγκιόζη αντίκρυσα σαν πραγματικότητα, κι όχι σαν αντικείμενο μουσείου, όλη τη γλύκα του Ανατολίτικου ρεαλισμού. Το γλυκό κουκούτσι ενός καρπού που έλειψε στις μέρες μας. Το Ουρ, οι Ασσύριοι, ο πλούτος με το τίποτα των Αρχαϊκών, όλα αυτά ζωντανά σύμβολα ουσίας, μέσα στον τιποτένιο Καραγκιόζη, που τον περιφρονούσαν οι κυρίες με τα καπέλα, με τα φρούτα και τα λουλούδια. Οι βαθείς αμανέδες και τα κλέφτικα, μια μουσική όμορφη σαν την γλυπτική των Κούρων, ένα χονδροειδές θέατρο ίσαμε εκεί που δεν παίρνει, κι όμως το μόνο Νεοελληνικό Θέατρο που εξέφραζε με ακρίβεια ό,τι στο βάθος σκεφτόμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες.

Στα 17 μου χρόνια, ξαναγύρισα στον Καραγκιόζη, που για μένα δεν ήταν μόνο μια παιδική διασκέδαση, αλλά ένα πράγμα σεβάσμιο σαν την εκκλησία. Πήγα ξανά στον Καραγκιόζη, όπως πάνε στο Μαντείο. Τότε γνώρισα τον σπουδαίο καλλιτέχνη Σωτήρη Σπαθάρη. φτωχό, πάντα πεινασμένο και καταδιωκόμενο. Πότε γιατί έπιασε ωδικά πτηνά για να τα πουλήσει, πότε γιατί προσέβαλε τη δημόσια και τουριστική αισθητική με τον τίμιο μπερντέ του, σε τουριστικές περιοχές. Ο μπερντές του Σπαθάρη, με τον όρκο του Κατσαντώνη πάνω στην «ποδιά» του, εμένα μου δίδαξε πώς ήταν αυτά τα «οθόνια», τα «κατάγραφα γραφαίς», που σκέπαζαν τη σκηνή.

Ω, κακό χρόνο να ‘χουνε, ποτέ δεν πολεμήθηκε ένα τόσο ντελικάτο λαϊκό γούστο κι αίσθημα, με τόση βαρβαρότητα και βλακεία από αποτυχημένα, τελικά, ομοιώματα γερμανιζόντων νεοτούρκων. …

Με δειλία μπήκα στη σκηνή του Σπαθάρη για να τον ρωτήσω πώς ετοίμαζε την ψαρόκολλα για να φτιάξει τα χρώματα στις ρεκλάμες του. Συγχρόνως, ήταν μια αφορμή για να γνωρίσω τόσα άλλα πράγματα. Δε θα ξεχάσω ποτέ μιαν Αποκριά στο σπίτι του στην Κηφησιά, με μια μικρή παρέα από κορίτσια κι αγόρια, ένα κοτόπουλο με ντομάτα, λίγο κρασί, η ανείπωτη σεμνότητα και καλωσύνη της γυναίκας του Τριανταφυλλιάς κι όλα τ’ άλλα γέμισαν με τα τραγούδια και τον καλαματιανό και τον τσάμικο που έσερνε ο Γερό-Σπαθάρης. Μια απ’ τις λίγες αριστοκρατικές συγκεντρώσεις που έχω δει στη ζωή μου.

Όλα έλαμπαν από ποίηση κ’ αίσθημα και σεβασμό του ανθρώπου. Κι αυτό που ήταν πιο αξιοθαύμαστο: αυτά τα άνθη ξεπρόβαλλαν μέσα από απίστευτη φτώχεια και σπαραχτικά ερείπια. Αθάνατη, ηρωική, ρωμαίϊκή ράτσα! Ποιος κατάλαβε το δίκιο σου και τη γλύκα σου ;

[1] Γιάννη Τσαρούχη, Αγαθόν το εξομολογείσθαι, σ. 60-63, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1989.