Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

εκπαιδευτικά

το μεσαιωνικό σχολείο[1]

Ο Αισχύλος[2] είχε συμπεριληφθεί στο βυζαντινό σχολικό πρόγραμμα σπουδών και ήταν, σε μεγάλο βαθμό, οι συγγραφείς οι οποίοι περιλαμβάνονταν σ’ αυτό το πρόγραμμα που αποκτούσαν ανάλογο κύρος στα ιταλικά σχολεία και πανεπιστήμια. Αυτό ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της εισαγωγής Βυζαντινών διδασκάλων. Σήμαινε δε ότι οι Ιταλοί σπουδαστές του δέκατου πέμπτου και των αρχών του δέκατου έκτου αιώνα εξακολουθούσαν να έχουν μικρή ή και καμία θέση σ’ ένα σύγχρονο πρόγραμμα σπουδών για την απόκτηση πτυχίου κλασικών σπουδών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιταλοί δεν εξέφραζαν τις προτιμήσεις τους ή δεν έθεταν νέα ερωτήματα. Σε μια σημαντική περίπτωση επέφεραν μια αλλαγή. Το ενδιαφέρον για τον Πλάτωνα, που προκάλεσαν οι Μπρούνι και Φιτσίνο, αν και δεν οδήγησε στην εξαφάνιση του Αριστοτέλη από τα πανεπιστήμια, δημιούργησε εντούτοις μια ολωσδιόλου νέα κατάσταση. Στο Βυζάντιο, ο Πλάτων ήταν πολύ γνωστός συγγραφέας, που, ωστόσο, έπρεπε να μελετάται με προσοχή επειδή οι θεωρίες του έρχονταν σε αντίθεση με τη διδασκαλία της εκκλησίας, και οι αρχές είχαν εκδώσει ένα διάταγμα το 1082 καταγγέλλοντας την πλατωνική θεωρία των μορφών και επιτρέποντας τη μελέτη του Πλάτωνα μονάχα σαν υπόδειγμα καλού πεζού λόγου. Στην Ιταλία βρέθηκαν τα μέσα να παραβλεφθεί ή να ελαχιστοποιηθεί οιαδήποτε απειλή προς την ορθή πίστη.

Η σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση με το βυζαντινό σχολικό πρόγραμμα σπουδών συνεπαγόταν και κάποια έμφαση στα κλασικά έργα της λογοτεχνίας των εθνικών που κατά καιρούς είχε προκαλέσει την μήνιν των εκπροσώπων της εκκλησίας. Στο Βυζάντιο, είχε δοθεί μια μικρή παραχώρηση στις επιθυμίες της εκκλησίας: απ’ ό,τι φαίνεται, οι Ψαλμοί χρησιμοποιούνταν ως κείμενο ανάγνωσης στις μικρές τάξεις του σχολείου και στις πιο προχωρημένες οι μαθητές διάβαζαν συχνά μια συλλογή από τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, ενός από τους μεγαλύτερους Καππαδόκες συγγραφείς του τετάρτου αιώνα. Η παραχώρηση αυτή μάλλον δεν αποτέλεσε πάγια ιταλική πρακτική, ακόμα κι αν ο Μουσούρος διάβαζε τον Γρηγόριο με τους μαθητές του και κατά καιρούς άλλοι σπουδαστές χρησιμοποιούσαν τους Ψαλμούς ως κείμενο ανάγνωσης στα πρώτα στάδια εκμάθησης της γλώσσας. Σε γενικές γραμμές, τα ελληνικά κείμενα των πατέρων της εκκλησίας δεν ήταν δυνατό να ενδιαφέρουν τους Ιταλούς για τους ίδιους λόγους που δεν ενδιέφεραν τους Βυζαντινούς. Όμως, στις διεθνείς σχέσεις η θρησκεία αποτελούσε σημαντικό παράγοντα, έτσι κάποιοι Ιταλοί φρόντισαν να ανακαλύψουν τί είχαν γράψει οι κορυφαίες αυθεντίες μιας σχισματικής εκκλησίας.

[1] από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση, Ν. Τζ. Γουίλσον, σελ. 279-280, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Λιβάνη, Αθήνα 1994
[2] Στη Δύση ο αλδινός εκδοτικός οίκος κυκλοφόρησε, για πρώτη φορά, το ελληνικό κείμενο των έργων του Αισχύλου το 1518, η δυσκολία όμως της γλώσσας ήταν τόσο μεγάλη που πολλά απόσπάσματα αντιστέκονταν στις προσπάθειες του επιμελητή να κάνει την ποιήση κατανοητή στον δυτικό αναγνώστη.