Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Κύπρου Ιστορία

Απομνημονεύματα[1]

Όταν το 1821 η ηπειρωτική Ελλάς και αι νήσοι του Αιγαίου εξηγέρθησαν εναντίον των τυράννων, η Κύπρος δεν υστέρησεν εις αγώνας και θυσίας υπέρ της ελευθερίας. Ο Αρχιεπίσκοπος, οι Μητροπολίται και οι πρόκριτοι των Κυπριακών πόλεων και χωρίων εθανατώθησαν τότε υπό των Τούρκων και η νήσος εγνώρισεν ημέρας φρίκης, τρόμου και καταπιέσεως. Παρά ταύτα οι Κύπριοι δεν παρητήθησαν των αγώνων των και θα είχον ασφαλώς ελευθερωθή και ενωθή μετά της μητρός Ελλάδος, όπως ακριβώς άλλαι Ελληνικαί επαρχίαι και νήσοι, εάν η Κύπρος εξηκολούθει να παραμένη εις Τουρκικάς χείρας. Ατυχώς όμως η νήσος κατελήφθη υπό των Άγγλων διά συμβάσεως, υπογραφείσης το 1878 μεταξύ του Σουλτάνου και της Κυβερνήσεως Δισραέλη. Δυνάμει της συμβάσεως ταύτης η διακυβέρνησις της νήσου – την κυριαρχίαν της οποίας διετήρει θεωρητικώς ο Σουλτάνος – παρεχωρείτο εις την Βρεττανικήν Κυβέρνησιν έναντι ετησίου μισθώματος 92.800 Λιρών.

Οι Κύπριοι υπεδέχθησαν τότε τους Άγγλους, οι οποίοι ολίγον ενωρίτερον είχον παραχωρήσει την Επτάνησον εις το Ελληνικόν Βασίλειον, ως την χρυσήν γέφυραν, ήτις θα ωδήγει εις την Ένωσιν.

Αι ελπίδες τούτων διεψεύσθησαν, διότι, παρά τας επανειλημμένας διαμαρτυρίας και τα υπομνήματα προς την Βρεττανικήν Κυβέρνησιν διά την Ένωσιν μετά της μητρός Πατρίδος, εκείνη εκώφευσεν.

Παρά το γεγονός ότι ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος είχε διεξαχθή εν ονόματι της αρχής των εθνοτήτων, το δίκαιον αίτημα της Κύπρου παρεγνωρίσθη και πάλιν και η αρχή των εθνοτήτων κατεπροδόθη εν τω προσώπω του Κυπριακού λαού.

Αι συνθήκαι, αι οποίαι επηκολούθησαν, διεμόρφωσαν νέαν κατάστασιν πραγμάτων. Διά της συνθήκης της Λωζάννης (1923) η Τουρκία εγκατέλειψε πάντα τα επί της νήσου δικαιώματά της. Δύο έτη αργότερον (1η Μαΐου 1925), η Αγγλία ανεκήρυξε την Κύπρον, Αποικίαν του Στέμματος. Τούτο ήγειρε νέον κύμα διαμαρτυριών εν τη νήσω και νέα Πρεσβεία υπό τον Μητροπολίτην Κιτίου Νικόδημον μετέβη το 1929 εις Λονδίνον διά να αξιώση την Ένωσιν. Η απάντησις της Βρεττανικής Κυβερνήσεως υπήρξε και πάλιν αρνητική. «Η απάντησίς μου επί του ενωτικού ζητήματος» έγραφε, την 28ην Νοεμβρίου 1929, απαντών εις την πρεσβείαν ο λόρδος Πάσφηλδ, «δεν δύναται να είναι παρά η αυτή προς εκείνην, την οποίαν οι κατά διαδοχήν Υπουργοί επί των Αποικιών έχουν δώσει εις παρομοίας, κατά το παρελθόν, απαιτήσεις, ότι δηλονότι η Κυβέρνησις της Α. Μεγαλειότητος αδυνατεί να προσχωρήση εις ταύτας. Το θέμα τούτο, κατά την γνώμην των, έχει κλείσει οριστικώς και δεν δύναται πλέον να συζητηθή επωφελώς». Η τοιαύτη απάντησις προυκάλεσε ζωηράν αντίδρασιν εν Κύπρω, ήτις απεκορυφώθη διά της εθνικής εξεγέρσεως του 1931, ότε επυρπολήθη το κυβερνείον και εξεδηλώθησαν σοβαραί πράξεις ανυπακοής και αντιστάσεως. Η Βρεττανική Κυβέρνησις κατήργησε τότε τας υποτυπώδεις συνταγματικάς ελευθερίας του Κυπριακού λαού και διεκυβέρνησεν έκτοτε την Νήσον δικτατορικώς, διά της συγκεντρώσεως όλων των εξουσιών εις το πρόσωπον του Κυβερνήτου. Ο Κυπριακός λαός υπέστη την επακολουθήσασαν καταπίεσιν με καρτερίαν και αξιοπρέπειαν, παραμένων στερρώς προσηλωμένος εις το ιδεώδες της ελευθερίας και αποβλέπων σταθερώς εις την εθνικήν του αποκατάστασιν.

Η Κύπρος, καθ’ όλα αυτά τα έτη, υπήρξεν αντικείμενον αποικιακής εκμεταλλεύσεως και κακοδιοικήσεως. … Εις ποίαν τραγικήν θέσιν περιήγαγεν η Βρεττανική Διοίκησις τον Κυπριακόν λαόν από οικονομικής απόψεως ομολογεί εις το βιβλίον του «Οριεντέϊτιονς» (1937) εις πρώην Κυβερνήτης της Νήσου, ο Σερ Ρόναλντ Στορρς, λέγων επιγραμματικώς : «Η Κύπρος είναι τω όντι θανασίμως πτωχή».

Όταν κατά την διάρκειαν του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η Ελλάς υπέστη επίθεσιν εκ μέρους του Άξονος, ο Κυπριακός λαός, λησμονών την πικρίαν του, διεκήρηξε την προθυμίαν, όπως, ανεξαρτήτως των υφισταμένων διαφορών, συνεργασθή μετά της Βρεττανικής Κυβερνήσεως διά την επίτευξιν του κοινού σκοπού. Αι Βρεττανικαί αρχαί υπεδέχθησαν ευμενώς την τοιαύτην εκδήλωσιν και δεν έπαυσαν, καθ’ όλην την διάρκειαν του πολέμου, να δίδουν αφειδώς υποσχέσεις εις τους Έλληνας και ιδιαιτέρως εις τους Κυπρίους. Ενδεικτικόν του πνεύματος των υποσχέσεων τούτων ήτο το περιεχόμενον συνθημάτων, τα οποία το 1940 ανεγράφησαν έξωθεν των Βρεττανικών Στρατολογικών Γραφείων: «Κύπριοι, κατατασσόμενοι εις τον Αγγλικόν στρατόν πολεμάτε διά την Ελλάδα και την ελευθερίαν». Τριάντα χιλιάδες Κύπριοι, δίδοντες πίστιν εις τας Βρεττανικάς ταύτας υποσχέσεις, κατετάχθησαν τότε εις τον Βρεττανικόν στρατόν και ηγωνίσθησαν παρά το πλευρόν των Συμμάχων διά την κοινήν ελευθερίαν.

Δυστυχώς, όταν η νίκη εστεφάνωσε τα συμμαχικά όπλα, το δικαίωμα των Κυπρίων δι’ ελευθερίαν και αυτοδιάθεσιν ελησμονήθη ακόμη μίαν φοράν Διά να διεκδικήση το δικαίωμα τούτο μετέβη τον Δεκέμβριον του 1946 εις Λονδίνον και άλλη Κυπριακή Αντιπροσωπεία, διά να λάβη όμως και πάλιν την αυτήν αρνητικήν απάντησιν.

[1] στρατηγού Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, «Απομνημονεύματα, αγώνος ΕΟΚΑ 1955-1959», σελ. 5 επ., Ίδρυμα Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, Αθήναι 1984.