Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

η περί έρωτος φιλοσοφία

ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ[1]

Μια εκπρόσωπος των νεοπλατωνικών η Υπατία η Αλεξανδρινή, αφιέρωσε τη ζωή της στο βωμό της φιλοσοφίας και της επιστημονικής διδασκαλίας. Λόγω του φύλου της κατακρεουργήθηκε φρικτά από τούς Χριστιανούς της Αλεξάνδρειας το 415 μ.Χ. και κάηκε το έργο της.
Λίγο ενωρίτερα απ’ αυτή ο Πλούταρχος από τη Χαιρώνεια θα αφιερώσει αρκετά από τα έργα του για τον έρωτα και τον γάμο και θα πλέξει το εγκώμιο του συζυγικού βίου. Έζησε προς το τέλος του Α' και στην αρχή του Β' αιώνα μ.Χ. Στον «Ερωτικό» του και σε άλλα έργα του θα επωφεληθεί από την μεγάλη φιλοσοφική παράδοση για τις σχέσεις των φύλων με τις πολυάριθμες και ποικίλες όψεις του θέματος στη μακρόχρονη ιστορία. Ουσιαστικά πλατωνικός, ευρίσκεται μεταξύ της Ακαδημίας του Αρκεσίλαου και του Νεοπλατωνισμού του Πλωτί­νου, σ' αυτό πού αποκαλείται: ο «μέσος Πλατωνισμός». Θα πιστοποιήσουμε όμως πως στο θέμα του έρωτα δεν διστάζει να αποχωριστεί τον Πλάτωνα για να ασπαστεί πολλά από το Λύκειο και τη Στοά, μα προ παντός για να ακολουθήσει μια πολύ προσωπική γραμμή στοχασμού. «Ο Πλούταρχος (κατά τον Flaceliere) δεν είναι δημιουργός μόνο ενός φιλοσοφικού συστήματος μα ψυχολόγος και ηθικολόγος ως επίσης μεταφυσικός και θεολόγος ικανός να διαλέξει δικό του δρόμο μέσα στο απέραντο και πυκνό δάσος των φιλοσοφικών δογμάτων της Ελλάδας».
Ο «Ερωτικός» έχει για πλαίσιο τις Θεσπιές της Βοιωτίας — της μόνης Ελληνικής πολιτείας πού είχε αφιερώσει ειδική λατρεία στον Έρωτα καθώς και το πολύ γειτονικό ιερό των Μουσών, στον Ελικώνα. Ο Πλούταρχος, πού έχει πρόσφατα παντρευτεί, είχε έρθει από τις Θεσπιές, την ημέρα της γιορτής του Έρωτα—τα «Ερωτίδια» — για να θυσιάσει σε τούτον τον θεό. Και είναι, φυσικά, μια ερωτική ιστορία πού θα χρησιμεύσει για υπόθεση σ’ αυτό τον διάλογο: μια νέα χήρα από τις Θεσπιές, πλούσια και ωραία, η Ισμηνοδώρα, ερωτεύεται τον Βάκχωνα, έναν έφηβο πού έχει πολλούς «μνηστήρες», από τούς οποίους ο πιο επίμονος είναι ο Πεισίας, ένας από τούς συνομιλητές στο διάλογο. Αυτή είναι η ευκαιρία πού προκαλεί τη μακρόσυρτη συζήτηση με θέμα τη σύγκριση ανάμεσα στους δυο έρωτες, τον φυσιολογικό και τον ανώμαλο. Αυτό το θέμα πού συχνότατα το πραγματεύθηκαν από το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα κι έπειτα, μετά τον Πλούταρχο θα ξαναεμφανιστεί στους «Έρωτες», διάλογο πού λένε πως τον έγραψε ο Λουκιανός (Β' μ.Χ. αι.), έως το μυθιστόρημα: «Κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα» του Αχιλλέα Τάτιους.
Μα να που η ίδια η Ισμηνοδώρα κόβει αυτήν την ακαδημαϊκή συζήτηση με μια τολμηρή πράξη, και μάλιστα πρωτάκουστη: με τη βοήθεια των φίλων της «κλέβει» τον νέο Βάκχωνα την ώρα πού γυρνώντας από την παλαίστρα περνά μπροστά από το σπίτι της, και τον αναγκάζει να την παντρευτεί ! Είμαστε πολύ μακρυά από τη «σωφροσύνη», από τη φρονιμάδα και τη ντροπαλή επιφύλαξη των γυναικών της κλασσικής εποχής !
Αυτή ή εκπληκτική πράξη προκαλεί, όπως είναι φυσικό, την αγανάκτηση του Πεισία και των άλλων οπαδών της παιδεραστίας, μα ένας συζητητής, που προφανώς είναι το φερέφωνο του συγγραφέα, τη δικαιολογεί με τα έξης: «Η Ισμηνοδώρα έζησε ως τώρα μια ζωή πολύ κανονική και δεν ακούστηκε γι’ αυτήν κανένα κακό. Είναι φανερό πως αυτή η γυναίκα πραγματικά έγινε θύμα μιας θείας παρόρμησης, πιο δυνατής από το ανθρώπινο λογικό».
Ασφαλώς πρόκειται γι’ αυτή τη «μανία» που ο Πλάτων στο «Φαιδρό» τη θεωρούσε σαν την πιο υψηλή και την πιο επωφελή: την «ερωτική μανία».
Μα ο Πλάτων είχε στο νου του τον άλλον έρωτα. Ο Πλούταρχος, σαν καλός πλατωνικός που είναι, σ’ αυτόν τον διάλογο πλέκει το εγκώμιο του Έρωτα, χρησιμοποιώντας τα συνηθισμένα επιχειρήματα της «παιδαγωγικής παιδερα­στίας» αλλά προσανατολισμένης με τρόπο που να ωφελεί τις «ερωμένες». Πως θα συμφιλιώσει κανείς αυτές τις παραδοσιακές ιδέες της Ακαδημίας με τον «Έρωτα», που ο Βάκχων εμπνέει στην Ισμηνοδώρα και πού φανερά ο νέος επίσης νοιώθει γι’ αυτήν, αφού στο τέλος του διαλόγου γιορτάζονται οι γάμοι τους ; Είναι ένα προνόμιο που έχει ο συγγραφέας.
Μήτε ο Αριστοτέλης, μήτε οι νεώτεροι Στωικοί είχαν προχωρήσει τόσο στην «αποκατάσταση» του φυσιολογικού έρωτα: γι’ αυτούς, ήταν ήδη πολύ, να τον κατατάξουν στην ευγενική κατηγορία της φιλίας, αλλά, από το σημείο αυτό ως την ανύψωση του στον «πλατωνικό έρωτα», (πού είναι όρος και πηγή της υπέρτατης επιστήμης) υπάρχει μεγάλη απόσταση ! Ό Πλούταρχος δεν δίστασε να κάνει αυτό το αποφασιστικό βήμα.
Όλο το τέλος του διαλόγου είναι μια απολογία του συζυγικού έρωτα, του εμπνευσμένου φυσικά από τον έρωτα του συγγραφέα για τη γυναίκα του την Τιμοξένη, που του έδωσε πολλά παιδιά και που ήταν πολύ δεμένη μαζί του. Άλλωστε, το γεγονός ότι στην αρχή αυτού του διαλόγου ο Πλούταρχος μας λέει πως είχε πάει στις Θεσπιές με τη νεαρή σύζυγο του για να θυσιάσει στον Έρωτα — «κι’ αυτή ήταν που θα προσευχόταν και θα θυσίαζε» — αντιστοιχεί μάλλον με διακριτικά ευλαβική προσφορά, ή καλύτερα με υπονοούμενη αφιέρωση στην Τιμοξένη.
Θα παραθέσουμε εδώ λίγες γραμμές απ’ αύτη τη συνηγορία, που είναι εκπλη­κτική για έναν Έλληνα φιλόσοφο: «Η φυσική ένωση με μια σύζυγο, είναι πηγή φιλίας, σα μια κοινή συμμετοχή σε μεγάλα μυστήρια. Η ηδονή, είναι μια σύντομη διάρκεια, μα είναι σαν το σπόρο που απ’ αυτόν, μέρα με την ημέρα, φυτρώνουν ανάμεσα στο αντρόγυνο ο σεβασμός, η ικανοποίηση, η στοργή και η εμπιστοσύνη. Οι Δελφικοί δεν επωνόμασαν άδικα την Αφροδίτη «Αρμονία» και ο Όμηρος έχει δίκιο να αποκαλεί «φιλότητα» μια τέτοια ένωση ... Οι γυναίκες αγαπούν τα παιδιά τους και τον άντρα τους, και η συναισθηματική τους δύναμη είναι σ’ αυτές σαν ένα γόνιμο χώμα έτοιμο να δεχτεί τη σπορά του έρωτα, και είναι πλούσια προικισμένο με γοητεία και χάρες ... Στο γάμο, να αγαπάς είναι κάτι το πιο σπουδαίο παρά να αγαπιέσαι: όταν κανείς αγαπά, ξεφεύγει από κάθε τι που θα μπορούσε να φθείρει και να αλλοιώσει τη συζυγική ένωση ... Ο έρωτας των τίμιων γυναικών όχι μόνο δεν γνωρίζει φθινόπωρο μα διατηρεί πάντα το σφρίγος του, και με τ’ άσπρα μαλλιά και με τις ρυτίδες, κι’ ακόμα, ζει ως τον τάφο». (Ερωτ. Διηγ. 23, 769α). Και για να λαμπρύνει τα λεγόμενα του δείχνοντας πως η συζυγική πίστη των γυναικών μπορεί να φθάσει ως τον ηρωισμό, ο Πλούταρχος διηγείται τις συγκινητικές και δραματικές ιστορίες της Κάμα και της Έμπονα πού στην πραγματικότητα δεν είναι Ελληνίδες αλλά Κέλτισσες.
Το καλύτερο συμπέρασμα που θα μπορούσαμε να διατυπώσωμε εδώ είναι να αναφερθούμε στο L. Ducas που μίλησε εξαίρετα για τη συνεισφορά του Πλουτάρχου σ’ αυτό το θέμα: «Η πρωτοτυπία του Πλουτάρχου συνίσταται στο ότι αποκάλυψε πως ο συζυγικός έρωτας είναι η ανώτερη μορφή του έρωτα ... Πλουτίζει τον φυσιολογικό έρωτα με τις ηθικές κατακτήσεις του Πλατωνισμού: του θέτει έναν μακρυνό σκοπό, μυστικό και βαθύ. Η θεωρία του συνοψίζει τις θεωρίες της Αρχαιότητας για τον έρωτα, συμπληρώνοντας τες. Είναι αρχαία, με τον τόνο της, την προφορά της, τις αναμνήσεις, τις αθέλητες επιστροφές της σε προκαταλήψεις πού αντικαθιστά ... είναι μοντέρνα με τον τρόπο που θέτει το ζήτημα και το βάθος των ιδεών ... Αν υποθέσουμε πως ο Πλάτων και οι Στωικοί είναι ιδεαλιστές, κι’ ο Αριστοτέλης και ο Επίκουρος, ρεαλιστές, μπορούμε να πούμε πως ο Πλούταρχος συμφιλιώνει όλες τις γνώμες. Πραγματικά, δεν δέχεται τον έρωτα έξω από την σεξουαλική επιθυμία και καταδικάζει απόλυτα την παιδεραστία, μα δεν παύει να αποδίδει στον νόμιμο έρωτα, δηλαδή στον έρωτα του άντρα για τη γυναίκα, τις ηρωικές αρετές που η Αρχαιότητα, αποκλειστικά τιμούσε μ’ αυτές τον έρωτα των νέων. Ήταν σαν να έθετε την αρχή από την οποία θα γεννηθεί ο ιπποτικός έρωτας».
Εκεί όμως πού ο Πλούταρχος καθοδηγεί δίνοντας συμβουλές στο «γαμπρό» και τη «νύφη» για μια τέλεια σχέση και εγκωμιάζει, ίσως εμπνεόμενος από στωική πηγή, την ένωση των φύλων με το γάμο είναι το έργο του «Γαμικά Παραγγέλματα» (Ηθικά, 138a - 146a από το βιβλίο: Plutarch's Moralia vol. II, The Loeb Classical Library).

[1] Βούλας Λαμπροπούλου, Φιλοδοφία των Φύλων, μέρος Α΄ IV, σ. 145-147, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1984.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Ορθόδοξη θεολογία

Ορθοδοξία και Δύση[1]
[ο ρωσικός παράγοντας]

Η συνάντηση της Ορθοδοξίας με τη σύγχρονη Δύση πραγματοποιήθηκε τους δύο τελευταίους αιώνες, σχεδόν αποκλειστικά, στο χώρο της ρωσικής ορθόδοξης θεολογίας και παραδόσεως. Η ελληνική θεολογία, από τον 17ο και 18ο κιόλας αιώνα, και κυρίως από την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους, συναντήθηκε, οπωσδήποτε, με τη Δύση, αλλά όχι για να διαλεχθή μαζί της και να εκπροσωπήση μιαν ενεργητική ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Αφέθηκε παθητικά στην επίδραση της Δύσεως, όταν δεν έσπευσε να αφομοιώση τα κριτήρια, τη μεθοδολογία, συχνά και αυτούσιες τις θέσεις της δυτικής θεολογίας.

Η συνάντηση της νεώτερης ελληνικής θεολογίας με τη Δύση είναι ένα κεφάλαιο που αξίζει ξεχωριστή μελέτη. Εντελώς επιγραμματικά, θα μπορούσε να μιλήση κανείς για μιαν αλλοίωση του ορθόδοξου χαρακτήρα της νεοελληνικής θεολογικής ζωής σε δύο επίπεδα: Στα πανεπιστημιακά πλαίσια, κυριάρχησε ο ρασιοναλιστικός επιστημονισμός του «θεολογικού Διαφωτισμού» και της «φυσικής θεολογίας». Η θεολογία οργανώθηκε σε αυτόνομη επιστήμη, αντιγράφοντας τα αντίστοιχα γερμανικά, κυρίως, πρότυπα. Και στο επίπεδο της λαϊκής ευσέβειας η αντίστοιχη εισβολή της δυτικής θρησκευτικής νοοτροπίας και πνευματικότητος ενσαρκώθηκε σε ένα ευρύτατο θρησκευτικό «κίνημα», οργανωμένο πάνω στις αρχές του δυτικού πιετισμού (Pietismus). Με τη μορφή θρησκευτικών σωματείων, ανεξάρτητων από τη ζωή των ενοριών και τους τοπικούς επισκόπους, το πιετιστικό αυτό κίνημα αλλοίωσε σε απίστευτη έκταση τον ορθόδοξο χαρακτήρα της ελληνικής εκκλησιαστικής ζωής και ευσέβειας.

Ο ρασιοναλιστικός επιστημονισμός της ακαδημαϊκής θεολογίας από τη μια μεριά, και ο πιετισμός των θρησκευτικών οργανώσεων από την άλλη, δημιούργησαν στην ελλαδική εκκλησία προϋποθέσεις εξαιρετικά απαισιόδοξες για ένα ουσιαστικό διάλογο με τη Δύση. Οπωσδήποτε, υπάρχουν σήμερα ελπιδοφόρες παρουσίες μέσα στη νέα θεολογική γενιά, αλλά δεν μεταβάλλουν το συνολικό κλίμα. Κάποιες περισσότερες ελπίδες φαίνεται να προέρχωνται από τον ευρύτερο χώρο της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής του τόπου, από εκπροσώπους της ελληνικής διανοήσεως και τέχνης, που στρέφονται σήμερα με ξεχωριστό ενδιαφέρον στη μελέτη και αξιοποίηση της ορθόδοξης πνευματικής παραδόσεως.

Είναι γνωστό, ότι από τους ίδιους αυτούς χώρους, από τους ευρύτερους κύκλους των διανοουμένων, προήλθε και ο ουσιαστικός διάλογος της ορθόδοξης ρωσικής θεολογίας με τη Δύση. Η ρωσική θεολογία γνώρισε επίσης την περίοδο του σχολαστικισμούς της, μα πρέπει να ομολογηθή ότι την ξεπέρασε έγκαιρα. Οι δυτικές επιδράσεις δεν έλειψαν εντελώς, αλλά είναι άλλης τάξεως, θα τις δούμε στη συνέχεια. Πάντως, είναι χαρακτηριστικό ότι τον ουσιαστικό διάλογο με τη Δύση στη Ρωσία του 19ου αιώνα δεν τον ξεκίνησαν οι άνθρωποι που θαύμαζαν αδιάκριτα και ήθελαν να μιμηθούν τη Δύση, δεν τον αντιπροσώπευσαν οι δυτικόφιλοι, αλλά οι αντίπαλοί τους, το κίνημα των σλαυόφιλων. Οι σλαυόφιλοι ενδιαφέρονται ουσιαστικά για τη συνάντηση με τη Δύση, είναι «σλαυόφιλοι» πάντοτε «εν σχέσει», «εν αναφορά» προς τη Δύση – το περιοδικό που εκδίδει η ομάδα του Κιρειέφκι, γύρω στα 1832, έχει τον τίτλο: «Ο Ευρωπαίος»! Τόσο ο Κιριέφσκι όσο και ο Κομιάκοφ και οι άλλοι, λιγώτερο ίσως γνωστοί, σλαυόφιλοι (Αξάκοφ, Σαμαρίνε), τρέφουν αγάπη βαθειά για τη Δύση και εργάζονται για την ιδέα μιας συνθέσεως του δυτικού πολιτισμού με τις αρχές της ρωσικής ορθόδοξης πνευματικότητος. Οι σλαυόφιλοι πιστεύουν ότι η Ορθοδοξία έχει απαντήσεις στα προβλήματα και στο αδιέξοδο της δύσεως, αλλά απαντήσεις ενσαρκωμένες στη βιωματική θεολογία του ρωσικού λαού, στην έμπρακτη εκκλησιαστική παράδοση.[2]

[1] Χρήστου Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση – η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα, σ. 32-35, εκδόσεις Αθηνά, Αθήνα 1979.
[2] σχετικό άρθρο: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/04/blog-post_29.html

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

το κακό και το περιττό

Το λαμπρό αμάξι[1]

Δε μ’ αναγνωρίζεις ;
- Όχι.
— Είμαι ο Πούλος...
— Ό Πούλος ; Μήπως ο συμμαθητής μου ;
— Ναι, στο Βαρβάκειο...
— Γιώργη !
— Μηνά !
Φιλήθηκαν. Οι ενθύμησες του Βαρβακείου άρχισαν και περνούσαν, σεβάσμια λιτανεία, μπροστά στην όποια πήγαινε με μεγαλοπρέπεια ο κουλουρτζής. Τί μηδενικά ! Τί ξύλο ! Τί χάρτινα κοκόρια ! Τριάντα χρόνια πέρασαν. Ειν’ αγνώριστοι.
— Για πες μου, Πούλο, είπεν ο Μήνας. Είσαι ο εκατομμυριούχος πού ακούγεται τώρα τελευταία ; Ή συγγενής του ;
Ο βαθύπλουτος χαμογέλασε με φιλαρέσκεια.
— Ένας Πούλος πλούσιος υπάρχει, απάντησε. Μα δεν έχω και τόσα. Με παραλένε ... Κ’ εσύ, Μηνά ;
— Γραφέας του στρατοδικείου, είπεν ο Μήνας.
Δυο κόσμοι ! Έσφιγγαν ακόμα τα χέρια, όταν είπαν καθένας την κατάσταση του ... και τ’ άφηκαν με δυσπιστία. Ένοιωσαν πως ανάμεσα τους είναι τα πράγματα. Ωστόσο, ο πλούσιος έκαμεν ένα ευγενικό κίνημα.
— Περιουσία είναι μόνο οι παλιοί φίλοι, είπε. Θέλω, καϊμένε, να τα πούμε. Να περάσω απ’ το γραφείο σου; Αύριο ;
— Όπως θέλεις.
Την άλλη μέρα σταμάτησεν έξω απ’ το στρατοδικείο το λαμπρότερο ιδιωτικό αμάξι της Αθήνας και ζήτησε τον φτωχόν υπάλληλον με τις 150 δραχμές το μήνα. Ό Μηνάς, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο, ντράπηκε ... Μα τούτο είναι θέατρο ! Να κατεβή ; Ν’ άρνηθη ; Κατέβηκε. Ό βαθύπλουτος φίλος τον πήρε περίπατο. Ήταν ένα αμάξι ! Όλα του άξιζαν, ως την τελευταία του βίδα. Τ’ άλογα του ήταν κατάμαυρα και το ρυθμικό των πάτημα άφηνε μια χαυνωτική μουσική. Ό Μηνάς ήταν στενοχωρημένος ... Τί θέλει εδώ μέσα ! "Αν τον ιδή κανένας ; Αν έβγαιναν έξαφνα οι φίλοι του απ’ το συνοικιακό καφενείο ή «Πιπεριά» — ω διάβολε !—, σκούρα θα τάχε ! Ωστόσο οι ρόδες κυλούσαν στην οδό Κηφισιάς κι ο κ. Πούλος, χωρίς νάχη την υπομονή να περιμένη, άρχισε την περιγραφή του αμαξιού του. Με λεπτομέρεια καταπληκτική πληροφόρησε το Μηνά για το μισθό των αμαξάδων του, για την ευγενική προέλευση τού λακέ του, για τα προτερήματα και τις ιδιοτροπίες των. Είπε για την καταγωγή των άλογων και για την τιμή των. Προχώρησε στο αμάξι. Από κει κατέβηκε στα λουριά, στις χαβιές — κ' έφτασε στο σεΐζη. Ο Μηνάς πληροφορήθηκε αμέσως για το ρόλο του. Είναι ο φτωχός φίλος τού πλουσίου ! Θα μαθαίνη τις τιμές. Ειν’ ο θεατής. Φουρκίστηκεν αμέσως με τον εαυτό του, για την υποχώρηση πού έκαμε να γνωρίση ένα νεόπλουτο — και πήρε την απόφαση του. Θα κατάργηση αυτή τη σπατάλη στην ύπαρξη του, αφού άλλως τε στην ύπαρξη του δεν υπάρχει τίποτα περιττό. Κακό δεν είναι. Μα και καλό δεν είναι. Μετά τη θριαμβευτική λοιπόν αμαξάδα, αποτραβήχτηκε, παρουσιάζοντας διάφορες λεπτές δικαιολογίες.
Εδώ όμως γελάστηκε. Ο κ. Πούλος δύσκολα θ’ αφήση το φτωχό θεατή να φύγη. Σε λίγες μέρες, καθώς ο Μηνάς πήγαινε στο δρόμο, πέρασε το λαμπρό αμάξι και τον ψάρεψε. « Με ξέχασες ! » του φώναξεν ό πλούσιος. « Έλα δω ! » Ο αμαξάς με τ’ άσπρα του γάντια έσφιξε τα λουριά των περήφανων αλόγων για να σταματήσουν κι ο ξυρισμένος λακές, ίδιος πρέσβυς βορινής αυτοκρατορίας, άνοιγε την πόρτα του αμαξιού ακίνητος. Τρομαγμένος απ’ το θέατρο τούτο, ο Μήνας αναγκάστηκε να τρέξη και να χωθή στο αμάξι. Αφού τούκαμε πικρές παρατηρήσεις ο βαθύπλουτος, τον οδήγησεν αυτή τη φορά σπίτι του. Εκεί τούδειχνε δυο ολόκληρες ώρες ... Τον πήγε στο σαλονάκι της μαστίχας, στη σάλα του λουτρού, στο μπιλιάρδο, στη βορινή ταράτσα, στο μπουφέ. « Αυτό το τραπέζι ειν’ από ξύλο αυστριακό, πού δε σκάει ποτέ ... Αυτή ή σαλαμάντρα καίει σαρανταοχτώ ώρες χωρίς να σβήσει ... Αυτό το σερβίτσιο είναι ... Αυτή η πολυθρόνα έχει δέκα λίρες. Αυτές οι μπίλιες ειν’ ελεφαντόδοντο. Αυτές οι στέκες βιδώνονται.»
Ποτέ ο υπάλληλος του στρατοδικείου δε δίψασε την « Πιπεριά » και τούς φτωχούς του φίλους, όσο αυτές τις δυο ώρες. Μετά την καταμέτρηση τής ξένης περιουσίας, έτρεξε και τούς βρήκε. Ήταν τέσσερες στο καφενείο. Ο απόστρατος υπολοχαγός, ο δικηγόρος χωρίς υποθέσεις, ο εφοριακός υπάλληλος κι ο άνθρωπος πού περίμενε να κερδίση τη δίκη του ... Το μηνιαίο εισόδημα των πέντε, μαζί με του Μηνά, δεν ήταν παραπάνω από 700 δραχμές. Μπροστά σε τόση κολοσσιαία φτώχεια, ο Μηνάς έκρινε χρέος του να έξομολογηθή για τις δυο ώρες που πέρασε μ’ έναν εκατομμυριούχο — δηλώνοντας καθαρά πως ξαναπαίρνει στο καφενείο τη θέση του. Δε θα ξαναπατήση στον πλούσιο φίλο. — Για στάσου ! είπεν ο δικηγόρος. Δεν αφήνουν έτσι ένα βαθύπλουτο. Μπορούσες να τον κάμης καλύτερο! Αν του πής να βάνη το χέρι του έτσι δα ... στη μικρή τσέπη του γελέκου του ..., μπορεί να σώση τον ποιητή μας.
— Τον Κρυστάλλη ! έκαμαν οι άλλοι ξαφνιασμένοι. Να μια ιδέα !
— Δεν έχομε κι άλλη ! Ο γιατρός μούπε σήμερα πως, αν τον πάμε στο Μαρούσι για λίγο, θα δυναμώση το στήθος του και θα γιατρευτή. Όλη η ιστορία είναι πεντακόσιες δραχμές. Μα πώς να βρεθούν ;
— Λοιπόν ;
Όλοι γύρισαν και κοίταξαν το φίλο του πλουσίου. Τούς κοίταξε κι ο Μηνάς. Στη στιγμή ο πλούσιος πήρε τη σημασία της μοίρας ή του θεού.
— Να τις ζητήσω ; είπε. Μα πώς να τις ζητήσω Και σούφρωσε τα χείλια του σα να γεύτηκε λεμόνι ...
— Στο διάολο ! είπεν ο απόστρατος, χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι. Πες του πως θα πεθάνει μια μέρα !
— Σιγά ! είπεν ο δικηγόρος. Έχει κι ο πλούσιος λαβή — πρέπει να τον πιάσουμε από κει πού πρέπει. Καθαρά, Μηνά, θα του πής πως ένας νέος, διωγμένος απ’ την Ήπειρο, χάλασε το στήθος του δουλεύοντας σ’ ένα τυπογραφείο ... Μ’ όλη του την αρρώστεια, πες, γράφει στίχους ... για βουνά και κρύα νερά ... Τον εκτιμούν ο Δούμας, ο Λάμπρος ... Διάβασε του και τίποτα στίχους.
— Στο διάολο ! Τί καταλαβαίνει ο Πούλος από τέτοια ! φώναξε ο απόστρατος και, με νέα γροθιά στο τραπέζι, τίναξε τα νερά των ποτηριών ως το διπλανό τάβλι.
— Πρέπει να τον συγκινήσωμε.
— Θα ψοφήση μια μέρα ! ξανάπεν ο απόστρατος αναμμένος.
— Σωπάτε, είπεν ο Μηνάς.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκεν ο Κρυστάλλης. Ερχόταν απ’ το τυπογραφείο, διψασμένος για φως και για λίγη βοή ανθρώπων. Ήταν σα νάβγαινε στον απάνω κόσμο. Χαιρέτησε τούς πέντε, κάθησε δίπλα σ’ ένα τραπεζάκι, πήρε την « Παλιγγενεσία » και τη διάβαζε. Το ξανθό και κοντό μουστάκι του, στριμμένο με προσοχή, τα χωριάτικα μάτια του, πού, έξυπνα μαζί κι αγαθά, φώτιζαν την ωχρή του όψη, κ’ ή μικρή κλίτσα του, από οξυά Ηπειρωτική, που την κρατούσε για μπαστούνι και της καμάρωνε τα λαϊκά πλουμίσματα, έδειχναν κάθε άλλο παρά ποιητή. Πού η γούνα τού Συνοδινού, το ψηλό του Παράσχου και τα μαλλιά του Νικολάρα ! Μη βλέποντας τίποτε απ’ τα φοβερά σημεία στον ταπεινό Ηπειρώτη, δίστασεν η συντροφιά στην αρχή να πιστέψη πως είναι ποιητής, αφού μάλιστα οι στίχοι του, καθώς λένε, είναι γεμάτοι τσοπάνικες λέξεις. Μα με τέτοιο λεπτό και συμπαθητικό μυστήριο τον είχε περιτυλίξει ο Μηνάς — αυτός τους τον είχε γνωρίσει —, παρασταίνοντας τον καϊμό του για την Ήπειρο και τον αγώνα του για τη ζωή, ώστε τους άγγιξε την ψυχή — και να ! οι τέσσερες απλοϊκοί πελάτες της « Πιπεριάς », πού δεν είχαν ποτέ κανένα ενδιαφέρον για τα γράμματα και την ποίηση, βρέθηκαν άξαφνα ενωμένοι σε μια ευγενική συνωμοσία για τον ποιητή — αφού τόσες άλλες φροντίδες γι' αυτόν είχαν αποτύχει.
Έτσι ο Μηνάς, πού δε ζήτησε τίποτα στη φτωχή ζωή του από κανένα, χτύπησε το κουδούνι του εκατομμυριούχου.
Μια βαρύτατη πόρτα άνοιξε με μοναδική οκνηρία από ένα θυρωρό, πού ο Μηνάς τον βρήκε αμέσως περιττό, καθώς και ήταν. Μέσα από αμέτρητα αντικείμενα, από περιττά έπιπλα, φορτωμένα με βασανισμένα σκαλίσματα, από βαριές σάλες βυθισμένες σε κρύα επισημότητα, η οποία φώναζε τις τιμές και τις μάρκες, ο καλός μας γραφέας τού στρατοδικείου, ακολουθώντας ένα περιττό καμαριέρη, οδοιπορούσεν απάνω σε χαλιά κι όλο πήγαινε και δεν έφτανε. Επί τέλους, κάποτε απάντησε τον άνθρωπο, στον όποιον χρησίμευεν όλο εκείνο το διάστημα ! Ό πλούσιος τον δέχτηκε με χαρές και χτυπήματα στην πλάτη. Αφού τον έβαλε να καθήση σε μια τεράστια πολυθρόνα που του χτυπούσε τα κόκκαλα και κάθησεν ο ίδιος μπροστά σ’ ένα ακριβότατο γραφείο χωρίς γραφικά είδη, τον ρώτησε πώς ήταν αυτό το ευχάριστο.
— Έχω, καϊμένε, κάτι να σου πω, είπεν ο Μηνάς και ξεροκατάπιε.
Κομπιάζοντας, ιδρώνοντας, το είπε. Αλλιώτικα τα είχε σχεδιάσει, αλλιώτικα τ’ άρχισε. Κι αφού τ’ ανακάτεψε δυο τρεις φορές και τάχασε, τάφερεν επί τέλους στην άκρη. Ο πλούσιος άκουσε με προσοχή και με το μάτι καρφωμένο απάνω του.
— Καλά ! απάντησε. Κάτι θα κάνω γι’ αυτόν το νέο. Πέρασε την Τετάρτη. Αυτήν την ώρα.
Απ’ τη χαρά του ο Μηνάς έτρεχε σχεδόν στο δρόμο.
Ο πλούσιος έμεινε μόνος του ... και μετάνοιωσε. Βηματίζει απάνω και κάτω. Τί έκαμε ; Υποσχέθηκε. Ήταν ασυλλόγιστο. Έπρεπε να πή « αδύνατο » ! Τάβαλε με τον εαυτό του. « Ποιητής ; Ταμπουράδες δηλαδή ! Ο Μηνάς λοιπόν θα με πήρε για λάχανο, αφού ζητάει να πληρώσω λαλούμενα ... » Σταμάτησε. Σαν αστραπή ο νους του αναμετράει την περιουσία του. Έπειτα πιάνει τη μέση του. Νοιώθει πώς ξύπνησε κάποιος ρευματισμός του. Άλλος ένας στο δάχτυλο. Είναι τηλεγραφήματα ! Συλλογιέται πως η ζωή είναι λίγη ... Άκουσε κάποτε διάκο με ψιλή και τραγική φωνή να λέη το Ευαγγέλιο: « Άφρον, άφρον, ταύτη τη νυκτί ... » Γέρνει προς το μέρος της καλωσύνης. Θα θυσιάση τις πεντακόσιες δραχμές. Τις μισές καλύτερα ... Έτσι γίνονται και τα δυο. Μα πάλι δεν πρέπει να κάμη τόσο κακή φιγούρα στο Μηνά. Θα τις δώση καλύτερα όλες. Μα όλες είναι πολλές. « Α, όχι ! »
Κι αρχίζοντας μετρήματα και πολύπλοκη αριθμητική, καθώς πήγαινε δώθε, κείθε και βγάζοντας αυτές τις πεντακόσιες δραχμές, έβλεπε πως στην τεράστια περιουσία του γίνεται μια μικροσκοπική τρύπα — πού μολαταύτα είναι κάτι τι. Μια δαπάνη πού δε θα δώση τίποτα. Και συλλογιέται: « Αν αυτός ο ένας γίνη δυο ; Αν βρεθή κι άλλος Μηνάς ; Και παρακάλεση γι’ άλλον ; Και βοηθήση δεύτερο, τρίτο, τέταρτο; Η τρύπα θα μεγαλώση. Αν ο διάβολος τα φέρη και πέσουν οι τάδε μετοχές ; Αν δε μπόρεση να τοποθέτηση την παραγωγή των δύο εργοστασίων του ; Αν γίνη κανένα πατατράκ — όλα γίνονται — ποιος ξέρει τί (αύτη τη στιγμή είδε μπροστά του όλες τις καταστροφές, αναρχίες, πολέμους, θεομηνίες) — κι αν μετά τριάντα χρόνια βρεθή στο δρόμο και δεν τον περιμαζέψη ούτε το πτωχοκομείο ; ... Τί ; »
Την Τετάρτη στο ραντεβού, κάνοντας όλη τη δυνατή προσπάθεια να είναι ψυχρός κ’ επίσημος, είπε στο Μηνά :
— Δυστυχώς, είναι τέτοιες οι περιστάσεις ... όχι πως δεν έχω την περιουσία μου ..., αν και δεν είναι το τεράστιο ποσόν πού λένε ..., αλλά, τέλος πάντων..., τί μου κόστισαν αυτά τα χρήματα ..., να σου τα διηγηθώ καμμιά φορά ..., εγώ που με βλέπεις επείνασα ... στη Ρουμανία, μάλιστα ... εδώ κ’ είκοσι χρόνια ... οπωσδήποτε, για το ζήτημα του φίλου σου του ποιητή ... δε θα μπορέσω προς το παρόν να τον βοηθήσω ... εξαιρετικώς ήρθαν οι περιστάσεις δύσκολες ... έξοδα πολλά ... προς το παρόν είπα ... αργότερα δεν αποκλείεται ... εννοείς τη στενοχώρια μου ... να δυσαρεστήσω τον παλιό συμμαθητή ... αλλά οι περιστάσεις ... προς το παρόν ... μ’ όλη την καλή θέληση ... εννοείς ...
— Εννοώ, είπεν ο Μήνας, μα μη στενοχωρείσαι, φίλε μου. Έχομε τόσα άλλα να πούμε !
— Θέλεις να σου δείξω τα όπλα μου ; ρώτησε ο πλούσιος, ενθουσιασμένος γιατί τον βοήθησε στο ξεγλίστρημα.
Αν και δεν είχε ποτέ τουφεκίσει ο Μηνάς παρά μόνο σε μια επιστρατεία κ’ ήταν εντελώς άπληροφότητος για τη σημασία ιδίως των φονικών οργάνων μονομαχίας, αναγκάστηκε να περιεργαστή μια πλούσια συλλογή τέτοιων σιδερικών και ν’ ακούση τις χρονολογίες και τις τιμές τού καθενός — μόνο και μόνο για να καταπιή ευκολώτερα τη διάψευση του. Μέσα του αναθεμάτιζε τον εαυτό του ... Τί θέλει εδώ ; Πάλι θεατής ; Γιατί μαθαίνει αυτές τις τιμές ; Επρόδωσε την καϊμένη τη φτώχεια του ! Ακολούθησε μια φορά τον πλούσιο φίλο — εγλίστρησε. Να τώρα το αποτέλεσμα. Ονειρεύτηκε μια καλή πράξη και βγήκε γελασμένος. Είχε ξεχάσει λοιπόν πώς δυο αντίθετοι κόσμοι μόνο σε σύγκρουση έρχονται, ποτέ σ’ επαφή ! Έδωκε το χέρι με προσποιητή αταραξία στον πλούσιο. Εκείνος το κράτησε.
— Στάσου, απάντησε. Το αμάξι μου ειν’ έτοιμο, θα βγούμε μαζί.
— Μα γιατί με τ’ αμάξι ; Θα πάω πεζή.
— Δε σ’ αφήνω να φύγης πεζός! είπεν ο νεόπλουτος μ’ επιμονή.
Κι αλήθεια, συνήθιζε αυτές τις θριαμβευτικές προπομπές.
Ο Μηνάς δε μπόρεσε ν’ αντισταθή. Κοντά στην Καπνικαρέα ο ιδιοκτήτης κατέβηκε με μεγαλοπρέπεια, λέγοντας στον αμαξά: « Θα πας τον κύριο εκεί που θέλει.» Έτσι ο Μηνάς βρέθηκε μόνος του στο λαμπρό αμάξι, ενώ τ’ άλογα τον πήγαιναν με καλπασμό για ν’ αναγγείλη την αποτυχία του. Ποιος ετοίμασεν αυτή τη φαντασμαγορία ; Το Κακό βέβαια. Τα έργα του έχουν τέχνη — δεν είναι ποτέ απλά. Ορίστε ! Λιακάδα του Γενάρη. Τα μαύρα άλογα τεντώνουν τις στέρεες καμπύλες των, ξεπετιέται το λαμπρό των ανάγλυφο. Αγάλματα ο αμαξάς κι ο λακές. Η γυαλάδα τού λαντώ καθρεφτίζει τα σπίτια και τούς διαβάτες. Λουριά, πόρτες, πόμολα, στολίδια του, είναι ύμνος προς το περιττό. Σκέφτηκε αμέσως να κατεβή ... Μα όχι ! Θα μείνη, για να την εκτέλεση αυτήν την κωμωδία ως το τέλος ! Θα βοηθήση τη δύναμη τού Κακού. Τρελλή διάθεση τον έπιασε να παίξη τα παιγνίδια της, μανία για να διαπόμπευση τον πλούσιο — και τον εαυτό του, που πίστεψε στον πλούσιο. Εμπρός ! Θα οδήγηση τουλάχιστον το αμάξι του σε σοκάκια. Θα το σταματήση στην « Πιπεριά » ! Θέλει να το χώση σε λαϊκή συνοικία. Κι αφού πέρασε τούς δρόμους Αιόλου και Πατησίων, καταδικάζοντας δυο τρεις γνώριμους του διαβάτες σε κωμικήν ακινησία, ως που να βεβαιωθούν αν είναι ξύπνοι ή κοιμούνται, κι αφού χαιρέτησεν άλλους δυο τρεις με βαρύ και φιλάνθρωπο ύφος, έφτασε. Στην πόρτα βγήκε ο καφετζής μ’ ανοιχτό το στόμα, κεραυνωμένος.
— Είναι κανένας μέσα ;
— Τώρα μόλις έφυγαν, δεν ειν’ ένα τέταρτο.
Α, όλα πάνε στραβά λοιπόν ; Θ’ αποτύχη κ’ η παράστασή του ; Μα αυτή πρέπει να πάη καλά ! Σκέφτηκεν αμέσως το μαγειριό του Ρούκα η «Αμφιλοχία». Εκεί τρώει πάντοτε ο Κρυστάλλης — ας πάη να τον ξαφνίση ! Τουλάχιστον θα γελάσουν μαζί. Εμπρός ! Το μεγαλόπρεπο αμάξι με προσοχή και με δυσκολία μπήκε σ’ ένα σοκάκι πού δεν είχε ξαναϊδή τροχό.
— Εδώ ! είπεν ο Μηνάς.
Νέος κεραυνός έπεσε στο λαϊκό μαγειριό. Δυο τρεις κατσαρόλες άχνιζαν. Μερικοί μαστόροι κουτσόπιναν κι ο ιεροψάλτης της ενορίας, με κόκκινη μύτη, γευμάτιζεν, έχοντας μπροστά του το μεγάλο ποτήρι με την κεχριμπαρένια ρετσίνα. Μα η γωνιά του Κρυστάλλη ήταν αδειανή.
— Δεν ήρθεν από χτες ο κυρ Κώστας, είπεν εμβρόντητος ο μάγερας. Η ατυχία εξακολουθούσε ! Απελπισμένος ο Μηνάς οδήγησε το αμάξι στην οδό Πατησίων. Εκεί κατέβηκε κ’ έδωσε τέλος στη φαντασμαγορία.
Ωστόσο, ή λαϊκή συνοικία σηκώθηκε όλη στο πόδι. Τα παράθυρα χάσκουν περίεργα, τα λαδικά πέτρωσαν στην πόρτα, οι άνθρωποι έχουν τη μύτη στον αέρα, μήπως πέση από ψηλά καμμιά εξήγηση για το μετέωρο πού ήρθε κ’ έσβησε. Ο καφετζής της « Πιπεριάς » βυθίστηκε σε συλλογισμούς. Ο μάγερας της « Αμφιλοχίας», κατάπληκτος για την τιμή, κάνει χοντρά λάθη με την κιμωλία στο λογαριασμό του ιεροψάλτη. Ο γερο κουλουρτζής του δρόμου, που το θεωρούσε προσβολή του να συμβή τίποτε χωρίς να το μάθη, μετακινώντας εδώ κ’ εκεί τον ταβλά του, έκαμε γνωστό επί τέλους στη συνοικία πως το αμάξι ζητούσε κάποιο γείτονα ποιητή Κρυστάλλη απ’ την Ήπειρο. Και τότε σα θύελλα σηκώθηκε ο θαυμασμός γύρω στο ασήμαντο υποκείμενο, που ως τότε κανείς δεν το είχε προσέξει. Έλεγαν πως έστειλεν ο υπουργός να του δώσουν το παράσημο ... Μια γριά βεβαίωνε πως, καθώς άκουσεν, ο βασιλιάς του μήνυσε να πάρη τα γραψίματα του και να καθήση στο παλάτι. Για άλλους το αμάξι ήταν του Συγγρού. Κατά το λέγειν τού φαναρτζή, ο ξυρισμένος δίπλα στον αμαξά ήταν ο ίδιος ο Τσυγγρός. Ξανακάνοντας ο κουλουρτζής το γύρο, πληροφορήθηκε πώς το αμάξι είχε να παραδώση στον Κρυστάλλη δυο σακκουλάκια λίρες, σφραγισμένα με βουλοκέρι. Καθώς ανέβαινε, το νέο έφτασεν επί τέλους και στο απλησίαστο σοκάκι του Κρυστάλλη και μαθεύτηκεν απ’ τη σπιτονοικοκυρά του. Η γριά, που τον περιφρονούσε και τον γκρίνιαζε, αδιάφορη για τις δέκα δραχμές πούπαιρνε το μήνα, ξαφνίστηκε για το παράδοξο μήνυμα και, κρατώντας ένα μεγάλο μέρος της τιμής για το πρόσωπο της, έτρεξε να τού τα πή. Τον είδε τυλιγμένο στο παλτό του και σκυμμένον στό τραπέζι.
Ο ποιητής είχε από χθες λίγο πυρετό. Στο τραπέζι του ήταν δυο ποτήρια, ένα κουταλάκι κ’ ένα κουτάκι με. χάπια. Έπειτα τα βιβλία του: Ο Βαλαωρίτης — η Γραφή — μια Γεωγραφία της Ηπείρου —Ένας τόμος του Παράσχου —ένα βιβλίο τού Λάμπρου — το περιοδικό «Εστία» του Κυριακού — ένα λεξικό — λίγα φύλλα άσπρο χαρτί. Στη γωνιά η κλίτσα του. Στον τοίχο δυο τρεις ξεβαμμένες φωτογραφίες, μια τσίτσα κρεμασμένη κ’ ένα ξερό κλαράκι μελικοκκιάς με τους κόκκινους κόμπους του καρπού της. Δε θέλησε να πέση στο κρεββάτι, για να του φύγη η ιδέα της αρρώστειας. Καθισμένος μπροστά στο μικρό του τραπέζι, τυλιγμένος με το παλτό του, έγραφε. Δεν ήταν εδώ ! Ταξίδευε στα Γιάννενα ... Έγραφε κ’ έσβηνε ... Ανέβαινε σε ηπειρώτικους γκρεμνούς, άκουγε κοτσύφια ... Έδιωχνε τον Τούρκο ... Δέντρα φυσούσαν στο κεφάλι του, ο καταρράχτης των Τζουμέρκων βροντούσε και χιόνιζε στα πόδια του. Η θέρμη άναβε τη φαντασία του κ’ η φαντασία του τη θέρμη.
— Καλά, κυρά - Γιάνναινα, είπεν ο ποιητής ακούοντας το νέο. Ύστερα τα ξαναλέμε.
Και την έδιωξε.
Όσο κι αν ταξίδευε στη χώρα της φαντασίας, την πραγματικότητα δεν την έχασεν ούτε αυτήν τη στιγμή ! Κατάλαβε πως θάταν κάποιο φιλικό αστείο ... Τί άλλο θάταν ; Όπου είχε καταφύγει, ζητώντας να βγή από το τυπογραφείο για να γλυτώση, βρήκε την αποτυχία. Το πεπρωμένο του δεν κάνει λάθη ποτέ. Ο κόρακας ν’ ασπρίση, αυτό πού γίνεται σ’ έναν αδικημένο ποιητή θα γίνεται. Ποιός πλούσιος τρελλάθηκε για να το χαλάση ; Δεν υπάρχει δύναμη ικανή να τον γλυτώση ! «Αν ξανασάνω εγώ», συλλογιέται, «μπορεί να γκρεμιστή ο κόσμος !» Και, κοιτάζοντας γύρω του στη γυμνή βυθισμένη κάμαρα, συλλογίστηκε πώς είναι ίσως χρήσιμα τα δεινά του, όσο και το άστρο εκείνο πού λάμπει έξω απ’ το θαμπό τζάμι και πώς, όλα μαζί, ο κόσμος κι αυτός κ’ ή φτώχεια του, πηγαίνουν ποιός ξέρει σε ποιο σκοπό ... Το Κακό έχει γνώση, πείσμα και τέχνη.
Έξω η γειτονιά τον βύθιζε στα εκατομμύρια.
Ο ποιητής έσκυψε και ξανάρχισε, κρυώνοντας μέσα στο παλτό του, να γράφη το « Σταυραϊτό ».

[1] Ζαχαρία Παπαντωνίου, Διηγήματα, Εστία

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

από την παιδεία των Ελλήνων

Η Ελληνική Θεματογραφία στη Δύση[1]

Όχι εξαντλητικές αλλ’ οπωσδήποτε αρκετές είναι οι πληροφορίες που διαθέτουμε τώρα πια για τα παιδευτικά συστήματα των υστεροβυζαντινών, τόσο στον ελληνικό χώρο, από τον 11ο αιώνα, όσο και μεταγενέστερα στη Δύση, με τη διάδοση της γνωστής σχολικής μεθόδου της «Σχεδογραφίας». Και χάρις σε πρόσφατες σχετικές διαφωτιστικές μελέτες, μπορούμε να παρακολουθήσουμε τώρα και τη μετοίκηση της ελληνικής παιδείας στη δυτική Ευρώπη, και μάλιστα στη γειτονική Ιταλία.
Αντίθετα ελάχιστα είμαστε πληροφορημένοι για την περίοδο της Τουρκοκρατίας και, ακριβέστερα, για τους δύο πρώτους μετά την Άλωση αιώνες. Και η ένδεια αυτή των πηγών στην έρευνα, που στρέφεται στην αναζήτηση των αποτυπωμάτων μιας καινούργιας σκοτεινής εποχής, που προσπαθεί να συνδέσει τα στοιχεία της ζωής της τόσο στην Ελλάδα όσο και στον έξω ελληνισμό κατά τους αμέσως μετά την Άλωση χρόνους, δυσχεραίνει την αναδρομική εξέταση και δημιουργεί βαθύ χάσμα δύο αιώνων στη συνθετική μελέτη που θα είχε για αντικείμενο τη σχολική αγωγή των Ελλήνων στους χρόνους εκείνους. Γνωστό ότι ο ώριμος προσφυγικός Ελληνισμός, ακολουθώντας το φυσικό του ρεύμα, βρήκε για δεξαμενή την Ιταλία και εκεί έρριξε τους χειρόγραφους πνευματικούς θησαυρούς του. Γνωστή είναι και η πορεία των πραγμάτων στις αυλές των Μαικηνών και στα Πανεπιστήμια, γνωστός και ο σκοπός της εκεί παιδευτικής αγωγής, που δεν ήταν άλλος, από ελληνικής πλευράς, παρά μόνο μια παραλλαγή της ντόπιας προσπάθειας για κλασική μόρφωση.
Ποια ήταν όμως η πορεία για τα πρώτα βήματα; Ποιο πνευματικό σύστημα στέγασε τους στερημένους από πνευματική περιουσία μικρούς Έλληνες πρόσφυγες, και ποια πρρετοιμασία τους επέτρεψε να αναδειχθούν αργότερα μεγάλοι δάσκαλοι στα ελληνικά γράμματα;
Τα προβλήματα αυτά διαφωτίζονται τώρα, τουλάχιστον εν μέρει, για τους Έλληνες της Δύσης με τους ελληνικούς κώδικες του 16ου αι. 1733, 1826, 1890, της βατικανής βιβλιοθήκης και, συμπληρωματικά, και με μερικούς άλλους, που βοηθούν στην προσπάθεια να εντοπίσουμε το σχολικό συνοικισμό του μετέωρου στην Ιταλία μετά την Άλωση εφηβικού Ελληνισμού.
Πρόκειται για τρία υποδείγματα θεματογραφίας, που το περιεχόμενο τους, αν και συγγενικό, έχει διαφορετική προέλευση.
Ο πρώτος κώδικας, δηλ. ο 1733, είναι ένα είδος «βιβλίου του δασκάλου». Σ’ αυτόν έχουν συγκεντρωθεί συστηματικά και με παιδαγωγική μέθοδο διάφορα γυμνάσματα, πρώτα απλούστερα με μικροπερίοδες αυτοτελείς φράσεις, έπειτα κάπως δυσκολότερα με εκτενέστερα δοκίμια σε συνεχή λόγο, όπως μύθους και νουθετικά αφηγήματα.
Αυτά τα γυμνάσματα καθαρογραμμένα και σε τελική μορφή, χρησίμευαν στο δάσκαλο για να διαλέγει την κάθε φορά, σύμφωνα με το μάθημα της ημέρας, και να υπαγορεύει στους μαθητές του το «Κοινόν» κείμενο, που αυτοί έπρεπε να μεταφράσουν στο «Ελληνικόν». Τις μεταφράσεις αυτές εσύγκρινε ο δάσκαλος με την έτοιμη μετάφραση της θεματογραφίας του, που τον διευκόλυνε στη διόρθωση. Η θεματογραφία αυτή που είναι η παλαιότερη και εκτενέστερη, τουλάχιστον από όσες γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, είναι συλλογή από μικρότερες συλλογές, όπως θα φανεί στην ευρύτερη μελέτη που ετοιμάζω γι’ αυτό το κείμενο. Οι άλλοι δύο κώδικες, ο 1826 και ο 1890, περιλαμβάνουν αντίθετα, ο καθένας χωριστά, μερικά δείγματα από μαθητικές ασκήσεις. Δεν είναι πολλά σε αριθμό, είναι όμως πολύ χαρακτηριστικά και αρκούν ωστόσο να μας δώσουν ακριβή εικόνα της εργασίας. Οι πολλές διαγραφές και διορθώσεις, που υπάρχουν στο κείμενο, μας δείχνουν πώς γινόταν αυτή η εργασία, κάτω από την καθοδήγηση του δασκάλου, κατά τη διάρκεια του μαθήματος και ταυτόχρονα αποτελούν μαρτυρίες της σχολικής επίδοσης.
Με τους παραπάνω κώδικες ευρύνεται η όραση και παίρνει άλλη διάσταση η γνώση της εκπαιδευτικής αγωγής των Ελλήνων κατά τον 16ο αιώνα στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Ρώμη.
Πράγματι με τη βοήθεια πολλών ενδείξεων — που δεν έχουν θέση εδώ, σε μια ανακοίνωση — φθάσαμε στο συμπέρασμα ότι τα κείμενα αυτά ήταν προορισμένα για τη γλωσσική διδασκαλία στο ελληνικό Κολλέγιο της Ρώμης, που συγκέντρωνε πρόσφυγες απ’ όλη την Ελλάδα.
Είναι γνωστό ότι ένα πρώτο ελληνικό σχολείο στη Ρώμη ιδρύθηκε από τον φιλόμουσο πάπα Λέοντα το Γ, έπειτα από υπόδειξη του σοφού Έλληνα δασκάλου Ιανού Λάσκαρη, που στάθηκε και ο πρώτος διευθυντής του. Η ζωή όμως του σχολείου αυτού, αν καί είχε καλούς καρπούς, ήταν βραχύβια.
Αργότερα, το 1576, ιδρύθηκε νέο σχολείο, το Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης από τον πάπα Γρηγόριο τον ΙΓ', με σκοπό την περισυλλογή και ελληνοπρεπή μόρφωση νεαρών Ελλήνων, για να ξεφύγουν από τα πνευματικά σκοτάδια της δουλείας. Το Κολλέγιο αυτό, ξεπερνώντας πολλές δυσχέρειες, κατόρθωσε να επιζήσει για αιώνες και να λειτουργεί ακόμη σήμερα στη Ρώμη, αλλάζοντας φυσικά στο μεταξύ και σκοπό και οργάνωση. Ανεξάρτητα δε από τις θρησκευτικές καταβολές, είναι βέβαιο ότι η συμβολή του Κολλεγίου στα ελληνικά γράμματα είναι σημαντική, γιατί απ9 αυτό βγήκαν μεγάλες πνευματικές μορφές τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Ειδικότερα για το ακολουθούμενο σύστημα διδασκαλίας στο Κολλέγιο, από τον οργανισμό του μαθαίνουμε ότι οι μαθητές, που έμπαιναν σ' αυτό σε ηλικία γύρω στα 14 χρόνια, άρχιζαν τις σπουδές τους με τα γλωσσικά μαθήματα, δηλαδή με τη διδασκαλία της γραμματικής, έχοντας για βάση το κείμενο του Κωνσταντίνου Λάσκαρη.
Για τον πρώτο, λοιπόν, αυτόν κύκλο της γλωσσικής αγωγής στην ελληνική, όπως ονομαζόταν τότε η αρχαία γλώσσα, φαίνεται ότι προοριζόταν η θεματογραφία του δασκάλου, που αναφέραμε, και που, όπως είπαμε, περιλαμβάνει σύντομες ασκήσεις ή εκτενέστερα δοκίμια σε μορφή γυμνασμάτων, που είναι γραμμένα στη δημοτική και μεταφρασμένα στην αρχαία, γιατί αυτή ήταν η συνηθέστερη και ασφαλέστερη μέθοδος, κατά την τότε αντίληψη, για τη γλωσσική κατάρτιση των μαθητών.
Το σύστημα αυτό, που εγκαινιάστηκε στην κυρίως Ελλάδα και που το μιμήθηκαν οι δάσκαλοι μας και στα ελληνικά σχολεία της Δύσης, διατηρήθηκε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Μια παραστατική εικόνα μας δίνει γι' αυτό ο Κοραής: «Η θεματογραφία συνοδεύει το συντακτικό μέρος της Γραμματικής ... Εις τον καιρόν μου οι διδάσκαλοι ελάμβανον οδηγόν της θεματογραφίας τα είδη του ρήματος κατά την διαίρεσιν του Λασκάρεως. Έδιδον εις τους μαθητάς εις κοινήν γλώσσαν θέμα της επινοίας αυτών ηθικόν ή ιστορικόν, του οποίου όλα τα ρήματα έπρεπε να ήναι του πρώτου είδους, ήγουν από τα συντασσόμενα με αιτιατικήν. Το θέμα τούτο μεταφράζετο Ελληνιστί από είκοσι, φερ’ ειπείν, μαθητάς, οι οποίοι παριστάνοντο έπειτα εις τον διδάσκαλον με τας είκοσι μεταφράσεις και ο διδάσκαλος έκαμνεν είκοσι λογών διόρθωσιν εις αυτάς. Αφ’ ου ικανώς εγυμνάζοντο εις το πρώτον είδος, μετέβαινον εις το δεύτερον, ήγουν τα με δοτικήν συντασσόμενα ρήματα, και ούτω καθεξής». «Έπρεπε, λοιπόν, ο διδάσκαλος ... να συντάσση αυτός Ελληνιστί όλον το θέμα, και να το δίδη εις τους μαθητάς, ως χειραγωγόν του δευτέρου θέματος, και τούτο πάλιν διωρθωμένον τον αυτόν τρόπον, του τρίτου, και ούτω καθεξής».
Μετά απ’ αυτόν τον πρώτο κύκλο της γραμματικής και του γλωσσάριου, οι μαθητές ήταν πια έτοιμοι για σοβαρότερες επιδόσεις, όπως για τη σύνταξη επιγραμμάτων και διαφόρων στιχουργημάτων, που πολλά απ' αυτά σώζονται σε ανέκδοτα χειρόγραφα.

[1] Μαρίας Μαντουβάλου, «Κείμενα και μελέτες μεσαιωνικής και νεοελληνικής γραμματείας», σελ. 241-245, εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα 1990.

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

εκ του Ευαγγελίου

ελήλυθεν η ώρα[1]

11
55 Ην δε εγγύς το πάσχα των Ιουδαίων, και ανέβησαν πολλοί εις Ιεροσόλυμα εκ της χώρας προ του πάσχα ίνα αγνίσωσιν εαυτούς. 56 Εζήτουν ουν τον Ιησούν και έλεγον μετ’ αλλήλων εν τω ιερώ εστηκότες. Τί δοκεί υμίν ; ¨ότι ου μη έλθη εις την εορτήν ; 57 Δεδώκεισαν δε οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι εντολάς ίνα εάν τις γνω πού έστιν μήνυση, όπως πιάσωσιν αυτόν.

12
9 Έγνω ουν [ο] όχλος πολύς εκ των Ιουδαίων ότι εκεί εστιν και ήλθον ου διά τον Ιησούν μόνον, αλλ’ ίνα και τον Λάζαρον ίδωσιν ον ήγειρεν εκ νεκρών. 10 Εβουλεύσαντο δε οι αρχιερείς ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, 11 ότι πολλοί δι’ αυτόν υπήγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησούν.

12 Τη επαύριον ο όχλος πολύς ελθών εις την εορτήν, ακούσαντες ότι έρχεται ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα 13 έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ και εκράυγαζον:

Ωσαννά.
Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι κυρίου,
[και] ο βασιλεύς του Ισραήλ.

14 Ευρών δε ο Ιησούς ονάριον εκάθισεν επ’ αυτό, καθώς εστιν γεγραμμένον.

15 μη φοβού, θυγάτηρ Σιών.
ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται,
καθήμενος επί πώλου όνου.

16 Ταύτα ουκ έγνωσαν αυτού οι μαθηταί το πρώτον, αλλ’ ότε εδοξάσθη Ιησούς τότε εμνήσθησαν ότι ταύτα ην επ’ αυτώ γεγραμμένα και ταύτα εποίησαν αυτώ.

17 Εμαρτύρει ουν ο όχλος ο ων μετ’ αυτού ότε τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών. 18 Διά τούτο [και] υπήντησεν αυτώ ο όχλος, ότι ήκουσαν τούτο αυτόν πεπεοιηκέναι το σημείον. 19 Οι ουν Φαρισαίοι είπαν προς εαυτούς. Θεωρείτε ότι ουκ ωφελείτε ουδέν. ίδε ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν.

20 Ήσαν δε Έλληνες τινες εκ των αναβαινόντων ίνα προσκυνήσωσιν εν τη εορτή. 21 Ούτοι ουν προσήλθον Φιλίππω τω από Βησθαϊδά της Γαλιλαίας και ηρώρων αυτόν λέγοντες. κύριε, θέλομεν τον Ιησούν ιδείν. 22 Έρχεται ο Φίλιππος και λέγει τω Ανδρέα, έρχεται Ανδρεάς και Φίλιππος και λέγουσιν τω Ιησού. 23 Ο δε Ιησούς αποκρίνεται αυτοίς λέγων. Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου. 24 Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει. 25 Ο φιλών την ψυχήν αυτού απολλύει αυτήν, και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν.

[1] Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Κατά Ιωάννην, 11, 55-57 & 12, 9-25, Deutsche Bibelgesellschft, Stuttgart 1898 und 1993.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

υπέρ Θούλην

περιπέτεια στη μυθική Θούλη[1]

Ανεγνώσθη Αντωνίου Διογένους των υπέρ Θούλην απίστων λόγοι κδ΄.
[Διαβάστηκαν τα όσα απίστευτα συνέβησαν πέρα από τη Θούλη, έργο του Αντωνίου Διογένη, που εκτείνεται σε είκοσι τέσσερα βιβλία].

Κάποιος με το όνομα Δεινίας, ο οποίος σε αναζήτηση της γνώσης αναχωρεί από την πατρίδα του μαζί με τον γιο του Δημοχάρη. Και διά μέσου του Πόντου και από τη θάλασσα της Κασπίας και της Υρκανίας φθάνουν στα λεγόμενα Ριπαία όρη[2] και στις εκβολές του ποταμού Τάναη[3]. Έπειτα, αφού λόγω του μεγάλου ψύχους στραφούν πίσω στον σκυθικό ωκεανό, κατευθυνθούν προς ανατολάς και φθάσουν εκεί που ανατέλλει ο ήλιος, περιέρχονται κυκλικά την έξω θάλασσα για πολλά χρόνια γνωρίζοντας ποικίλες περιπλανήσεις. Συνοδοιπόροι στην περιπλάνησή τους γίνονται ο Καρμάνης, ο μήνισκος και ο Άζουλις.

Φθάνουν και στη νήσο Θούλη[4], την οποία προς στιγμήν θεωρούν ως τον τελευταίο σταθμό της περιπλάνησής τους. Σ’ αυτήν τη Θούλη ο Δεινία συνδέεται ερωτικά με κάποια από την πόλη της Τύρου, που λεγόταν Δερκυλλίς και η καταγωγής της ήταν αριστοκρατική. Τη συνόδευε και ο αδελφός της που λεγόταν Μαντινίας. Στη συνάντηση μαζί της ο Δεινίας πληροφορείται αρχικά την περιπλάνηση των αδελφών, έπειτα όσα έκανε κάποιος Παάπις, Αιγύπτιος ιερέας, ο οποίος, όταν η πατρίδα του λεηλατήθηκε, εγκαταστάθηκε στην Τύρο και φιλοξενήθηκε από τα αδέλφια, τη Δερκυλλίδα και τον Μαντινία. Και ενώ στην αρχή φάνηκε πως έχει καλές διαθέσεις απέναντι στους ευεργέτες του και σε ολόκληρο το σπιτικό τους, μετά όμως προξένησε πολλά δεινά και στο σπιτικό τους και σ’ εκείνους και στους γονείς τους. Και χτυπημένη από τη συμφορά που βρήκε το σπίτι της οδηγήθηκε με τον αδελφό της στη Ρόδο και από εκεί περιπλανήθηκε στην Κρήτη, έπειτα στη χώρα των Τυρρηνίων και στη συνέχεια στους λεγομένους Κιμμερίους. Και σ’ αυτόν τον τόπο μπόρεσε να δει τα μέρη του Άδη και να μάθει πολλά από όσα συμβαίνουν εκεί, έχοντας για δάσκαλο τη Μυρτώ, τη θεραπαινίδα της, που είχε προ καιρού αποβιώσει και έδινε πληροφορίες στην κυρία της από τον κόσμο των νεκρών[5].

Αυτά λοιπόν αρχίζει να διηγείται ο Δεινίας σε κάποιον με το όνομα Κύμβας, που είχε πατρίδα του την Αρκαδία και είχε σταλεί από την ομοσπονδία των Αρκάδων στην Τύρο με αίτημα να οδηγήσει τον Δεινία πίσω σ’ εκείνους και στην πατρίδα. Επειδή τον εμπόδιζε να επιστρέψει το βάρος των γηρατειών, μας παρουσιάζεται να περιγράφει όσα εκείνος αντιλήφθηκε κατά την περιπλάνησή του ή και είχε ακούσει από άλλους που τα είχαν δει, και όσα έμαθε από τη Δερκυλλίδα, που του τα διηγήθηκε στη Θούλη … και πώς μετά την αναχώρησή της από τον Άδη μαζί με τον Κήρυλλο και τον Αστραίο, αφού ήδη είχε χωριστεί από τον αδελφό της, έφθασαν στον τάφο της Σειρήνας[6]. Όσα επίσης άκουσε να λέει ο Αστραίος σχετικά με τον Πυθαγόρα και τον Μνήσαρχο[7]. Και όσα ο ίδιος ο Αστραίος άκουσε από τον Φιλώτιδα και το μυθώδες θέαμα που είδε μπρος στα μάτια του, και όσα πάλι η Δερκυλλίς του αφηγήθηκε ξαναζώντας την περιπλάνησή της: ότι βράθηκε σε μια πόλη της Ιβηρίας με ανθρώπους που έβλεπαν τη νύχτα και ήταν τυφλοί την ημέρα και όσα ο Αστραίος κατάφερε, παίζοντας τον αυλό του, να πραγματοποιήσει εναντίον των εχθρών τους. Και αφού με ευμένεια αφέθηκαν ελεύθεροι από εκεί, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Κέλτες, έθνος σκληρό και άξεστο, και κατόρθωσαν με άλογα να τους ξεφύγουν. Επίσης όσα τους έτυχαν όταν τα άλογά τους άλλαξαν χρώμα. Πώς έφθασαν στους Ακυτανούς[8] και με ποιες τιμές δέχτηκαν εκεί τη Δερκυλλίδα και τον Κήρυλλο, και ακόμα περισσότερο τον Αστραίο, ο οποίος με τη διαστολή και συστολή των ματιών του δήλωνε τις διαστολές και συστολές της σελήνης. Και αφού απάλλαξε από τη διαμάχη για την εξουσία τους εκεί βασιλείς, οι οποίοι, καθώς ήταν δύο τον αριθμό, αντικαθιστούσαν διαδοχικά ο ένας τον άλλο ανάλογα με τις σχετικές μεταβολές της σελήνης. Για όλα αυτά και ο εκεί λαός χαιρόταν με την παρουσία του Αστραίου και όσων τον συνόδευαν.

Ακολουθεί η ιστορία των όσων είδε και υπέστη η Δερκυλλίς. Και πώς μεταφέρθηκε στους Αρτάβρους, όπου οι γυναίκες πολεμούν, οι δε άνδρες κάθονται σπίτι και αναλαμβάνουν τις δουλειές των γυναικών. Στη συνέχεια όσα έτυχαν σ’ εκείνη και στον Κήρυλλο στη χώρα των Αστύρων και ακόμα όσα συνέβησαν ιδιαίτερα στο Αστραίο. Και πω΄ς τελείως αναπάντεχα ο Κήρυλλος με τη Δερκυλλίδα διέφυγαν από τους πολλούς κινδύνους που παραμόνευαν στη χώρα των Αστύρων. Εκείνος όμως δεν απέφυγε την τιμωρία που όφειλε για κάποιο παλαιό αδίκημα και έτσι όπως ανέλπιστα είχε σωθεί από τους κινδύνους, έτσι ανέλπιστα και κατακρεουρήθηκε.

Μετά από αυτά τί είδε περιπλανώμενη η Δερκυλλίς στην ιταλία και τη Σικελία, και πω΄ς όταν έφθασε στον Έρυκα, την πόλη της Σικελίας, συλλαμβάνεται και οδηγείται στον Αινησίδημο, ο οποίος ήταν τότε τύραννος των Λεοντίνων.

Στα μέρη αυτά συναντιέται με τον Παάπη τον τρισάλθιο που ζούσε με τον τύραννο και βρίσκει ανέλπιστη παρηγοριά για την απροσδόκητη συμφορά της τον αδελφό της Μαντινία. Είχε κι εκείνος γνωρίσει πολλές περιπλανήσεις και της διηγήθηκε όσα πολλά και απίστευτα είδε σχετικά με ανθρώπους και διάφορα ζώα, για τον ίδιο τον ήλιο, τη σελήνη, τα φυτά και κυρίως για τα νησιά, δίνοντάς της έτσι άφθονο υλικό από ιστορίες μυθικές για να τις περιγράψει αργότερα στον Δεινία. Και αυτός αφού έκανε μια συρραφή, μας παρουσιάζεται να τις διηγείται στον Κύμβα τον Αρκάδα.

Έπειτα μόλις αρπάζουν ο Μαντινίας και η Δερκυλλίς το σακίδιο του Παάπη από τους Λεοντίνους, με τα βιβλία που ήταν μέσα σ’ αυτό, και το κιβώτιο με τα βότανα, φεύγουν για το Ρήγιο και από εκέι για το Μεταπόντιο, όπου τους προλαβαίνει ο Αστραίος και τους αναγγέλλει ότι ο Παάπις τους καταδιάκει κατά πόδας. Και αναχωρούν για τη χώρα των Θρακών και των Μασσαγετών μαζί με τον Αστραίο, που κατευθυνόταν προς τον φίλο του τον Ζάμολξη. Ο συγγραφέας αναφέρει πόσα είδαν κατά τη διάρκεια αυτής της οδοιπορίας και πώς συνάντησε ο Αστραίος τον Ζάμολξη, που ήδη οι Γέτες τον θεωρούσαν θεό. Και για όσα η Δερκυλλίς και ο Μαντινίας παρακάλεσαν τον Αστραίο να πει και να ζητήσει γι’ αυτούς. Επίσης ότι τους δόθηκε χρησμός πως το πεπρωμένο τους επιφυλάσσει να πάνε στη Θούλη και ότι αργότερα θα δουν και την πατρίδα τους, αφού προηγουμένως γνωρίσουν και άλλες ταλαιπωρίες. Και θα πληρώσουν το τίμημα για την ανόσια συμπεριφορά προς τους γονείς τους (έστω και αν έσφαλαν άθελά τους) με το να διαμοιραστεί η ύπαρξή τους ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο και να ζουν τη νύχτα και να είναι νεκροί την ημέρα. Αφού πήραν αυτούς τους χρησμούς, αναχωρούν από εκεί αφήνοντας τον Αστραίο, που τον σέβονταν οι Γέτες, μαζί με τον Ζάμολξη. Και όσα θαυμαστά συνέβη εκείνοι να δουν και να ακούσουν στον Βορρά.

Όλα αυτά παρουσιάζεται να τα αφηγείται ο Δεινίας στον Κύμβα τον Αρκάδα, αφού είχε ακούσει να τα διηγείται η Δερκυλλίς όταν βρισκόταν στη Θούλη. Στη συνέχεια αναφέρει και ότι ο Παάπις που ακολουθούσε τα ίχνη των συντρόφων της Δερκυλλίδος, εμφανίστηκε μπροστά τους στο νησί. Με κάποιο μαγικό τέχνασμα τους επέβαλε εκείνη τη δοκιμασία, να πεθαίνουν δηλαδή την ημέρα και να ανασταίνονται όταν πέφτει η νύχτα[9]. Και τη δοκιμασία αυτή τους τη μετέδωσε φτύνοντάς τους δημόσια κατά πρόσωπο. Κάποιος Θρουσκανός, κάτοικος της Θούλης, που αγαπούσε με πάθος τη Δερκυλλίδα, βλέποντας ότι η αγαπημένη του είχε πληγεί από το μαγικό χτύπημα του Παάπη, ένιωσε βαθύ πόνο. Και αφού εμφανίστηκε ξαφνικά, χτυπάει με μαχαίρι αιφνιδιαστικά και σκοτώνει τον Παάπη, μικρή πληρωμή για τα μύρια κακά που είχε πράξει. Και πώς ο Θρουσκανός, επειδή η Δερκυλλίς φαινόταν να κείται νεκρή, στρέφει το μαχαίρι εναντίον του εαυτού του.

Όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα παρεμφερή, την ταφή των ανθρώπων αυτών και την επιστροφή τους από τον τάφο, τους έρωτες του Μαντινία και όσα εξαιτίας όλων αυτών συνέβησαν και άλλα παρόμοια που πραγματοποιήθηκαν στη νήσο Θούλη, τα έμαθε ο Δεινίας από τις μυθικές αφηγήσεις της Δερκυλλίδος. Και μας τα παρουσιάζει τώρα συγκεντρώνοντάς τα για τον Κύμβα τον Αρκάδα.

[1] Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Βιβλιοθήκη - Όσα της Ιστορίας, 166, σελ. 464 επ., εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2000.
[2] Από τα πλέον μυθικά βουνά της αρχαιότητας, τοποθετούνταν κάπου στις εσχατιές του Βορρά.
[3] Ποταμός που εκβάλει στη Μαιώτιδα λίμνη (θάλασσα Αζόφ).
[4] Αν και έχει κατά καιρούς ταυτιστεί με διάφορα βόρεια νησιά ή χερσοννήσους (Ισλανδία, Ορκάδες, Γιουτλάνδη), πιθανότατα οι αρχαίοι μιλώντας για την Θούλη αναφέρονταν στην Σκανδιναβική χερσόννησο. βλ. Κορδώσης, Ιστορικογεωγραφικά, σελ. 63-64.
[5] Το επισόδιο φαίνεται να αντλεί έμπνευση από την περίφημη Νέκυια (ραψωδία λ) της Οδύσσειας.
[6] πιθανότατα πρόκειται για τη σειρήνα Παρθενόπη, της οποίας ο τάφος βρίσκεται κοντά στη Νεάπολη της Ιταλίας.
[7] ο πατέρας του Πυθαγόρα.
[8] Ακυτανία ή Ακουητανία, περιοχή στη σημερινή νοτιοδυτική Γαλλία.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

περί παθών ο λόγος

απ’ τα πάθη στην Ανάσταση[1]

παρά μία τεσσαράκοντα[2]

Περί του ισχυρώς δαρέντος λέγομεν ότι : «έφαγε παρά μίαν τεσσαράκοντα».

Προς ερμηνείαν της φράσεως είπον, ότι οι Εβραίοι εμαστίγωνον τον τιμωρούμενον διά μαστιγίου, εξ ου απεκρέμαντο τρεις ιμάντες, επειδή δε ο αριθμός δεκατρία ήτο παρ’ αυτοίς ιερός, έδιδον δέκα και τρεις πληγάς, αίτινες, επί τρία πολλαπλασιαζόμεναι, έδιδον τον αριθμόν τριάκοντα και εννέα, ήτοι παρά μίαν τεσσαράκοντα.

Φαίνεται όμως ότι άλλη είναι η αρχή της φράσεως.

Ήδη ο αδελφός του Μ. Βασιλείου Γρηγόριος ο Νύσσης είπε : «τω Μωσαϊκώ νόμω αι τέσσαρες δεκάδες μέχρι και νυν αι νομικαί των πληγών παραμένουσι», κατά το Δευτερονόμιον[3] όντως τον ένοχον : «και αριθμώ τεσσαράκοντα μαστιγώσουσιν αυτόν, ου προσθήσουσι, εάν δε προσθής μαστιγώσαι υπέρ ταύτας τας πληγάς πλείους, ασχημονήσει ο αδελφός σου εναντίον σου», συγγραφεύς δε του ΙΒ΄ αιώνος, ομιλών περί της εισόδου των Ιουδαίων εις την Γην της Επαγγελίας το τεσσαρακοστόν έτος μετά την φυγήν, προσθέτει : «τύπος άρα και τούτο σαφής το μέχρι πληγών τεσσαράκοντα καταπαίεσθαί τινας, αφέσεως γαρ μετά ταύτα καιρός», εν ω έτερος, σύγχρονος του προηγουμένου, τον λόγον ποιούμενος περί τιμωρίας κληρικών, γράφει : «της ιερατικής παραλύσας αρχής και τεσσαράκοντα δους ράβδων πληγάς, αφώρισέ τε και εξώρισε», άλλος δε πάλιν σύγχρονος : «ει παντάκις τον η΄ μετρήσεις, ευρήσεις τον μ΄, ον ουχ υπερβαίνουσιν αι μάστιγες των αμαρτανόντων».

Του αριθμού τεσσαράκοντα όντος ιερού παρ’ Εβραίοις, έπρεπε, κατά την μαστίγωσιν, να δίδωνται τεσσαράκοντα πληγαί, ίνα μη δε ο μαστιγώνων, κατά λάθος, υπερβή τον νενομισμένον αριθμόν, έδιδε παρά μίαν τεσσαράκοντα.
____________________

τον έστρωσα στο ξύλο[4]

Ως εκ των μαρτυρολογίων μανθάνομεν, οι τιμωρούμενοι μάρτυρες ή εκρέμωντο εις κάθετον βασανιστήριον ξύλον και εμαστιγώνοντο – της αυτής τιμωρίας μνείαν ποιούνται και οι Βυζαντινοί νόμοι, ένθα αναγιγνώσκομεν : «οι μαντευόμενοι, ει και αξιωματικοί εισιν, εν ξύλω αναρτάσθωσαν και ξεέσθωσαν», «ο δε, ούτω προσταγέν, αναρτάται τω ξύλω και άπαν και σώμα καταβελής γίνεται» - ή εβασανίζοντο άλλως, εκδυόμενοι δηλαδή εξηπλούντο επί σανίδος και ετύπτοντο. Συχνά αναγιγνώσκομεν εν τοις κειμένοις : «τότε ο … θυμωθείς εκέλευσεν αυτόν εκδυθήναι και επί σανίδος απλωθήναι και τύπτεσθαι αυτός βουνεύροις», «τότε ο … εκέλευσεν αυτόν εκταθήναι εν τω ξύλω και βουνεύροις επί πολύ ξέεσθαι».

Εκ της τιμωρίας αυτής προήλθεν η σημερινή κοινή φράσις : «τον έστρωσα ‘ς το ξύλο», ήτοι ισχυρώς αυτόν αξυλοκόπησα.
____________________

έγινε το ανάστα ο Θεός[5]

Κατά την πρώτην Ανάστασιν του Μ. Σαββάτου πολλαχού, όταν ο ιερεύς λέγη το : «Ανάστα, ο Θεός, κρίνον την γην», ηχούν οι κώδωνες των εκκλησιών, ρίπτονται πυροβολισμοί, κινούνται οι πολυέλεοι και κτυπούνται οι δίσκοι εντός του ιερού.

Τούτο έδωκεν αφορμήν να λέγη σήμερον ο λαός : «έγινε το ανάστα ο Θεός», προς δήλωσιν δαιμονιώδους θορύβου και αταξίας μεγάλης.

[1] Φαίδωνος Κουκουλέ, «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», εκδόσεις Παπαζήση, εν Αθήναις 1952.
[2] σ. 88-89.
[3] Δευτερονόμιον, ΚΕ΄, 2, 3.
[4] σ. 89.
[5] σ. 106.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

ιστορικό μυθιστόρημα

Ο θάνατος των θεών[1]

Παρά την πηγήν του ποταμού Ορόντου, τεσσαράκοντα στάδια από της Αντιοχείας, ευρίσκετο το περίφημον άλσος της Δάφνης, αφιερωμένον εις τον Απόλλωνα. Πολυτελής βωμός είχεν εγερθή εκεί, διά να εορτάζονται καθ’ έκαστον έτος τα πανηγύρεια προς τιμήν του θεού ηλίου.

Ο Ιουλιανός, παρεπιδημών εν Αντιοχεία διά τας ετοιμασίας της εκστρατείας κατά των Περσών, ανεχώρησεν εκείθεν προς το άλσος του Απόλλωνος, θέλων να ίδη αν οι κάτοικοι ενεθυμούντο ακόμη τας εορτάς του θεού του φωτός. Καθ’ οδόν ωνειρεύετο την αρχαιοπρεπή μεγαλοπρέπειαν της εορτής, ελπίζων να ίδη ξαθ πάλιν τους νεανίας και τας νεανίδας με την ολόλευκον ενδυμασίαν των ως σύμβολον της αγνής νεότητός των, ανερχομένους τας μαρμαρίνους βαθμίδας του ναού, πληρουμένου από τους καπνούς των θυσιών και τα πλήθη των πιστών.

Ευθύς … ως εισήλθεν ο αυτοκράτωρ εις το άλσος της Δάφνης, δροσερά, μυρωμένη από ευωδίας ατμόσφαιρα, τον περιέβαλε. Ήτο αδύνατον να φαντασθή τις ότι μία τοιαύτη γωνία παραδείσου ευρίσκετο ολίγα μόνον βήματα εκείθεν της αυχμηράς οδού. Το δάσος εξηπλούτο επί εκτάσεως ογδοήκοντα σταδίων και υπό τα αψίδας των πυκνών φυλλωμάτων των γιγαντιαίων αιωνοβίων δαφνών, εβασίλευεν αιώνιον σκιόφως.

Ο αυτοκράτωρ εξεπλάγη για την επικρατούσαν εις το δάσος ησυχίαν. Ως εν εγκαταλελειμμένω κοιμητηρίω, ουδείς θόρυβος διέκοπτε την νεκρικήν σιγήν. Ούτε εκελάδων τω πτηνά, … ούτε πιστεοί λάτρεις, ούτε θύματα, ούτε θυμιάματα. Ουδεμία προετοιμασία διά τα πανηγύρεια … Πανταχού είρπον ρυάκια κρυστάλλινα, αλλά βωβά. Δεν εθορύβουν ωσεί άφωνα εκ της θλίψεως ήτις εκυριάρχει …

Δωδεκαετές περίπου παιδίον … εβάδιζεν επί ατραπού …

- … γνωρίζεις, παιδίον μου, πού είναι οι ιεροθύται και ο λαός, ηρώτησεν ο Ιουλιανός.

Το παιδίον δεν απήντησεν …

- Φαίνεται ότι είναι κωφάλαλον …, εσκέφθη ο Ιουλιανός. Κακός οιωνός !

Τέλος έδειξεν εις τον αυτοκράτορα γερόντιον ενδεδυμένον διά ρυπαρού χιτώνος …

- Ο ιεροθύτης του Απόλλωνος ; ηρώτησεν ο Ιουλιανός.
- Είμαι εγώ. Ονομάζομαι Γόργιος. Τί επιθυμείς καλέ μου άνθρωπε ;
- Δύνασαι να μου είπης πού είναι ο μέγας ιεροθύτης του ναού τούτου και οι πιστοί ;

Ο Γόργιος δεν απήντησεν αμέσως. Απέθεσεν χαμαί το κάνιστρον, έφερε τας χείρας εις τα ισχία και, κλείων μοχθηρώς τον αριστερόν οφθαλμόν, είπε :

- Δεν σου φαίνεται ότι είμαι άξιος να κατέχω την θέσιν του μεγάλου ιεροθύτου του Απόλλωνος ; ηρώτησε. Και διά ποίους πιστούς ομιλείς, υιέ μου ;

Το στόμα του γέροντος ανέδιδεν ισχυράν οσμήν οίνου. Ο Ιουλιανός … ήτο έτοιμος να τον επιπλήξη.

- Φαίνεσαι … μεθυσμένος, γέρων.
- Μεθυσμένος ; Ίσως. Ερρόφησα πέντε κύπελλα οίνου διά τα πανηγύρεια. Η θλίψις όμως μάλλον παρά η ευθυμία με κάμνει να πίνω. Αλλά ποιος είσαι ; Ίσως περιπλανώμενος φιλόσοφος ή καθηγητής Σχολής τινος της Αντιοχείας, ως δεικνύουν τα ενδύματά σου.

Ο αυτοκράτωρ εμειδίασε και εκίνησε καταφατικώς την κεφαλήν.

- … Απάντησόν μου όμως πού είναι ο λαός ; στέλνουσιν ακόμη πολλά θύματα εξ’ Αντιοχείας ; είναι όλα έτοιμα διά τα πανηγύρεια ;
- Θύματα ;
είπεν ο ιεροθύτης, γελών. Από μακρού χρόνου δεν είδομεν, αδελφέ μου, τοιούτον τι ! αφ’ ότου ανήλθεν εις τον θρόνον ο Κωνσταντίνος.

Ο Γόργιος εσταμάτησε διά να στενάξη και έκαμε χειρονομίαν απελπισίας.

- Τετέλεσθαι ! Οι άνθρωποι ελησμόνησαν του θεούς ! Όχι μόνον δεν έχομεν θύματα διά τας θυσίας, αλλ’ ενίοτε ούτε δράκα σίτου διά να δώσωμεν τεμάχιον άρτου εις τον θεόνμ ούτε κόκκον λιβανωτού, ούτε σταγόνα ελαίου διά τους λύχνους ! Δεν μας μένει παρά να πέσωμεν και να αποθάνωνμεν ! Ναι, υιέ μου, που ας σε προστατεύουν οι Ολύμπιοι ! Οι καλόγηροι αφείλον τα πάντα ! Και ερίζουν διά την διανομήν. Τα πάχη τους πνίγουν. Ημείς άδομεν το κύκνειόν μας ! Άθλιοι καιροί! Και όμως συ μου λέγεις : Μη πίνης ! Δεν δύναται παρά να πίνη κανείς και να θλίβεται. Αν δεν έπινον, θα είχον ήδη από πολλού απολεσθή.
- … Είμαι ο ιεροθύτης. Συ αντιπροσωπεύεις τον λαόν. Θα προσφέρωμεν ομού θυσίαν προς τον Θεόν. … Εγώ και ο Υφερίων
(έδειξε το κωφάλαλον παιδίον) υπεβλήθημεν εις στερήσεις επί τρεις ημέρας διά να εξοικονομήσωμεν τα αναγκαιούντα προς τούτο χ΄ρηματα. Παρατήρησον !

Ανήγειρε το κάλυμμα του κανίστρου. Εις δεδεμένος χην προέβαλε την κεφαλήν κοάζων και προσπαθών να διαφύγη.

- Ε, ε, δεν είναι τούτο θύμα ; ηρώτησε μεθ’ υπερηφανείας ο γέρων. Καίτοι δεν είναι τρυφερά και παχεία χην, εν τούτοις, είναι εξ’ ίσου ιερά ! Ο Απόλλων πρέπει να λάβη υπ’ όψιν τας περιστάσεις και να μείνη ευχαριστημένος. Οι Θεοί είναι λαίμαργοι διά τα χήνας !

- Είναι υιός σου ; ηρώτησεν ο αυτοκράτωρ, δεικνύων τον Υφερίωνα, όστις ητένιζε μετά προσοχής τους δύο άνδρας ως αν ήθελε να μαντεύση τα μεταξύ αυτών διαμειβόμενα.
- Όχι. δεν έχω ούτε οικογένειαν , ούτε συγγενείς. Ο Υφερίων με βοηθεί κατά τας ώρας των θυσιών.
- Ποιους έχει γονείς ;
- Δεν γνωρίζω τον πατέρα του, και αμφιβάλλω αν κανείς τον γνωρίζη, αλλά μήτηρ του είναι η μεγάλη σιβύλλη Διοθύμη, ήτις έζησεν επί μακρόν εν τω ναώ τούτω. Δεν ωμίλει και ουδέποτε ανήγειρε το πέπλον της προ των ανδρών. Ήτο αγνή ως Εστιάς παρθένος. Όταν έφερε εις τον κόσμον το παιδίον, όλοι εξεπλάγημεν και δεν εγνωρίζομεν τί να υποιέσωμεν. Αλλ’ εις σοφός εκατοντούτης ιεροφάντης μας είπε … ότι δεν ήτο τέκνον ανθρώπου, αλλά θεού τινος κατελθόντος νύκτωρ πλησίον της σιβύλλης … Κύτταξε πόσον ωραίον είναι !
- Εις κωφάλαλος, υιός Θεού !
εψιθύρησεν έκπληκτος ο αυτοκράτωρ.

Αίφνης, το παιδίον επλησίασε τον Ιουλιανόν και, προσηλών επί του προσώπου του αυτοκράτορος βαθύ βλέμμα, έλαβε την χείρα του και την ησπάσθη.

Ο Ιουλιανός εσκίρτησε.

- Υιέ μου, είπε μετά σοβαρού τόνου ο ιεροθύτης, είθε να μένουν προστάται σου οι Ολύμπιοι θεοί. Φαίνεται ότι είσαι καλός άνθρωπος. Το παιδίον ουδέποτε θωπεύει τους μοχθηρούς και τους ασεβείς …

Ο Υφερίων … απεμακρύνθη. Ο Γόργιος εκτύπησε την κεφαλήν διά της χειρός, και είπε :

- Μένω φλυαρών μετά σου, ενώ ο ήλιος ευρίσκεται υψηλά ! Πρέπει να προσφέρω θυσίαν. Ελθέ.
- Περίμενε, είπεν ο αυτοκράτωρ. Ήθελα να σε ερωτήσω κάτι τι ακόμη. Μήπως ήκουσες να λέγουν ότι ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός θέλει να επαναφέρη την λατρείαν των αρχαίων θεών ;
- Ναι, αλλά τί δύναται να πράξη ο ατυχής ; Δεν θα επιτύχη. Σοι λέγω, τετέλεσται !


[1] Δμιτρι Μερεζκόφσκι, «Ο θάνατος των θεών ή Ιουλιανός ο Παραβάτης», μέρος Β΄, VI, σελ. 99 επ., εκδόσεις Εκάτη 1995.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Λογοτεχνία

περί Θλίψεως[1]

Γύρω από τη Θλίψη υπάρχει μια έντονη, μια ξεχωριστή πραγματικότητα. Μιλώντας για τον εαυτό μου, είπα πως ήμουν ένας από κείνους που είχαν συμβολική σχέση με την τέχνη και την κουλτούρα της εποχής τους. Στον άθλιο χώρο που κείτομαι τώρα, δεν υπάρχει ούτ’ ένας άθλιος απ’ αυτούς που μαζί μου, που να μη βρίσκεται σε συμβολική σχέση με το ίδιο το μυστικό της ζωής. Γιατί το μυστικό της ζωής είναι ο πόνος. Αυτός κρύβεται πίσω από καθετί. Όταν ξεκινούμε στη ζωή, ό,τι είναι πικρό, ώστε αναπόφευκτα κατευθύνουμε όλες μας τις επιθυμίες προς την απόλαυση και δεν επιδιώκουμε απλώς να περάσουμε «ένα-δυο μήνες με καρύδια και μέλι», αλλά όλα μας τα χρόνια να μη γευόμαστε άλλη τροφή, αγνοώντας πως η ψυχή μας στο μεταξύ μπορεί να πεθαίνει της πείνας.

Θυμάμαι κάποτε πως μιλούσα γι’ αυτό το θέμα με μια από τις πιο ωραίες προσωπικότητες που έχω ποτέ συναντήσει: μια γυναίκα που η συμπάθεια και η ευγενική της καλοσύνη απέναντί μου, πριν και μετά την τραγωδία της φυλάκισής μου, ξεπερνούν κάθε δύναμη περιγραφής. Μια γυναίκα που μου παραστάθηκε πραγματικά, αν και χωρίς να το ξέρει, ν’ αντέξω το βαρύ φορτίο των βασάνων μου περισσότερο από κάθε άλλον στον κόσμο. Κι όλο αυτό, με μόνο το γεγονός της ύπαρξής της, με το να είναι αυτό που ήταν: εν μέρει ένα ιδανικό και εν μέρει μια επίδραση, μια υπόδειξη για το τί μπορεί να γίνει κανείς, αλλά και μια πραγματική βοήθεια στο να γίνει. Μια ψυχή που μεταμορφώνει τον κοινό αέρα σε χάδι και κάνει το πνευματικό να μοιάζει απλό και φυσικό σαν το φως του ήλιου ή σαν τη θάλασσα. Μια γυναίκα για την οποία η Ομορφιά και η Θλίψη περπατούν χέρι-χέρι και φέρνουν το ίδιο μήνυμα. Στη συζήτηση που αναφέρομαι, θυμάμαι καθαρά πως της είπα ότι, σε οποιοδήποτε στενό δρομάκι του Λονδίνου, υπήρχε πόνος αρκετός για να δείξει πως ο Θεός δεν αγαπούσε τον άνθρωπο, και πως οπουδήποτε υπήρχε πόνος, έστω κι ενός παιδιού σ’ ένα κηπαράκι που κλαίει για κάποιο σφάλμα που είχε ή δεν είχε κάνει, αυτός αρκούσε για ν’ αμαυρώσει ολόκληρη την όψη της δημιουργίας. Είχα απόλυτο άδικο. Μου το ‘πε, αλλά δεν μπορούσα να την πιστέψω. Δεν βρισκόμουν στην σφαίρα όπου μπορεί κανείς να ζυγώσει μια τέτοια πίστη. τώρα νομίζω πως κάποιο είδος Αγάπης είναι η μόνη πιθανή εξήγηση για τη μεγάλη έκταση που έχει ο πόνος στον κόσμο. Δεν μπορώ να συλλάβω καμιά άλλη εξήγηση. Έχω την πεποίθηση πως δεν υπάρχει άλλη και αν, όπως είπα, οι κόσμοι έχουν πλαστεί πραγματικά από Θλίψη, αυτό έγινε από τα χέρια της Αγάπης, γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος που θα μπορούσε η ψυχή του ανθρώπου, για τον οποίο φτιάχτηκε ο κόσμος, να φτάσει στο ανώτερο ύψος της τελειότητάς της. Απόλαυση για το ωραίο σώμα, αλλά Πόνος για την ωραία ψυχή.

Όταν λέω πως έχω πειστεί γι’ αυτά τα πράγματα, το λέω με πολύ μεγάλη περηφάνια. Πέρα μακριά, σαν ένα τέλειο μαργαριτάρι, μπορεί κανείς να διακρίνει την πολιτεία του Θεού. Ξεχωρίζει τόσο θαυμαστά που ένα παιδί θα μπορούσε θαρρείς να φτάσει περπατώντας μια καλοκαιριάτικη μέρα. Και το παιδί βέβαια θα μπορούσε. Για μένα όμως και για τους ομοίους μου το πράγμα διαφέρει. Μπορεί κανείς να συλλάβει κάτι μέσα σε μια στιγμή, αλλά το χάνει μέσα στις μακριές ώρες που ακολουθούν με μολυβένια πόδια. Είναι πολύ δύσκολο να κρατηθεί κανείς «στα ύψη που είναι ικανή να φτάσει η ψυχή». Σκεφτόμαστε την Αιωνιότητα, αλλά βαδίζουμε αργά μέσα στο Χρόνο. Και για το πόσο αργά προχωρεί ο χρόνος για μας που είμαστε στη φυλακή, δε χρειάζεται να ξαναμιλήσω, ούτε για την απόγνωση και την απελπισία που γλιστράνε μέσα στα κελιά μας και μέσα στο κελί της καρδιάς μας, με τόσο παράξενη επιμονή, ώστε αναγκάζεται κανείς στο τέλος να συμμαζέψει και να στολίσει το σπίτι του για τον ερχομό τους, όπως κάνει για κάποιον ανεπιθύμητο επισκέπτη ή για κάποιο μισητό αφέντη ή για ένα δούλο, που από τύχη ή εκλογή κατάντησε δούλος του. Όσο κι αν τώρα σου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψεις, είναι αλήθεια ωστόσο ότι για σένα, που ζεις μέσα στην ελευθερία, την τεμπελιά και την άνεση, είναι πιο εύκολο να μάθεις το μάθημα της Ταπεινοφροσύνης παρά για μένα που αρχίζω τη μέρα μου γονατίζοντας για να πλύνω το δάπεδο του κελιού μου. Γιατί η ζωή της φυλακής, με τις ατέλειωτες στερήσεις της και τους περιορισμούς της, κάνει τον άνθρωπο αντάρτη, Το χειρότερο γύρω απ’ αυτή, δεν είναι πως σου συντρίβει την καρδιά – οι καρδιές είναι φτιαγμένες για να συντρίβονται – αλλά πως σου κάνει την καρδιά πέτρα.

[1] Όσκαρ Γουάϊλντ, de profundis, σελ. 102-104, εκδόσεις Ζαχαρόπουλου, Αθήνα 1989.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Ελληνισμός

περί της ελληνικότητας των αλβανικών φύλων[1]
η περίπτωση των Μποτσαραίων

Η καταγωγή της οικογένειας Μπότσαρη χάνεται εις τα βάθη των αιώνων και εις το σκιόφως του θρύλου. Είνε βέβαιον ότι προήρχετο από βορειοτέρας πηγάς και κατεστάλαξε μέχρι του Σουλίου συν τη παρίδω χρόνου αιώνων. Το πιθανώτερον είνε ότι πρόκειται περί πατριάς συμπολεμιστών του μεγάλου Αλβανού πολεμάρχου Σκεντέρμπεη. Μετά τον θάνατον τούτου, εφ’ όσον η εξάπλωσις των Τούρκων επεξέτείνετο και ο εξισλαμισμός των Αλβανών επετείνετο, τα ορθόδοξα πολεμικά φύλα ανεζήτουν καταφύγιον ολονέν προς νότον διά να περισώσουν εκεί την κιβωτόν της θρησκευτικής των πίστεως και το παλλάδιον της εθνικής των ελευθερίας. Η θεία πρόνοια είχε προορίση τους αγόνους και τραχείς βράχους του Σουλίου ως την Ακρόπολιν της πολυπλάγκτου πολεμικής των περιπετείας.

Κατά την προφορικήν παράδοσιν της οικογενείας Μπότσαρη οι παλαιότατοι πρόγονοι αυτών είχον λάβη μέρος εις την μάχην του Κοσυφοπεδίου. Ο πρώτος όμως ονομαστί αναφερόμενος είνε ο Σπύρος Μπότσαρης, ο οποίος και πρώτος εισήγαγεν την χρήσιν πυροβόλων όπλων, φονεύσας είς τινα μάχην δύο Τούρκους πυροβολητάς και κυριεύσας το τουφέκιόν των. Κατά την βραδύτερον προς νότον κάθοδον της πατριάς ως πρώτος εν Ηπείρω σταθμός αυτής αναφέρεται ο Κακόλακκος, περιφέρεια κειμένη προς δυσμάς των Ιωαννίνων παρά το όρος Μερόπη (Νεμέρσκα). Δεύτερος σταθμός αναφέρεται το χωρίον Δράγανη της Παραμυθιάς. Από εκεί ανέβηκαν εις τας απροσίτους κλεισωρείας του Σουλίου. Τούτο πρέπει να είχε γίνη περί τας αρχάς ή τα μέσα του 17ου αιώνος. Ποιος ξέρει αν κάποιος από τους Μποτσαραίους δεν ήτο ο πρωτεργάτης του φόνου του Οθωμανού Σούλη, διά του αίματος του οποίου εκυρώθη, κατά την παράδοσιν, η κατοχή του Σουλίου υπό των αγερώχων επιδρομέων ! Και ποιος ξέρει ακόμη αν κάποιος από τους Μποτσαραίους δεν είχε διαλέξη την καλλιτέραν από τας εξήντα παρθένους, τας οποίας, κατά την παράδοσιν, είχον απαγάγη από γειτονικήν πανήγυριν ισάριθμοι άλκιμοι Σουλιώτες καθώς άλλοτέ ποτέ οι Ρωμαίοι τας γυναίκας των Σαβίνων !

Ο κορυφαίος της γενεάς των Μποτσαραίων, ο κορυφαίος του γένους των Σουλιωτών υπήρξεν, αναμφισβητήτως, ο Μάρκος. Εις αυτόν είχε συμπυκνωθή το δριμύτερον απόσταγμα της Σουλιώτικης ευψυχίας. Εις αυτόν είχε κυβισθή η Μποτσαρέϊκη ευγένεια, πολιτικότης και ανδρεία.

Ο Σουλιώτης ποιητής Χρήστος Χρηστοβασίλης το εκφράζει επιγραμματικά με το λιτό του δίστιχο:

«Και στην πανένδοξη γενιά των Μποτσαραίων όλων
Ο πειό μεγάλος Μπότσαρης, ο πειο τρανός Σουλιώτης!»

Ο Μάρκος έχει καταλάβη πλέον ή δικαίως, πλέον ή επαξίως μίαν από τας πρώτας θέσεις εις το πάνθεον των ηρώων της εθνικής παλιγγενεσίας. … Το ιδανικόν της εθνικής αποκαταστάσεως τον ενέπνεε βαθύτατα. Και το συνέχεε, το συνήνωνε, το συνέπλεκε με το ιδανικόν της αναστάσεως του αρχαίου Ελληνισμού. … Έβλεπε μίαν Ελλάδα ένδοξον, λαμπράν, ακτινοβόλον με μεγάλους άνδρας καθώς εκείνοι της αρχαιότητος των οποίων εγνώριζε τα ονόματα, των οποίων εθαύμαζε τας πράξεις, των οποίων ησθάνετο το μεγαλείον. Συχνάκις ανέφερε τους μεγάλους άνδρας της αρχαιότητος και τας εξόχους πράξεις των όταν ήθελε να παραδειγματίσεη, όταν ήθελε να φρονιματίση τους συντρόφους του, τους φίλους του. Και οι λόγοι του έκαμναν πάντοτε βαθείαν εντύπωσιν. Αναφεέρεται ότι μεγάλην αίσθησιν είχε κάμη λόγος του περί καταφρονήσεως των υλικών αγαθών και περί του προς την πατρίδα έρωτος, τον οποίον είχε εκφωνήση, διερχόμενος εκ Μεσολογγίου, ενώπιον των συνεδριαζόντων εκεί αντιπροσώπων της Δυτικής Ελλάδος.

Είχε συλλάβη το σχέδιον της ιδρύσεως μεγάλου Ελληνοαλβανικού Κράτους και επίστευε εις αυτό. Διά τους γνωρίζοντας την γενικήν και την τοπικήν κατάστασιν των χρόνων εκείνων το πολιτικόν τούτο σχέδιον του Μάρκου δεν ήτο άμοιρον μεγαλοφυΐας καθώς δεν ήτο άμοιρον δυνατότητος. Προς εφαρμογήν του σχεδίου του κινούμενος είχε αρχίση, όταν ευρίσκετο εις Αγκώνα της Ιταλίας, την σύνταξιν Ελληνοαλβανικού Λεξικού.

Ο Μάρκος εγεννήθη στο Σούλι το 1790. … Ο εθνομάρτυς καλόγερος Σαμουήλ τον είχε διδάξη τα πρώτα γράμματα και του είχεν εμπνεύση τον σφοδρόν έρωτα της ελευθερίας και τον ιερόν ζήλον της μιμήσεως των μεγάλων ανδρών. … Εξ απαλών ονύχων ησκήθη συγχρόνως, εν μέσω των περιπετειών της οικογένειάς του και της πατρίδος του, εις την παριφρόνυσιν των κινδύνων, εις την χρήσιν των όπλων, εις την τέχνην του πολέμου.

Το 1822 μεσουρανεί εις την υπεράσπισιν του Μεσολογγίου κατά την πρωτην πολιορκίαν του. Πολιτευθείς δεξιώτατα τον Ομέρ-Βρυώνην κατώρθωσε να χρονοτριβήση μέχρις ότου κατέφθασαν αι αναμενόμεναι ενισχύσεις. Και τότε, καθώς λεγέι το Δημοτικό τραγούδι:

«… Ο Μάρκος αποκρίθηκε με το σπαθί στο χέρι
Στην πόρτα τάχω τα κλειδιά του Κάστρου κρεμασμένα
κι’ αν είσαι άξιος και καλός έλα ξεκρέμασέ τα !»

Το 1823 διωρίσθη Αρχιστράτηγος της Δυτικής Ελλάδος. Και ολίγον κατόπιν εξεκίνησε για το Καρπανήσι, για τον θάνατον, για την αθανασίαν. Ήτο τότε 33 μόνον ετών.

[1] Γ. Αθάνα, Ιστορικά Μελετήματα, Οι Μποτσαραίοι, σελ. 14 επ., έκδοση Ιδρύματος Γ. & Μ. Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος 1998.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Ιστορίας αλήθειες

όσα οι ισχυροί είθισται ν' αγνοούν όταν δεν τους εξυπηρετεί ... κάνουν πως αγνοούν όταν δεν υφίσταται ιδιαίτερος λόγος ... και θυμούνται όταν οι ίδιοι θίγονται.
Ιωάνης Λιάκουρας


Γενοκτονίας … το ανάγνωσμα
[1]

Οι ήττες των Γερμανών στα ευρωπαϊκά μέτωπα, η κατάρρευση του τουρκικού μετώπου σ’ όλη τη γραμμή από τη Θράκη ως τη Συρία, η ανακωχή στο Μούντρος, η είσοδος των συμμάχων στην Κωνσταντινούπολη, η καταγγελία της συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ – όλα αυτά μέσα σε λίγους μήνες του 1918. Ποτέ άλλοτε οι Αρμένιοι δε βρέθηκαν τόσο κοντά στο παλιό όνειρό τους να φτιάξουν ένα μεγάλο κράτος. Θα τους το υποσχεθούν σε λίγο στη συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος του 1920), τρεις φορές πιο μεγάλο από το σημερινό. Αλλά ας όψεται ο Κεμάλ. Οι Αρμένιοι θα πάρουν τη λίμνη Βαν και την Τραπεζούντα, όσο εμείς τη Σμύρνη και τα παράλια στο Αιγαίο. Αυτό το κράτος που υπάρχει σήμερα είναι ό,τι μπόρεσε να κρατηθεί από το στρατό του Κεμάλ την τελευταία στιγμή, η γραμμή χαράχτηκε την άνοιξη του 1921 με τη συμφωνία της Μόσχας. Ένα χρόνο πριν, αφού κατόρθωσε να στερεώσει το κίνημά του, ο Ατατούρκ άρχισε να εκκαθαρίζει τα μετόπισθεν, την τούρκικη Ανατολή, πριν ακόμα αναμετρηθεί με το δικό μας στρατό. Ο μεγάλος στόχος εκεί ήταν οι Αρμένιοι. Ουσιαστικά συνέχισε την ψυχρή γραμμή της γενοκτονίας. Έσφαξε πρώτα ό,τι είχε απομείνει από το αρμενικό στοιχείο κάτω στην Κιλικία. Την περιοχή αυτή την είχε κάνει κατοχή η Αγγλία. Σε συνέχεια, σύμφωνα με τα γενικότερα σχέδια που άρχισαν να καταστρώνονται για τη διανομή των τουρκικών εδαφών, τη θέση των Άγγλων επήραν τα γαλλικά στρατεύματα. Στην Κιλικία, άγνωστο πώς, είχαν περισωθεί περί τους 150 χιλιάδες Αρμένιοι. Από τις αρχές του 1920, με το πρώτο κεμαλικό φύσημα, οι Γάλλοι αποχώρησαν στη Συρία. Από την άνοιξη ως το φθινόπωρο οι Τούρκοι ξεκαθάρισαν όλη την περιοχή εξοντώνοντας όσους δεν πρόλαβαν να φύγουν στο συριακό έδαφος. Έπειτα ήρθε η σειρά της Ανατολής.

Το Σεπτέμβριο του 1920, ένα μήνα ύστερα από την υπογραφή της συνθήκης των σεβρών που πρόβλεπε τη δημιουργία ενός μεγάλου σχετικά αρμενικού κράτους (θα έβγαινε ως τη θάλασσα, παίρνοντας μέσα την Τραπεζούντα), ο στρατός του Κεμάλ απώθησε τους Αρμένιους από τις ανατολικές περιοχές του Ερζερούμ και του Καρς, πέρασε και το παλιό σύνορο, τον ποταμό Αχουριάν, και κατέλαβε την Αλεξανδρούπολη, επιβάλλοντας στο Ερεβάν μια ανακωχή που σήμαινε παραίτηση των Αρμενίων από τη συνθήκη των Σεβρών. Με αυτή την ανακωχή ο κεμάλ στρίμωξε το αρμενικό κράτος στα όρια που είχαν περισώσει οι Αρμένιοι το 1918 με τη νίκη τους στο Σαρνταραμπάτ, δηλαδή πάλι το τρις λιγότερο από το σημερινό τους κράτος. Σ’ αυτή τη στιγμή πέρασε τα ανατολικά σύνορα ο Κόκκινος στρατός με τους αρμένιους επαναστάτες από το Μπακού, πήραν την εξουσία και σχημάτισαν μια σική τους σοβιετική δημοκρατία (2-4 Δεκεμβρίου του 1920). Στη διάσκεψη της Μόσχας την άνοιξη ρυθμίστηκαν τα τουρκοσοβιετικά σύνορα στη γραμμή που περνούν ως σήμερα. Κατόρθωσε μάλιστα ο Κεμάλ να αποσπάσει ένα από τα αρχαιότερα αρμενικά εδάφη, το Ναχιτσεβάν, για ν’ αποδοθεί στο Αζερμπαϊτζάν, ενώ με ένα μικροσκοπικό διάδρομο ανάμεσα στα περσικά και τα σοβιετικά σύνορα κράτησε απευθείας και με το δικό του δάχτυλο – και το κρατά ακόμα – αυτό το πετσοκομμένο αρμενικό αυτί.

Και πώς τώρα να μην πιστέψεις, …, ότι οι εξυπνότεροι διπλωμάτες του κόσμου είναι αυτοί οι μπουνταλάδες; Βέβαια ευνοήθηκαν από τις περιστάσεις. Αλλά η διπλωματία τί άλλο είναι παρά η καπατσοσύνη να επωφελείσαι από τις περιστάσεις; Τί έγινε τότε εδώ πέρα; Και τί ήταν για την Ανατολή η συνθήκη των Σεβρών; Όταν οι Νεότουρκοι έφυγαν από την εξουσία και σχημάτισε την κυβέρνησης στην Κωνσταντινούπολη ο Ιζέτ Πασάς, πίστεψε ο κόσμος ότι τα εγκλήματα των Τούρκων θα πληρώνονταν όπως έπρεπε, θα πλήρωνε επίσης η Τουρκία τη συμμετοχή της στον πόλεμο. Και πιστέψαμε κι εμείς οι Αρμένιοι ότι τώρα θα ευνοούσαν οι σύμμαχοι ένα ενωμένο αρμενικό κράτος. Οι ηγέτες της χώρας μας τότε ούτε καν συζητούσαν το ενδεχόμενο να μη λήξει όλη αυτή η περιπέτεια με ένα δικό μας ευτυχές τέλος. Συζητούσαν πόσο μεγάλο θα ήταν το κράτος – ως πού θα πήγαινε. Δεν έγινε όμως τίποτα. Ακόμα κι οι πλέον υπεύθυνοι για τα εγκλήματα, οι αρχηγοί των Νεότουρκων, δεν τιμωρήθηκαν. Έγινε μια δίκη. Καταδικάστηκαν μερικοί σε θάνατο, αλλά ο Ενβέρ, ο Τζαμάλ και ο Ταλαάτ, οι αρχηγοί του κράτους και του νεοτουρκικού κινήματος, είχαν διαφύγει στο εξωτερικό. Η δίκη χρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους για να πειστεί ο κόσμος πως τα εγκλήματα, όσο και η ίδια η συμμετοχή των Τούρκων στον πόλεμο, ήταν έργο αυτών των τριών ανθρώπων.

*σχετικό άρθρο: http://beatrikn.spaces.live.com/blog/cns!DB0283FF0E23F3B2!4041.entry
[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», Σαρνταραμπάτ, σ. 249-251, εκδόσεις Κέδρος 1982

Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Διπλωματία

Η νομιμότητα του διεθνούς δικαίου και των Ηνωμένων Εθνών[1]

Ο διπλωμάτης-μελετητής Ε. Χ. Καρ, το 1939 ήδη, εξέτασε ευφυώς και σχολαστικά το διεθνές δίκαιο και τις συνθήκες από μια εξαντλητικά ρεαλιστική σκοπιά. Παρατήρησε ότι τα κράτη δεσμεύονται με συνθήκες μόνο όταν επιθυμούν να δεσμεύσουν και έναν επικίνδυνο αντίπαλο. Όταν η διεθνής ισορροπία ισχύος αλλάζει προς όφελός τους, παραβιάζουν τις συνθήκες ή τις αλλάζουν. Όταν η ισορροπία μεταβληθεί και πάλι εις βάρος τους, επιμένουν απελπισμένα στην ιερότητα των συνθηκών ως εργαλείων διατήρησης του στάτους κβο.

Οι μονομερείς πηγές διεθνούς νομιμοποίησης της Αμερικής, οι στρατιωτικές της συμμαχίες, είναι καταλληλότατες για να προστατευθούν οι Αμερικανοί έναντι των ασήμαντων συμβατικών απειλών που αντιμετωπίζουν την τρέχουσα περίοδο. Είναι όμως οδυνηρά ακατάλληλες για να εκσυγχρονίσουν προς όφελος των συμφερόντων της Αμερικής, ιδίως των οικονομικών της συμφερόντων, τους κανόνες ενός αδύναμου και ατελούς διεθνούς συστήματος που βρίθει από ευερέθιστα, ανταγωνιστικά όχι ακριβώς έθνη-κράτη. Υπάρχουν πολυμερείς εναλλακτικές λύσεις; Είναι το διεθνές δίκαιο πηγή νομιμοποίησης που θα βοηθήσει τους ξένους πολιτικούς να κάνουν ό,τι θέλει η Αμερική και να επιβιώσουν πολιτικά; Η απάντηση είναι συνήθως καταφατική, αλλά το τίμημα είναι να δεσμεύονται και οι ΗΠΑ με τους ίδιους νομικούς και θεσμικούς περιορισμούς που επιβάλλουν στους άλλους.

Η κυνική ανάλυση του Καρ ήταν πιστευτή λόγω της χρεοκοπίας της Κοινωνίας των Εθνών και του ότι ο Χίτλερ πέτυχε τη μονομερή αποκατάσταση των αδικιών της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Παρά αυτά τα αποκρουστικά προξγούμενα, η κυβέρνηση Μπους αποδύθηκε στην προσπάθεια ακύρωσης ή αγνόησης συνθηκών που επιβάλλουν περιορισμούς στην αμερικανική συμπεριφορά – της Συνθήκης για τους Αντιβαλλιστικούς Πυραύλους, της Συνθήκης για τη Γενική Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών, των Συμβάσεων της Γενεύης, του Πρωτοκόλλου του Κιότο και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Μόνο στο οικονομικό μέτωπο ήταν πρόθυμη η κυβέρνηση Μπους να τηρήσει τις διεθνείς της δεσμέυσεις – και μόνο όπου το ρίσκο των αντιποίνων από τους εμπορικούς εταίρους ήταν άμεσο και σίγουρο.

Το πρόβλημα που προκύπτει για τις ΗΠΑ από την άρνηση εφαρμογής του διεθνούς δικαίου είναι ότι υπονομεύεται η δυνατότητα να χρησιμοποιείται ως πολιτική δικαιολόγία για να συμπεριφέρονται οι ξένοι κόσμια. Οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται τις Συμβάσεις της Γενεύης για να προστατεύουν αιχμαλώτους Αμερικανούς στρατιώτες. Μπορούν να απειλήσουν με μαζικά αντίποινα και συχνά αυτή η απειλή είναι αποτελεσματική. Όμως, με αυτό τον τρόπο οι ΗΠΑ πληρώνουν σημαντικό κόστος στην άσκηση της εξωτερικής τους πολιτικής. Αντιθέτως, η προσφυγή στις Συμβάσεις της Γενεύης είναι άνευ κόστους, μπορεί επίσης να προκαλέσει θαυμασμό, υπό τον όρο ότι η Αμερική πληρώνει το αμελητέο επιπλέον κόστος της σύμμόρφωσής της σ’ αυτές.

Σήμερα, η κύρια πηγή διεθνούς νομιμοποίησης είναι τα Ηνωμένα Έθνη, ένα μεγάλο, δυσκίνητο, ευμετάβλητο σώμα που οι Αμερικανοί διδάχθηκαν από τους εθνικιστές πολιτικούς τους να απεχθάνονται. Κάθε δεδομένη στιγμή, κάποιοι ελάχιστοι, ενεπαρκώς ελεγχόμενοι αξιωματούχοι του ΟΗΕ, στις πράξεις των οποίων δίνεται ευρεία δημοσιότητα, κουτσομπολεύουν πίνοντας καφέ, πασπατεύουν τις υπαλλήλους τους, προμηθεύονται ανήλικες πόρνες, καταχρώνται κονδύλια, διαπράττουν κατασκοπία, παρκάρουν παράνομα στις κόκκινες λωρίδες ή συντάσσουν προσχέδια ομιλιών εχθρικά προς τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Όμως, θα έπρεπε να θυμόμαστε ότι ένας ανάλογος πάνω κάτω αριθμός Αμερικανών αξιωματούχων κάνει τα ίδια πράγματα.

Η Αμερική είναι υπόχρεη στον ΟΗΕ ως τον μόνο θεσμό που μπορεί να νομιμοποιεί την αμερικανική ηγεσία στην αστυνόμευση του πλανήτη. Ο ΟΗΕ δεν διαθέτει μόνιμο στρατό, ούτε στόλο μυστηριωδών μαύρων ελικοπτέρων, ούτε δικό του μεταγωγικό αεροπλάνο για να παραδίδει βοήθεια προς ανακούφιση των πληγέντων από τσουνάμι. Στην πραγματικότητα, ο ΟΗΕ είναι απλώς ένας συντονιστικός μηχανισμός της διεθνούς συνεργασίας και αντιπροσωπεύει ένα χαλαρό σύνολο κανόνων που διέπουν τη διεθνή συμπεριφορά. Αυτοί οι κανόνες επιβάλλονται από ένα μικρό αριθμό κρατών-μελών, συχνά υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, που λειτουργούν υπό τη σημαία των Ηνωμένων Εθνών και την προστατευτική του αύρα.

[1] Μαθήματα Διπλωματίας, Τζων Μπρέιντυ Κήσλινγκ, σελ. 121 επ., εκδόσεις Λιβάνη.

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Λογοτεχνία

Ιστορίες από το γκούλαγκ[1]

Στο μέσον της παράγκας είναι δυο σειρές από στύλους, που χρησιμέυουν ίσως σαν υποστηρίγματα. Κοντά σ’ έναν απ’ αυτούς τους στύλους κάθεται ο Φετιούκοβ, φίλος του Σουκώβ στην ίδια ομάδα, και του φυλάει το πρωινό. …

Ο Φετιούκοβ, βλέποντας το Σουκώβ, αφήνει έναν αναστεναγμό και του δίνει τη θέση του.

«Έλα και σου πάγωσε, του λέει. Ότι ετοιμαζόμουνα να τη φάω γιατί νόμιζα πως ήσουνα στο πειθαρχείο».

Και δεν περιμένει άλλο γιατί ξέρει ότι ο Σουκώβ δεν πρόκειται να του αφήση τίποτα – θα τις γλύψη και τις δύο καραβάνες.

Ο Σουκώβ τραβάει το κουτάλι του από τη μπότα. Το αγαπάει πολύ αυτό το κουτάλι – πέρασε όλο το Βορρά μαζί του. Τόχε χύσει σε καλούπι από άμμο μόνος του, χρησιμοποιώντας ένα αλουμινιένιο έλασμα και είχε χαραγμένο στο χερούλι: «Ούστ – Ίζμα, 1944». …

Ανακατεύοντας τη σούπα του που ήτανε ακουμπισμένη στο βάθος, κατάλαβε αμέσως τί θα έβρισκε εκεί μέσα. Δεν ήτανε πηχτή, αλλά ούτε και εντελώς νεροζούμι – κάτι ανάμεσα στα δύο. Μπορεί ο Φετιούκοβ, καθώς του τη φύλαγε, να ψάρεψε τα κομματάκια πατάτας που υπήρχαν εκεί μέσα.

Το μόνο καλό στη σούπα είναι αν την τρως ζεστή, τώρα όμως η δική του είναι ολότελα παγωμένη. Παρ’ όλα αυτά την έτρωγε σιγά-σιγά για να παρατείνη την απόλαυση. Σε τέτοιες περιστάσεις ο κόσμος να καίγεται δεν αξίζει τον κόπο να βιαστής. Αν δεν λογαριάσουμε τις ώρες του ύπνου, ο άνθρωπος που είναι στα στρατόπεδα, ο «λάγκερνικ», έχει πραγματικά δικό του χρόνο για να ζήση μόνο τα δέκα λεπτά του πρωινού, πέντε για το μεσημέρι κι’ άλλα πέντε για το βράδυ.

Η σούπα δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Εξαρτάται από το απόθεμα λαχανικών που έχουν για το χειμώνα. Πέρισυ είχανε μόνο καρόττα αλατισμένα, και από το Σεπτέμβρη ως τον Ιούνιο μόνο καρότα έβρισκες στη σούπα. Τώρα έχουν λάχψανο σκουλικιασμένο. Ο καλύτερος καιρός, που παίρνει κανείς ανάσα, είναι ο Ιούνιος. Έχουν τελειώσει τότε όλα τα λαχανικά και στη θέση τους βάζουν μπλουγούρι. Και η χειρότερη εποχή είναι ο Ιούλιος που ρίχνουν στα καζάνια ψιλοκομένες τσουκνίδες.

Όσο για τα μικρά ψαράκια, μένουν μόνο τα κόκκαλά τους γιατί το κρέας λυώνει βράζοντας και μόνο γύρω απ’ την ουρά και το κεφάλι απομένει λίγο ακόμα.

Ο Σούκωβ δεν άφησε ούτε λέπι, ούτε το παραμικρό κομματάκι σάρκας γύρω απ’ τον λεπτό σκελετό του ψαριού. …

Την ημέρα εκείνη έκανε οικονομίες: … δεν άγγιξε τη μερίδα του ψωμιού και τώρα τρώει τη σούπα του χωρίς ψωμί.. Θα το φάη το ψωμί του αργότερα – στηλώνεσαι έτσι πιο καλά.

Το κρύο γίνεται πιο δυνατό. Η τσουχτερή καταχνιά πνίγει τον Σουκώβ, τον κάνει να πονάη και να βήχη. Η θερμοκρασία θάναι 27 υπό το μηδέν. Και αυτός έχει 37,7.

Ξαναγυρίζει στην παράγκα του τρέχοντας. Τριγύρω είναι ερημιά, από τη μια άκρη ως την άλλη, και όλο το στρατόπεδο φαίνεται σαν άδειο. Γκρεμίζεσαι για μια στιγμή, βλέπεις πως όλα τέλειωσαν κι ωστόσο θέλεις να πιστεύης ότι όχι, κάτι μπορεί να γίνη ακόμα και να μη μας βγάλουν στη δουλειά. Οι φρουροί της συνοδείας είναι στη ζέστα μέσα στους στρατώνες τους, ακουμπώντας το κεφάλι τους, βαρύ ακόμα από τον ύπνο, πάνω στ’ όπλο τους – δεν είναι και γι’ αυτούς ευχάριστο να πάνε τώρα και να φέρουν βόλτες στα παρατηρητήρια, με τέτοιο κρύο. Στο φυλάκιο της κύριας φρουράς, οι επιστάτες ξαναβάζουν κάρβουνο στη σόμπα. Στην αίθουσά τους, οι φύλακες παίρνουν την τελευταία τους ζεστασιά, προτού τη χάσουν. Οι κρατούμενοι έχουν ρίξει κιόλας στις πλάτες τους κάθε λογής κουρέλια, δεμένα με κάθε τρόπο που περνάει απ’ το μυαλό του ανθρώπου. Είναι περιτυλιγμένοι από το πηγούνι ως τα μάτια για να φυλαχτούν από την παγωνιά. Ξαπλωμένοι στις άκρες των ξυλοκρέβατων, με τις μπότες πάνω στην κουβέρτα και τα μάτια κλεισμένα, περιμένουν ακίνητοι ως τη στιγμή που ο αρχηγός της ομάδας φωνάζει:

«Όρθιοι» !

Η 104η ομάδα λαγοκοιμάται όπως κι’ όλη η παράγκα 9. Μόνο ο Πάβλο. ο υπαρχηγός, φαίνεται να λαγαριάζη κάτι μ’ ένα μολύβι, σαλεύοντας τα χείλη του. Και στην πάνω κουκέτα, ο Αλιόσκα ο Βαπτιστής, γείτονας του Σουκώβ, καθαρός και ξυρισμένος, διαβάζει το σημειωματάριό του, όπου έχει αντιγράψει τα μισά Ευαγγέλια.

Ο Σουκώβ μπαίνει μέσα σα σφαίρα, αλλά αθόρυβα και πάει κοντά στο κρεβάτι του υπαρχηγού της ομάδας. Ο Πάβλο σηκώνει το κεφάλι του:

«Δεν σας έκλεισαν στη φυλακή, Ιβάν Ντενίσιτς; Είσαστε ακόμη στη ζωή»;

Οι Ουκρανοί των Κάτω Καρπαθίων φωνάζουν στο στρατόπεδο τους άνδρες με τ’ όνομα και το πατρωνυμικό τους και πάντα στον πληθυντικό. Με κανέναν τρόπο δεν αλλάζουν τη συνήθεια αυτή.

Παίρνει τη μερίδα του ψωμιού και τη δίνει στον Σουκώβ. Πάνω στο ψωμί έχουν βάλει μια λουρίδα ζάχαρη που σχηματίζει ένα λοφάκο άσπρο.

Ο Σουκώβ είναι πολύ βιαστικός, ωστόσο απαντάει με όλο τον οφειλόμενο σεβασμό – ο υπαρχηγός της ομάδας είναι κι’ αυτός από τις κεφαλές και, στο βάθος, έχει πιο μεγάλη σημασία κι’ απ’ τον ίδιο το διοικητή του στρατοπέδου –. Παρ’ όλη όμως τη βιασύνη του – πρέπει να πιάση με τα χείλη του τη ζάχαρη, να γλύψη με τη γλώσσα ό,τι θ’ απομείνει απ’ αυτή πάνω στο ψωμί, να πατήση με το ένα πόδι στην τραβέρσα του ξυλοκρέβατου για να ψηλώση και να φτάση για να στρώση την κουβέρτα του – βρήκε τον καιρό να κοιτάξη τη μερίδα του ψωμιού του κι’ απ’ τις δυο πλευρές και να την πεζάρη στο χέρι του για να ιδή αν είναι πραγματικά 550 γραμμάρια που λέει ο κανονισμός. Έχει πιάσει στα χέρια του χιλιάδες τέτοιες μερίδες, στις φυλακές και στα στρατόπεδα και παρ’ όλο που δεν μπόρεσε ποτέ του να ζυγίση έστω και μία για να βεβαιωθή, παρ’ όλο που είναι δειλός και δεν τολμάει να κάνη φασαρία και να ζητήση το δίκηο του, τόχει καταλάβει από πολύν καιρό, όπως και όλοι οι κρατούμενοι, πως το ψωμί είναι λιπόβαρο, αν το ζυγίση τίμια κανείς. Κάτι λείπει από κάθε μερίδα, αλλά πόσο; Πολύ; Το κοιτάει λοιπόν κάθε μέρα για να καθησυχάση : Ίσως σήμερα να μην το ξάφρισαν πάρα πολύ. Ίσως να μην του λέιπουνε πολλά γραμμάρια.

«Καμιά κοσαριά, το λιγώτερο» - βγάζει το συμπέρασμα, κόβοντας στα δύο τη μερίδα του. Χώνει το ένα κομμάτι στα ρούχα του, κάτω απ’ το καπλατισμένο του σακάκι, όπου έχει ράψει γι’ αυτό το σκοπό μια τσέπη με άσπρο πανί (τα καπλατισμένα σακάκια για κρατούμενους φτειάχνονται από το εργοστάσιο χωρίς τσέπες). Σκέφτεται να φάη το άλλο μισό που οικονόμησε από τη σούπα τώρα κιόλας, αλλά όταν τρως γρήγορα είναι σαν να μην τρως, θα πάη χαμένο το ψωμί, χωρίς να του κόψη την πείνα.


[1] Α. Σολζενίτσιν, Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς.