Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Θέατρο

Βαβυλωνία[1]

Πρόσωπα αποσπάσματος:
Ανατολίτης
Πελοποννήσιος
Χίος
Αλβανός
Κύπριος
Λογιώτατος
Ξενοδόχος Χίος

Πελ. – Τώρα ναι, χρειάζεται να κάμουμε ένα καλό γλέντι.
Ανατ. – Τί; τσουμπόυσι[2]; άιντε ντε! Άμμα[3] να κάτσουμε ούλοι σ’ ένα σουφρά.
Χίος – Ναίσκε, όλοι να κάμουμεν μίαν παρέγια με το ρεφενέ[4] μας.
Λογ. – Και δη ευθυμητέον τήμερον, και πανηγυριστέον την της Ελλάδος παλιγγενεσίαν, καγώ μεθ’ υμών.
Ανατ. – Κάτεσαι κι’ εσύ μαζί μας σουφρά Λογιώτατε;
Λογ. – Έγωγε.
Ανατ. – Τζάνουμ, Λογιώτατε, μπαμπά[5] σου γλώσσα γιατί ντε μιλάς;
Λογ. – Την των προγόνων διαλέγεσθαι χρη.
Ανατ. – Εγώ χρη μη, γόνω μόνω, ντε ξέρω, γιατί ντε μιλάς ρωμαίικα, έριφ[6];
Λογ. – Ταύτην γαρ και μεμάθηκα.
Ανατ. – Όρσε κι’ άλλο! Εγώ λέω, γιατί ντε μιλάς ρωμαίικα, εκείνο με λέιε, μεμανάτηκα, πανάτηκα … Αν μπορής, κατάλαβε πγια.
Χίος – Καλέ, ίντα θα κάμουμεν τώρη; Εν καθούμεστεν πλια;
Αλβ. – Πώ, να το κάνης ανταλέτι[7] μαζί, ορέ.
Ανατ. – Ναι, ούλοι σ’ ένα σουφρά να κάτσουμε, τζάνουμ.
Αλβ. – Χα, χα, καλό είναι έτσι ορέ.
Κυπρ. – Σα θα κάτσουσιν όλοι τούτοι να φάσιν, τρώω κι’ εώ[8].
Χίος – Να διαβάσουμεν τώρη τη λίστα, να δγιούμεν ίντα φαγιά μας έχει … Λογιώτατε, διαβάστεν τη εσείς τη λίστα (τω δίδει τον κατάλογον).
Λογ. – (Αναγιγνώσκει). Σούπαν από κολοκύνθια, βραστόν, βουδινόν, εντράδαν, κιοφτέδας, δολμάδας … (αφίνει τον κατάλογον). Ταύτα τουρκιστί εγεγράφατο, άπερ δη και ιλιγγιά με αναγιγνώσκοντα. (Προς τον Κύπριον0, Ανάγνωθι ουν συ, Κύπριε.
Κυπρ. – (Αναγιγνώσκει). Πουρέκκιν, κεπάππιν, καταΐφφιν, ψωμμίν, κρασσίν, τυρίν, ψάτιν ψηττό, ψάριν βραστό, φρούττα, και ποκλαβέτην.
Ανατ. – Άνταμ! μπακλαβά πες το μπρε! … (προς τον ξενοδόχον). Αμέ ντικό μου παστουρμά;
Ξεν. – Ότοιμος είναι, να σας χαρώ …
Λογ. – Άξον δη καμοί πλακούντα, τον και μάκαρες ποθέουσιν.
Ανατ. – (Προς τον ξενοδόχον). Μισέ Μπαστιά, μισέ Μπαστιά! … Έλα, έλα! Λογιώτατο μακαρόνια τέλει.
Λογ. – Ουχί, αλλά πλακούντα και δη είρηκα τον και μάκαρες …
Ανατ. – Ιστέ μακαρόνια για, εσύ καμήλα είσαι να φας χαμούρι[9], Άνταμ, ντεν τρως ντολμά σαν το γρότο μου, κιοφτέ σαν το παπούτσι μου, μόνε μακαρόνια ύρεψες;
Λογ. – Ουκ έγνωκας.
Ανατ. – Έγνωκας, μέγνωκας, ντεν έχει αρτίκ, εσύ καλό φαΐ είναι ντεν ιξέρεις. (Προς τον ξενοδόχον). Μισέ, (καθ’ εαυτόν) – αλλάχ τζιβά βερσίν[10] ούλο ιξεχνώ όνομά σου … Α!, Μπαστή, ηύρα μισέ Μπαστιά, τσιμπούκι ντεν έχεις εντώ πέρα;
Ξεν. – Έχω να σας χαρώ, ορίστε … (τω δίδει).
Λογ. – Άγε δη μοι και τριχείας τεταριχευμένους συν οξυγάρω τε και ελαίω.
Ξεν. – Ίντ’ άπετεν[11];
Πελ. – Τριχιές γυρεύει να τον δέσουνε … Μοιάζει μουρλάθηκε ο κουρούνης.
Ξεν. – Καλ’ αλήθεια κουζουλαθήκετεν[12] και θέτενε να σας δέσουμεν; Κι’ ως πόσες οργιές τις θέτε ν’ άνε;
Λογ. – Ούμενουν, αλλά τριχείας και δη έφην, τους και σαρδέλας βαρβαριστί καλουμένους.
Ξεν. – Κι’ ε λέτενε να σας φέρω σαρδέλες, μόνε λέτε τριχιές; (Καθ’ εαυτόν). Κι’ εν είν κουζουλός τώρη, να χαρώ την τσάτσα[13] μου, για δέσιμο σας έχω, κι’ έννοια σας.
Λογ. – Και δη άγαγέ μοι και σωλήνα.
Ξεν. – Εν ηφέρανε σήμερις σουλήνες. Χάβαρα φέρανε, θέτεν τα;
Λογ. – Ουκ, αλλά το νικοτιανάγωγον, είρηκα, αμφί τη χοάνη και τη νικοτιανοπήρα[14].
Ανατ. – Σακίν[15] τσιμπούκι τέλεις κ’ εσύ; Ζερύμ[16] τσιμπούκι μου πολύ κυττάζεις.
Λογ. – Και μάλα γε, καπνιστέον και γαρ.
Ανατ. – Άι μπουταλά[17], άι!! Και ντε λες τσιμπούκι, μόνε ανακάτωσες ούλα τα πράγματα, σουλήνες, μουλήνες, σύριγγες, μύριγγες; Πολύ σασκίνη[18] άντρωπο είσαι, να με συμπατήσης.


[1] Δημητρίου Βυζάντιου (1790-1853).
[2] Διάχυσις, συμπόσιο
[3] Τηρείται το ορθογραφικό σύστημα του συγγραφέα.
[4] Τράπεζαν (χαμηλό τραπέζι φαγητού).
[5] Πατρός.
[6] Άνθρωπε.
[7] Μεγαλοπρέπειαν.
[8] Εγώ.
[9] Ζυμάρι.
[10] Κακόν τι να τω δώση ο Θεός.
[11] Τί είπατε;
[12] Τρελλαθήκατε.
[13] Γιαγιά.
[14] Τσιμπούκι και καπνοσακκούλα.
[15] μήπως.
[16] Γιατί.
[17] Ανόητε.
[18] Ηλίθιος.