Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Λογοτεχνία

Ιστορίες από το γκούλαγκ[1]

Στο μέσον της παράγκας είναι δυο σειρές από στύλους, που χρησιμέυουν ίσως σαν υποστηρίγματα. Κοντά σ’ έναν απ’ αυτούς τους στύλους κάθεται ο Φετιούκοβ, φίλος του Σουκώβ στην ίδια ομάδα, και του φυλάει το πρωινό. …

Ο Φετιούκοβ, βλέποντας το Σουκώβ, αφήνει έναν αναστεναγμό και του δίνει τη θέση του.

«Έλα και σου πάγωσε, του λέει. Ότι ετοιμαζόμουνα να τη φάω γιατί νόμιζα πως ήσουνα στο πειθαρχείο».

Και δεν περιμένει άλλο γιατί ξέρει ότι ο Σουκώβ δεν πρόκειται να του αφήση τίποτα – θα τις γλύψη και τις δύο καραβάνες.

Ο Σουκώβ τραβάει το κουτάλι του από τη μπότα. Το αγαπάει πολύ αυτό το κουτάλι – πέρασε όλο το Βορρά μαζί του. Τόχε χύσει σε καλούπι από άμμο μόνος του, χρησιμοποιώντας ένα αλουμινιένιο έλασμα και είχε χαραγμένο στο χερούλι: «Ούστ – Ίζμα, 1944». …

Ανακατεύοντας τη σούπα του που ήτανε ακουμπισμένη στο βάθος, κατάλαβε αμέσως τί θα έβρισκε εκεί μέσα. Δεν ήτανε πηχτή, αλλά ούτε και εντελώς νεροζούμι – κάτι ανάμεσα στα δύο. Μπορεί ο Φετιούκοβ, καθώς του τη φύλαγε, να ψάρεψε τα κομματάκια πατάτας που υπήρχαν εκεί μέσα.

Το μόνο καλό στη σούπα είναι αν την τρως ζεστή, τώρα όμως η δική του είναι ολότελα παγωμένη. Παρ’ όλα αυτά την έτρωγε σιγά-σιγά για να παρατείνη την απόλαυση. Σε τέτοιες περιστάσεις ο κόσμος να καίγεται δεν αξίζει τον κόπο να βιαστής. Αν δεν λογαριάσουμε τις ώρες του ύπνου, ο άνθρωπος που είναι στα στρατόπεδα, ο «λάγκερνικ», έχει πραγματικά δικό του χρόνο για να ζήση μόνο τα δέκα λεπτά του πρωινού, πέντε για το μεσημέρι κι’ άλλα πέντε για το βράδυ.

Η σούπα δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Εξαρτάται από το απόθεμα λαχανικών που έχουν για το χειμώνα. Πέρισυ είχανε μόνο καρόττα αλατισμένα, και από το Σεπτέμβρη ως τον Ιούνιο μόνο καρότα έβρισκες στη σούπα. Τώρα έχουν λάχψανο σκουλικιασμένο. Ο καλύτερος καιρός, που παίρνει κανείς ανάσα, είναι ο Ιούνιος. Έχουν τελειώσει τότε όλα τα λαχανικά και στη θέση τους βάζουν μπλουγούρι. Και η χειρότερη εποχή είναι ο Ιούλιος που ρίχνουν στα καζάνια ψιλοκομένες τσουκνίδες.

Όσο για τα μικρά ψαράκια, μένουν μόνο τα κόκκαλά τους γιατί το κρέας λυώνει βράζοντας και μόνο γύρω απ’ την ουρά και το κεφάλι απομένει λίγο ακόμα.

Ο Σούκωβ δεν άφησε ούτε λέπι, ούτε το παραμικρό κομματάκι σάρκας γύρω απ’ τον λεπτό σκελετό του ψαριού. …

Την ημέρα εκείνη έκανε οικονομίες: … δεν άγγιξε τη μερίδα του ψωμιού και τώρα τρώει τη σούπα του χωρίς ψωμί.. Θα το φάη το ψωμί του αργότερα – στηλώνεσαι έτσι πιο καλά.

Το κρύο γίνεται πιο δυνατό. Η τσουχτερή καταχνιά πνίγει τον Σουκώβ, τον κάνει να πονάη και να βήχη. Η θερμοκρασία θάναι 27 υπό το μηδέν. Και αυτός έχει 37,7.

Ξαναγυρίζει στην παράγκα του τρέχοντας. Τριγύρω είναι ερημιά, από τη μια άκρη ως την άλλη, και όλο το στρατόπεδο φαίνεται σαν άδειο. Γκρεμίζεσαι για μια στιγμή, βλέπεις πως όλα τέλειωσαν κι ωστόσο θέλεις να πιστεύης ότι όχι, κάτι μπορεί να γίνη ακόμα και να μη μας βγάλουν στη δουλειά. Οι φρουροί της συνοδείας είναι στη ζέστα μέσα στους στρατώνες τους, ακουμπώντας το κεφάλι τους, βαρύ ακόμα από τον ύπνο, πάνω στ’ όπλο τους – δεν είναι και γι’ αυτούς ευχάριστο να πάνε τώρα και να φέρουν βόλτες στα παρατηρητήρια, με τέτοιο κρύο. Στο φυλάκιο της κύριας φρουράς, οι επιστάτες ξαναβάζουν κάρβουνο στη σόμπα. Στην αίθουσά τους, οι φύλακες παίρνουν την τελευταία τους ζεστασιά, προτού τη χάσουν. Οι κρατούμενοι έχουν ρίξει κιόλας στις πλάτες τους κάθε λογής κουρέλια, δεμένα με κάθε τρόπο που περνάει απ’ το μυαλό του ανθρώπου. Είναι περιτυλιγμένοι από το πηγούνι ως τα μάτια για να φυλαχτούν από την παγωνιά. Ξαπλωμένοι στις άκρες των ξυλοκρέβατων, με τις μπότες πάνω στην κουβέρτα και τα μάτια κλεισμένα, περιμένουν ακίνητοι ως τη στιγμή που ο αρχηγός της ομάδας φωνάζει:

«Όρθιοι» !

Η 104η ομάδα λαγοκοιμάται όπως κι’ όλη η παράγκα 9. Μόνο ο Πάβλο. ο υπαρχηγός, φαίνεται να λαγαριάζη κάτι μ’ ένα μολύβι, σαλεύοντας τα χείλη του. Και στην πάνω κουκέτα, ο Αλιόσκα ο Βαπτιστής, γείτονας του Σουκώβ, καθαρός και ξυρισμένος, διαβάζει το σημειωματάριό του, όπου έχει αντιγράψει τα μισά Ευαγγέλια.

Ο Σουκώβ μπαίνει μέσα σα σφαίρα, αλλά αθόρυβα και πάει κοντά στο κρεβάτι του υπαρχηγού της ομάδας. Ο Πάβλο σηκώνει το κεφάλι του:

«Δεν σας έκλεισαν στη φυλακή, Ιβάν Ντενίσιτς; Είσαστε ακόμη στη ζωή»;

Οι Ουκρανοί των Κάτω Καρπαθίων φωνάζουν στο στρατόπεδο τους άνδρες με τ’ όνομα και το πατρωνυμικό τους και πάντα στον πληθυντικό. Με κανέναν τρόπο δεν αλλάζουν τη συνήθεια αυτή.

Παίρνει τη μερίδα του ψωμιού και τη δίνει στον Σουκώβ. Πάνω στο ψωμί έχουν βάλει μια λουρίδα ζάχαρη που σχηματίζει ένα λοφάκο άσπρο.

Ο Σουκώβ είναι πολύ βιαστικός, ωστόσο απαντάει με όλο τον οφειλόμενο σεβασμό – ο υπαρχηγός της ομάδας είναι κι’ αυτός από τις κεφαλές και, στο βάθος, έχει πιο μεγάλη σημασία κι’ απ’ τον ίδιο το διοικητή του στρατοπέδου –. Παρ’ όλη όμως τη βιασύνη του – πρέπει να πιάση με τα χείλη του τη ζάχαρη, να γλύψη με τη γλώσσα ό,τι θ’ απομείνει απ’ αυτή πάνω στο ψωμί, να πατήση με το ένα πόδι στην τραβέρσα του ξυλοκρέβατου για να ψηλώση και να φτάση για να στρώση την κουβέρτα του – βρήκε τον καιρό να κοιτάξη τη μερίδα του ψωμιού του κι’ απ’ τις δυο πλευρές και να την πεζάρη στο χέρι του για να ιδή αν είναι πραγματικά 550 γραμμάρια που λέει ο κανονισμός. Έχει πιάσει στα χέρια του χιλιάδες τέτοιες μερίδες, στις φυλακές και στα στρατόπεδα και παρ’ όλο που δεν μπόρεσε ποτέ του να ζυγίση έστω και μία για να βεβαιωθή, παρ’ όλο που είναι δειλός και δεν τολμάει να κάνη φασαρία και να ζητήση το δίκηο του, τόχει καταλάβει από πολύν καιρό, όπως και όλοι οι κρατούμενοι, πως το ψωμί είναι λιπόβαρο, αν το ζυγίση τίμια κανείς. Κάτι λείπει από κάθε μερίδα, αλλά πόσο; Πολύ; Το κοιτάει λοιπόν κάθε μέρα για να καθησυχάση : Ίσως σήμερα να μην το ξάφρισαν πάρα πολύ. Ίσως να μην του λέιπουνε πολλά γραμμάρια.

«Καμιά κοσαριά, το λιγώτερο» - βγάζει το συμπέρασμα, κόβοντας στα δύο τη μερίδα του. Χώνει το ένα κομμάτι στα ρούχα του, κάτω απ’ το καπλατισμένο του σακάκι, όπου έχει ράψει γι’ αυτό το σκοπό μια τσέπη με άσπρο πανί (τα καπλατισμένα σακάκια για κρατούμενους φτειάχνονται από το εργοστάσιο χωρίς τσέπες). Σκέφτεται να φάη το άλλο μισό που οικονόμησε από τη σούπα τώρα κιόλας, αλλά όταν τρως γρήγορα είναι σαν να μην τρως, θα πάη χαμένο το ψωμί, χωρίς να του κόψη την πείνα.


[1] Α. Σολζενίτσιν, Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς.